26 Μαΐ 2011

Ταινίες 26ης Μαΐου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, ο φετινός Χρυσός Φοίνικας των Καννών καθώς και δυο περυσινά ριμέικ, τα οποία θα διαπιστώσεις κι εσύ ότι δεν αξίζουν και πολλά. Ταινία της εβδομάδας είναι "Το δέντρο της ζωής" του Τέρενς Μάλικ, που έρχεται από το Φεστιβάλ των Καννών με το Χρυσό Φοίνικα, για να παίξει με τις αισθήσεις σου σε ένα μαγευτικό παιχνίδι-μάθημα ζωής. Στο "Και ξαφνικά σκοτάδι", αμερικανικό ριμέικ βρετανικού θρίλερ του 1970, θα δεις μια τυπική teen ταινία τρόμου που έχει πάρει το μάτι σου ένα σκασμό φορές όλα αυτά τα χρόνια. Βασικά την έχεις μάθει κι απ’ έξω. Με "Το πείραμα", το αμερικανικό ριμέικ της γερμανικής επιτυχίας του 2001, θα δεις το γνωστό πείραμα του Στάνφορντ (του 1971) σε μια κάπως μπανάλ και παρωχημένη εκδοχή του. Πάντως δημοσιογραφική προβολή δεν έγινε κι αυτό να σου τα λέει όλα. Βέβαια, εσύ κατά ένα «μαγικό» τρόπο, κριτική έχεις.

Το δέντρο της ζωής (7/10)

Είχα διαβάσει τουλάχιστον διφορούμενα, μη σου πω αρνητικά σχόλια από συναδέλφους που είδαν τη νέα ταινία του Μάλικ ή αλλιώς το φετινό Χρυσό Φοίνικα των Καννών, νωρίτερα από εμένα στο φεστιβάλ, ώστε μπήκα στην αίθουσα με μια εντελώς αρνητική διάθεση. Τι να σου πω: Το ποίημα του Μάλικ, αυτό το φιλοσοφικό δοκίμιο των παραισθήσεων, που σου βάζει πέντε αρχέτυπα στη σειρά, στα κάνει πενηνταράκια, και σου λέει κοίτα τη ζωή στα μάτια μια και περνάει και χάνεται, μόνο σα μάθημα ζωής το είδα. Και δες το κι εσύ έτσι, θα με θυμηθείς. Γιατί, έτσι κι αφεθείς στην οπτική εξτραβαγκάντσα του Μάλικ μεταφέρεσαι αυτόματα σε έναν άλλο κόσμο. Εκεί, που παίζεις μόνο με τις αισθήσεις σου, κι είσαι εσύ κι εκείνη κι Αυτός, ο Θεός, για να τα πείτε ένα χεράκι. Από το μπινγκ μπανγκ στη φυλακή της οικογένειας. Κι από τις «αμαρτίες» του πατέρα που «παιδεύουσι» τέκνα μια για πάντα, χωρίς να υπάρχει επιστροφή. Το στίγμα μένει πάντως. Ο Μάλικ σου δείχνει μες σ’ ένα χρυσαφένιο μεγαλείο τον κόσμο, τον άνθρωπο, και το πώς αυτοί οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν. Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του αν έχεις δει, από τις "Ημέρες ευτυχίας" στη "Λεπτή κόκκινη γραμμή" και τον "Άγνωστο κόσμο" δηλαδή, τον Μάλικ δεν τον ενδιαφέρει να κάνει ένα εύκολο σινεμά. Δουλεύει σ’ ένα σινεμά δημιουργού, ως Θεού επί της ταινίας, των ηθοποιών και των λοιπών, που συνομιλεί μόνο με τον Θεό. Στο "Δέντρο της ζωής", που κέρδισε ήδη τον Χρυσό Φοίνικα εξαργυρώνοντας την -επί χρόνια- προσμονή που είχαν οι Κάννες για να το δουν, ο Μπραντ Πιτ δίνει μια ακόμη μεστή ερμηνεία ως πατέρας αφέντης (μην τον υποτιμάς τον μπαγάσα, αξίζει), η γλυκιά Τζέσικα Τσαστέιν είναι τόσο χαρακτηριστική με τις σιωπές και τις εκφράσεις της ως η στοργική-που-έχει-φάει-σφαλιάρα σύζυγος. Και ο Σων Πεν, σε μια ερμηνεία που θυμίζει εκείνη στο "Όλα για την αγάπη" του Βίντερμπεργκ, είναι ο γιος που μεγάλωσε και βλέπει τον κόσμο πίσω του με μια απορία. Από τον Μάλικ ήθελα να πετάξει έξω από την ταινία τις ανούσιες σκηνές της γέννησης του κόσμου. Όχι όλες, μα σίγουρα εκείνες των ζώων, των δεινοσαύρων, και των πολλών μπαμ μπουμ των ηφαιστείων. Πού και πού την θέλει την αφαίρεσή της η σκηνοθεσία του. Κι ο Μάλικ πάλι, μου έδειξε πώς μια ταινία του (με την αρωγή του Ντεσπλά στη μουσική, και του Λουμπέτζκι στη φωτογραφία) είναι ένα ατελείωτο, μαγευτικό παιχνίδι των αισθήσεων «που οδηγεί στην παραίσθηση, και η ψευδαίσθηση τελειωμό δεν έχει».

