29 Σεπ 2011

Ταινίες 29ης Σεπτεμβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες εννιά ταινίες, όλες πρώτης προβολής, ανάμεσα στις οποίες μπορείς να επιλέξεις δράμα, κωμωδία, ρομαντική κομεντί, πολεμική και περιπέτεια, ερωτική, υπαρξιακή και κοινωνικού προβληματισμού. Ενώ το φεστιβαλικό ενδιαφέρον μεταφέρεται από σήμερα στο 8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νάουσας, κι από την Τρίτη στο 5ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας (το SevenArt είναι χορηγός επικοινωνίας). Ταινία της εβδομάδας είναι “Το Γάλα”, η κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου και πολύ πετυχημένου θεατρικού έργου του Βασίλη Κατσικονούρη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σιούγα. Σε αυτή την άκρως συγκινητική ταινία, θα απολαύσεις την ερμηνεία του Προμηθέα Αλειφερόπουλου. Στην ταινία του Ασγκάρ Φαραντί “Ένας χωρισμός”, που κέρδισε τη Χρυσή Αρκούδα στην πρόσφατη Μπερλινάλε, θα δεις πώς μια υπαρξιακή ιστορία στο αναχρονιστικό Ιράν, προσλαμβάνει κοινωνικοπολιτικές, και βαθιά θρησκευτικές προεκτάσεις. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μπουγιάρ Αλιμάνι “Αμνηστία”, παραγωγής Αλβανίας, Ελλάδας και Γαλλίας, έχει να σου δείξει μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία από τις αλβανικές φυλακές, μέσα από τον έρωτα που γεννιέται, και τη σκληρή εκδίκηση που βάζει ταφόπλακα σε οτιδήποτε πάει να αναπτυχθεί. Μια τραχιά ιστορία με πολύ ενδιαφέρον. Το “Όχι μόνο φίλοι” είναι μια ευχάριστη και χαριτωμένη κομεντί, με τους Τζάστιν Τίμπερλεϊκ και Μίλα Κούνις, στην οποία όμορφα αγόρια και κορίτσια τα “βάζουν” με τις σχέσεις στα σύγχρονα αστικά τοπία. Περνάει όμορφα η ώρα σου. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την τρισδιάστατη σοφτ πορνό ταινία “Sex and Zen: Απόλυτη έκσταση”, που έσκισε εισπρακτικά όπου κι αν παίχτηκε, κι ενθουσίασε στις περυσινές Κάννες για το άφθονο χιούμορ της, και τις όμορφα καλλιτεχνημένες σκηνές οργίων που διαθέτει. Από την άλλη μεριά, το ίδιο θα διασκεδάσεις όμως σε διαφορετικό τέμπο, με τη γλυκιά κομεντί από τη Γαλλία “Ανώνυμοι ρομαντικοί”. Ντροπαλοί μεσήλικες της εποχής μας ψάχνουν την τόλμη τους και το ταίρι τους. Φασαριόζικη, θορυβώδης, άνευ ουσίας και μια από τα ίδια, είναι η νέα παραγωγή του Λυκ Μπεσόν “Colombiana”, όπου σεξ, βία και ναρκωτικά, ανακατεύονται με τη συνηθισμένη ιστορία εκδίκησης. Όπως να αποφύγεις σε προτρέπω την παιδική (εντέλει) ταινία “Νικόστρατος - Ένα ξεχωριστό καλοκαίρι”, η οποία όντως δεν προβάλλεται καλοκαίρι μια και ο Κουστουρίτσα και η γαλλική παρέα του, με τα ανάλογα γυρίσματα στα ελληνικά νησιά, δεν τα πήγαν και τόσο περίφημα. Ίσως για παιδιά, στα σίγουρα σε dvd μόνο. Τέλος, άνευ κριτικής σου έχω το (κάπως) πολεμικό θρίλερ “Ο Βετεράνος”, που τελικά μου φέρνει σε περιπέτεια… Δεν το έδειξε στους δημοσιογράφους η εταιρεία διανομής του, ενώ και οι κριτικές απ’ έξω δεν είναι και οι καλύτερες.

