23 Μαΐ 2011

Οι Χρυσοί Φοίνικες που Αγαπάμε

Από την προηγούμενη εβδομάδα βρίσκεσαι στον χρυσό αστερισμό του 64ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, έστω και από απόσταση. Άλλωστε, το SevenArt έχει φροντίσει να σε ενημερώνει για τα εκεί τεκταινόμενα, μέσω του απεσταλμένου του Ιάκωβου Γωγάκη. Για το μεγαλύτερο, ποιοτικότερο και, σαφώς, πιο λαμπερό φεστιβάλ της υφηλίου θα γνωρίζεις στα σίγουρα. Από το 1939 και με μερικές στάσεις, λόγω πολέμου κι άλλων δεινών (ή του Μάη του ‘68), παρουσιάζει τις πλέον καλύτερες παραγωγές του ευρωπαϊκού, ασιατικού, όπως και αμερικανικού (από κάποια στιγμή και μετά) κινηματογράφου. Οι Χρυσοί Φοίνικες (ή τα Grand Prix για 17 μόνο διοργανώσεις) δίνονται στις κορυφαίες, ουσιαστικότερες και σαφώς καινοτόμες ταινίες της κάθε χρονιάς. Τονίζω το τελευταίο, το καινοτόμο δηλαδή, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να υπερθεματίσω τον περυσινό Χρυσό Φοίνικα ("Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του" του Ταϊλανδού Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ), που πολλοί τον βρήκαν άστοχο, αλλά προσωπικά κατανόησα την επιλογή της κριτικής επιτροπής στην διαφορετικότητα ενός κινηματογράφου εντελώς ξένου στον δυτικό κόσμο. Και αυτό είναι το στοίχημα της κάθε διοργάνωσης που διεξάγεται στην Κρουαζέτ: να συστήσει στο σινεφίλ κόσμο το «φιλέτο» του σύγχρονου, κάθε φορά, κινηματογραφικού σύμπαντος. Έξι συντάκτες του SevenArt συμφωνήσαμε να σου προτείνουμε 20 ταινίες που αγαπήσαμε όλα αυτά τα χρόνια για διαφορετικούς λόγους, και χωρίς απαραιτήτως να είναι και οι top στις «λίστες» μας. Απλώς διέθεταν μερικά χαρακτηριστικά που μας τάραξαν ή διαφορετικά χτύπησαν τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Ο κάθε συντάκτης σου προτείνει από τρεις ταινίες, ενώ δύο ακόμη έχουν προκύψει μια και συγκέντρωσαν τις περισσότερες προτιμήσεις (ή στη γλώσσα της Ακαδημίας, ισοψηφίες). Προχωρήσαμε σε αυτή την επιλογή διότι, πολύ απλά, δεν ήταν δυνατή, με κανέναν τρόπο, η συγκρότηση λίστας top 10 ή 20 καλύτερων ταινιών στην ιστορία του φεστιβάλ, μες σε αυτό τον κυκεώνα αριστουργημάτων που έχουν βραβεύσει οι Κάννες τα προηγούμενα 63 χρόνια. Κατά τα λοιπά, πάρε μια γεύση των ταινιών που έχουν προβληθεί στον πλέον αστραφτερό κινηματογραφικό παραλιακό δρόμο που έχει υπάρξει.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr

Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη (Ρομπέρτο Ροσελίνι, 1946)

Το κίνημα του νεορεαλισμού στον κινηματογράφο ξεκινά την πορεία του στην Ιταλία με διαμάντια όπως η ταινία "Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη" του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Βασικοί άξονες του νεορεαλισμού ήταν η χρησιμοποίηση μη επαγγελματιών ηθοποιών, η αποφυγή του ντεκόρ και των στούντιο κι η άρνηση της χρήσης αφηγηματικών συμβάσεων. Κανόνες που μπαίνουν σε εφαρμογή για την ανάδειξη μιας κατάστασης στην πιο πραγματική της διάσταση, με σκοπό τη μεταφορά εικόνων στο λευκό πανί που μπορούν πιο εύκολα να συγκινήσουν το θεατή μέσα από την αληθοφάνεια που διαθέτουν. Ο Ροσελίνι στην ταινία "Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη" αναφέρεται σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην κατεχόμενη από τους Ναζί, Ρώμη. Η αντίσταση απέναντι στον κατακτητή είναι ένα έργο δύσκολο αφού πέρα από την υπεροπλία της Γκεστάπο, οι Ιταλοί αντιστασιακοί έχουν να αντιμετωπίσουν και τους χαφιέδες συμπατριώτες τους. Η πλοκή της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τη ζωή ενός από τους αρχηγούς της αντίστασης και καταλήγει στο άδοξο τέλος του. Η Ρώμη χωρίς την αντίσταση μένει ανοχύρωτη απέναντι στον εχθρό, με τους Ιταλούς να είναι διαιρεμένοι και τους δωσίλογους να συνεχίζουν το καταστρεπτικό τους έργο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο Τρίτος Άνθρωπος (Κάρολ Ρηντ, 1949)

