22 Ιουλ 2011

Summer Time

Του Νέστορα Πουλάκου
poulakos@sevenart.gr


Summer Time, Vol 1

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, στην πρώτη καλοκαιρινή εβδομάδα βρίσκεσαι κι αν δεν σε κατακλύζει αυτή η καταραμένα διάχυτη περίεργη ατμόσφαιρα τότε πιθανότατα ζεις κάπου αλλού, στον δικό σου κόσμο βασικά. Πάντως, το SevenArt την κινηματογραφική επισκόπηση του φετινού καλοκαιριού στην έκανε, έτσι για να πάρεις μια γεύση μπλοκμπαστεριάς και επανέκδοσης που θα σε βομβαρδίσουν και φέτος.

Άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια δεν έχω να σου γράψω και τίποτα για τα συνήθη κινηματογραφικά φεστιβάλ του καλοκαιριού. Τόσο το ραντεβού του Ecofilms της Ρόδου (κοντά δέκα χρόνια) όσο και του Health Film Festival της Κω (στα δύο χρόνια) δώσανε επίσημα κι ανεπίσημα ραντεβού για του χρόνου. Τίποτε επίσης δεν έχει ακουστεί για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Πάτμου, που πέρυσι έκανε την πρεμιέρα του. Ακόμη και το αθηναϊκό Open Air Fest που είχε προγραμματιστεί για φέτος, και θα αξιοποιούσε μερικές από τις καλύτερες θερινές αίθουσες της πόλης, σα να πηγαίνει περίπατο. Ενώ, ακόμη κι οι κινηματογραφικές γιορτές των νησιών, που πάντοτε έδειχναν ενδιαφέρουσες ταινίες και πρεμιέρες, όλο και λιγοστεύουν αυτό το καλοκαίρι.

Για όλα τα παραπάνω ρίξε τις ευθύνες σου στην οικονομική κρίση (προφανώς) και στις ατυχίες που ευελπιστώ να ξεπεραστούν γρήγορα (και πάλι περαστικά, Λουκία!). Πάντως, αν δεν αλλάξει κάτι, στα σίγουρα θα περάσει το καλοκαίρι χωρίς καμία φεστιβαλική γιορτή, με μόνο τους επαγγελματίες του χώρου να περιμένουν τη φετινή Μόστρα της Βενετίας και τη συμμετοχή του Γιώργου Λάνθιμου εκεί.

Από κει και πέρα…

Σαν καιρό να έχω να σου γράψω δευτεριάτικο κείμενο στο SevenArt, αναρωτιέμαι. Και μια και η επικαιρότητα το επιτρέπει, αφού η νωθρότητα και η ραστώνη παίρνουν τη δική τους θέση σε αυτή την ιδιότυπη καλοκαιρινή πραγματικότητα, τότε ας σου κάνω το εξής:

Να σου προτείνω λέω κάθε εβδομάδα, εκτός κι αν τα αφιερώματα και οι όποιες συνεντεύξεις και η όποια (;) επικαιρότητα δεν το θελήσει (κι άρα κακό δικό σου), από δυο καλοκαιρινές ταινίες έτσι για να πορεύεσαι κινηματογραφικά «μεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου» (Γαλέρα, τ.χ. 35, Αύγουστος 2008), μπας και ανασάνεις από τη μιζέρια που σε πνίγει, και τη μουρμούρα που σε περιτριγυρίζει. Άλλωστε ξέρεις, μόνο στο μαγικό κόσμο (του σινεμά) η φαντασία συναντά την πραγματικότητα, κι εσύ κάπου στο ενδιάμεσο είσαι ο ήρωας της καθημερινότητάς σου.

Υ.Γ. Τη δική μου αρχή, βέβαια, την έκανα χθες. Ξαναείδα αυτό το αριστούργημα της σεζόν, το ιταλικό παιχνίδι των αισθήσεων, εκεί που η Τίλντα Σουΐντον σα να ψιθύριζε "Είμαι ο έρωτας". Σε θερινό σινεμά, στα Παναθήναια της Μαυρομιχάλη, ενώ έδυε ο ήλιος, και η βισκοντική εξτραβαγκάντσα έπαιζε με τις εικόνες και τους ήχους της πόλης.