Το Γάλα (8/10)

Για τη συγκεκριμένη ιστορία, οι προσδοκίες ήταν μεγάλες από την αρχή. Μια και ο Σιούγας είχε να κάνει με ένα υπέρ-επιτυχημένο θεατρικό έργο που κατέκλυσε απ’ άκρη σ’ άκρη όλη την Ελλάδα, την τελευταία πενταετία. Επομένως το στοίχημα είναι μεγάλο γι αυτό και η παραγωγή της, κι η μετέπειτα διανομή της, πήρε τόσο πολύ χρόνο. Κατά τα άλλα, και σύμφωνα με την άποψη μου, διότι στα σίγουρα θα ανοίξει ένας μεγάλος διάλογος για τη μεταφορά αυτή, ο Σιούγας τα κατάφερε επάξια. Και πολλά μπράβο να του δώσω. Καθότι κατάφερε να αποδώσει σκηνοθετικά ακριβώς αυτό που είχε στο μυαλό του θεατρικά ο Κατσικονούρης, ο οποίος μάλιστα ευθύνεται εκατό τοις εκατό και για το κινηματογραφικό σενάριο. Η εξαίσια φωτογραφία της ταινίας, η αριστοτεχνική κατασκευή των ονείρων και των φαντασιώσεων του ψυχικά άρρωστου Λευτέρη, και εν γένει το όλο κλίμα που χτίστηκε από τον Σιούγα, στο σπίτι, το μπαρ, τους εξωτερικούς χώρους, είναι στοιχεία που σε συνεπαίρνουν. Χωρίς όμως να αποφεύγει τις τηλεοπτικές καταβολές του, κάτι που γίνεται εμφανές στις ευκολίες που καταφεύγει ώστε να λήξει μια σκηνή, ή να τη τυλίξει με φτηνό καμιά φορά περιτύλιγμα. Από κει και ύστερα το μεγάλο ατού της ταινίας είναι οι ερμηνείες. Προεξέχουσα φυσικά αυτή του Λευτέρη, την οποία ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος την έκανε ολόδικη του, την απέδωσε εξαιρετικά, κάνοντας τον σχιζοφρενή αδερφό που ψάχνει την αγάπη και τη σωτηρία του συνάμα, ενθυμούμενος πάντοτε τα παιδικά χρόνια του στην Τιφλίδα. Ένας ρόλος που κουβαλάει την αξέχαστη ερμηνεία του αείμνηστου Κωνσταντίνου Παπαχρόνη. Πολλά μπράβο του. Όπως και η ερμηνεία του Όμηρου Πουλάκη, στο ρόλο του έτερου αδελφού Αντώνη, όπου και εμφανίζεται σοβαρός, στιβαρός, σκληρός, τραχύς, δύσκολος. Από την άλλη μεριά η ερμηνεία της Ιωάννας Τσιριγκούλη δε μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της Μάνιας Παπαδημητρίου. Αν και προσπάθησε και μόχθησε προκειμένου να αποδώσει την αδύναμη μητέρα, με την σπαστή προφορά και τις άρρωστες καταβολές, χάθηκε στη δίνη ενός ρόλου που παρολαυτά ταιριάζει σε ότι σπασμένο και υστερικό έχει παίξει τα τελευταία χρόνια. Συνοψίζοντας, θα δεις τη γνωστή ιστορία σε μια κινηματογραφική μεταφορά που ξεπερνά το μέσο όρο, και θα συγκινηθείς τόσο που δεν θα αναγνωρίζεις τα κόκκινα, από το κλάμα, μάτια σου με το τέλος της προβολής (προσωπική εμπειρία).