Ένας σημαντικός σκηνοθέτης. Ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Το σάουντρακ του Άντον Καράς. Ο Όρσον Γουέλς και ένα ρολόι κούκου. Είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία μιας ταινίας -χαρακτηριστικού φιλμ νουάρ. Πώς να μην την αγαπήσεις; Ο Κάρολ Ρηντ σκηνοθετεί την ιστορία του Χόλι Μάρτινς, ο οποίος φτάνοντας στη Βιέννη μαθαίνει ότι ο φίλος του Χάρι Λάιμ -που τον προσκάλεσε- σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Και δεν θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από εξαιρετική, μια και το σενάριο υπογράφει ο Γκράχαμ Γκρην. Η αναζήτηση του Χάρι Λάιμ και η λύση του μυστηρίου αποτελούν το «όχημα» των Ρηντ και Γκρην ώστε να μιλήσουν για τη μεταπολεμική Βιέννη (και κατ’ επέκταση την Ευρώπη της περιόδου). Ο "Τρίτος Άνθρωπος" αποτελεί, την ίδια στιγμή, απόλαυση για κάθε σινεφίλ, δίνοντας τη δυνατότητα στον θεατή να ανακαλύψει κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Για να μην αναφέρουμε ότι περιλαμβάνει μια από τις πιο διάσημες «εισόδους» στην ιστορία του σινεμά και μια ακόμα πιο διάσημη ατάκα (ναι, εκείνη για το ρολόι κούκου). Κλασικό σινεμά με όλη τη σημασία της λέξης.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Το Μεροκάματο του Τρόμου (Ανρί Ζωρζ Κλουζό, 1953)

Κλασικό, αθάνατο αριστούργημα του Ανρί Ζωρζ Κλουζό, που κατά τη γνώμη μου ξεπερνά και τις πιο δημοφιλείς "Διαβολογυναίκες" του. Ο Γάλλος σκηνοθέτης σε εισάγει σε έναν κόσμο εξαθλίωσης, μιζέριας και τριτοκοσμικής φτώχειας. Κωμόπολη της Νοτίου Αμερικής, που έχει μαζέψει λογής ξένους τυχοδιώκτες, παραπαίει ανάμεσα στην αμορφωσιά και το γλοιώδες υποτακτικό των ντόπιων της, τον ωχαδερφισμό και την πονηριά των ξένων μεταναστών της αρπαχτής και την επεκτατική, καπιταλιστική στάση σάρωσης των πάντων της αμερικανικής εταιρείας πετρελαίου που καταστρέφει τα εδάφη της. Στα πρώτα πενήντα λεπτά βλέπεις ένα λεπτομερειακό μωσαϊκό αυτής της κατάστασης. Στα επόμενα 100, παρακολουθείς τέσσερις τυχοδιώκτες να παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα, μεταφέροντας νιτρογλυκερίνη σε κακοτράχαλους δρόμους με φορτηγά ερείπια, μόνο και μόνο για να κερδίζουν τα χρήματα της «φυγής» τους. Αυτό το κομμάτι είναι και το αληθινό μάθημα ζωής. Προσπερνώντας το αφελές τέλος της, ο Κλουζώ έχτισε μια ταινία χαρακτηριστικής ηθογραφίας και κυρίως ζωντανής καταγραφής του ανθρώπινου αρχέτυπου πάνω στη ματαιότητα. Με την εξαιρετική ερμηνεία του Ιβ Μοντάν. Επίσης, είναι και η ταινία αυτή που έχει κατακτήσει και Χρυσό Φοίνικα (ή Grand Prix τότε) και Χρυσή Αρκούδα στη Μπερλινάλε και βραβείο BAFTA καλύτερης ξένης ταινίας.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Βιριδιάνα (Λουί Μπουνιουέλ, 1961)

Δίχως να αλλάζει μες στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας την αντιεξουσιαστική ιδεολογία του και παντρεύοντας τη ρεαλιστική αφήγηση με τον σουρεαλισμό, ο Μπουνιουέλ σκηνοθετεί το 1961 τη "Βιριδιάνα". Στην ταινία, η Βιριδιάνα είναι μια νεαρή καλόγρια που στην προσπάθεια της να κάνει το καλό πέφτει στην αμαρτία. Η φυγή της από το μοναστήρι κι η διαμονή της στο κληρονομημένο από τον θείο της σπίτι, προσομοιάζει με την «πτώση» από τον παράδεισο στη γη. Στο πρόχειρο καταφύγιο της, η έκπτωτη Βιριδιάνα θα ασκήσει τη φιλανθρωπία, μετατρέποντας το σε οίκο απόρων κι αναξιοπαθούντων. Η θεία πρόνοια όχι μόνο δε θα την ανταμείψει για την ευσπλαχνία και την καλοσύνη της αλλά αντίθετα θα της φερθεί με το σκληρότερο δυνατό τρόπο. Ο Μπουνιουέλ γυρίζει τη "Βιριδιάνα" στη φασιστική Ισπανία του Φράνκο. Οι λογοκριτές εγκρίνουν το σενάριο που όταν γίνεται ταινία προκαλεί την οργή της καθολικής εκκλησίας. Κι αυτό καθότι η ιστορία της σύγχρονης αγίας Βιριδιάνα, μέσα από το φακό του Μπουνιουέλ, θα γίνει ένας σαρκασμός προς τη χριστιανική ηθική. Χαρακτηριστικότερη είναι η τελευταία σκηνή: η Βιριδιάνα παίζει χαρτιά με τον ξάδερφο της και την υπηρέτρια, κάτι που αποτελεί εντέλει τη σωτηρία της. Έτσι διατυπώνεται με τον πιο έντονο τρόπο η βαθιά ειρωνική διάθεση του έργου.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (Ζακ Ντεμί, 1964)

