31 Μαΐ 2011

Νίκος Νικολαΐδης, Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου

Μάγκα,

δάκρυ κύλησε,
γλυκόπικρο βράδυ Σεπτεμβρίου
πάνω στην παραλλαγή,
[…]

Ξέρεις, ακούω κάποιες νύχτες τις μελωδίες του Χατζηνάσιου από τη "Γλυκιά Συμμορία" και την "Πρωινή Περίπολο" του Νικολαΐδη, και «νοσταλγώ το ασύλληπτο» καταπώς λέει ο ποιητής Χρίστος Κρεμνιώτης. Καθότι τον Νίκο Νικολαΐδη δεν τον αγιοποίησες μετά θάνατο, αλλά από τα πριν όταν ήταν αντισυμβατικός και πλακατζής, αντιδραστικός και καταφερτζής, αντιεξουσιαστής και μαγκάκος ολκής με το σύστημα στο οποίο δούλευε (κινηματογράφος, διαφήμιση, τηλεόραση).

[…]
και η μελωδία του Χατζηνάσιου
το καψιμί βρώμικο
φτηνό το ουίσκι
στα κρυφά

μα οι αλήτες σου
πιστολιές βαρούσαν
στο κατεστημένο
[…]

Τον Νικολαΐδη ακόμη κι αν δεν τον ήξερες, παρά μόνο διάβαζες τα γραπτά του και έβλεπες τις ταινίες του, έπαιρνες αμέσως μαθήματα ζωής. Ξέρεις τώρα, τι δεν πρέπει να γίνεις, που θα σου άρεσε να έχεις μπλέξει, αλλά και ποια είναι η ευτυχία σου η αληθινή κι όχι η ψεύτικη, αυτή που θες κι όχι εκείνη που σου σερβίρουν, κατά πόσο είσαι μάγκας του εαυτού σου, της ζωής σου, κι όχι του αφέντη σου, ποιο είναι το κορίτσι που θες, ο φίλος που γουστάρεις, και οι πλάκες που σε παρασέρνουν σε μια διαφορετική, άλλη ουτοπία.

[…]
βλέπεις,
η καταραμένη η κρατική
έπαιζε το μελωδικό σου βαλς
[…]

Το σπάραγμα της Ευριδίκης που δεν αντέχει στον αποκλεισμό της, η νοσταλγική φυγή προς το άγνωστο πάλι όλων των κουρελιών (που στα σίγουρα δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά, ολοκληρώθηκε βλέπεις η ματαιότητα τους), η πλέον συγκινητική αντικρατική πράξη τέλους στην ιστορία του ελληνικού σινεμά από μια συμμορία ρεμαλιών του περιθωρίου με κώδικα τιμής όμως, το αναμενόμενο τέλος ενός ιδιότυπου ζευγαριού που «πίστευε στη θάλασσα» ενώ η πρωινή περίπολος το καταδίωκε, οι καρδιές που πάλλονταν με τους λεσβιασμούς που έπονταν, το σέξι κορίτσι με τις βαλίτσες που αναστατώνει την καλοκαιρινή Αθήνα που βράζει, οι σύγχρονες femmes fatales που φιμώνουν μια για πάντα τον βουβό άντρα μπρος στην πισίνα, ο μοναχικός ροκάς που σκοτεινιάζει τους δρόμους της Αθήνας, οι στειρωμένες γυναίκες που φυλακίζονται στο σημείο μηδέν.

[…]
επαγγελματία αντιεξουσιαστή
με τον Φατούρο για σένα
στο σπίτι της Παπαδιαμάντη
μιλούσαμε
[…]

Τον Νίκο Νικολαΐδη τον αγαπάμε στο SevenArt, μια και χορταίνουμε με τις ταινίες του, με τον τρόπο που έζησε και, εντέλει, είναι εκείνος που μας μεγάλωσε, τη γενιά μας ολόκληρη, μες στα σινεμά, στις ταινιοθήκες, στις λέσχες και στα πανεπιστήμια τον αναζητήσαμε, τον μυρίσαμε, τον νιώσαμε, τον ακούσαμε, τον λατρέψαμε.

