2 Σεπ 2011

Σινεμά, Δημοσιογραφία, Κριτική, Σινεμά: Μια εποχή στην κόλαση

Του Νέστορα Πουλάκου
poulakos@sevenart.gr


Αυτή την εβδομάδα το SevenArt σου εύχεται καλό καλοκαίρι. Ταυτόχρονα, και συμπληρώνοντας 1,5 χρόνο στο ελληνικό διαδίκτυο, επανέρχεται για την ενημέρωση σου στις 22 Αυγούστου, με την έναρξη της νέας κινηματογραφικής σεζόν. