19 Ιουλ 2011

Άλφρεντ Χίτσκοκ: Σινεμά, Λογοτεχνία, Θέατρο, Σινεμά

Από τον Νέστορα Πουλάκο

Αυτές τις ημέρες, που τα θερινά σινεμά γεμίζουν με κλασικές ταινίες του παλιού κινηματογράφου, ήρθε στο προσκήνιο και πάλι ο μετρ της σκηνοθεσίας Άλφρεντ Χίτσκοκ ("Το κυνήγι του κλέφτη", "Σκότωσα για την τιμή μου"). Και στο δικό μου το μυαλό, άρχιζε και πάλι να τραμπαλίζεται η σχέση του Βρετανού δημιουργού με το λογοτεχνικό και θεατρικό κείμενο. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η πλειοψηφία των ταινιών του Χίτσκοκ (που φτάνουν κατά προσέγγιση τις 54, σε 50 γεμάτα χρόνια κινηματογραφικής καριέρας) βασίστηκε σε κείμενα συγγραφέων (κι όχι πρωτότυπα σενάρια), ένα φαινόμενο που ήταν έντονο και πολύ διαδεδομένο στο βρετανικό και χολιγουντιανό σινεμά της εποχής εκείνης. Η ταχύτητα της παραγωγής των ταινιών βλέπεις, ευνοούσε αυτή την προτίμηση των δημιουργών. Πριν βυθιστείς στην (παρακάτω) προσέγγιση των κινηματογραφικών σεναρίων του Χίτσκοκ, ρίξε και μια ματιά στο πορτρέτο που του έχει φιλοτεχνήσει η Ανίσσα, λίαν προσφάτως.

Εισαγωγή

Άλφρεντ Χίτσκοκ, λοιπόν, ο μετρ της αγωνίας, ο σπουδαίος αυτός κινηματογραφιστής, ο οποίος -κακά τα ψέματα- χάρη στη βαθιά εκτίμηση που του έτρεφε η ομάδα της Nouvelle Vague στις δεκαετίες 1950 και 1960, θεωρείται πλέον ένας κλασσικός σκηνοθέτης με τα έργα του να αποτελούν κανονικό masterclass κινηματογραφίας. Άλλωστε, γνωρίζεις τη μικρή εκτίμηση που είχαν οι κριτικοί και το κοινό της εποχής στο πρόσωπο του Βρετανού σκηνοθέτη, εξαιτίας των σχέσεων του με τα εκάστοτε στούντιο (είτε βρετανικά είτε χολιγουντιανά), την «υποταγή» του στους μεγάλους παραγωγούς, το εύπεπτο και λαϊκό των θεμάτων του, το κλισεδιάρικο στυλ σκηνοθεσίας του κ.ά.

Τουλάχιστον για εσένα, το νέο σινεφίλ του 21ου αιώνα, και με το βάθος του χρόνου να παίζει πάντοτε σημαντικό ρόλο, ο Χίτσκοκ είναι ένας δάσκαλος κινηματογράφου, ο οποίος γύρισε ταινίες που δύσκολα θα ξαναγίνουν. Κι ας μην πήρε κανένα Όσκαρ (παρά τις 6 προτάσεις που είχε), ούτε ένα βραβείο στις Κάννες, απέσπασε όμως 29 διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ και ενώσεις, τη συνείδηση του κοινού και το κυριότερο, την υστεροφημία του.

Η βρετανική περίοδος

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο 22χρονος τότε Άλφρεντ Χίτσκοκ εργάζεται ως σχεδιαστής τίτλων σε κινηματογραφικό στούντιο της Βρετανίας. Έχοντας τελειώσει τις σπουδές του, βαθιά σινεφίλ και με όρεξη για δουλειά, προσπαθεί να αρπάξει την όποια ευκαιρία από τα μαλλιά. Ήδη στα πρώτα αυτά χρόνια διαφαίνεται η επιλογή (συνειδητή ή ασυνείδητη) του Χίτσκοκ στις μεταφορές θεατρικών ή λογοτεχνικών κειμένων στο σινεμά.