[…]
πήρες το στριφτό
κι έφυγες.*

Γιατί νομίζω ότι το πράγμα χάλασε, ξέρεις πότε; Όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora. Άκου πτώμα να μαθαίνεις…

*Είναι το ποίημα «Λοστ», και γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2007 στο καψιμί, στη διάρκεια βάρδιας, την επόμενη του θανάτου του Νικολαΐδη, όταν η ΕΡΤ έπαιζε τη "Γλυκιά συμμορία". Δυο μέρες πριν, σε σπίτι γνωστού συγγραφέα, αναλύαμε το έργο του Νικολαΐδη με μουσικούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς και καλλιτέχνες της παρέας. Θα συμπεριληφθεί στη συλλογή «Εξαιρέσεις», που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 2012. Κι όλα αυτά, ενώ ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με πήρανε φαντάρο…

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr


Νίκος Νικολαΐδης, Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου

Ευρυδίκη ΒΑ 2037 (1975)

Μια γυναίκα αποφασίζει να αφήσει το παλιό της σπίτι, μα η εταιρεία που έχει καλέσει για να την βοηθήσει να μεταφέρει τα υπάρχοντα της την στήνει. Η Ευρυδίκη το γνωρίζει πώς όσο περισσότερο μένει εκεί τόσο πιο δύσκολο θα είναι να φύγει. Το τηλέφωνο χτυπάει, κάποιος από την άλλη γραμμή την πληροφορεί ότι υπήρξαν εραστές. Η Ευρυδίκη αδυνατεί να τον θυμηθεί, από την στιγμή που μπήκε στο σπίτι δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα από το παρελθόν της. Ένας ταχυδρόμος της φέρνει κάθε μήνα ένα καινούργιο γράμμα. Εκείνη αρνείται να παραλάβει το τελευταίο. Αυτά που περιέχει -ίσως οδηγίες- δεν απευθύνονται πια σε αυτή αλλά στο νέο κάτοικο του σπιτιού. Εν τω μεταξύ, η μεταφορική δεν έρχεται, οι υπάλληλοι μάλλον υπακούνε στις διαταγές κάποιου ανώτερου, κάποιου που θέλει να κρατήσει την Ευρυδίκη χωρίς μνήμη. Οι επισκέπτες που κατά καιρούς έρχονται να τη δουν δεν την βοηθούν, αντιθέτως οι πιο πολλοί από αυτούς ή την τρομάζουν ή την μπερδεύουν περισσότερο. Την επόμενη μέρα το πρωί θα προσπαθήσει ξανά να επικοινωνήσει με την μεταφορική, θα δώσει τον κωδικό της και θα περιμένει… προηγούνται άλλοι. Κι έτσι η Ευρυδίκη θα πρέπει να συνεχίσει να καλεί μέχρι να πάρει την άδεια να αφήσει το σπίτι…

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα (1979)

Με τη δεύτερη ταινία του, "Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα", ο Νίκος Νικολαΐδης ξεδιπλώνει το όραμά του για τον κινηματογράφο. Κι αν σκηνοθετικά είχε ήδη ορίσει τις βασικές του «θέσεις» με την "Ευρυδίκη ΒΑ 2037", στα "Κουρέλια" διατυπώνει τον θεματολογικό καμβά του και επικεντρώνεται σε σημεία που αργότερα θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του και θα τον ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη κινηματογραφική παραγωγή. Σεναριακά η ταινία είναι διαποτισμένη από έναν παράξενο και σε σημεία της άκρως αυτοκαταστροφικό αγώνα ενάντια στη λήθη. Ένας αγώνας που φέρνει στο φως πολλές από τις ιστορίες μιας παρέας που «μεγαλούργησε» στην Αθήνα της δεκαετίας του '50 και του '60. Παρέα που πλέον έχει φτάσει τα σαράντα και στην επανασύνδεση της θέλει να επιστρέψει σ' ένα παρελθόν που μοιάζει ολότελα χαμένο. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ταινίας, οι Άλκης Παναγιωτίδης, Κωνσταντίνος Τζούμας και Χρήστος Βαλαβανίδης επιβεβαιώνουν πως ο Νικολαΐδης είχε το απαραίτητο ένστικτο για την επιλογή των κατάλληλων ηθοποιών. Μια ταινία που ενώ έχει συγκεκριμένο χωροχρόνο κάνει δυνατή την αφαίρεση και εμπλέκει το θεατή στην ανοίκεια ιστορία. Μια ιστορία που παρά τις ακρότητες στις συμπεριφορές των ηρώων της διαθέτει ένα πολύ ιδιαίτερο νοσταλγικό συναίσθημα που μπορεί να συγκινήσει όσους ένιωσαν έστω και για μια στιγμή κομμάτι μιας παρέας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Γλυκιά Συμμορία (1983)

