4 Ιουν 2011

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η Φωτογραφία (1986) του Νίκου Παπατάκη

Απ’ τη "Φωτογραφία" του Νίκου Παπατάκη, αυτό το αριστούργημα του αλληγορικού κινηματογράφου με το σκληρό ανθρώπινο σχόλιο για τον ξεριζωμό, τη μοναξιά και την ψευδαίσθηση του μετανάστη, μπορείς και να κρατήσεις τη φράση: «Έτσι και σε αυτό τον τόπο υπάρχουν τέτοιοι Χριστιανοί (σαν τον Αντώνη τον Δούκα) τότε να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε από εδώ μια ώρα αρχύτερα». Στην τονίζω αυτή την κουβέντα του Άρη του Ρέτσου, που την είπε στη μητέρα του στην Καστοριά πριν αναζητήσει την «τύχη» του στο Παρίσι κι ενώ είχε συναντήσει έναν «καλό, καθαρό, σεβαστό και με υπόληψη Χριστιανό και Έλληνα» (εξαιρετικός σε αυτόν το σύντομο ρόλο του ο Χρήστος Βαλαβανίδης), μια και συνοψίζει όλη τη νεοελληνική πραγματικότητα που βιώνεις στο πετσί σου και κάπως άτσαλα αυτή την εποχή. Βλέπεις, από τέτοιους «Χριστιανούς» την πατήσαμε… Σε αυτή την ιστορία του αιρετικού, όπως αποκαλέστηκε, Παπατάκη, βρίσκεσαι στα πρώτα χρόνια της χούντας, στον τόπο των γουναράδων, την Καστοριά. Εκεί ο νεαρός Ηλίας, πρόσφατα απολυθείς από το στρατό όπου πέρασε δύσκολα και δεινοπάθησε ως γιος κομμουνιστή (χαρακτηριστική η κουβέντα: -«μα γιατί στα κάνανε όλα αυτά, αφού ο πατέρας σου ήταν κομμουνιστής όχι εσύ;» -«αυτό λέω κι εγώ, κι ας μην έχω ιδέα τι είναι καν αυτός ο κομμουνισμός»), τα βρίσκει σκούρα από τους συμ-«πατριώτες» του όντας και στιγματισμένος. Με τα πολλά, αποφασίζει να πάει στο Παρίσι για μια καλύτερη τύχη. Κι εκεί όμως, σκούρα τα βρίσκει μια και η ελληνική κοινότητα έχει πάρει το «μήνυμα» από την πατρίδα για το «τομάρι» του. Τότε, ένας μονόχνωτος και μισάνθρωπος γουναράς, και μακρινός συγγενής του επίσης, τον βάζει στο σπίτι του και τη δουλειά του με «αντάλλαγμα» να παντρευτεί την αδερφή του. Η επινοημένη, κατά τα άλλα, αδερφή γίνεται το εφαλτήριο τόσο του Ηλία όσο και του γουναρά. Και οι δυο κυνηγούν τις χίμαιρες τους. Ο ένας για να αρπάξει την ευκαιρία μιας καλύτερης ζωής στηριζόμενος σε ένα ψέμα της στιγμής (με αφορμή την περίφημη φωτογραφία). Κι ο δεύτερος για να νοικοκυρευτεί, να γίνει «άνθρωπος» επιτέλους, παίρνοντας ένα κορίτσι από τον τόπο του, χωρίς καν να το έχει δει, να το έχει ζήσει, να το έχει νιώσει. Τόσο η καρικατούρικη ερμηνεία του Ρέτσου, όσο και η επιτηδευμένη αφέλεια του Τσάγκα, συντείνουν στην οδυνηρή κατάληξη. Μια ολόκληρη ιστορία-ψέμα δεν μπορεί παρά να διαθέτει το αποτρόπαιο, το μοιραίο. Άλλωστε, σε όλη τη διάρκεια της περιπλάνησης, από την Καστοριά στο Παρίσι και τούμπαλιν, παρακολουθείς μια αρχαία τραγωδία στην οποία η υποβλητική μουσική του Χάλαρη δίνει το τέμπο της καθόδου προς την κόλαση. Ταυτόχρονα, ο ξενιτεμένος Παπατάκης κάνει και το προσωπικό του σχόλιο για την «οδύσσεια» των ξεριζωμένων, όλων αυτών δηλαδή των Ελλήνων που έκαναν ανεδαφικά όνειρα, έδωσαν κούφιες υποσχέσεις, και χτίσανε μια ζωή πάνω σε σαθρά θεμέλια. Σύμφωνα με την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, πρόκειται για μια εκ των 5 καλύτερων ελληνικών ταινιών όλων των εποχών.