Το 1922 η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, το θρίλερ "Νούμερο 13", δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού το στούντιο του ανέστειλε την λειτουργία του. Ένα χρόνο αργότερα, κι ενώ εργάζεται στο στούντιο του παραγωγού Μάικλ Μπάλκον σε διάφορες θέσεις, αναλαμβάνει να ολοκληρώσει την κωμωδία του σκηνοθέτη Χιου Κρόιζ (ο οποίος αρρώστησε) "Always Tell Your Wife", πηγαίνοντας τα καλά. Σημειωτέον, η συγκεκριμένη ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό του Σέϋμουρ Χικς.

Μέχρι το 1929 τοποθετείται η βωβή περίοδος της σκηνοθετικής καριέρας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τότε ήταν που παρουσιάζει το καταπληκτικό "Σκότωσα για την τιμή μου", ταινία βασισμένη στο θεατρικό του Τσαρλς Μπένετ, η οποία βγήκε στις αίθουσες και ως βωβή αλλά και ως ομιλούσα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε προλάβει να δημιουργήσει ένα καλό όνομα στη βρετανική κινηματογραφία, με την παραγωγή 8 ταινιών του βωβού κινηματογράφου.

Στα 1925 αναλαμβάνει την πρώτη του ταινία, τη βρετανό-γερμανική "The Pleasure Garden", βασισμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα Όλιβερ Σάντις. Το δραματικό "The Mountain Eagle" (1926), μια ακόμη συμπαραγωγή με γερμανικό στούντιο, που βασίστηκε στη μικρού μήκους ιστορία του Τσαρλς Λάπγουορθ, για να φτάσεις στο 1927 και την τριπλή κινηματογραφική του παραγωγή: η διασημότερη βωβή ταινία του Χίτσκοκ, το θρίλερ τρόμου και αγωνίας "Ο ενοικιαστής", στο οποίο διακρίνεται και η σκηνοθετική αριστοτεχνία του, βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βρετανίδας συγγραφέως Μαρί Μπελόκ Λόουντς -μάλιστα κυκλοφόρησε νέα εκδοχή του το 2009, με τον Άλφρεντ Μολίνα-. Την ίδια χρονιά, σε σενάριο του ίδιου του Χίτσκοκ βγαίνει μια πρώιμη ταινία μποξ, "Το Ρινγκ", και λίγο αργότερα μες στο χρόνο το δραματικό "Downhill", που βασίστηκε στο πετυχημένο εισπρακτικά θεατρικό έργο της εποχής των Κονστάνς Κόλιέ και Ίβορ Νοβέλο. Το 1928 που είναι η τελευταία (ουσιαστικά) χρονιά των βωβών ταινιών του Χίτσκοκ, βγήκαν στις αίθουσες ακόμη τρεις ταινίες του σκηνοθέτη: η ρομεντί "Easy Virtue" που βασίστηκε στο θεατρικό του Νόελ Κόουαρντ, η κωμωδία "The Farmer’s Wife" στο θεατρικό του Έντεν Φίλποτς, και η επίσης κωμωδία "Champagne" στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Γουόλτερ Μάικροφτ.

Η μεγάλη επιτυχία του "Σκότωσα για την τιμή μου" άρεσε στους παραγωγούς και τα στούντιο, με αποτέλεσμα ο Χίτσκοκ να παράγει κάθε χρόνο όλο και πιο πολλές και ενδιαφέρουσες ταινίες, επικεντρώνοντας κυρίως σε θέματα αστυνομικά, τρόμου και μυστηρίου. Είχε βέβαια και τις δραματικές και κωμικές εκλάμψεις του. Την ίδια χρονιά με το "Σκότωσα για την τιμή μου", ο Χίτσκοκ μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Χωλ Κέιν, "The Manxman". Το 1930, παρόλο που καταπιάστηκε με την ταινία (τη συ-σκηνοθέτησε) "Elstree Calling" και τη μικρού μήκους "An Elastic Affair", παρουσίασε το δράμα "Juno And The Paycock", ένα θεατρικό του Σην Ο’ Κέσευ, και τη "Δολοφονία", ένα θρίλερ μυστηρίου βασισμένο στο βιβλίο "Enter Sir John" των Κλέμενς Νταν και Έλεν Σίμπσον. Μάλιστα ακολούθησε και γερμανικό ριμέικ της ταινίας, το "Mary" του 1931. Τη χρονιά εκείνη, ο Χίτσκοκ πέρα από το ριμέικ αυτό, ασχολήθηκε και με τη μεταφορά του θεατρικού "The Skin Game", μια ταινία που άρεσε, αλλά και του κωμικού "Περιπέτειες νεόπλουτων", βασισμένος σε βιβλίο του Ντέιλ Κόλινς.