Μια παρέα τεσσάρων φίλων επιδίδεται σε σειρά παράνομων πράξεων, μέχρι που οι ενέργειες τους τραβούν την προσοχή της αστυνομίας και τους θέτει υπό αυστηρή παρακολούθηση. Η Σοφία, η Μαρίνα, ο Αργύρης και ο Αντρέας υπακούν στους δικούς τους ιδιόγραφους νόμους, δημιουργούν μια κοινή μοίρα και ζουν ακροβατώντας ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση. Δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια τους με έναν τρόπο που κρύβει κάτι από απόγνωση, λες και αναζητούν αυτό το σημάδι που θα τους χαρίσει ξανά την πίστη τους στη ζωή. Περιθωριακοί, ρομαντικοί, έως και αθώοι, οι αυτοεξόριστοι ήρωες του Νικολαΐδη αρνούνται να υπηρετήσουν ένα πεπρωμένο με ύποπτες καταβολές, αντ’ αυτού προτιμούν να θυσιαστούν παραμένοντας πιστοί στην αλήθεια τους. Ο ξανθός άντρας που περιμένει υπομονετικά έξω από το καταφύγιο της συμμορίας είναι ο ίδιος ο θάνατος που κάποιοι τον εξαγόρασαν μετατρέποντας τον σε διώκτη. Εντέλει, τι είναι άραγε πιο βρώμικο, αυτό που γίνεται από αυτόβουλη επιλογή ή αυτό που επιβάλλεται ως αναγκαστική συμπεριφορά; Ένα ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ με διάχυτα χιουμοριστικά στοιχεία. Θεωρείται ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και τιμήθηκε τόσο από τους κριτικούς, όσο και από το κοινό που χάρισε στον αντισυμβατικό Νίκο Νικολαΐδη μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Πρωινή Περίπολος (1987)

Καμιά φορά όταν με πιάνει η ψυχή μου μπρος στα δύσκολα, σκέφτομαι ότι πρέπει να πιστέψω στη θάλασσα. Γιατί είχε δίκιο ο μπαγάσας ο Νικολαΐδης. Μες σε αυτό τον κατεστραμμένο κόσμο, μόνο η θάλασσα και μόνο αυτή, πίστεψε με, σε κάνει να νιώθεις διαφορετικά, υπέροχα, σου δίνει μια αύρα αλλοτινή. Εξακολουθώ και πιστεύω, σχεδόν μια δεκαετία από την πρώτη φορά που είδα την "Πρωινή περίπολο", ότι είναι η πιο αντιπροσωπευτική ταινία του Νικολαΐδη. Βασικά, είναι η καλύτερη του. Καθότι αυτή η απόκοσμη ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας που βαδίζουν στα επικίνδυνα, σκοτεινά, υγρά σοκάκια μιας ερειπωμένης πόλης, με τελικό προορισμό τα δυτικά, τη θάλασσα, είναι η πλέον συγκινητική, μάταιη περιπλάνηση στο προδιαγεγραμμένο τέλος, το προσδοκώμενο εντέλει τίποτα. Η πόλη είναι διαλυμένη, οι κάτοικοι της έχουν εξαφανιστεί ή σκοτωθεί. Οι παρακρατικοί έχουν επικρατήσει και η πρωινή περίπολος σπέρνει το θάνατο. Μόνο η τηλεόραση και ο κινηματογράφος παίζουν, κι αυτά αποκλειστικά τα κλασικά νουάρ του 1950 με τον Τζέιμς Μέισον και τον Χάμφρει Μπόγκαρτ. Κάθε πιστολιά στο έργο είναι και μια στην πραγματικότητα. Κάθε που χτυπάει το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος ήρωας σηκώνει το ακουστικό και μιλάει. Η γυναίκα, που την ερμηνεύει εξαιρετικά η Μισέλ Βάλει στην καλύτερη στιγμή της καριέρας της, έρχεται από το «κάπου» για να διασχίσει το χάος και να καταλήξει στο «κάπου». Σπασμένες επικοινωνίες, ο απόλυτος όνειδος. Ο άντρας, αν και εγκλωβισμένος στην πρωινή περίπολο, ακούει την καρδιά του, νιώθει την ψυχή του, και μπρος στο φυσικό τέλος του, σώζει την γυναίκα, την οδηγεί στην ελπίδα. Αυτός ψυχορραγεί, εκείνη υποφέρει. Ο Τάκης Σπυριδάκης είναι λες και έχει βγει από έναν άλλο φιλμικό κόσμο. Η φωτογραφία του Κατσουρίδη, η μουσική του Χατζηνάσιου, οι ερμηνείες των ηθοποιών, συνθέτουν μια κινηματογραφική ιστορία που σου σκοτεινιάζει ό,τι πιο μύχιο έχεις μέσα στην ψυχή σου. Γιατί αυτό που βλέπεις υπάρχει, το βιώνεις.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Singapore Sling (1990)