Ένας χωρισμός (8/10)

Ο Φαραντί με τον “Ένα Χωρισμό” και τη Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε, επιβεβαίωσε με τον πλέον απλό, μινιμαλιστικό τρόπο ότι είναι ο νέος Κιαροστάμι, ο άξιος συνεχιστής ενός σινεμά ανθρωποκεντρικού, που διαπνέεται από την πολύ ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατεί στο Ιράν. Μέσα από την διεισδυτική ματιά του Φαραντί όλες οι παθογένειες, οι έμφυτες κουλτούρες, οι μπερδεμένοι ψυχισμοί, και οι αλλοπρόσαλλες ματιές στο οτιδήποτε συμβαίνει, αποπνέουν αυτή την εξαιρετικά επικίνδυνη περιπλοκή του ευρωπαϊκού μοντέλου με το θεοκρατικό-θεοσεβούμενό κλίμα που επικρατεί ως αρρώστια πολλές φορές, κι όλο αμφισβητείται. Μέσα από την ιστορία της Σιμίν και του Ναντέρ, ο Φαραντί μιλάει όσο πιο απλά γίνεται για ότι πιο περίπλοκο συμβαίνει στην ιρανική κοινωνία. Επίτηδες, τοποθετεί τους κεντρικούς χαρακτήρες του να είναι σύγχρονοι και μοντέρνοι, όμορφοι και φιλελεύθεροι. Συνάμα, κουβαλούν κι όλα εκείνα τα συμπλέγματα μιας, έτσι κι αλλιώς, οπισθοδρομικής κοινωνίας, τις παραδοσιακές καταβολές της οικογένειας, τις αναστολές της θρησκείας, και τις εξωπραγματικές επιταγές της κρατικής μηχανής. Με το τσαντόρ να είναι εντελώς προσχηματικό, οι γυναίκες της ιστορίας του Φαραντί είναι δυναμικές, σοβαρές, με πυγμή, απόφαση, δυνατή θέληση και επιρροή (όπως ακριβώς συμβαίνει και στην προηγούμενη ταινία του, την αριστουργηματική “Τι απέγινε η Έλι”). Συγκρούονται με το ανδρικό πρότυπο, και κυρίως με το κατεστημένο. Η φωνή τους υψώνεται εν είδει επαναστατικής παντιέρας, και με υπέροχο, απλό, όμορφο τρόπο περνούν πάντοτε αυτό που επιθυμούν, που θέλουν, και διεκδικούν. Άλλωστε η σύγκρουση με τους συζύγους, και στην περίπτωση της Σιμίν και σε εκείνη της Ραζιέ, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία τους, καταδεικνύει ότι σε μια κοινωνία ανδρών, οι γυναίκες κρύβουν μια ανεξερεύνητη, όπως και ανεξάντλητη δύναμη. Με τον “Ένα χωρισμό” ο Ιρανός σκηνοθέτης αποδεικνύει ακόμη και πόσο άξιος χειριστής της κάμερας, και κινηματογραφιστής είναι. Πρώτα απ’ όλα δεν καδράρει απλώς σωστά, αλλά άκρως εντυπωσιακά. Οι κλειστοί χώροι είναι το “ψωμοτύρι” του. Έτσι κι αλλιώς, η ταινία διαδραματίζεται κατά 90% σε κλειστούς χώρους, και όλα τα κοντινά του Φαραντί σε φέρνουν όλο και πιο κοντά, σε κάνουν κοινωνό του δράματος που εκτυλίσσεται. Είναι, άλλωστε, τόσο αριστοτεχνική η σκηνοθεσία του, χωρίς κανένα ψεγάδι ή λάθος, ώστε έχεις πια ξεφύγει από την κουβέντα περί καλού σινεμά, και συζητάς χίλιες δυο άλλες προεκτάσεις και συνιστώσες που σου γεννά το θέμα. Η φόρμα του είναι απλώς καταπληκτική. Επιπλέον, αυτό το αρκούντως δύσκολο σινεμά, βραδυφλεγές, μακρόπνοο, με τους αργούς χρόνους του, υποστηρίζεται από μερικές εξαιρετικές ερμηνείες. Και τα δυο ζευγάρια της σύγκρουσης (με επίκεντρο πάντοτε αυτό του χωρισμού, της Σιμίν και του Ναντέρ) είναι όπως είπα και εμφανίσιμα (για τα συνήθη δεδομένα της κοινωνίας, όπως τη βλέπουμε στο σινεμά τόσα χρόνια) και χαρακτηριστικά στις συμπεριφορές τους. Οι εκ βαθέων ερμηνείες τους, το βαρύ παίξιμο τους άλλοτε ήσυχο κι άλλοτε δυσκίνητο και φωνακλάδικο, απόρροια της εξαιρετικής δραματουργικής δουλειάς του Φαραντί, σε βάζουν στο σύμπαν τους, σε κάνουν συμμέτοχο του πόνου τους. Εν ολίγοις, ο Φαραντί με τον “Ένα χωρισμό” και τη σημειολογία των αντικειμένων, των καταστάσεων και των προσώπων που φιλοτεχνεί με θαυμαστό τρόπο, κάνει στα σίγουρα ένα σινεφίλ σινεμά ανοικτό στο ευρύ κοινό, μια και τα προβλήματα είναι κοινά, διαχρονικά, παγκόσμια.