Camping, του Φράνκο Τζεφιρέλι (1957)

Ξαναθυμήθηκα αυτό το πρωτόλειο του Τζεφιρέλι, καθώς έψαχνα υλικό για το νέο αφιέρωμα που σου ετοιμάζουμε στο SevenArt. Αυτός ο πολύ σημαντικός Ιταλός σκηνοθέτης, μόλις στα 35 του, γυρίζει μια χαριτωμένη κομεντί ενός ιδιότυπου τρίο. Μια πανέμορφη, τσαχπίνα και σεξουαλιάρα νεαρή κοπέλα, παρέα με τον αρραβωνιαστικό και τον αδερφό της, καβαλάνε τρίκυκλο, το οποίο φορτώνουν με σκηνή και άλλα συμπράγκαλα, και φεύγουν από τη Ρώμη για τις επαρχίες και τις παραλίες της μέσα Ιταλίας. Εκεί, παίζουν, γελάνε, γνωρίζουν κόσμο, τσακώνονται, μπλέκουν σε περιπέτειες, τρέχουν, ερωτοτροπούν και κυρίως το διασκεδάζουν.

Μπορεί να μην είναι κάποιο αριστούργημα του Ιταλικού σινεμά, πρόκειται όμως για μια ανάλαφρη κωμωδία που έχει μπρίο, στυλ και διάθεση για χαβαλέ και πλάκα. Σκερτσόζα και γοητευτική η Μαρίζα Αλάζιο, κάνει τους πάντες άνω κάτω και δικαίως. Είναι τόσο όμορφη. Οι Νίνο Μανφρέντι και Πάολο Φεράρι είναι νεαροί, γοητευτικοί και αρκούντως αστείοι. Κι αυτή τη φρεσκότατη κωμωδία αξίζει να την ανακαλύψεις για να περάσεις ευχάριστα το καλοκαιρινό κενό σου.

Ας περιμένουν οι γυναίκες, του Σταύρου Τσιώλη (1998)

Αυτή κι αν είναι λαϊκή κωμωδία, και μακεδονική και καλοκαιρινή και ότι άλλο θέλει ο πάντοτε ιδιαίτερος και ευαίσθητος Τσιώλης. Στην προτείνω γιατί σα θυμάμαι τον εαυτό μου πιτσιρικά, με τους φίλους μου, λιώναμε τα καλοκαίρια μας βλέποντας και ξαναβλέποντας αυτή την ταινία, ακούγοντας και ξανακούγοντας τις αθάνατες ατάκες του Μπουλά, του Ζουγανέλη, του Μπαρκιρτζή. Ένα παιχνίδι παίζαμε συνέχεια, τα βράδια στη βεράντα που βλέπει Ακρόπολη, πίνοντας μπύρες και λέγοντας αστεία, για το βαθύ ΠΑΣΟΚ και την πεθερά την άτιμη, και τα λαϊκά που σπάνε τα τύμπανα μας.

Ένα road trip, από Θεσσαλονίκη προς Θάσο, επιχείρησε ο Τσιώλης, με ένα χαρακτηριστικό βορειοελλαδίτικο τρίο να δίνει ρεσιτάλ ερμηνειών και ατάκας. Γιατί αναρωτιέσαι ποιος θα πει την επόμενη εξυπνάδα, και πότε θα πέσεις από τα γέλια μια και τα κρύα (ή και πετυχημένα καμιά φορά) αστεία σε κατακλύζουν.

Έτσι και δεν το έχεις κάνει, ψάξε να βρεις αυτό το αθάνατο διαμαντάκι του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Κάτι σαν επιστροφή στις ρίζες σου θα είναι, και το χωριό σου θα νοσταλγήσεις, και τα χοντροκομμένα αστεία με τους φίλους σου θα ξαναθυμηθείς.

*

Summer Time, Vol 2

Μετά το διάλειμμα της θρησκευτικής γιορτής, της συνέντευξης Σκολιμόφσκι, και φυσικά της εθνικής κατρακύλας (ούτε οικουμενική κυβέρνηση δεν μπορεί να φτιάξει αυτός ο τόπος, ο οποίος κατά τα άλλα είναι «από καλή γενιά» σύμφωνα με τον Ελύτη -και το Αττικό Μετρό που σε βομβαρδίζει θες δε θες καθημερινώς), επανέρχομαι με τις καλοκαιρινές προτάσεις που σου έχω υποσχεθεί.