Λίγο πριν μπει στην παραγωγή ταινιών κατασκοπίας και μυστηρίου άμεσα συνυφασμένων με τον επικείμενο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια πατριωτική πολιτική των βρετανικών στούντιο που αποδέχτηκε ο Χίτσκοκ, όπως αργότερα έκανε και με τους Αμερικανούς παραγωγούς την πενταετία του πολέμου, έδωσε το αξιόλογο θρίλερ "Νούμερο 17" (1932), που βασίστηκε σε θεατρικό του Τζόζεφ Τζέφερσον Φέρεον. Όπως επίσης και μια ταινία μυθοπλασίας για τον συνθέτη κλασσικής μουσικής Γιόχαν Στράους, το "Waltzes From Vienna" του 1934, που στηρίχτηκε στο θεατρικό του Αυστριακού Χάινς Ράιχρτ και του Βρετανού Γκάι Μπόλτον, καθώς και στο μιούζικαλ "The Great Waltz" του Αυστριακού Ερνστ Μαρίσκα. Μια ταινία για την οποία δεν είναι και πολύ περήφανος, όπως είχε πει σε συνέντευξή του στον Τρυφώ ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Την ίδια χρονιά ο Χίτσκοκ ξεκινάει να γυρίζει ταινίες «πολέμου». Πρώτη είναι η πασίγνωστη πλέον "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά", μια ιστορία του Τσαρλς Μπένετ και του Ντ. Μπ. Γουίνταμ-Λιούις, η οποία και οδήγησε στο ιστορικό αμερικάνικο ριμέικ του 1956 με πρωταγωνιστές τον Τζέιμς Στιούαρτ, την Ντόρις Ντέι και τον Μπέρναρντ Μάιλς (και σε Όσκαρ μουσικής επένδυσης). Ένα χρόνο αργότερα -το 1935- ο Χίτσκοκ μεταφέρει με αριστοτεχνικό τρόπο στο σινεμά, το κορυφαίο κατασκοπευτικό μυθιστόρημα του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα Τζων Μπιούκαν "Τα 39 Σκαλοπάτια". Μια έξοχη ταινία. Το 1936 ο Βρετανός σκηνοθέτης γυρίζει δύο ακόμη πολύ δημοφιλή βιβλία, καθαρά προπαγανδιστικά και πολεμικά βέβαια. Ο "Μυστικός πράκτορας", μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του κορυφαίου Άγγλου συγγραφέα Σώμερσετ Μωμ, και το "Σαμποτάζ", μια ταινία αριστούργημα σε ένα βιβλίο αριστούργημα του επίσης κορυφαίου πεζογράφου της αγγλικής λογοτεχνίας Τζόζεφ Κόνραντ.

Η μεταφορά διάσημων βιβλίων της αγγλικής λογοτεχνίας συνεχίστηκε από τον Χίτσκοκ μέχρι που έφυγε για τις Η.Π.Α., με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Το 1937 το αξιολογότατο "Νέος και αθώος", βασίζεται σε βιβλίο της Βρετανίδας συγγραφέως Τζόζεφιν Τέυ. Το 1938 η πολύ καλή "Η κυρία εξαφανίζεται", ήταν μεταφορά νουβέλας της Αγγλίδας συγγραφέως Έθελ Λάινα Ουάιτ. Και τέλος, το 1939, το κορυφαίο -κατά πολλούς- κινηματογραφικό πόνημα του Χίτσκοκ πριν φύγει από τη Βρετανία, το θρυλικό "Η ταβέρνα της Τζαμάικα", βασίστηκε σε μυθιστόρημα της σπουδαίας Βρετανίδας συγγραφέως Δάφνης Ντε Μωριέ, μιας κυρίας της λογοτεχνίας που θα «τροφοδοτήσει» με σπουδαίες ταινίες τον Χίτσκοκ και στις Η.Π.Α..