Αμνηστία (6/10)

Η ταινία του Μπουγιάρ Αλιμάνι, που είχε κάνει αίσθηση στο παρελθόν με τις μικρού μήκους ταινίες του, έχει ένα θετικό κι ένα αρνητικό στοιχείο. Αφενός παρουσιάζει με ιδιαίτερα σκληρό, κυνικό τρόπο μια ευφάνταστη ιστορία των αλβανικών φυλακών. Με την ψυχρότητα, το πάγωμα, την ατσαλένια στάση όλων των πλευρών (και των “πληγωμένων”) θα τρομάξεις. Αφετέρου σκηνοθετεί την ιστορία με έναν παλιακό, αναχρονιστικό, αρκούντως ξεπερασμένο τρόπο. Σα να είναι σινεμά άλλης εποχής (της δεκαετίας του ’80 για παράδειγμα), τα πλάνα του βγάζουν ένα πνίξιμο, ενώ η δραματουργία του (και οι ερμηνείες φυσικά) κινείται στα όρια του ελλειμματικού, του απλοϊκού. Εν προκειμένω, βάσει νέου κανονισμού στις φυλακές της Αλβανίας, μπορεί ο κρατούμενος να κάνει έρωτα με τη σύντροφο του κατά το επισκεπτήριο. Σε αυτό το σύστημα, άνδρας-σύζυγος φυλακισμένης, και γυναίκα-σύντροφος άλλου φυλακισμένου, έρχονται σε επαφή, και ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Η τραγωδία βρίσκεται στη γωνία. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκεται μια χαρακτηριστική φιγούρα της αλβανικής υποκριτικής σκηνής, ο Καραφίλ Σένα, που τον ξέρεις από τον ιδιαίτερο ρόλο του στον “Βασιλιά” του Γραμματικού. Η “Αμνηστία” είναι μια δύσβατη μεν, πολύ ενδιαφέρουσα δε, ταινία που με το γνωστό βαλκανικό της κλίμα μπορεί και να σε απορροφήσει σε μια κουλτούρα, την οποία κάθε άλλο παρά “τρυφερή” την αποκαλείς.

Όχι μόνο φίλοι (5/10)