Ξένο και ελληνικό σινεμά πάλι, και ξανά πάλι, γιατί το καλοκαίρι το ντόπιο το δικό σου, δεν το αλλάζω με τίποτα. Να σου πω την αλήθεια μου, κι επειδή την περασμένη εβδομάδα βρέθηκα στη Φλωρεντία «για να μαζέψω ήλιο», σκέφτηκα να επιμείνω στον κινηματογράφο της καλοκαιρινής Ιταλίας που σου είχα ξεκινήσει με το ξεχασμένο "Camping" του Τζεφιρέλι. Όπως ξέρεις (ή καταλαβαίνεις) η γειτονική κινηματογραφία έχει μπουκώσει από Μεσόγειο κι Αδριατική. Οι σκέψεις ήταν πολλές, η επιλογή όμως μία.

Κι αν στο περασμένο άρθρο, σου πρότεινα ιστορίες δρόμου κάτω από τον καυτό ήλιο, αυτή τη φορά θα δεις φιλοσοφίες και θεωρήσεις στα πιο λουξ θέρετρα της Μεσογείου. Γκοντάρ και Παναγιωτόπουλος αναμείχθηκαν με τη μπουρζουαζία, την κοινωνία του θεάματος, τις σχέσεις εξουσίας, και τους ανομολόγητους έρωτες.

Η Περιφρόνηση, του Ζαν Λυκ Γκοντάρ (1963)

Τη λατρεύω την "Περιφρόνηση" διότι τη θεωρώ ένα ολοκληρωμένο κινηματογραφικό κατασκεύασμα. Καλοκαιρινή -διαδραματίζεται ως επί το πλείστον στο Κάπρι της Ιταλίας-, συγκεντρώνει κορυφαία αστέρια της εποχής -Μπαρντό, Πικολί, Πάλανς-, σε μια art house ιστορία του αρχιερέα της Νουβέλ Βανγκ Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ο οποίος δεν έκανε μια υπερπαραγωγή όπως φαντάζονταν κάποιοι, αλλά ένα δυναμικό, ειρωνικό, καυστικό και συνάμα τραγικό σχόλιο στην κοινωνία του θεάματος, όχι αυτή του Ντεμπόρ αλλά αυτή του Χόλιγουντ, που δε σέβεται το δημιουργό και το -εν γένει- καλλιτεχνικό έργο του.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του ο Γκοντάρ, με ήδη σημαντικό έργο και το γαλλικό Νέο Κύμα στα ντουζένια του, απέδωσε ένα φόρο τιμής στο σινεμά του δημιουργού, τοποθετώντας τον σπουδαίο Γερμανό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ ("Metropolis", "Μ") στο ρόλο της ζωής του, στη δύση της καριέρας του, στα χρόνια που απολάμβανε τη φήμη του.

«Το σινεμα υποκαθιστά έναν κόσμο που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μας» είχε πει ο Μπαζέν, το οποίο και χρησιμοποιεί ο Γκοντάρ αυτούσιο, ενώ εναλλάσσει σε κόκκινο-κίτρινο-μπλε τη σεκάνς της ολόγυμνης Μπαρντό, επιδιδόμενος σε ατέλειωτα τράβελινγκ στο χώρο της Τσινετσιτά. Τέτοιες ταινίες αποδόμησης του σινεμά δεν ξαναβγαίνουν.

Beautiful People, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (2001)

Ο Παναγιωτόπουλος, ο οποίος και έμαθε κινηματογράφο στη Γαλλία την εποχή του Νέου Κύματος (οι επιρροές αυτές είναι εμφανείς στις πρώτες ταινίες του), αποφασίζει μια ελεύθερη διασκευή της "Περιφρόνησης" του Γκοντάρ. Οι σχέσεις εξουσίας παραμένουν: ο κινηματογραφικός παραγωγός είναι εδώ ο πάμπλουτος επιχειρηματίας που θέλει να φτιάξει βίλα στη Μύκονο. Δουλικός μαζί του είναι ο αρχιτέκτονας, αντί για τον σκηνοθέτη. Το φιλέτο αυτής της σχέσης βέβαια, είναι η γυναίκα του δεύτερου, πανέμορφη, σέξι, γοητευτική, σκερτσόζα.