Η αμερικανική Περίοδος

Και ο σερ Άλφρεντ βρίσκεται στις Η.Π.Α., στις αρχές της πιο ταραχώδους δεκαετίας για την Ευρώπη, αλλά και τον κόσμο γενικότερα. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τις κινηματογραφικές επιτυχίες της τελευταίας πενταετίας στην Αγγλία στις αποσκευές του, ο Χίτσκοκ μεταβαίνει στο Χόλυγουντ, αντιμετωπίζοντας όμως τη δυσπιστία των εκεί παραγωγών, κυρίως όσον αφορά τις ικανότητές του στην ανάληψη υψηλών παραγωγών. Όπως σου είπα άλλωστε, η αναγνώριση στο πρόσωπο του σπουδαίου Άγγλου σκηνοθέτη δεν είχε έρθει ακόμη.

Πάντως, το ξεκίνημα του κάθε άλλο παρά αρνητικό ήταν. Η "Ρεβέκκα" ήταν η έκπληξη του 1940 στην Αμερική, με τον μεγάλο παραγωγό Ντέιβιντ Σέλζνικ να εμπιστεύεται την σκηνοθεσία του Χίτσκοκ, προσφέροντας του τα αστέρια της εποχής Λώρενς Ολιβιέ και Τζόαν Φοντέιν. Και ο ίδιος ο Χίτσκοκ όμως εμπιστεύτηκε, για δεύτερη συνεχόμενη ταινία του, την Αγγλίδα συγγραφέα Δάφνη Ντε Μωριέ, και την πετυχημένη ομώνυμη νουβέλα της, που με τη συνδρομή τριών σεναριογράφων, οδήγησε την ταινία σε δύο Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας & Φωτογραφίας). Την ίδια χρονιά, και μετά την επιτυχία που σου προανέφερα, ο Χίτσκοκ ανέλαβε μια φιλοαμερικανική / φιλοσυμμαχική ταινία, στα πρότυπα των ταινιών που έκανε στην Αγγλία τα τελευταία χρόινια, το κατά τα άλλα πολύ αξιόλογο "Ξένος ανταποκριτής", σε σενάριο του επί χρόνια συνεργάτη του στα βρετανικά στούντιο αλλά και συγγραφέα Τσαρλς Μπένετ.

Την επόμενη χρονιά, ο Χίτσκοκ μεταφέρει στο σινεμά μια απολαυστική ιστορία του οσκαρικού σεναριογράφου Νόρμαν Κράσνα με την Κάρολ Λόμπαρντ και τον Ρόμπερτ Μοντγκόμερυ, κάνοντας την ταινία "Δεν σε θέλω πια". Και λίγους μήνες μετά, γυρίζει το οσκαρικό φιλμ νουάρ που άφησε εποχή, "Υποψίες", με την Τζόαν Φοντέιν και τον Κάρυ Γκραντ, μια μεταφορά της νουβέλας "Before the Fact" του Βρετανού συγγραφέα Άντονυ Μπέρκελευ. Το 1942, ο Χίτσκοκ γύρισε το σχετικά ικανοποιητικό "Οι σαμποτέρ", για το οποίο βασίστηκε στο τρίο των σεναριογράφων Πήτερ Βήρτελ, Τζόαν Χάρισον, Ντόροθι Πάρκερ. Ένα χρόνο αργότερα βγαίνει στις αίθουσες μια ακόμη σημαντική ταινία του μεγάλου δασκάλου του τρόμου, το φιλμ νουάρ μυστηρίου, με θριλερικές προεκτάσεις, "Το χέρι που σκοτώνει", που βασίστηκε σε νουβέλα του Βρετανού σεναριογράφου Γκόρντον ΜακΝτόνελ.