Καμιά φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται και, μάλιστα, μπορεί να ειπωθεί και καλύτερα. Όπως ακριβώς σου έγραφα τον περασμένο Φλεβάρη για την κομεντί “Μόνο το σεξ δεν φτάνει”, τα ίδια σου γράφω και τώρα για το “Όχι μόνο φίλοι”. Όμορφα αγόρια και κορίτσια περπατούν, διασκεδάζουν, ερωτεύονται στα σύγχρονα αστικά κέντρα, και το σκέφτονται, το επεξεργάζονται, το μελετάνε, το συζητούν. Καθότι οι σχέσεις είναι δύσκολες στις μέρες, και το να βρεις το ταίρι σου, τον έρωτα σου, κάθε άλλο παρά απλό κι εύκολο σπορ είναι. Όπως τότε οι Άστον Κούτσερ και Νάταλι Πόρτμαν, έτσι και εδώ οι Τζάστιν Τίμπερλεϊκ και Μίλα Κούνις (και οι τέσσερις είναι σκέτα κουκλιά) ανακατεύουν φιλίες και έρωτες, και μέσα από κλισεδιάρικες συμπεριφορές, αναμενόμενα (αν και απρόσμενα στο σενάριο) περιστατικά, και τυχαία (αν και κάπου το “μυρίζεσαι”) σκιρτήματα της καρδιάς, εντέλει μπλέκουν τα μπούτια τους. Για να πάψω τις συγκρίσεις, το “Όχι μόνο φίλοι” είναι μια βατή μεν χαριτωμένη και διασκεδαστική δε κομεντί, καλοφτιαγμένη, με τις ωραίες μουσικές της, τα έντονα χρώματα της, τα όμορφα πρόσωπα της. Θα την διασκεδάσεις.

Ανώνυμοι ρομαντικοί (5/10)

Κοίταξε, είναι μια “μικρή” γαλλική ταινία, τρυφερή και γλυκιά, νοσταλγική και ευχάριστη, λίγο ρετρό καθότι το κλίμα που χτίζει έχει μια παλιακή αύρα, που θα σου θυμίσει λίγο “Αμελί” (λόγω της τρυφεράδας), λίγο “Chocolat” (εξαιτίας της… σοκολάτας), και λίγο από ένα σκασμό γαλλικές ταινίες που βγαίνουν κάθε χρόνο στο ίδιο τέμπο. Άνθρωποι πετυχημένοι στις δουλειές τους, με καλές ζωές χτισμένες, δεν τολμούν το μεγάλο βήμα για να βρουν τον σύντροφο που θέλουν. Δεν συμβαδίζουν δηλαδή με το γρήγορο, ενστικτώδες, κυνικό κλίμα της εποχής. Η ανατροπή έρχεται όταν δυο από αυτούς, που παρακολουθούν ένα ανάλογης θεματικής group therapy, ερωτευτούν ο ένας τον άλλο. Το μεγάλο ατού της ταινίας, πέρα από το εν γένει κλίμα του, είναι οι δυο πρωταγωνιστές που παίζουν τόσο ήσυχα και γλυκά ώστε σου αφήνει αυτή η σχέση τους ένα αίσθημα ευφορίας και απόλαυσης. Έτσι και θες να περάσεις ένα… ρομαντικό βράδυ, παρακολουθώντας μια τρυφερή ιστορία δεν έχεις παρά να δεις αυτή τη γαλλική πρόταση.

Sex and Zen : Απόλυτη Έκσταση 3D (5/10)

Εντάξει, και για να είμαι ειλικρινής αυτή η ταινία (;) που “θριάμβευσε” πέρυσι στις Κάννες είναι ότι πρέπει για να έχεις ένα άκρως διασκεδαστικό κινηματογραφικό βράδυ. Προφανώς και δεν θα δεις καμιά ποιότητα, ούτε φυσικά και μία σοβαρή υπόθεση που θα σου κινήσει το ενδιαφέρον. Το όλο κόνσεπτ στηρίζεται στη 3D απόλαυση του σοφτ πορνό που βλέπεις. Ουσιαστικά πρόκειται για ριμέικ κινηματογραφικής τριλογίας της δεκαετίας του 1990 (ξεκίνησε το 1991 και έσκισε εμπορικά), και δείχνει το αγωνιώδες παιχνίδι του σεξ στην εποχή της δυναστείας του Μινγκ. Οι μεν ηγέτες παίζουν με τα πέη τους, ποιος έχει το μακρύτερο ας πούμε, οι δε γυναίκες (εξωφρενικά όμορφες όλες τους) απλώς περιμένουν με ανυπομονησία τον “επιούσιο”. Και το αγκομαχητό πάει σύννεφο. Όπως και στις hardcore τσόντες, η ταινία έχει ενδιαφέρον στις σκηνές των οργίων. Στις υπόλοιπες γίνεται η απαραίτητη κοιλιά ώστε να προχωρήσει η ιστορία (δυστυχώς αναπόφευκτη). Κατά τα άλλα, αυτή η κινέζικη παραγωγή είναι καλοφτιαγμένη, με μια υπέροχη φωτογραφία και έντονα χρώματα, με τη σκηνοθεσία να περιορίζεται στις επιταγές του σεξ, όπως και οι ερμηνείες στου αγκομαχητού. Υπάρχει ακόμη άφθονο χιούμορ, γελάς δηλαδή με την καρδιά σου πέρα του ότι περνάς και “καλά”. Ξέρεις εσύ…

