11 Απρ 2011

Ταινίες 7ης Απριλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Το άλογο του Τορίνο (8/10)


Αυτό είναι ένα προσωπικό σινεμά μεν, μια φιλοσοφική ελεγεία δε. Ξέρεις, υπάρχουν σκηνοθέτες που θα μπορούσαν να γράψουν και μια πραγματεία, ένα δοκίμιο, μια ελεγεία για τον άνθρωπο. Ο Μπέλα Ταρ είναι ένας από αυτούς. Ασπρόμαυρη φωτογραφία, μακρόσυρτα πλάνα, μεγάλες σιωπές (υπάρχει μάλιστα ένα 25λεπτο εισαγωγικό στο "Άλογο του Τορίνο" χωρίς διαλόγους, αρκούντως υποβλητικό, που σε συνεπαίρνει). Και με διαλόγους όπου χρειάζονται, μεστοί, μετρημένοι, ουσιαστικοί, χωρίς φλυαρίες. Ούτε φανφαρονισμοί ούτε λοιπές λεκτικές αηδίες. Στη συγκεκριμένη, τελευταία ταινία του Μπέλα Ταρ (ο ίδιος δήλωσε ότι κλείνει την καριέρα του), το νήμα πιάνεται από το γνωστό «κλάμα» του Νίτσε. Και ο Ούγγρος auter φιλμάρει τον αμαξά και την κόρη του, που έχουν στο ζυγό τους το άλογο για το οποίο έκλαψε ο σπουδαίος φιλόσοφος του 19ου αιώνα. Η ματιά του Ταρ είναι τελολογική. Βάσει και της θεωρίας του Νίτσε, κινηματογραφεί τις τελευταίες πέντε μέρες της φτωχικής, σαπισμένης οικογένειας προς τον απόλυτο όλεθρο, το έρεβος, το σκοτάδι που θα τα καλύψει όλα. Επί πέντε μέρες, σε ένα απόμερο σπίτι το οποίο και κλυδωνίζεται από το μανιασμένο τοπίο που ουρλιάζει για το τέλος της ανθρωπότητας, της γης, ένας αμαξάς και η κόρη του ζουν σαν ερείπια. Η υποβλητική φωτογραφία του Κελεμέν, η ανατριχιαστική μουσική του Μιχάλι Βιγκ, οι σπασμένες ερμηνείες και η μανιασμένη σκηνοθεσία του Μπέλα Ταρ, που σε κάνει να κλυδωνίζεσαι και εσύ για το χαμερπές που υπάρχει και οδηγεί στο μάταιο, στο τέλος το οριστικό, το ανεπίστρεπτο, συνθέτουν μια ταινία ελεγεία, έναν ύμνο στην ανθρώπινη μιζέρια και κακία. Και αν ισχύσει τελικά, πρόκειται για ένα όντως αποθεωτικό φινάλε ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Αργυρή Άρκτος και Βραβείο FIPRESCI στη φετινή Μπερλινάλε.

Δυο τρία πράγματα που ξέρω γι' αυτούς (6/10)

Πολύ ενδιαφέρον αυτό το ντοκιμαντέρ του Λωρέντ, που και παιδευτικό το λες, και ιστορικής σημασίας, και βαθιάς σινεφιλικής αγάπης. Μια και ο Γάλλος κινηματογραφιστής τη φιλία και τη σχέση των δυο αυτών σημαντικών σκηνοθετών θέλει ν’ αναδείξει, του Ζαν Λυκ Γκοντάρ και του Φρανσουά Τρυφώ, που ηγήθηκαν ενός ολόκληρου κινήματος, αυτού της Νουβέλ Βανγκ, και άλλαξαν κατά τα φαινόμενα την πορεία του παγκόσμιου σινεμά. Ο Λωρέντ επικεντρώνεται σε τρία σημεία της σχέσης Γκοντάρ-Τρυφώ. Στο πώς ξεκίνησαν τη Νουβέλ Βανγκ με τις δυο πρώτες ταινίες τους ("Με κομμένη την ανάσα" ο πρώτος και "400 χτυπήματα" ο δεύτερος). Πώς καθοδήγησαν τα «Τετράδια του Σινεμά» στις αρχές της δεκαετίας του ’50, κοντά στα 20 τους και οι δυο, μέσα από τη βαθιά σινεφιλία τους, την ανάγκη τους ν’ αναδείξουν υποτιμημένα είδη κινηματογράφου και παραγνωρισμένους σκηνοθέτες και δημιουργούς. Και φυσικά τη σκηνοθετική εξέλιξη τους που έφερε και το ρήγμα στη σχέση τους, όταν πια οι απόψεις και οι θέσεις τους ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Κι όλα αυτά δείχνονται με πλούσιο φωτογραφικό και οπτικό υλικό από συνεντεύξεις και δηλώσεις τους, αποσπάσματα από ταινίες τους, και ουσιαστική έρευνα του Λωρέντ, ο οποίος -και καλά έκανε- δεν μίλησε με ειδήμονες του χώρου ούτε πολυασχολήθηκε με συνεντεύξεις προσώπων γύρω από τους δυο σημαντικούς σκηνοθέτες. Και αυτό είναι το σημείο που διαφοροποιεί το ντοκιμαντέρ του Λωρέντ από πολλά άλλα.

