21 Ιουλ 2011

Ταινίες 21ης Ιουλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες δυο ταινίες, που είναι αμφότερες χολιγουντιανές, ενώ τρεις επανεκδόσεις επικρατούν στο θερινό πρόγραμμα. Ταινία της εβδομάδας μπορεί να θεωρηθεί η νέα κωμωδία του Σεθ Γκόρντον "Αφεντικά για σκότωμα". Θα γελάσεις με την ψυχή σου, ειδικώς με τις καρικατούρες τα αφεντικά, που τα ερμηνεύουν τρεις γνωστοί ηθοποιοί του Χόλιγουντ (Σπέισι, Άνιστον, Φάρελ). Μην περιμένεις βέβαια καμιά ιστορία με βάθος. Στην ταινία "Ο άλλος μου εαυτός", θα παρακολουθήσεις ένα ακόμη one man show του κατά τα άλλα διαλυμένου Μελ Γκίμπσον. Και δεν θα παρακολουθήσεις τη σκηνοθεσία της Τζόντι Φόστερ, μια και είναι ανύπαρκτη. Στα "400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ, την ταινία ορόσημο της Nouvelle Vague, θα δεις μια ανεπανάληπτη, και κλασική ταινία για μεγάλους και παιδιά, καθώς λένε οι κριτικοί, που άφησε εποχή. Την κριτική σου γράφει ο Πετιμεζάς. Κριτικό σημείωμα του υπογράφοντα φέρουν οι πολύχρωμες και τραγουδιστές "Ομπρέλες του Χερβούργου", του υποτιμημένου Ζακ Ντεμί, μια και η ταινία αυτή έχει πάρει Χρυσό Φοίνικα, θεωρείται κλασική, και είχε συμπεριληφθεί στο σχετικό αφιέρωμα του SevenArt για το Φεστιβάλ των Καννών. Τελευταία επανέκδοση, για την οποία σου γράφει ο Πετιμεζάς, είναι η ιταλική κωμωδία "Μοντέρνα Τέρατα", που έχουν γυρίσει τα «ιερά… τέρατα» της ιταλικής κωμωδίας Ντίνο Ρίζι, Μάριο Μονιτσέλι και Ετόρε Σκόλα. Σπονδυλωτή ταινία, που είχε φτάσει μέχρι τα Όσκαρ, και αποτελεί συνέχεια των "Τεράτων" (1963) του Ρίζι.

Αφεντικά για σκότωμα (6/10)

Εντέλει έχει πλάκα αυτή η ταινία του Σεθ Γκόρντον, ο οποίος δεν με είχε απογοητεύσει ούτε και στα "Χριστούγεννα στα τέσσερα". Μπορεί να μη γυρίζει ταινίες περιωπής και ποιότητας, παρολαυτά ξέρει να σε διασκεδάζει, να κοντρολάρει σωστά τους ηθοποιούς του, και να σκηνοθετεί έξυπνα ένα όχι και τόσο «έξυπνο» σενάριο. Καταρχάς, θα σου αρέσουν οι χαρακτήρες στο σύνολο τους. Όλοι τους, έχουν χτιστεί ένας κι ένας, και βγάζουν χαρακτήρες με τους οποίους θα γελάσεις. Πέρα από τους τρεις φίλους που βιώνουν και το «δράμα» τους, στα σίγουρα ξεχωρίζουν τα αφεντικά. Η νυμφομανής Τζένιφερ Άνιστον, ο κοκάκιας Κόλιν Φάρελ, και ο εγωίσταρος Κέβιν Σπέισι, δίνουν τον κωμικό τους εαυτό, και είναι τα καλύτερα σημεία της ταινίας. Κι η πλοκή, όμως, σε πηγαίνει συνεχώς στην πλάκα που σπας όσο προχωράει. Ακόμη και η παρουσία του Τζέιμι Φοξ είναι τόσο αστεία, που δεν κρατιέσαι. Εν γένει, έχει χιούμορ αυτή η ταινία. Δεν είναι έξυπνο, αλλά ούτε και χοντροκομμένο όπως σε έχουν συνηθίσει οι χολιγουντιανοί. Στα σίγουρα μην περιμένεις μια ιστορία με βάθος, κι άλλα παρόμοια τινά. Το σενάριο είναι μονοεπίπεδο, και ο στόχος είναι η διασκέδαση σου. Κι αυτό το καταφέρνουν οι συντελεστές, χωρίς να σε προσβάλλουν.