Colombiana (3/10)

Όπως έχω ξαναγράψει, πρόκειται για το γαλλικό Χόλιγουντ, του οποίου ο Σπίλμπεργκ είναι ο Μπεσόν (στην ταινία είναι σεναριογράφος, παραγωγός). Όπως και στην περίπτωση του Μεγάλου Αδελφού, άλλοτε βγαίνουν μπλοκμπάστερ άκρως διασκεδαστικά αν και θορυβώδη, κι άλλοτε μπούρδες ολόκληρες (ούτε καν μισές). Με το “Colombiana” έχουμε τη δεύτερη περίπτωση. Τύπου “Leon”, ένα από τα παλιά b μικρά διαμάντια του Μπεσόν (μαζί με το “Nikita” και το “Μια νύχτα στο υπόγειο”), η κατά τα άλλα όμορφη και σαγηνευτικά επιθετική Ζόε Σαλντάνα μεγαλώνει στην αγριούπολη της Μπογκοτά ανάμεσα σε φονιάδες και συμμορίες, και σιγά σιγά χτίζει την εκδίκηση της για τον φόνο των γονιών της. Ατελείωτα μπαμ μπουμ, απίστευτος θόρυβος, αρχετυπικές ιστορίες, κλισέ χαρακτήρες που έχεις ματαξαναδεί σε ένα σκασμό αστυνομικές και γκανγκστερικές ταινίες, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το μωσαϊκό αυτής της μάλλον μέτριας ταινίας, που θα ξεχάσεις μέχρι να πεις “κίμινο”.

Νικόστρατος - Ένα ξεχωριστό καλοκαίρι (3/10)

Δυο πράγματα θυμάμαι γι’ αυτή την ταινία. Αφενός όλη εκείνη την προσμονή για τη “μεγάλη” ταινία που θα έρθει, ενώ γυριζόταν στα ελληνικά νησιά. Η παρουσία μάλιστα του Κουστουρίτσα στον καστ επέτεινε όλη αυτή την αναμπουμπούλα. Αφετέρου το πόσο κάγκελο είχα μείνει μετά την προβολή της στο φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου (παρουσία όλων των συντελεστών της, στην τελετή λήξης). Κι αυτό γιατί είχα μόλις παρακολουθήσει μια εντελώς παιδική ταινία, ίσως και επιπέδου Disney, με απίστευτες σεναριακές και σκηνοθετικές ευκολίες, γεμάτη με απλοϊκά στοιχεία, και χαζές τυχαιότητες που το μειδίαμα το πίεζε, δεν το έβγαζε αβίαστα. Ίσως, μάλιστα, κι όλα αυτά να έφταιγαν εντέλει που η ταινία του Ορλέ πήρε τόσες αναβολές εξόδου στις αίθουσες και βγαίνει τώρα, κάπως off season για τα δεδομένα της. Εν ολίγοις ένα μικρό αγόρι, ο τραχύς πατέρας του, κι ο “μαγικός” πελεκάνος, θα μπλέξουν σε μια γλυκιά πλην ανόητη ιστορία καλοκαιρινής τρέλας. Ίσως η θέση της να είναι κατευθείαν στην τηλεόραση (μια και τη φωτογραφία της δεν τη λες και κινηματογραφική) και φυσικά στο dvd.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (29-9-11).