Ο Έλληνας σκηνοθέτης που έγραψε το σενάριο με τον -επίσης σκηνοθέτη- Βαγγέλη Σεϊτανίδη ("Αιώνιος Φοιτητής"), στήνει το σκηνικό του στην ηλιόλουστη και καλοκαιρινή Μύκονο. Πανέμορφη η φωτογραφία του Άρη Σταύρου, μελωδική η μουσική υπόκρουση, που μαζί με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία σε μεταφέρουν στην Ελλάδα της λάμψης, των χρημάτων, του εστετισμού, και της σύγχρονης μπουρζουαζίας.

Βόγλης, Κουρής, Μαξίμου και Τουτουνζή λάμπουν μες στην ωραιότητα τους. Και οι σχέσεις περιφρόνησης μεταξύ τους βρίσκονται πάντοτε σε πρώτο φόντο. Αυτό το ατελείωτο παιχνίδι απογείωσης και προσβολής, μείωσης και υπερεκτίμησης, έρχεται σε τέτοια αντίθεση με το ιλουστρασιόν φόντο της ιστορίας του καλοκαιριού εκείνου.

*

Summer Time, Vol 3

Στα τέλη του πρώτου καλοκαιρινού μήνα είσαι, τα μπάνια σου τα έχεις κάνει, και στα νησιά σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι όλη την ώρα. Από την Κύθνο, το νησί της απόλυτης σιέστας, σου γράφω το τρίτο μέρος των ταινιών που μυρίζουν καλοκαίρι, και σου προτείνω να τις δεις για να ξεπεράσεις την όποια ρουτίνα, την καυτή καθημερινότητα σου που πνίγεται από το τσιμέντο της πόλης.

Γι' αυτή την εβδομάδα, το μενού περιλαμβάνει ταινίες έρωτα και καλοκαιριού. Σε διάφορους σχηματισμούς. Κι από κάθε άποψη, τόσο η ιστορία που αφηγείται ο Κάσνταν, όσο κι εκείνη του Τσεμπερόπουλου, στάζουν από ερωτική έκρηξη μες στο κατακαλόκαιρο.

Ζέστη, απόγνωση, κάψα, ερωτική επιθυμία. Με αυτές τις δυο ταινίες, οι οποίες και σου αναπαριστούν την τραγικότητα της πράξης ενόσω ο ήλιος καίει πάνω από το κεφάλι σου, σου προαναγγέλλω και το αφιέρωμα που ετοιμάζει το SevenArt για τα τέλη του Ιουλίου, όταν και θα σου αναλύσει το τι ακριβώς σημαίνει ερωτικό καλοκαίρι στην ιστορία του κινηματογράφου.

Έξαψη, του Λόρενς Κάσνταν (1981)

Στην παραλία της Φλόριντα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, όλα είναι αφάνταστα ζεστά και ο καθένας δροσίζεται με όποιον τρόπο βρίσκει. Ο αρρενωπός δικηγόρος Νεντ είναι σκληρός, γυναικάς και πάντα διαθέσιμος για γλέντι. Η εντυπωσιακή Μάτι, σύζυγος μεγαλοεπιχειρηματία της περιοχής, στέκεται στη γέφυρα και απλώς αφήνει τα αντρικά βλέμματα να την «αγγίζουν» και έπειτα να αποχωρούν ανικανοποίητα.

Ο στόχος έχει ήδη βρεθεί, άλλωστε. Στη συγκεκριμένη ταινία η τζαζ διάθεση του Τζον Μπάρι εξάπτει τη φαντασία τοιουτοτρόπως. Οι Γουίλιαμ Χαρτ και Κάθλην Τέρνερ μπερδεύουν το πάθος με την εμμονή για χρήμα και εξουσία. Το αρχετυπικό ερωτικό δράμα του Λόρενς Κάσνταν είναι μια ευθεία αναφορά στην "Κολασμένη αγάπη" του Μπίλι Γουάιλντερ, εκείνο το εξαιρετικό φιλμ νουάρ με την Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ που βασίζεται σε βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ.