Κι όμως, εσύ που με διαβάζεις, μην απορήσεις. Το ξέρεις ότι βγάζω φλύκταινες με τα μιούζικαλ, δεν τα αντέχω τα ρημάδια με τίποτα. Είναι, όμως, μερικά που τα παραδέχομαι, τους βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. Όπως αυτό του Ζακ Ντεμί, ο οποίος όπως και στη "Λόλα" και στις "Δεσποινίδες του Ροσεφόρ", αποδεικνύεται άψογος τεχνίτης της εικόνας, που μέσα από τα αρχέτυπα (οι ιστορίες του είναι απλές) εξάγει το πιο ουσιώδες, το πλέον τρυφερό κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Το ίδιο και στις "Ομπρέλες του Χερβούργου", το πολύχρωμο μιούζικαλ στο οποίο μιλάνε μόνο τραγουδιστά επί 90 λεπτά, με τα θεαματικά πλάνα και τις εικονοκλαστικές εξτραβαγκάντσες, όπου η 17χρονη Ζενεβιέβ ερωτεύεται τον 20χρονο Γκάι σε μια σχέση χωρίς μέλλον. Ο τελευταίος πηγαίνει στον πόλεμο της Αλγερίας, η Ζενεβιέβ έχει στην κοιλιά της το παιδί του, κι ως μικροαστή που είναι θα την κάνει τη σύμβασή της για να εξασφαλίσει την «καλή ζωή». Το πιο μύχιο μυστικό ενός ατελέσφορου έρωτα γίνεται ύμνος στα χέρια του Ντεμί. Η εξαιρετική μουσική του Μισέλ Λεγκράν και η υπέροχη ερμηνεία της Κατρίν Ντενέβ συμπληρώνουν το μωσαϊκό ενός αγαπησιάρικου μιούζικαλ. Η ταινία προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και βραβεία Γκράμμι.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Blow-Up (Μικελάντζελο Αντονιόνι, 1967)

Πανέμορφα μοντέλα, προκλητικά φορέματα, ακριβά αυτοκίνητα, εύκολο σεξ, αύθονη μαριχουάνα, ξέφρενα πάρτυ, το ιλουστρασιόν "φαίνεσθαι" μιας εποχής όπου το "είναι" μοιάζει κενό, παραμορφωμένο, σαν τη ζωή του περιζήτητου φωτογράφου μόδας Τόμας που έχοντας βαρεθεί τις ανούσιες ευκολίες αναζητά νόημα φωτογραφίζοντας αληθινούς ανθρώπους στο δρόμο: γέρους και γριές, εργάτες, φαντάρους, παιδιά κι ένα παράνομο ζευγάρι που θα του αποκαλύψει ένα μυστικό και μια αληθινή πρόκληση. Η μυστηριώδης Τζέην (υπέροχη στο ρόλο η Βανέσα Ρέντγκρέιβ) στον αντίποδα των όμορφων και εύκολων μοντέλων που δεν διστάζουν να πουλήσουν την ψυχή τους για μερικές πόζες στο φακό του διάσημου φωτογράφου, ένα πτώμα πιο ζωντανό απ' τον μαστουρωμένο περίγυρο του Τόμας και μια ομάδα μίμων σε ένα σιωπηλό παιχνίδι τένις που καταλήγει πιο ηχηρό απ' τη σιωπή στην οποία ζει θα καταφέρουν να του αλλάξουν την οπτική και να τον διδάξουν ότι η αληθινή ζωή έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ' την εφήμερη λαμπερή επιφάνεια. Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Αντονιόνι, εκτός από την μέγιστη διάκριση στις Κάννες (την τελευταία πριν το ακυρωθέν φεστιβάλ του Μάη του '68), κέρδισε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου, ενώ είχε και πολύ καλή πορεία στους κινηματογράφους, στηριζόμενη κυρίως στους νεαρούς θεατές στην εποχή της.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Εάν... (Λίντσει Άντερσον, 1969)

