17 Σεπ 2011

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ (1990)

Του Νέστορα Πουλάκου

Πρόκειται για μια γλυκιά ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, που μπορεί να χαρακτηριστεί και έθνικ, και λαϊκή, και βαθιά συναισθηματική. Άλλωστε, μια τρυφερότητα αναδύει, και μια ζωντάνια, ενώ μια θύμηση και η νοσταλγία της εποχής και των ανθρώπων, σε συνεπαίρνουν. Ο Σταύρος Τσιώλης ήταν ο μάστορας του λαϊκού σινεμά, και από τις δύο όψεις του. Είτε στην εμπορική πλευρά του, σε εκείνα τα χρόνια που δούλευε στον Φίνο και γύριζε την "Κατάχρηση εξουσίας". Είτε στην ποιοτική, πιο τρυφερή πλευρά του, όταν και επέστρεφε στο σινεμά των ‘80s, ενστερνίστηκε την ταινία του δημιουργού, και με «οδηγούς» τις σταθερές του (θέματα, πρόσωπα, πλάνα) σε έκανε κοινωνό των καταστάσεων, που είχε στο μυαλό του. Ο "Έρωτας στη Χουρμαδιά" σηματοδοτεί και τη στροφή του σε ένα σινεμά, που φαντάζει απλοϊκό μια και τα στοιχεία δόμησης του είναι τα μικρά καθημερινά υλικά. Στην ουσία του όμως, είναι ένα σινεμά ποιητικό, βαθιά φιλοσοφικό, που ασχολείται με την ύπαρξη, τον έρωτα, την αγάπη χωρίς φραγμούς, αλλά και τη φιλία, και την ένταση των διαπροσωπικών σχέσεων, σε βάθος. Με την ταινία αυτή ο Τσιώλης, εξέλιξε το σινεμά που έκανε ("Μια τόσο μακρινή απουσία", "Σχετικά με τον Βασίλη", "Ακατανίκητοι εραστές"), και προμήνησε τις ταινίες που θα κάνει ("Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε…", "Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά", "Ας περιμένουν οι γυναίκες"). Ο Αργύρης Μπακιρτζής (των Χειμερινών Κολυμβητών), ο αείμνηστος Χρήστος Βακαλόπουλος (είτε στο σενάριο, είτε ως ηθοποιός), η ελληνική επαρχία και η έντονη λαϊκότητα της (σε μια Ελλάδα που ακόμη «χτιζόταν»), οι διάφοροι καλτ ήρωες του (στην ταινία αυτή, η άλλοτε «μούσα» του Στάθη Ψάλτη, η εκρηκτική Βίνα Ασίκη), και οι σουρεαλιστικοί του διάλογοι σε ιστορίες που αρχίζουν στο χάος, και καταλήγουν εκεί, είναι στοιχεία που τα βρίσκεις κι εδώ. Με τις μουσικές του Σπανουδάκη, τη γλυκάδα και τη μπρουταλίνη της ελληνικής υπαίθρου, και τον Βακαλόπουλο ως αστυνομικό ντετέκτιβ, οι Μπακιρτζής-Ανδρέου (ο δεύτερος πήρε και βραβείο στη Θεσσαλονίκη) ξεκινούν ένα (αγγλιστί) road trip στην Πελοπόννησο, προκειμένου να βρουν τη χουρμαδιά εκείνη, στη σκιά της οποίας η αποθανούσα γυναίκα του πρώτου έκανε έρωτα με τον δεύτερο (και στενό του φίλο). Αυτή η, όντως, υπερρεαλιστική προσέγγιση της απιστίας ξεδιαλύνει και τη σχέση των δύο φίλων: ο ένας, ο λεφτάς κιόλας, αναδεικνύει τον ανδρισμό και δυναμισμό του στον δεύτερο, τον ταλαντούχο μουσικό, που είναι και μικρός στο δέμας, και ιδιαιτέρως αδύναμος συμπεριφορικά. Η αγάπη βέβαια, και η εκτίμηση ενυπάρχει και στους δύο, παρολαυτά η σχέση τους αυτή (με μήλον της έριδος τη «γυναίκα») διαθέτει όλες εκείνες τις ανθρώπινες παθογένειες που στιγματίζουν την ανθρώπινη επαφή. Αυτό το road (ή buddy) movie είναι, κατά τα άλλα, μια ατόφια ελληνική ταινία, με την ταυτότητα αυτή να έχει ουσιαστική σημασία στην προκειμένη περίπτωση.