Το 1944 με τον πόλεμο στο πιο κρίσιμο σημείο του, ο Χίτσκοκ αναλώθηκε σε προπαγανδιστικές ταινίες της εποχής. Αρχικά δημιούργησε δυο ταινίες μικρού μήκους, το "Bon Voyage" και το "Aventure Malgache" (στα γαλλικά), και στη συνέχεια τη μεγάλου μήκους "Στον ίσκιο του θανάτου", που βασίστηκε σε νουβέλα του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Τζων Στάινμπεκ. Η ταινία μάλιστα προτάθηκε για 3 Όσκαρ. Με τη λήξη του πολέμου, στην τελευταία πενταετία της δεκαετίας του 1940 δηλαδή, ο Χίτσκοκ στράφηκε σε πιο προσεγμένες καλλιτεχνικές παραγωγές, χωρίς βέβαια να απορρίψει τις χολιγουντιανές επιταγές και τα σπουδαία ονόματα στο κάστ του. Η αρχή έγινε με την ψυχολογική "Νύχτα αγωνίας", με την περίφημη σκηνή του ονείρου φροντισμένη από το Ισπανό σουρεαλιστή καλλιτέχνη Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία βασίστηκε σε επιστημονικά βιβλία ψυχολογίας των Τζων Πάλμερ και Χίλαρυ Τζόρτζ Σάντερς, και με πρωταγωνιστές τους Γκρέγκορυ Πεκ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, απέσπασε Όσκαρ μουσικής. Το μεταπολεμικό δράμα με ολίγη κατασκοπία φυσικά, και με πρωταγωνιστές τους Κάρυ Γκραντ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, "Notorious" (1946) άρεσε στο κοινό της εποχής και προτάθηκε για δύο Όσκαρ. Βασίστηκε στη νουβέλα "The Song of the Dragon" του Αμερικανού Τζον Τέιντορ Φουτ.

Aπό 'κει και ύστερα, η κινηματογραφική καριέρα του Άλφρεντ Χίτσκοκ στις Η.Π.Α. ακολούθησε μια μονίμως ανοδική πορεία για τουλάχιστον είκοσι χρόνια, με ταινίες σπουδαίες και διαχρονικές. Η απόφαση του να παραμείνει στις Πολιτείες μετά τον πόλεμο αποδείχθηκε σωστή. Το 1947 μεταφέρει στην οθόνη το πετυχημένο βιβλίο "Υπόθεση Πάρανταιν", ένα δικαστικό δράμα του Βρετανού συγγραφέα Ρόμπερτ Χίσκενς, με πρωταγωνιστές τον Γκρέγκορυ Πεκ και την Αν Τόντ. Ένα χρόνο αργότερα, ακολούθησε η ταινία μυστηρίου "Θηλιά", ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο σε θεατρικό του Βρετανού συγγραφέα Πάτρικ Χάμιλτον, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ. Η συγκεκριμένη είναι και η πρώτη ταινία -«επιφανειακό» μονοπλάνο στην ιστορία του σινεμά (ο Χίτσκοκ ήδη επιδίδεται σε πειραματισμούς στη μεγάλη οθόνη, γυρίζοντας κατ’ επίφαση ένα πλάνο, διότι στην πραγματικότητα κάνει απλώς και μόνο cut σε σημεία που να μη φαίνεται ότι τελειώνει το φιλμ που χρησιμοποιεί), όπως και η πρώτη έγχρωμη για τον Χίτσκοκ. Παρολαυτά, το δράμα εποχής "Στον αστερισμό του Αιγόκερω" του 1949, που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό των Αμερικανών συγγραφέων Τζων Κόλτον και Μάργκαρετ Λίντεν, δεν ικανοποίησε ιδιαίτερα.