Μπορεί να θεωρηθεί και η ταινία που σηκώνει την επαναστατική παντιέρα απέναντι σε κάθε μορφής κατεστημένο, όπως και σε κάθε λογής εξουσιαστικό παράλογο. Ο Λίντσει Άντερσον, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής Βρετανίας, χτυπάει τα χρηστά ήθη της πατρίδας του: τα βάζει με το κράτος, το στρατό, την εκκλησία, τη σάπια οικογένεια και κυρίως την τρύπια παιδεία. Έτσι, χτίζει μια αλληγορική ταινία, γεμάτη συμβολισμούς. Σε ένα δημόσιο σχολείο στη Βρετανία, που ζουν εσωτερικοί οι μαθητές του, ο τρόπος εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τα παιδιά είναι καθ’ όλα βάρβαρος και ακατανόητος: οι ιεραρχίες του, ο τρόπος διδασκαλίας του, και η εν γένει στάση του, έχουν να κάνουν περισσότερο με στρατό παρά με σχολείο. Μέσα από τα διαδοχικά κεφάλαια στα οποία έχει χωρίσει την ταινία του ο Άντερσον, βλέπουμε το λεπτομερές μωσαϊκό του παραλογισμού ενός συστήματος εκπαίδευσης, την αλόγιστη βία που χρησιμοποιεί, την αντίδραση των πιο ανήσυχων πνευμάτων του και την, εντέλει, αιματηρή εξέγερση τους. Η τελευταία σκηνή, από τις πλέον χαρακτηριστικές του κινηματογράφου, είναι μια αντιεξουσιαστική, αντικαθεστωτική, αντιδραστική πράξη εκδίκησης σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και πλέον μόνο βρωμίζει. Ο Άντερσον σύστησε στο κοινό τη νοσηρή φάτσα του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, την οποία αργότερα εξέλιξε ο Κιούμπρικ ("Κουρδιστό πορτοκάλι"), κι απογείωσε ο Τίντο Μπρας ("Καλιγούλας"). Στην ταινία αυτή εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, ο εκ των σημαντικότερων, αυτή τη στιγμή, σκηνοθετών στη Βρετανία Στέφεν Φρήαρς.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Η Συνομιλία (Φράνσις Φορντ Κόπολα, 1974)

Μοναχικός, μελαγχολικός ιδιωτικός ντετέκτιβ, κορυφαίος στις παρακολουθήσεις, ο Χάρυ καλείται να καταγράψει τη συνομιλία νεαρού ζευγαριού για λογαριασμό μυστηριώδους διευθυντή μεγάλης εταιρίας. Γιατί είναι σιωπηλός; Από τι προσπαθεί να ξεφύγει; Ποιοι λόγοι τον κάνουν να θέλει να καταστρέψει τις κασσέτες όπου με μεγάλη επιδεξιότητα κατέγραψε τους δύο στόχους του να συνομιλούν; Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, αμέσως μετά τον "Νονό", γύρισε την αγαπημένη του ταινία, ένα ευφυές χιτσκοκικό θρίλερ με τον Τζιν Χάκμαν στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του. Η "Συνομιλία" ξετυλίγεται σαν καφκικός εφιάλτης, όπου όλα παρακολουθούνται και τίποτα δεν μένει κρυφό. Η τεχνολογία ως ένα νέο πανίσχυρο "πανοπτικόν" που κι αν είσαι αυτός που την χρησιμοποιεί, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε χρησιμοποιήσει. Ένας αδιάφορος σε πρώτη ανάγνωση διάλογος, που κάθε φορά που τον ακούς σου δίνει περισσότερα στοιχεία, χωρίς να αποκαλύπτει όλα όσα κρύβει μέχρι το τέλος. Η ευφυία του Κόπολα στο σενάριο, η σκηνοθετική του μαεστρία και η μελαγχολική τζαζ, το σπαρακτικό σαξόφωνο, η αίσθηση ματαιότητας στο βλέμμα και τις κινήσεις του Χάκμαν. Αριστούργημα, με 3 υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου και Ήχου), Χρυσό Φοίνικα και βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στις Κάννες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Ο Ταξιτζής (Μάρτιν Σκορτσέζε, 1976)

Στη Νέα Υόρκη, ένας πρώην πεζοναύτης που υπηρέτησε στο Βιετνάμ πάσχει από αϋπνία. Για να αξιοποιήσει τον χαμένο χρόνο πιάνει δουλειά ως ταξιτζής. Τα βράδια βλέπει γυμνή την πόλη: ναρκομανείς, πόρνες κι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανομίας κλονίζουν την ήδη διαταραγμένη προσωπικότητά του. Ώσπου, θα πάρει τα όπλα και θα «καθαρίσει», σκοτώνοντας όσους θεωρεί ότι αποτελούν το πρόβλημα. "Ο Ταξιτζής", πίσω στα 1976, είναι η ταινία που τοποθέτησε τον Σκορτσέζε ανάμεσα στους πλέον ανερχόμενους σκηνοθέτες των Η.Π.Α. και τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ευρώπη. Ένας ταξιτζής που αναμετριέται μέσα στο θολό του μυαλό με τα θηρία της νεοϋορκέζικης νύχτας. Ή διαφορετικά, η κάμερα του Σκορτσέζε που παρατηρεί και καταγράφει με τα μελανότερα χρώματα καθημερινές και συνάμα επικίνδυνες ιστορίες στους δρόμους της μητρόπολης. Στο ρόλο του ταξιτζή Tράβις και σ' έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της καριέρας του, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, πλαισιωμένος από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τη Τζόντι Φόστερ. Τελικά, είναι ο "Ταξιτζής" ένα πρώιμο ντοκουμέντο της μεταμοντέρνας κοινωνίας ή ένα φιλμ που μας μιλά για την κουλτούρα της αποξένωσης και του περιθωρίου; Αποφεύγοντας το ερώτημα, μπορούμε να συνοψίσουμε το νόημα της ταινίας σε μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες του κινηματογράφου, τη φράση του Tράβις: «You talkin' to me?».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Ταμπούρλο (Βόλκερ Σλέντορφ, 1979)

