9 Ιουν 2011

Ταινίες 9ης Ιουνίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, με το μπλοκμπάστερ των "X-Men" να ξεχωρίζει, χωρίς να το αξίζει. Καθώς και τέσσερις επανεκδόσεις, κάτι που δείχνει ότι έχεις μπει για τα καλά στη θερινή σεζόν. Ταινία της εβδομάδας είναι το "X-Men: Η πρώτη γενιά", το πρίκουελ της γνωστής ιστορίας των μεταλλαγμένων. Ευτυχώς, δεν θα κουραστείς από τα… κουραστικά εφέ, μια και είναι μετρημένα, θα απορήσεις όμως με την κούφια και κλισεδιάρικη πλοκή που διαθέτει. Στο "From Prada to Nada" θα δεις κατακρεουργημένη τη "Λογική και ευαισθησία" της Τζέιν Ώστην, από χολιγουντιανούς που παριστάνουν και τους μεξικανούς. Από μακριά κι αγαπημένοι να λες. Για το "Χορό των αποφοίτων" της Disney δε σου γράφω γιατί ντρίμπλαρε τους δημοσιογράφους η εταιρεία διανομής του. Κάτι θα ξέρει φαίνεται. Στην πρώτη επανέκδοση, το σπάνιο "Γιο-γιο" του Πιερ Ετέξ, γαλλικής παραγωγής του 1965, είναι ένα ανάλαφρο και χαριτωμένο μιούζικαλ, που εμένα με ενθουσίασε αν και με προβλημάτισε για την πρωτοτυπία του, εσένα όμως μπορεί και να σε συνεπάρει έτσι και αφεθείς. Για το θρυλικό "Εάν…" του Λίντσει Άντερσον, εγγλέζικης παραγωγή του 1968, σου είχα γράψει προσφάτως στο αφιέρωμα «Οι Χρυσοί Φοίνικες που αγαπάμε». Πρόκειται για μια εκπληκτική ταινία, που θα σου γράψει ακόμη δυο λόγια ο Πετιμεζάς. Στο -επίσης- περιλάλητο "Πάρτι" του Μπλέικ Έντουαρντς, αμερικανικής παραγωγής του 1968, θα ξεκαρδιστείς στα γέλια με τα απίστευτα και διαχρονικά γκαγκ του Πήτερ Σέλερς. Και πάλι ο Πετιμεζάς αναλαμβάνει δράση για σένα. Ενώ -για μάντεψε- ο Πετιμεζάς ξανά μανά, σου γράφει για μια εκ των καλύτερων ταινιών του ελληνικού σινεμά. Η "Συνοικία το Όνειρο" του Αλέκου Αλεξανδράκη, αυτό το αυθεντικό νεορεαλιστικό δείγμα του ντόπιου κινηματογράφου, που λογοκρίθηκε και κυνηγήθηκε, προβάλλεται αποκαταστημένο 50 χρόνια από την πρεμιέρα του.

X-Men: Η πρώτη γενιά (5/10)

Όταν τελείωσε αυτό το πέμπτο επεισόδιο "X-Men" (από το 2000), που είναι και πρίκουελ μια και πιάνει την άκρη του νήματος για το πώς ξεκίνησαν όλα, ήμουν ικανοποιημένος που δεν μπούκωσα στα οπτικά εφέ, ήμουν όμως και προβληματισμένος γι’ αυτό που είδα. Καθότι, και σωστά ο Μάθιου Βον που ξέρεις από το απρόσμενα καλό "Kick-ass", δεν αναλώθηκε στις εφετζίδικες φούσκες για να σε εντυπωσιάσει, απ’ την άλλη μεριά βέβαια έμεινε στην επιφάνεια των χαρακτήρων του (και της ιστορίας κατ’ επέκταση) αναπαράγοντας κλισεδιάρικα και χιλιοειπωμένα θέματα. Εβραίοι, ναζί, στρατόπεδα συγκέντρωσης, ψυχρός πόλεμος, κομμουνισμός, CIA, όλα υπό το πρίσμα του καλού και του κακού μεταλλαγμένου, δεν μου κίνησαν καθόλου το ενδιαφέρον. Βλέπεις, όλα τα παραπάνω τα ‘χεις δει και τα ‘χεις ξαναδεί αλλάζοντας απλώς το περιτύλιγμα. Βέβαια, τόσο ο ΜακΑβόι όσο και ο Φασμπέντερ κάνουν το καλύτερο δυνατό που μπορούν, και η σκηνοθεσία του Βον αν και υποτυπώδης, δεν προσβάλει εντέλει. Όλο το περιεχόμενο όμως, είναι τόσο κούφιο και άτσαλα αδιάφορο.