Παράνομη (4/10)

Η "Παράνομη" του Ντεπάς είναι αυτό, που στην απλή λαϊκή, λέγεται μικρή ταινία. Μια και τον δυναμισμό των ταινιών των αδελφών Νταρντέν στα σίγουρα δεν πιάνει, που όπως στο γράφω είχε ως πρότυπο ο Βέλγος σκηνοθέτης. Και φυσικά, η καταγγελία που θέλει να κάνει πάνω στο ιδιότυπο μεταναστευτικό ζήτημα της περιοχής της κεντρικής Ευρώπης είναι άνευρη, αδύναμη, με μια ροπή προς το μελό. Επίσης, στην ιστορία του Ντεπάς οι έννοιες της υπομονής και της νηφαλιότητας απουσιάζουν. Αντιθέτως, επικρατεί μια υστερική επιμονή, που εντέλει καταλήγει να πετά στα τάρταρα τη μεγάλη -καταπώς φαίνεται- θέληση της Λευκορωσίδας μάνας να μείνει στο Βέλγιο. Για να μη σου μιλήσω και για τα ποικίλα σεναριακά τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός, και τα οποία δε δικαιολογούν τις όποιες εξελίξεις της υπόθεσης της μετανάστριας (για παράδειγμα, εκείνη η σκηνή του αεροπλάνου είναι φαιδρή). Όλη η ταινία του Ντεπάς είναι η γεμάτη, μεστή, όλο νεύρο ερμηνεία της Αν Κοσένς, η οποία σε πείθει ότι και η ίδια έχει πειστεί ότι θέλει και πρέπει να μείνει στη νέα της χώρα, για το καλό το δικό της και κυρίως των παιδιών της. Πίσω, άλλωστε, στην πατρίδα την περιμένει το χάος, το σκοτάδι, η κακή ζωή. Όμως, το υλικό του ο Βέλγος σκηνοθέτης το χειρίζεται τόσο άτσαλα και χωρίς δημιουργικό ενδιαφέρον, ώστε εντέλει μια ιστορία καταγγελίας καταλήγει στα αρχεία της τοπικής αστυνομίας, στα ράφια του dvd club εν ολίγοις.

Sucker punch (3/10)

Αναμενόμενη αυτή η ταινία του Ζακ Σνάιντερ, που τον ξέρεις από τους "300" και τους "Watchmen" αλλά δεν θέλεις να τον θυμάσαι για τον λίαν πρόσφατο "Θρύλο των ιπτάμενων φρουρών". Άκουγα τόσα και τόσα για το "Sucker Punch" και όλο μέσα μου πίστευα ότι πατάτα θα δω, σα σίγουρος να ήμουνα. Και έτσι έγινε. Καθότι η εντελώς αφελής σκηνοθεσία του Σνάιντερ, με τους καβλωτικούς χορούς που ποτέ δεν βλέπεις και τις κακότεχνες μάχες που σίγουρα βλέπεις μια και αυτές φαντάζεται για να εντυπωσιάσει η νεαρή Έμιλυ ή Μπέϊμπι Ντολ, και το ανορεξικό σενάριο που σα να έχει βγει από παραμύθι της Disney για πιο διαστροφικά παιδιά, εντέλει δείχνει την όρεξη του Σνάιντερ να επιμείνει παιδικά, σε κάνουν να βάλεις τα πόδια στο κεφάλι σου και να τρέξεις μακριά από την αίθουσα. Κατά τα άλλα, οι νεαρές παιδούλες που σε ιδρώνουν, και η βαρύτονη μουσική που θέλει να σε βάλει στο κλίμα με το στανιό, δεν κάνουν ένα καλό ποπ φιλμάκι βιντεοκλιπίστικης αισθητικής, και βιντεογκεϊμίστικης μανιέρας, αλλά μια αδιάφορη κουκουρουκιά δίχως λόγο κι αφορμή, με αρχή και τέλος όπως σε παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Κόκκινος ουρανός (3/10)