Η πόλη του Ντάντσιχ χρησιμοποιείται προσχηματικά από τον Βόλκερ Σλέντορφ. Είναι, άλλωστε, το μεταίχμιο μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας, Ναζί και Κομμουνιστών, παιδικής και εφηβικής ηλικίας, όπως συμβαίνει και με το μικρό ήρωα της. Είναι μια πόλη που ακροβατεί και που εντέλει δεν θέλει να μεγαλώσει, αφού αρκείται σε αυτά που διαθέτει και δεν επιθυμεί περισσότερα. Στην πόλη του Ντάντσιχ, στα μέσα του 20ου αιώνα, μεγαλώνει ο μικρός Όσκαρ ο οποίος και παραμένει… μικρός καθώς αποφασίζει ο ίδιος. Δεν θέλει να μεγαλώσει, γι’ αυτό και πέφτει από τις σκάλες του σπιτιού του χτυπώντας τη σπονδυλική του στήλη, κάτι που τον αφήνει νάνο. Αυτός, όμως, δεν στενοχωριέται. Του αρέσει που είναι μικρός και προσκολλημένος στο ταμπούρλο του. Έτσι βιώνει και όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ψυχρή και συνάμα σπαρακτική η ταινία του Σλέντορφ. Ο ήχος του ταμπούρλου, η ανατριχιαστική μουσική του Μωρίς Ζαρ και η χαρακτηριστική ερμηνεία του μικρού Ντέιβιντ Μπένετ σε παραλύουν. Άλλωστε, βιώνεις έναν αλλοπρόσαλλο, παράλογο κόσμο. Στο έπος του Σλέντορφ, ο οποίος και δεν ξεπέρασε την επιτυχία αυτή έκτοτε, εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής ο δικός μας Νίκος Περάκης. Στο σενάριο συνεργάστηκαν ο σπουδαίος Ζαν Κλωντ Καριέρ (μόνιμος συνεργάτης του Μπουνιουέλ) και ο νομπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας (στου οποίου το βιβλίο βασίστηκε ο Σλέντορφ). Πέρα από το Χρυσό Φοίνικα, πήρε και το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Παρίσι, Τέξας (Βιμ Βέντερς, 1984)

Αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα έναν Χρυσό Φοίνικα, αυτός θα ήταν το "Παρίσι, Τέξας" του Βιμ Βέντερς. Η ταινία (βασισμένη σε διηγήματα του Σαμ Σέπαρντ) ξεκινάει δείχνοντας έναν άνδρα να καταρρέει, μετά από περιήγηση στην έρημο. Δεν μιλάει, δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Σύντομα θα αρχίσουμε να μαθαίνουμε αποσπασματικά κομμάτια της προηγούμενης ζωής του, την ώρα που μερικές επαναλαμβανόμενες (σχεδόν απειλητικές) νότες -η μοναδική κιθάρα του Ράι Κούντερ- συνοδεύουν την προσπάθειά του να ορίσει το παρελθόν του και να αποφασίσει για το μέλλον του. Χρησιμοποιώντας έντονα χρώματα (δεν έχεις δει πιο υπέροχα πράσινα, κόκκινα και γαλάζια), ένα σχεδόν συμβολικό τίτλο -το Παρίσι που δεν θα γίνει ποτέ ευρωπαϊκό, αλλά θα παραμείνει χαμένο κάπου στο... Τέξας- ο Βιμ Βέντερς, με τη βοήθεια του πρωταγωνιστή του Χάρι Ντιν Στάντον, φτιάχνει ένα γουέστερν, όπου δεν σκοτώνουν τα όπλα, αλλά τα συναισθήματα. Και καθώς η ώρα περνά, αυτά που δεν γνωρίζουμε, βγαίνουν αργά στην επιφάνεια και οδηγούν σε ένα μελαγχολικό κρεσέντο, μια συγκλονιστική σκηνή πίσω από ένα τζάμι, όπου τα πρόσωπα των δύο πρώην εραστών (πόσο όμορφη μπορεί να είναι η Ναστάζια Κίνσκι σε αυτή την ταινία;) γίνονται ένα. Και ύστερα πάλι δύο. Για να σηματοδοτήσουν έτσι όλα όσα τους ενώνουν. Αλλά και όσα τους χωρίζουν.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Μαθήματα Πιάνου (Τζέιν Κάμπιον, 1993)