From Prada to Nada (2/10)

Δεν έχω να σου γράψω και πολλά γι’ αυτό το έγκλημα στην Τζέιν Ώστην, η οποία ευτυχώς που δεν έχει τη «δυνατότητα» να δει τη "Λογική και ευαισθησία" της να γίνεται χίλια κομμάτια. Εντάξει, για ελεύθερη μεταφορά πρόκειται, χολιγουντιανής προέλευσης, και μεξικανικής ανάμειξης. Η οποία και διηγείται την «περιπέτεια» δυο χαριτωμένων αδελφών που χάνουν τα πλούτη τους με το χαμό του πατέρα τους, και βρίσκονται στον τόπο καταγωγής τους, στο nada δηλαδή, χωρίς τα prada τους παρολαυτά. Δηλαδή, χαριτωμένη κομεντί με όλα τα κλισέ που ξέρεις έφτιαξαν ένα μάτσο ουρανοκατέβατοι χολιγουντιανοί, με σκοπό προφανώς την κοριτσίστικη διασκέδαση. Ξανά μανά τα ίδια, όπως καταλαβαίνεις. Πλην των δυο κοριτσιών, που είναι χάρμα οφθαλμών, δεν έχεις να δεις τίποτε που θα σε συγκινήσει.

Εάν... (9/10)

Μπορεί να θεωρηθεί και η ταινία που σηκώνει την επαναστατική παντιέρα απέναντι σε κάθε μορφής κατεστημένο, όπως και σε κάθε λογής εξουσιαστικό παράλογο. Ο Λίντσει Άντερσον, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής Βρετανίας, χτυπάει τα χρηστά ήθη της πατρίδας του: τα βάζει με το κράτος, το στρατό, την εκκλησία, τη σάπια οικογένεια και κυρίως την τρύπια παιδεία. Έτσι, χτίζει μια αλληγορική ταινία, γεμάτη συμβολισμούς. Σε ένα δημόσιο σχολείο στη Βρετανία, που ζουν εσωτερικοί οι μαθητές του, ο τρόπος εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τα παιδιά είναι καθ’ όλα βάρβαρος και ακατανόητος: οι ιεραρχίες του, ο τρόπος διδασκαλίας του, και η εν γένει στάση του, έχουν να κάνουν περισσότερο με στρατό παρά με σχολείο. Μέσα από τα διαδοχικά κεφάλαια στα οποία έχει χωρίσει την ταινία του ο Άντερσον, βλέπουμε το λεπτομερές μωσαϊκό του παραλογισμού ενός συστήματος εκπαίδευσης, την αλόγιστη βία που χρησιμοποιεί, την αντίδραση των πιο ανήσυχων πνευμάτων του και την, εντέλει, αιματηρή εξέγερση τους. Η τελευταία σκηνή, από τις πλέον χαρακτηριστικές του κινηματογράφου, είναι μια αντιεξουσιαστική, αντικαθεστωτική, αντιδραστική πράξη εκδίκησης σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και πλέον μόνο βρωμίζει. Ο Άντερσον σύστησε στο κοινό τη νοσηρή φάτσα του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, την οποία αργότερα εξέλιξε ο Κιούμπρικ ("Κουρδιστό πορτοκάλι"), κι απογείωσε ο Τίντο Μπρας ("Καλιγούλας"). Στην ταινία αυτή εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, ο εκ των σημαντικότερων, αυτή τη στιγμή, σκηνοθετών στη Βρετανία Στέφεν Φρήαρς.

Γιο-γιο (7/10)

Ο πολύ ιδιαίτερος και κάπως υποτιμημένος Πιερ Ετέξ, ο οποίος πρόσφατα έχει παίξει στις τελευταίες ταινίες του Ιοσελιάνι ("Chantrapas") και του Καουρισμάκι ("Le Havre"), με το "Γιο-γιο" έκανε τη δική του επανάσταση τη δεκαετία του 1960. Συνδυάζοντας κάτι από Μπάστερ Κήτον και Τσάρλι Τσάπλην, ενώ και τα αδέρφια Μάρξ δεν λείπουν από το ρεπερτόριο του, με τις απαραίτητες φελινικές αναφορές του, ο Ετέξ μπορεί να μην έκανε πρωτότυπο σινεμά, στα σίγουρα όμως διασκέδαζε και (κάπως) προβλημάτιζε. Δε νομίζω ότι οι ταινίες του, όπως και το "Γιο-γιο", είναι αριστουργήματα. Είναι όμως σίγουρα άρτιες φιλμικές κατασκευές, που σε συνεπαίρνουν και σε στιγμές σε συγκινούν. Στην περίπτωση του "Γιο-γιο" μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος της ταινίας που τιμά το βωβό σινεμά είναι τόσο τέλειο ώστε το θαυμάζεις αρχικά και ύστερα το καταδιασκεδάζεις. Στη συνέχεια βέβαια, ο Ετέξ κάνει το καυστικό του σχόλιο στην κοινωνία του θεάματος, πιάνοντας το νήμα από το τσίρκο (είναι εδώ που φαίνεται ο Φελίνι μέσα του). Μπερδεύει συναισθήματα, κάνει κοινωνιολογικές αναφορές, και επιχειρεί μια επαναπροσέγγιση των δεδομένων που υπάρχουν στις ανθρώπινες σχέσεις. Πάντα στο επίκεντρο του είναι η αγάπη, και αυτή υπηρετεί μέχρι το τέλος. Εν γένει, το "Γιο-γιο" είναι ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό διάλειμμα. Η υπέροχη μουσική του, το έξυπνο σενάριο του (από την άψογη συνεργασία Ετέξ-Καριέρ), και κυρίως η ιντριγκαδόρικη σκηνοθεσία του θα σε παρασύρουν έτσι και αφεθείς.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (9-6-11).