Για το "Singapore Sling" μπορούμε να πούμε πως είναι μια από τις ελληνικές ταινίες που ξεφεύγει από τα δεδομένα της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής. Γι' αυτό κι όταν βγήκε έδωσε την αφορμή σε πολλούς να μιλήσουν για την κόπρο του Νικολαΐδη και σε άλλους για ένα γκροτέσκο αριστούργημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νουάρ ιστορία που παίρνει gore διαστάσεις και οικοδομεί ένα σαδομαζοχιστικό σύμπαν. Στην πλοκή της ένας ντετέκτιβ ψάχνει διακαώς μια γυναίκα που τα ίχνη της τον έχουν οδηγήσει σε μια βίλα. Το μυστήριο υποχωρεί γρήγορα και δίνει τη θέση του σε μια ατμόσφαιρα που δανείζεται πολλά στοιχεία της από τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Zορζ Μπατάιγ ή για να μιλήσουμε και στην κινηματογραφική γλώσσα από σκηνοθέτες όπως ο Παζολίνι. Ο ντετέκτιβ πιάνεται όμηρος από τη μάνα και την κόρη της που μένουν στη βίλα και ο επικείμενος θάνατος του κρατά σε αγωνία τον θεατή στη διάρκεια της ιστορίας. Πρωτότυπες σκηνές βίας, αρκετό σεξ και άπειρες διαστροφές κατακλύζουν το λευκό πανί για αρκετή ώρα. Στο "Singapore Sling" ο Νικολαΐδης κινηματογραφεί μια ιστορία φρίκης με τρόπο τέτοιο σα να θέλει να μας αφήσει μια γλυκύτητα παρόμοια με αυτήν του κοκτέιλ Singapore Sling.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Κορίτσι με τις Βαλίτσες (1993)

Κι όμως, ο Νικολαΐδης γύρισε μια γλυκιά κομεντί για την τηλεόραση, που είναι και δύσκολο να τη βρεις μια και ο ίδιος τη θεωρούσε το μεγαλύτερο λάθος του. Βλέπεις, κι αυτός πίστευε αφελώς ότι θα μπορούσε να αλλάξει την ελληνική ιδιωτική τηλεόραση, που ήταν στο ξεκίνημα της κάπως τότε, αλλά δεν τα κατάφερε. Γύρισε, λοιπόν, την αμήχανη ιστορία του 30άρη Μιχάλη και της άγνωστης Αμερικανίδας Πατρίτσια που προσπαθούν να βρουν έναν κώδικα επικοινωνίας, κι εντέλει ένα μέσο ερωτικής χημείας, στην Αθήνα του κατακαλόκαιρου, των 40 και βαθμών κελσίου. Στο δροσερό διαμέρισμα του ξαδέρφου του πρώτου, ο ντροπαλός φοιτητής και η εκρηκτική Αμερικανίδα βιώνουν ποικίλες ειρωνικές και κωμικές καταστάσεις. Όπως ο φοιτητής του, έτσι κι ο Νικολαΐδης ήταν αρκούντως αμήχανος σε αυτή την τηλεταινία. Ίσως, εντέλει, να μην ήθελε από την αρχή να την κάνει και να «πιέστηκε». Ο Λάκης Λαζόπουλος και η Μέρεντιθ Χέρολντ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ν’ ακούν κλασικές μουσικές, και να σιωπούν. Έτσι και τη βρεις, κάτσε να τη δεις, έχει το γούστο της, και στην εποχή της σημείωσε υψηλή ακροαματικότητα. Για χρόνια θαμμένη από τον Νικολαΐδη, την είχα δει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια του αφιερώματος στον ίδιο μετά το θάνατο του.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Θα σε δω στην Κόλαση Αγάπη μου (1999)