Ο άλλος μου εαυτός (4/10)

Το μοναδικό στοιχείο που σώζει κάπως αυτή την κομεντί της Τζόντι Φόστερ, είναι ο κατά τα άλλα «καμένος» Μελ Γκίμπσον. Με το προσωπικό του δράμα να τον υπερβαίνει, και το άτσαλο της συμπεριφοράς του να τον κυριεύει, στο συγκεκριμένο ρόλο του καταθλιπτικού συζύγου/ πατέρα/ εργοδότη δίνει όλο του τον εαυτό, μπας και σωθεί κι εξιλεωθεί κι ο ίδιος. Επειδή όμως δεν κάνω κοινωνικό κουτσομπολιό, αλλά κινηματογραφική κριτική, έχω να σου πω ότι ο Γκίμπσον είναι μια πραγματική απόλαυση και δίνει ό,τι μπορεί και έχει προκειμένου να υποστηρίξει ένα «τίποτα». Καθότι και η ιστορία (και το σενάριο κατ’ επέκταση) είναι και φλύαρη και παντελώς αδιάφορη. Αυτή η ψευτοφιλοσοφία ζωής, και το απάγκιο στο αρκουδάκι (τελικά όχι και τόσο έξυπνο), δεν με συγκίνησαν καθόλου. Δεν τα βρήκα χαριτωμένα, αλλά αντιθέτως με κούρασαν και με έκαναν να βαρεθώ. Η δε σκηνοθεσία της Τζόντι Φόστερ είναι ανύπαρκτη. Μόνο το όνομα μετράει εντέλει, και η υπογραφή της, γιατί κατά τα άλλα δεν έχει να σου επιδείξει και τίποτα το ζηλευτό, ούτε το αξιοσημείωτο. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έτσι και έχεις όρεξη τρέξε ν’ απολαύσεις ένα ακόμη one man show ενός, κάποτε, σπουδαίου ηθοποιού. Μόνο αυτό αξίζει. Κι εκεί τελειώνει η ιστορία.

Οι ομπρέλες του Χερβούργου (7/10)

Κι όμως, εσύ που με διαβάζεις, μην απορήσεις. Το ξέρεις ότι βγάζω φλύκταινες με τα μιούζικαλ, δεν τα αντέχω τα ρημάδια με τίποτα. Είναι, όμως, μερικά που τα παραδέχομαι, τους βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. Όπως αυτό του Ζακ Ντεμί, ο οποίος όπως και στη "Λόλα" και στις "Δεσποινίδες του Ροσεφόρ", αποδεικνύεται άψογος τεχνίτης της εικόνας, που μέσα από τα αρχέτυπα (οι ιστορίες του είναι απλές) εξάγει το πιο ουσιώδες, το πλέον τρυφερό κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Το ίδιο και στις "Ομπρέλες του Χερβούργου", το πολύχρωμο μιούζικαλ στο οποίο μιλάνε μόνο τραγουδιστά επί 90 λεπτά, με τα θεαματικά πλάνα και τις εικονοκλαστικές εξτραβαγκάντσες, όπου η 17χρονη Ζενεβιέβ ερωτεύεται τον 20χρονο Γκάι σε μια σχέση χωρίς μέλλον. Ο τελευταίος πηγαίνει στον πόλεμο της Αλγερίας, η Ζενεβιέβ έχει στην κοιλιά της το παιδί του, κι ως μικροαστή που είναι θα την κάνει τη σύμβασή της για να εξασφαλίσει την «καλή ζωή». Το πιο μύχιο μυστικό ενός ατελέσφορου έρωτα γίνεται ύμνος στα χέρια του Ντεμί. Η εξαιρετική μουσική του Μισέλ Λεγκράν και η υπέροχη ερμηνεία της Κατρίν Ντενέβ συμπληρώνουν το μωσαϊκό ενός αγαπησιάρικου μιούζικαλ. Η ταινία προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και βραβεία Γκράμμι.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (21-7-11).