Ταυτοχρόνως, αυτή η σπαρακτική σχέση του Νεντ και της Μάτι ήξερε να σκοτώνει καθετί το συντηρητικά συμβατικό.

Άντε Γεια..., του Γιώργου Τσεμπερόπουλου (1990)

Στο αστικό τοπίο, την Αθήνα, το καλοκαίρι προμηνύει εκπλήξεις. Ο νεαρός Χρήστος, με τη φούρια της ηλικίας του, θέλει να βγάλει γρήγορα λεφτά και να πετύχει. Ο δε Μιχάλης, που έχει μια πετυχημένη επιχείρηση της γειτονιάς, δεν ξέρει που να την «εμπιστευθεί». Από την άλλη μεριά, οι γυναίκες της ιστορίας. Η Μαρίνα είναι μια γοητευτική σαραντάρα που έχει εγκαταλείψει τη ζωή της για χάρη της οικογένειας της. Η Φανή, η κόρη του Μιχάλη και της Μαρίνας, είναι φρέσκια, ωραία και ατίθαση. Και στη μέση μπαίνει η Ρούλα για να διεκδικήσει το φρούτο, τον άντρα, το μήλο της έριδος ενός ιδιότυπου ερωτικού τετραγώνου.

Όταν ο «αρχηγός» της οικογένειας πεθάνει, ο πιτσιρικάς αναλαμβάνει δράση. Νέος, γοητευτικός, ερωτύλος. Ο απόλυτος εραστής. Στην Αθήνα του μεσοκαλόκαιρου, οι Κούρκουλος (ο γιος πια, ο ζεν πρεμιέ των ‘90s), Τρύπη, Παπανίκα, Μπάρμπα, σπάνε τους όποιους δεσμούς, ξεπερνάνε τα όρια, διαλύουν τους ηθικούς φραγμούς, και παίζουν το παιχνίδι του πόθου.

Το πάθος ξεχειλίζει, η μουσική του Σπανουδάκη σε ριγεί, το «Σήμερα» του Πάριου σε παρασέρνει στην απόλυτη αρρώστια του έρωτα, και τα κορμιά των πρωταγωνιστών μετατρέπονται στα υγρότερα αντικείμενα ενός ανεξέλεγκτου ερωτικού πάθους.

Στην ταινία του «ερωτικού» Τσεμπερόπουλου, το σενάριο συνυπογράφει ο σημαντικός συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης.

*

Summer Time, Vol 4

Λίγες εβδομάδες πριν εκπνεύσει ο Ιούλιος, σου προτείνω δυο ταινίες άκρως καλοκαιρινές, μα και άκρως μελαγχολικές, έτσι για να προμηθευτείς υλικό στα μπαγκάζια σου, για τις διακοπές σου, ώστε να είσαι πάντα έτοιμος μεταξύ της παραλίας και της βραδινής εξόδου στα νησιά.

Οι σημερινές ταινίες προέρχονται από το ελληνικό σινεμά, αποκλειστικά. Διαδραματίζονται αμφότερες στην Αθήνα, περιγράφοντας το καλοκαιρινό αστικό περιβάλλον μέσα στη μιζέρια του, τη μελαγχολία του, όπως και τη νοσταλγία της κάθε εποχής (της ιστορίας).

Την ίδια στιγμή όμως, ο έρωτας έχει πρωτεύοντα ρόλο σε αυτές τις θερινές αργόσυρτες διηγήσεις, στις οποίες δυο νέοι, εντελώς (αυτό)εγκλωβισμένοι για διαφορετικούς λόγους ο καθένας τους, σκέφτονται, παρατηρούν, φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, συζητούν. Και φυσικά ζεσταίνονται. Ο καύσωνας είναι ο κινητήριος μοχλός των αναζητήσεων τους.

Φτηνά Τσιγάρα, του Ρένου Χαραλαμπίδη (2000)

Από τη στιγμή που είδα την ταινία του Χαραλαμπίδη, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό μου από την εικόνα της άδειας Αθήνας, το αυγουστιάτικο βράδι. Ο Χαραλαμπίδης κάνοντας την πιο ολοκληρωμένη ταινία του, κινηματογραφεί έναν παράδοξο έρωτα στην Αθήνα του απόλυτου τίποτα: Άδειο αστικό περιβάλλον, στο επίκεντρο μόνο οι δυο ήρωες υπάρχουν, καθώς και ένα μικρό καφέ με τους σουρεαλιστικούς θαμώνες του.