Τρεις νέοι σ' ένα σπίτι. Η Βέρα (η Φραουλίτσα) δεν αισθάνεται πολύ καλά, το στομάχι της ανακατεύεται και της φέρνει εμετό. Η Έλσα, επίσης δεν είναι στα καλύτερά της, νιώθει προδομένη κι ότι κάποιος την παρακολουθεί. Ο άντρας όμως πρέπει να αισθάνεται χειρότερα κι απ' τις δύο. Είναι με τα ρούχα στην πισίνα (ποιος ξέρει από πότε;) και κοιτάζει τον πάτο της. Δύσκολες οι ερωτικές σχέσεις... Υγρασία που τρυπάει το κόκαλο, βαθύ εσωτερικό κι εξωτερικό σκοτάδι, ατμόσφαιρα μυστηρίου. Τρεις νεκροζώντανοι που δίνουν ένα τελευταίο ραντεβού στην Κόλαση για την τελική μάχη, μια μάχη εφιαλτική, στον αρρωστημένο και εν πολλοίς ακατανόητο (το κλειδί βρίσκεται στην τελική σκηνή) κόσμο που έστησε ο Νικολαΐδης και που θα είναι αμείλικτη, μέχρι τελικής πτώσης. Εγκλεισμός, βασανιστήρια, σαδομαζοχισμός. Ένα σιωπηλό πτώμα που επιπλέει στην πισίνα πριν αρχίσει να περιφέρεται στον κήπο και στο σπίτι. Δυο θηλυκά που συνωμοτούν, θυμούνται και χορεύουν έναν άγριο χορό. Εντυπωσιακή φωτογραφία, μοντάζ, σκηνοθεσία. Η αντιμετώπισή της από την πλειοψηφία των κριτικών, με κάνει να απορώ: είμαι τόσο άρρωστος ή η "Κόλαση" ήταν τόσο μπροστά απ' την εποχή της;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα (2002)

«Μη δίνεις σημασία... Ο μικρός θα σηκωθεί και θα πάει μόνος του στον τάφο του. Ξέρει αυτός... Έπειτα πού θα πας... θα πλακώσουν οι μπάτσοι και οι ανακρίσεις. Πάμε να φύγουμε ‘Ελσα, αυτό ήθελε κι ο μικρός. Όχι πια εδώ!». Η τριλογία που άνοιξε με τα "Κουρέλια" και συνεχίστηκε με τη "Συμμορία" κλείνει εντυπωσιακά 23 χρόνια μετά με τον "Χαμένο". Η συντροφικότητα, οι αντιεξουσιαστικές και αντικομφορμιστικές ιδέες που αναπτύσσονται στο περιθώριο της "τακτοποιημένης" κοινωνίας μας και που πρέπει να παταχθούν (με μπάτσους ή ναρκωτικά), είναι κι εδώ κυρίαρχες. Ο 40άρης ήρωας, ο χαμένος, ο περιθωριακός, βγάζει τη γλώσσα του στο σύστημα, σπάει πλάκα μαζί του κι όλη η παρέα, η συμμορία αν προτιμάς, ακολουθεί στο δρόμο για... "όχι πια εδώ". Γιατί εδώ, "άκουσα ότι τα πράγματα θ' αλλάξουνε προς το καλό αλλά μέχρι τότε θα μ' έχουν βρει νεκρό". Μια περιπέτεια είναι η ζωή, οι νύχτες μας είναι επικίνδυνες κι οι μπάτσοι μας έχουν στη μπούκα. Κι εσύ "το ξέρεις πως είναι κερδισμένος τελικά όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα", "το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά· ο χαμένος τα παίρνει όλα"...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

The Zero Years (2005)

"Εδώ κάτω που κατέβηκες θα ξεχάσεις το Θεό σου. Ο Θεός είμαι εγώ κι αυτό, κατάλαβες σκουλήκι"; Η τελευταία ταινία του Νικολαΐδη, δυο χρόνια πριν το θάνατό του, συμπυκνώνει όλη την απαισιοδοξία του, την απελπισία, την οργή. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Ο έρωτας έχει γίνει βρώμικος, ελέγχεται ασφυκτικά, επιβάλλεται και επιβλέπεται από μια αόρατη εξουσία. Η αναπαραγωγή διεκπεραιώνεται σε ένα άθλιο υπόγειο. Το έξω είναι ίδιο με το μέσα. Ζοφερό. Χωρίς σκοπό, χωρίς διέξοδο. "Ο κινηματογράφος δεν μ' ενδιαφέρει πια. Με κούρασε και θέλω να κάνω άλλα πράγματα" δηλώνει. Ο ολοκληρωτισμός στο "Zero Years" δεν αφήνει περιθώριο για γλυκές συμμορίες και κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα. Ο χαμένος υπέστη λοβοτομή. Οι εξουσιαζόμενοι αισθάνονται παραδομένοι. Η μούχλα και η καταχνιά έχει μπει μέσα τους, ενοχλούνται όταν αντιλαμβάνονται ότι ούτε για να τους παρακολουθήσουν δεν ενδιαφέρονται πια οι εξουσιαστές. Αφήνονται ελεύθεροι γιατί είναι ακρωτηριασμένοι, ακίνδυνοι. Η καταστολή έχει επιτευχθεί. Έφτασαν τα χρόνια του μηδέν. Το χθες έχει πεθάνει και το αύριο είναι αδιάφορο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (27-5-11).