Μία ταινία πανέμορφα ερωτική, γεμάτη μουσική αλλά και με την πιο ηχηρή σιωπή της ίδιας της της πρωταγωνίστριας. Η Χόλι Χάντερ υποδύεται τη μουγκή Σκοτσέζα που θα ταξιδέψει μέχρι τη Νέα Ζηλανδία προκειμένου να παντρευτεί. Ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει είναι με νοήματα που μεταφράζει η μικρή κόρη της, και μέσα από τη μουσική. Ο μελλοντικός σύντροφός της, Σαμ Νηλ, θα αδιαφορήσει για το πιάνο της κι εκείνη θα στραφεί στον Χάρβει Καϊτέλ. Εκείνος θα εισχωρήσει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, που ευθύς εξαρχής φαίνεται να αγνοεί τους όποιους κανόνες κοινής υποχώρησης και ευτυχούς συνύπαρξης, και φέρνοντας της το πιάνο που είχε εγκαταλειφθεί στην παραλία θα πυροδοτήσει μία σειρά σκηνών άκρως αισθησιακών και ερωτικών. Θα της ζητήσει να τον διδάξει μουσική, μα το παράφορο πάθος γρήγορα θα τους τυφλώσει. Ο ντροπιασμένος σύζυγος θα επιμείνει στην απόφασή του για τυφλή εκδίκηση, χωρίς όμως να ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια του. Η αγάπη, το πάθος, ο έρωτας, η απόρριψη και η αποδοχή βρίσκουν το βήμα που τους αρμόζει μέσα από τον κινηματογραφικό φακό της Τζέιν Κάμπιον, η οποία και δικαίως θα βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών το 1993.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Pulp Fiction (Κουέντιν Ταραντίνο, 1994)

Πού μπορεί να οδηγηθεί ένας γκάνγκστερ όταν ανακαλύπτει το νόημα που κρύβεται στο λόγο του Θεού; Ποια κατάληξη μπορεί να έχει για έναν εκτελεστή δολοφόνο ο διαγωνισμός χορού με παρτενέρ τη σύζυγο του μεγάλου αφεντικού; Τελικά, μπορείς να διατηρήσεις και την αξιοπρέπεια σου και να γίνεις πλούσιος; Και τέλος, τι είναι πιο επικίνδυνο, να ληστεύεις κάβες κατά την διάρκεια της βάρδιας αλλοδαπών υπαλλήλων ή να ληστεύεις καφετέριες όταν δεν έχεις ιδέα ποιος μπορεί να απολαμβάνει ήσυχα το πρωινό του, ανάμεσα στους συνηθισμένους, άκακους, πελάτες-θύματα; Αν αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που σας απασχολούσαν από πάντα αλλά ποτέ δεν τολμήσατε να τα εκφράσετε μεγαλόφωνα, δεν έχετε παρά να δείτε το "Pulp Fiction" και να είστε σίγουροι ότι ο Τζον Τραβόλτα, o Σάμιουελ Τζάκσον, ο Μπρους Γουίλις, η Ούμα Θέρμαν και πολλοί άλλοι, δεν θα σας αφήσουν καμία αναπάντητη απορία. Το δεύτερο, στη σειρά, φιλμ του Κουέντιν Ταραντίνο που το 1994 απέσπασε στο φεστιβάλ των Καννών τον Χρυσό Φοίνικα, είναι μια σπονδυλωτή ροκ ιστορία, γνήσιο προϊόν της πρόσμιξης πολλών παλιότερων και πιο σύγχρονων κινηματογραφικών ειδών. Καυστικοί διάλογοι, πρωτότυπο μαύρο χιούμορ, δυνατές ερμηνείες και η ανατρεπτική διασκευή ενός κλασσικού έθνικ λαϊκού κομματιού, είναι μερικά μόνο από τα επιπλέον στοιχεία, που μετέτρεψαν το "Pulp Fiction" σε ένα από τα αξιολογότερα δείγματα του νέου ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά.
ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Underground (Εμίρ Κουστουρίτσα, 1995)

Η ιδιόμορφη κοινότητα που αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος και ζει εκεί για πέντε περίπου δεκαετίες θα καταφέρει να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα το 1995. Ένα αντιπολεμικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στο σουρεαλισμό, το συμβολισμό, τη ρεαλιστική ευαισθησία, χωρίς να αποκλείει το γέλιο ή το κλάμα. Η ιστορία μιας χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, που αργά και σταθερά κατασπαράσσεται είτε από τις δυνάμεις που την πολιορκούν είτε από τις δυνάμεις που την εποικούν. Άνθρωποι με αξίες ή και χωρίς που όμως δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ή να τους μισήσεις καθώς είναι απόλυτα γήινοι και αληθινοί, είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας. Από τις πιο ποιητικές σκηνές, αυτές οι εξαίσιες του υπόγειου γάμου, που αναπνέουν νοσταλγία και ρομαντισμό, αισθήματα που καταφέρνουν να επιβιώσουν ακόμα και μέσα σε μία σιδερένια, κρύα κάνη ενός χειροποίητου τανκ. Η μουσική του Μπρέγκοβιτς και η σκηνοθετική ιδιοφυία του Κουστουρίτσα κατάφεραν να δώσουν μια ταινία, που αγγίζει τα όρια της ύπαρξής μας είτε αυτή μυρίζει βαλκάνια είτε όχι.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Μυστικά και Ψέματα (Μάικ Λι, 1996)