Το λαϊκό σινεμά που έχει δηλώσει ότι θέλει να κάνει η Γιούργου θέλει κότσια. Και ο "Κόκκινος ουρανός" το μόνο που δεν έχει είναι αυτά τα ρημαδιασμένα τα κότσια. Καθότι ούτε η ιστορία της, ούτε οι χαρακτήρες της δεν κάνουν το κάτι παραπάνω, δεν προχωρούν τη δράση, δεν κάνουν αυτό το άλμα που θα σε πείσει ότι δεν παρακολουθείς ένα περιθωριακό ερωτικό τριολέ χόρτου και ρακής κάπου στην Κρήτη (ασχετώς αν η κρητική διάλεκτος απουσιάζει) αλλά ένα δυναμικό δράμα φιλίας, έρωτα και κοινωνικής απομόνωσης. Δυο κολλητάρια αποφασίζουν να αφήσουν τη βουή και τη φασαρία της πόλης για να φυτέψουν μπανάνες (αλλά και ντομάτες) στην Κρήτη. Και μια Γερμανίδα, φίλη της αδελφής του ενός, σε μοναχικές διακοπές της στο νησί επισκέπτεται τα αγόρια, γοητεύεται από το σκηνικό που έχουν στήσει, και αποφασίζει να τους τo κάνει μπάχαλο. Στον "Κόκκινο ουρανό" της Γιούργου σε εντυπωσιάζουν δυο πράγματα: η εμπνευσμένη σκηνοθεσία της και η καλοδουλεμένη -στα όρια του ονειρικού- φωτογραφία της. Τα υπόλοιπα, όμως, τα παράτησε στη μοίρα τους η έμπειρη δημιουργός. Μια και η ιστορία της, που θα μπορούσε αλλά εντέλει από την τόση απλοϊκότητα δεν σου λέει και τίποτα, θέλει πολύ δουλειά. Η δε διανομή των ρόλων κρίνεται αποτυχημένη εκατό τοις εκατό. Αν εξαιρέσεις τις εξάρσεις του Τότσικα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες υποκρίνονται ότι παίζουν σε ταινία. Δυστυχώς, η Γιούργου οφείλει να διαπραγματευτεί ξανά την έννοια του λαϊκού σινεμά, μια και τα τεχνικά κομμάτια των ταινιών της εξακολουθούν να μη συνάδουν με τις τηλεοπτικές επιλογές της στους ηθοποιούς και τις εξωφρενικές σεναριακές της ευκολίες.

Potiche (2/10)

Στα μάτια μου δεν πίστευα, στο λέω. Μπουρζουά δράμα, σα βγαλμένο από τηλεταινία του Καπώνη, μη σου πω σαπουνόπερα νέας γενιάς, όχι αυτές του Φώσκολου, είναι πασέ άλλωστε. Γυναίκα γλάστρα στα πενήντα φεύγα της, αποφασίζει να πάρει το εργοστάσιο του πατέρα της από τα χέρια του άντρα τύραννου που την κερατώνει αλλά το βουλώνει αυτή, και να γίνει η εργοστασιάρχης σοσιαλίστρια, που φέρνει χαρά σε εργάτες, ερωμένες του άντρα της, τα παιδιά της, τον κομμουνιστή δήμαρχο που την έχει ερωτευτεί και άλλους παρατρεχάμενους. Και η κόντρα η οικογενειακή ξεκινά, όταν ο άντρας τύραννος αποφασίζει να επιστρέψει στη θέση του. Μέχρι την τελετή έναρξης (έχω να σου πω και γι’ αυτήν... στο απολογιστικό κείμενο όμως) του 12ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, πίστευα ότι η χειρότερη ταινία του άλλοτε τρομερού παιδιού του γαλλικού σινεμά, του Φρανσουά Οζόν, είναι ο "Ricky, τα φτερά ενός αγγέλου". Αναθεωρώ, το παίρνω πίσω. Μάλιστα, πιστεύω ότι η "Κόρη μου η σοσιαλίστρια" με την Αλίκη, μπροστά στην ταινία του Οζόν είναι ένα αριστούργημα. Σουρεαλισμός ανύπαρκτος και η ειρωνεία πέρασε και δεν ακούμπησε. Αν ήθελε, δηλαδή, να κάνει αυτά ο Οζόν. Αντ’ αυτού, για ταινία εποχής πρόκειται (τέλη του 1970), όπου μια μεγαλοαστική οικογένεια βρίσκεται σε παραλήρημα και το εργοστάσιο ομπρελών το κέντρο του παραλόγου είναι. Παγωμένες ερμηνείες (δεν πίστευα ότι οι Ντενέβ, Ντεπαρντιέ έπαιζαν), αδιάφορες εξτραβαγκάντσες, ανούσια τεχνάσματα γέλιου (κρύα, δηλαδή). Αυτό που με τσαντίζει στον Οζόν είναι ότι αν και ξέρουμε τη μπουρζουά διάθεση του και τη μεγαλοαστική καταγωγή του, και ο ίδιος επιμένει να τις περνάει στο σινεμά του, και εμείς υπομένουμε να τις καταπίνουμε όλα αυτά τα χρόνια, συνεχίζει ο μπαγάσας να διολισθαίνει όλο και πιο πολύ. Δεν ξέρω αν το "Potiche" είναι το τέρμα του, το απόγειο, το επιστέγασμα αυτή της ακατανόητης σκηνοθετικής άποψης του (και ας ξεκίνησε με σεξουαλικές, ανθρώπινες, ιδιαίτερες, καυστικές ταινίες -αυτό είναι που με κάνει να απορώ περισσότερο), σίγουρα όμως πρόκειται για το μεγαλύτερο φάουλ της φιλμογραφίας του.

Επίσης, προβάλλονται : Hanna του Τζο Ράιτ, Rio του Κάρλος Σαλντάνια, Πεθαίνοντας για την αλήθεια του Νίκου Μεγγρέλη.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογράφο portal www.sevenart.gr, στις 11 Απριλίου του 2011, εξαιτίας της 4ήμερης απεργίας των δημοσιογράφων.