Η δεκαετία του 1950 μπαίνει ιδιαίτερα δυναμικά για τον Χίτσκοκ. Το θρίλερ "Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ" με την Μάρλιν Ντίτριχ και την Τζέιν Γουάιμαν βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Σέλγουιν Τζέπσον, και άρεσε πολύ στο κοινό. Το μυθιστόρημα, όμως, της Πατρίτσια Χάισμιθ "Ο άγνωστος του Εξπρές", το 1951, σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, χάρη και στη σκηνοθετική μαεστρία του ίδιου του Χίτσκοκ, αλλά και στο μεγάλο όνομα της Αμερικανίδας συγγραφέως, με την πρώτη μεταφορά βιβλίου της στον κινηματογράφο. Σημείωσε δε, ότι στο σενάριο συνεργάστηκε ένας ακόμη γνωστός του αστυνομικού μυθιστορήματος, ο πολύς Ρέιμοντ Τσάντλερ. Με ένα χρόνο απουσίας, ο Χίτσκοκ επιστρέφει το 1953 με το πολύ αγαπημένο αστυνομικό θρίλερ "Η εξομολόγηση", που βασίστηκε στο θεατρικό του Πωλ Άνθελμ. Πρωταγωνιστεί ο Μοντγκόμερι Κλιφτ. Το 1954 όμως, το "Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως", με πρωταγωνιστές την Γκρέις Κέλυ, τον Ρέι Μίλαντ, και τον Ρόμπερτ Κάμμινγκς, γνώρισε ανέλπιστη επιτυχία ενώ θεωρείται από τις σπουδαίες δουλειές του Χίτσκοκ. Βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρέντερικ Κνοτ. Την ίδια χρονιά το θρίλερ μυστηρίου "Σιωπηλός μάρτυρας", ένα πολύ έξυπνο φιλμ που προτάθηκε για 4 Όσκαρ, και πρωταγωνιστούσαν και πάλι η Γκρέις Κέλυ, αυτή τη φορά με τον Τζέιμς Στιούαρτ στο πλάι της, βασίστηκε σε νουβέλα του Αμερικανού συγγραφέα Κόρνελ Γούλριτζ. Η συγκεκριμένη ταινία συγκαταλέγεται στις 250 καλύτερες παραγωγές του αμερικάνικου κινηματογράφου.

Ο Αμερικανός συγγραφέας Ντέιβιντ Ντότζ το 1955, παραχωρεί τη νουβέλα του "Το κυνήγι του κλέφτη" στον Χίτσκοκ, προκειμένου ο τελευταίος να κάνει μια στυλάτη ταινία με τον Κάρυ Γκραντ και την Γκρέις Κέλυ, η οποία μάλιστα θα κερδίσει και Όσκαρ. Την ίδια χρονιά η κωμωδία μυστηρίου "Ποιος σκότωσε τον Χάρι", που βασίστηκε σε βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα Τζακ Τρέβορ Στόρυ, και θα ικανοποιήσει το κοινό του Χίτσκοκ, που σιγά-σιγά δημιουργείται. Το 1956, πλην του ριμέικ της αγγλικής ταινίας του "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά" (1934), ο Χίτσκοκ θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το αξιόλογο βιβλίο, ένα φιλμ νουάρ με δραματικές προεκτάσεις, του Αμερικανού συγγραφέα Μάξουελ Άντερσον "13 εγκλήματα ζητούν ένοχο". Η ταινία αυτή με την πανούργα πλοκή, είχε για πρωταγωνιστές τον Χένρυ Φόντα και την Βέρα Μάιλς.

Το 1958, μετά από ένα χρόνο απουσίας, γυρίζεται η περίφημη ταινία "Ο δεσμώτης του ιλίγγου". Ο Χίτσκοκ, έχοντας κερδίσει ήδη την αναγνώριση από το κοινό και τους επαγγελματίες του χώρου, χάρη και στο έργο των Γκοντάρ και Τρυφώ στο πρόσωπο του, καθώς και σε όλη την ομάδα των «Cahiers du Cinema», κάνει ένα υπαρξιακό θρίλερ για τη ζωή και τον θάνατο, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη την παραλλαγή του μυθιστορήματος "Celle Qui N’ Etait Plus" (γνωστό και ως "Οι διαβολογυναίκες" από την κινηματογραφική μεταφορά του δια χειρός Κλουζώ, το 1955) των Γάλλων συγγραφέων Πιερ Μπουλώ και Τόμας Νάρτσεζακ με τίτλο "...d’ Entre Les Morts" που γράφτηκε από τους ίδιους τους συγγραφείς ειδικά για τον Χίτσκοκ! Με πρωταγωνιστές τον Τζέιμς Στιούαρτ και την Κιμ Νόβακ, η ταινία προτάθηκε για δύο Όσκαρ, με τον Χίτσκοκ να μην παίρνει το Όσκαρ. Όπως και ένα χρόνο αργότερα, οπότε το εξαίσιο "Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων", με τους Κάρυ Γκραντ, Τζέιμς Μέισον και Εύα Μαρί Σαίντ, προτάθηκε για τρία Όσκαρ, έχοντας την απαράμιλλη σκηνοθεσία του σερ Άλφρεντ. Η ταινία βασίστηκε σε σενάριο του Έρνεστ Λίμαν.