Το πείραμα (4/10)

Σαφώς κι υπολείπεται το αμερικανικό ριμέικ του πρωτότυπου, γερμανικού "Το πείραμα", το οποίο και συγκλόνισε την κινηματογραφία του 2001 χάρη στον παλμό της και τον δυναμισμό της σκηνοθεσίας του Χίρσμπιγκελ. Κοίταξε, ο Σέρινγκ του τηλεοπτικού "Prison Break" σκηνοθετεί με τις καλύτερες των προθέσεων, κι αυτό φαίνεται, το περίφημο Stanford Prison Experiment (του 1971) όπου άνθρωποι επιβουλεύονται και βιαιοπραγούν σε ανθρώπους άγνωστούς τους, με μόνο σκοπό το χρήμα (και την επιβίωση τους από ένα σημείο και μετά). Κι ενώ το κλίμα το έχει αποτυπώσει γλαφυρά και στους ηθοποιούς (όχι σε όλους) έχει πετύχει ο Σέρινγκ, με τις ερμηνείες των Ουίτακερ και Μπρόντυ να είναι εξαιρετικές (ειδικά του πρώτου), εντούτοις και τα αφελή του σκηνοθετικά τρυκ και το -όντως- κακό του σενάριο (απαράδεκτα τα φλασμπάκ του, και η σύνδεση που κάνει με την έξω ζωή μέσω μνημών) σε πετά έξω από το σαφές ανθρωποκεντρικό μήνυμα που επιθυμεί να δώσει. Εν ολίγοις, δεν μου κάνει καθόλου παράξενο που η ταινία καθυστέρησε τόσο να προβληθεί στην Ελλάδα, και μάλιστα «πετιέται» έτσι από την εταιρεία διανομής της (δεν έγινε καν δημοσιογραφική προβολή). Ο λόγος είναι σαφής: μια εξαιρετική πρωτότυπη ταινία έγινε ένα άνευρο, ανούσιο ριμέικ.

Και ξαφνικά σκοτάδι (3/10)

Τέτοια θρίλερ έχεις δει με το τσουβάλι. Κάθε χρόνο και μια ντουζίνα από δαύτα βλέπεις στις ελληνικές αίθουσες, κι αν δεν τα έχεις βαρεθεί τουλάχιστον από ποπκορνικό μαζοχισμό εξακολουθείς να δίνεις το παρών σου. Και σου εξηγώ, ότι είναι ένα ακόμη τυπικό teen θριλεράκι τρόμου, με καυτά κοριτσάκια που εντέλει την πατάνε. Μάλιστα, είναι τόσο κλισεδιάρικο ώστε σε κάθε σκηνή ξέρεις τι θα επακολουθήσει. Έχει δηλαδή όλα εκείνα τα κλασικά στοιχεία νεανικής ταινίας τρόμου που καθιέρωσαν τη δεκαετία του 1970 οι Κρέιβεν, Ρομέρο και Κάρπεντερ. Μάλιστα, η ιδέα του δεν είναι καν πρωτότυπη. Μια και είναι ριμέικ ομώνυμου βρετανικού θρίλερ του 1970, το οποίο εξελισσόταν στη Γαλλία κι όχι στην Αργεντινή, και το οποίο μη νομίζεις ότι ήταν τίποτε της προκοπής. Εντάξει, υπάρχουν σκηνές που θα τσιρίξεις, για να σου φύγει όμως αυτή η καΐλα πιες μια κόκα κόλα για να χωνέψεις και να κοιμηθείς ήσυχος.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (26-5-11).