Στο μποέμ σκηνικό που έχει χτίσει ο Χαραλμπίδης, ο ήρωας του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος που ουσιαστικά δεν κάνει τίποτα, μπλέκεται με έναν παράξενο μαφιόζο (εξαιρετική η ερμηνεία του Ιατρόπουλου), μερικούς έξωαπόεδώ θαμώνες ενός άδειου καφέ στο κέντρο της Αθήνας (οι Τσάκωνας και Παναγιωτίδης, ταιριάζουν απολύτως), και φτιάχνει την προσωπική του ερωτική ιστορία (με την όμορφη και εντελώς γήινη Παπαχαραλάμπους). Όλα τα παραπάνω συνθέτουν το σκηνικό της (αλληγορικής) επιβίωσης του.

Μπορείς να τη χαρακτηρίσεις και ταινία της ατάκας, αυτή τη δουλειά του Χαραλαμπίδη. Μες στον παράξενο κόσμο του, η φωτογραφία του Διονυσόπουλου, και η μουσική του Καλαντζόπουλου (με το τραγούδι "Το λευκό γιασεμί" της Πασπαλά, να σε ριγεί), δένουν απολύτως με τους χαρακτήρες μιας ιστορίας που ίσως και να μην υπήρξε ποτέ. Να ήταν απλώς ένα όνειρο.

Οι Απέναντι, του Γιώργου Πανουσόπουλου (1981)

Στη θερινή του ιστορία ο Πανουσόπουλος (ο σκηνοθέτης που έχει αγαπήσει το ελληνικό καλοκαίρι, με τις ταινίες του) ανακατεύει το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, με ένα βαθύ υπαρξισμό, και μια αλλόκοτη ερωτική ιστορία. Ο ήρωας του, είναι ένας νέος των ‘80s, του οποίου οι παρέες βρίσκονται ανάμεσα στις μοτοσικλέτες με τις ανάλογες «κόντρες», τα φλιπέράκια και τα βίντεο γκέιμς, τις ντίσκο και τα πάρτι, κι όλη την κουλτούρας (εξ Αμερικής) που έχει κατακλύσει την -τότε- Ελλάδα.

Παρολαυτά, ο ήρωας της ιστορίας του Πανουσόπουλου, που δεν είναι άλλος από έναν εκπληκτικό Ρέτσο, αρέσκεται στο να απομονώνεται στο, σκοτεινό, διαμέρισμα του, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο του τη γοητευτική 35άρα του απέναντι διαμερίσματος (η πανέμορφη Μπέτυ Λιβανού ως η γυναίκα-πρόκληση).

Κι ενώ η γυναίκα αντιλαμβάνεται (κι εντέλει της αρέσει) την προκλητική διάλυση της ιδιωτικής της ζωής, αυτή η σχέση δεν έχει παρόν και μέλλον, καθώς τόσο η μεγάλη λεωφόρος όσο και τα χρόνια τους, χωρίζουν την όποια ερωτική τους διάθεση.

Ο σκηνοθέτης της "Μανίας" και του "Μια μέρα τη νύχτα", κάνει το δικό του διεισδυτικό σχόλιο στη νεολαία της εποχής (τόσο πετυχημένα, και αφηγηματικά ανάγλυφο), ταυτόχρονα όμως χτίζει μια άρρωστη, εκ των πραγμάτων, ιστορία που εντέλει είναι ολοκληρωμένη, κι από τις δύο πλευρές. Στο φόντο το καλοκαιρινό αστικό περιβάλλον της εποχής, που σε πραγματικούς χρόνους αντιλαμβάνεσαι τους παλμούς του. Άλλωστε, η Αθήνα και η γκρίζα μελαγχολία της, αναδύει πάντοτε μια ζωντάνια για τα πιο ατίθασα παιχνίδια του μυαλού.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr, μεταξύ 6 Ιουνίου και 18 Ιουλίου 2011.