Και το 1960 βγαίνει η εμπορικότερη, και κατά πολλούς η καλύτερη, ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Σίγουρα, πάντως, θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες θρίλερ του παγκόσμιου σινεά. Το "Ψυχώ" βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Ρόμπερτ Μπλοκ, είχε για πρωταγωνιστές τους Άντονυ Πέρκινς, Βέρα Μάιλς και την Τζάνετ Λι, με τα τέσσερα Όσκαρ να προτείνονται αλλά ποτέ να μην φτάνουν στα χέρια του «Χίτς». Την επόμενη χρονιά ολοκληρώνεται και το διάσημο τηλεοπτικό σώου του "Alfred Hitchcock Presents", που ήταν στον αέρα από το 1955 μέχρι το 1961, με τον διάσημο δημιουργό να σκηνοθετεί τα 17 επεισόδια από τα συνολικά 268 (στα υπόλοιπα παρουσίαζε δουλειές ανθρώπων που εκτιμούσε και επέλεγε ο ίδιος), μεταφέροντας ιστορίες διαφόρων συγγραφέων όπως των Χάρολντ Σουάντον, Ρόαλντ Νταλ, Α.Ε. Μέισον κ.ά. Μάλιστα την επόμενη χρόνια ξεκίνησε το δεύτερο τηλεοπτικό σώου της καριέρας του "The Alfred Hitchcock Hour", που προβλήθηκε από το 1962 μέχρι το 1965 σε 98 επεισόδια συνολικά (όπου περιλαμβάνονται δουλειές άλλων σκηνοθετών), με πολλές λογοτεχνικές ιστορίες να μεταφέρονται και να περνούν μπροστά στα μάτια του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού.

Η δεκαετία του 1960 σηματοδοτεί για τον Χίτσκοκ ακόμη τέσσερις ταινίες που άφησαν το στίγμα του: η επιτυχία της ταινίας "Τα πουλιά" απογειώνει τη σκηνοθετική του εμμονή στα θρίλερ, μεταφέροντας την ομώνυμη ιστορία της αγαπημένης του φίλης και Βρετανίδας συγγραφέως Δάφνης Ντε Μωριέ. Το "Marnie" του 1964, που βασίστηκε σε μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Γουΐνστον Γκράχαμ, έχοντας για πρωταγωνιστές τον Σων Κόνερυ και την Τίπι Χέντερν, άρεσε πολύ στο κοινό. Ο Πωλ Νιούμαν και η Τζούλι Άντριους πρωταγωνίστησαν στο "Σκισμένο παραπέτασμα" του 1966, ένα θρίλερ μυστηρίου με όχι και τόσο ικανοποιητικά εμπορικά αποτελέσματα. Βασίστηκε μάλιστα, στο σενάριο του βρετανού συγγραφέα Μπράιαν Μουρ. Τέλος, το 1969, ο Χίτσκοκ μετέφερε στο σινεμά το ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού συγγραφέα Λέουν Ούρις, με τον τίτλο "Topaz", και με εμφανή τα σημάδια της καλλιτεχνικής του γήρανσης.

Η δεκαετία του 1970 ήταν για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ο χρόνος ξεκούρασης και δικαίωσης, που απολάμβανε ως ο κορυφαίος σκηνοθέτης της εποχής εκείνης. Έτσι κι αλλιώς, οι δύο τελευταίες του ταινίες, δεν ήταν παρά το επιστέγασμα μιας λαμπρής καριέρας 54 ταινιών, βασισμένων κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τους στη λογοτεχνία και το θέατρο. Το 1972, ο «Χιτς» επιστρέφει στην Αγγλία, έπειτα από 32 χρόνια, γυρίζοντας το θρίλερ "Φρενίτιδα", το οποίο βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Άρθουρ Λα Μπερν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ολοκληρώνει την καριέρα του στις Η.Π.Α., με το "Στη σκιά του τρόμου", μια κομεντί με προεκτάσεις τρόμου, η οποία και βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Βρετανού συγγραφέα Βίκτορ Κάννινγκ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις, λίγο πριν αφήσει για πάντα αυτό τον κόσμο ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης, στις 29 Απριλίου του 1980.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (15-7-11).