Καθημερινοί άνθρωποι, ρεαλιστικές οικογενειακές καταστάσεις, απλό, απέριττο και ανθρωποκεντρικό σινεμά από τον μεγάλο βρετανό Μάικ Λι. Σενάριο που στα χέρια του μέσου σύγχρονου Γάλλου σκηνοθέτη θα κατέληγε ένα μίζερο οικογενειακό δραματάκι με πολύ στόμφο και ελάχιστο ενδιαφέρον, απογειώνεται σε ένα σπαρακτικό και εκρηκτικό δράμα χαρακτήρων στο οποίο αναγνωρίζεις τον εαυτό σου ή τουλάχιστον τον διπλανό σου μέσα από τις συγκλονιστικές ερμηνείες του Τίμοθι Σπολ, της Μπρέντα Μπλέθιν και των άλλων πρωταγωνιστών που αναμετρώνται με την για χρόνια κρυμμένη αλήθεια, κάτω από το βλέμμα ενός σκηνοθέτη που δεν σκοπεύει στη διδαχή και τον παραδειγματισμό και στέκεται σαν παρατηρητής, όχι επιστημονικού πειράματος αλλά ανθρώπινων διεργασιών, σχέσεων και συναισθημάτων. Η καλύτερη και σημαντικότερη στάση της φιλμογραφίας του Λι, απέσπασε 3 βραβεία στις Κάννες, 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία της Μπλέθιν και καμιά 20αριά ακόμα βραβεία σε Φεστιβάλ ανά τον κόσμο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1998)

Ο Αλέξανδρος (Μπρούνο Γκανζ) έχει μία ακόμη μέρα ζωής εκτός των νοσοκομειακών τοίχων, όπου θα τον καταδικάσουν πιθανώς και στον θάνατο. Συμβολικά, μία ακόμη μέρα ελευθερίας, σαν κι αυτή που υμνήθηκε από τον συνάδελφό του Ποιητή, Διονύσιο Σολωμό. Ακολουθώντας τα χνάρια του, θα περιπλανηθεί στον τόπο και στις αναμνήσεις του και θα αγοράσει λέξεις επιθυμώντας να εκφράσει τα συναισθήματά του, καθώς αγγίζει απαλά το τέρμα της ζωής. Το χαρτί όμως θα μένει σταθερά και παγερά λευκό αποδεικνύοντας είτε την αδυναμία της περιγραφής είτε την ατοπία της έκφρασης μιας τέτοιας στιγμής. Με παρέα του ένα παιδί των φαναριών από την Αλβανία (Αχιλλέας Σκεύης) θα κάνει μία κατάδυση στην περασμένη προσωπική του ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε ιστορία ανθρώπου χωρίς σύνορα κι έθνη. Η μορφή της νεκρής συζύγου του Άννας (Ιζαμπέλ Ρενώ) επιμένει να βρίσκεται στο επίκεντρο των αναπολήσεών του, αντιπροσωπεύοντας το φως και την ομορφιά που εκείνος επέλεξε να απαρνηθεί, προκειμένου να υπηρετήσει σώμα και ψυχή την τέχνη του. Μία ταινία με πανέμορφα πλάνα, υπέροχες σκηνές. Είναι μία ταινία ανθρώπινη, ερωτική, ποιητική που σε παρασύρει αβίαστα μέσα στα στενά όρια μιας άγνωστης σε σένα ζωής που αν και διαρκεί μόνο μία μέρα, τα βήματά της αγγίζουν την αιωνιότητα.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Χορεύοντας στο Σκοτάδι (Λαρς Φον Τρίερ, 2000)

Αν και δεν αποτελεί την καλύτερη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ, είναι ίσως η πιο συγκινητική του. Τουλάχιστον για μένα, που όταν την πρωτοείδα έριξα ποταμούς δακρύων για την ιστορία μιας τυφλής μάνας που η σπάνια ασθένειά της απειλεί να τυφλώσει και τον γιο της. Εκείνη ξεκινά μια «σταυροφορία» για να βρει λεφτά να τον σώσει, μα στην πορεία έρχεται αντιμέτωπη με πλήθος δυσκολιών και «κακών». Και όλα αυτά σε μιούζικαλ. Με την Μπιορκ. Μπορεί να ακούγεται αστείο. Και όμως. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι που μετατρέπουν την ταινία σε ένα larger-than-life μελόδραμα που «ντύνεται» μοναδικά με τη χαρακτηριστική φωνή της Ισλανδής τραγουδίστριας. Ίσως είναι η περσόνα της (και το ταλέντο του Δανού σκηνοθέτη) που μετατρέπουν ένα είδος «σαπουνόπερας» σε μια πραγματικά σπουδαία και σπαρακτική ταινία. Κάποιοι θα φύγουν πριν από το προτελευταίο τραγούδι, όπως λέει η Σέλμα σε μια σκηνή. Κάποιοι άλλοι -εγώ ανάμεσά τους- θα μείνουν και θα ακούν ξανά και ξανά το «I’ ve seen it all», έχοντας παραμάσχαλα την κούτα με τα χαρτομάντιλα.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Το Δωμάτιο του Γιου μου (Νάνι Μορέτι, 2001)

