12 Απρ 2011

ΛΙΟΥΜΠΗ/ ΠΑΡΕΕΣ

Λιούμπη, της Λάγιας Γιούργου (2005)
& Παρέες, του Σωτήρη Γκορίτσα (2006)

Στη σημερινή στήλη σου θυμίζω τις δυο πρόσφατες ταινίες των δυο Ελλήνων σκηνοθετών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή και πάλι στο προσκήνιο λόγω των νέων παραγωγών τους. Η Λάγια Γιούργου, που αύριο βγάζει τον "Κόκκινο ουρανό" της, πριν χρόνια ασχολήθηκε και με τον έρωτα ενός Έλληνα βενζινοπώλη με μια Ρωσίδα εσωτερική νοσοκόμα. Και ο Σωτήρης Γκορίτσας, του οποίου το "Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα" το βλέπεις από την περασμένη εβδομάδα, καταπιάστηκε με τις σουρεαλιστικές περιπέτειες μια παρέας Αθηναίων σε χωριό του Πηλίου.

Λιούμπη

(ή αλλιώς, έρωτας το απόγευμα)


Ένα έμμεσο σχόλιο στους σύγχρονους μετανάστες των Αθηνών κάνει με αυτή την ταινία η Λάγια Γιούργου, όπου για πρωταγωνιστή έχει και πάλι τον -τότε- ζεν πρεμιέ Αλέξη Γεωργούλη (τον είχε και στην ταινία της "Αύριο θα ‘ναι αργά" - 2002).


Το πιο σημαντικό, βέβαια, στη "Λιούμπη" της Γιούργου, είναι το πώς αποτυπώνονται όλες οι παθογένειες, οι συνηθισμένες συμπεριφορές, η αντιμετώπιση εν ολίγοις των νεοελλήνων (και όχι των παλιότερων, που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί) σε μετανάστες που έχουν για υπαλλήλους, εργάτες, και τους εκμεταλλεύονται φυσικά.


Καταπληκτική, πέρα από πανέμορφη, είναι στο ρόλο της η Ευγενία Καπλάν η οποία και ερμηνεύει την Λιούμπη, την κοπέλα που μπαίνει σε σπίτι μικροαστών για να φροντίσει τη μαμά-φυτό, εντέλει ερωτεύεται τον γόη της οικογένειας, αλλά φυσικά απογοητεύεται από τη συμπεριφορά του στη συνέχεια.


Σε όλα αυτά, οι ποικίλες -ρατσιστικού, κοινωνικού τύπου- συμπεριφορές απέναντι στη Λιούμπη χτίζουν το μωσαϊκό συμπεριφοράς προτύπου απέναντι στον ξένο που προσπαθεί να επιβιώσει στη νέα πατρίδα του, αλλά και να ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος.


Στον αντίποδα, όμως, η Γιούργου μπρος στην προσπάθεια της να κάνει «λαϊκό σινεμά», όπως λέει και η ίδια, πέφτει σε σεναριακές (παν)ευκολίες, σε σκηνοθετικούς χειρισμούς στα όρια του απλοϊκού. Εν ολίγοις, η Γιούργου ενώ στα σίγουρα θα μπορούσε, εντέλει δεν δίνει αυτό το βάθος στην ιστορία της, στους χαρακτήρες της, ώστε και να απογειώσει τη δράση και να εκπέμψει το μήνυμα που θέλει στο εύρος που του πρέπει, με τη δύναμη που του χρειάζεται.


Παρέες

(ή ο Μουρίκης παίζει τον γιατρό)

Και πάλι στην επαρχία τοποθετεί τη δράση της ιστορίας του ο σκηνοθέτης των ταινιών "Δέσποινα", "Απ’ το χιόνι", "Βαλκανιζατέρ". Ο Γκορίτσας βάζει τέσσερις Αθηναίους (Μιχαηλίδης, Κιτσοπούλου, Μουρίκης, Πρωτόπαππα) να ζήσουν περιπέτειες που ούτε φαντάζονταν προηγουμένως, σε χωριό του Πηλίου μες στη Μεγάλη Εβδομάδα.


Βάσει της συνηθισμένης πρακτικής του, ο Γκορίτσας παίζει με τη σάτιρα, το πικρό χιούμορ, την ειρωνεία. Ενώ, και κάποιου βαθμού σασπένς έχει η εξέλιξη της ιστορίας του, όπως και αγωνία.


Εν γένει, αυτό που θέλει -προφανώς- να καταδείξει (και να σχολιάσει σαρκαστικά) ο Γκορίτσας είναι το αδιέξοδο, το αμόκ που μπορούν να πάθουν τα παιδιά της πόλης στο χωριό, όταν φτάνουν μπρος σε καταστάσεις που δεν έχουν ξανασυναντήσει, τους ήταν ξένες μέχρι τότε. Ενώ και οι σχέσεις τους με τους ανθρώπους στην επαρχία δοκιμάζονται, χτίζονται από την αρχή, μια και η διάθεσή τους δεν περιέχει και πολύ την κατανόηση.


Εντέλει, σου μένει από την ταινία του Γκορίτσα η καλή ιστορία που βλέπεις. Χωρίς, και εδώ, να φτάνει η δράση στην κορύφωση της, χωρίς -επίσης- να πιάνει κάποιος από τους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες την ιστορία από τα μαλλιά και να την οδηγεί από μόνος του, μια χαμηλότονη ταινία καταλήγει που κινείται στις παρυφές του διασκεδαστικού.