Υπάρχουν ταινίες που τις αγαπάς γιατί σου λένε πράγματα μέσα σου. Υπάρχουν κι άλλες που τις αγαπάς γιατί σου ψιθύρισαν κάποιο μυστικό. Και υπάρχουν μερικές που αγαπάς μια και τις αγάπησαν άνθρωποι που εσύ αγάπησες πολύ. Μια τέτοια περίπτωση είναι, για μένα, "Το Δωμάτιο του Γιου μου". Μπέρδεμα; Πάντα με τις συναισθηματικές καταστάσεις. Και από συναίσθημα έχει μπόλικο η ταινία του Νάνι Μορέτι που αφηγείται μια ιστορία απώλειας και μνήμης. Όλη η γκάμα των συναισθημάτων που ακολουθεί τον χαμό ενός αγαπημένου προσώπου παρελαύνουν επί σκηνής, καθώς ένας Ιταλός ψυχίατρος παλεύει να αποδεχτεί τον θάνατο του γιου του. Τρυφερή και ανθρώπινη, η ταινία ασχολείται με τις λεπτές αποχρώσεις αυτού του δύσκολου ζητήματος. Πρέπει κανείς να μένει προσκολλημένος ή χρειάζεται και να μπορεί να προχωράει μπροστά, παρά τις δυσκολίες; Είναι το δίλημμα στο οποίο καλείται να απαντήσει η ταινία -και ο θεατής. Η βράβευση του φιλμ με τον Χρυσό Φοίνικα συνάντησε την έντονη αντίδραση -ακόμα και περιφρόνηση- πολλών κριτικών που την κατηγόρησαν για υπερβολικό (ίσως και για φτηνό) συναισθηματισμό. Αλλά είπαμε. Το "Δωμάτιο του Γιου μου" είναι ζήτημα καρδιάς. Όχι λογικής.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Ο Πιανίστας (Ρομάν Πολάνσκι, 2002)

Βασισμένη στο βιβλίο του Πολωνό-Εβραίου πιανίστα Βλαντισλάβ Σπίλμαν, η ταινία του Ρομάν Πολάνσκι εξιστορεί την οδύσσεια ενός νεαρού μουσικού κατά την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Από την ανελέητη καταδίωξη, μέχρι τον οριστικό και απόλυτο μηδενισμό της ανθρώπινης αξίας και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός και μόνο ανθρώπου που κατάφερε να επιβιώσει όντας ζωντανός σε μια πόλη φάντασμα που κατοικείται μόνο από εφιάλτες. Ο Πολάνσκι, μάρτυρας και ο ίδιος των γεγονότων που μας αφηγείται, πετυχαίνει να μεταφέρει το κλίμα της εποχής χωρίς ανούσιες προσθήκες περιττών συναισθηματικών σχολίων, τα οποία -έτσι κι αλλιώς σε περιπτώσεις που πλέον μοναδική μέριμνα αποτελεί η ίδια η επιβίωση- μοιάζουν το λιγότερο ψεύτικα. Αντικειμενικός, δεν παραλείπει να τονίσει τα κακώς κείμενα πολλών Εβραίων και στον αντίποδα τη χείρα βοηθείας που μπορεί να έρθει από την πιο απρόσμενη πηγή. Ιδανική είναι και η αξιοποίηση του χρόνου έτσι όπως τον διαχειρίστηκε ο σκηνοθέτης, ισορροπώντας σε ένα μέσο ρυθμό που δεν αφήνει τον θεατή να βαρεθεί, αλλά παράλληλα του επιτρέπει να επεξεργαστεί τα γεγονότα δίνοντας τους την απαιτούμενη προσοχή. Τέλος, άξιος πολλών επαίνων είναι ο Άντριεν Μπρόντυ που με την λιτή του ερμηνεία κατάφερε να αποχρωματίσει τον προσωπικό χαρακτήρα του δράματος, προσδίδοντας τις πραγματικές του διαστάσεις.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Η Λευκή Κορδέλα (Μίκαελ Χάνεκε, 2009)

Πίσω από την κάθε κλειστή πόρτα της μικρής γερμανικής κωμόπολης, παίζεται ένα διαφορετικό δράμα που συναγωνίζεται σε βαναυσότητα το διπλανό του. Τα σαθρά θεμέλια που υψώνονται, συγκροτώντας σε δυσθεόρατα ύψη τους τρεις στυλοβάτες του χωριού - τον παπά, τον γιατρό και τον βαρόνο - ακροπατούν πάνω σε λεπτές κλωστές που η μια μετά την άλλη σαπίζουν, επιτρέποντας στο αποτρόπαιο πρόσωπο της βίας να στιγματίσει με τον πιο αμετάκλητο τρόπο το μέλλον της παραμικρής ελπίδας, πριν ακόμα προλάβει να βγει στο φως. Ένα μουντό σκηνικό περιστοιχισμένο από γόνιμη γη, με πρωταγωνιστές που τόσο ειρωνικά τρέμουν ντροπιασμένοι μπροστά στην έκφραση οποιουδήποτε ενστίκτου. Τίποτα δεν είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να κλονίσει την εξουσιαστική υποταγή που ασκούν πάνω στους κατοίκους τα φοβισμένα ηθικά διδάγματα και οι στείρες νουθεσίες του παρελθόντος. Η τυφλή κοινωνία παραμένει κρυμμένη στο σκοτάδι ακόμα και όταν βλέπει να θυσιάζονται ένα - ένα τα ίδια της τα παιδιά. Μια σειρά από μυστηριώδη εγκλήματα μιμητικού χαρακτήρα, είναι η πληρωμή που επεφύλασσε η μοίρα σε εκείνους τους πρώτους τιμωρούς.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (16-5-11).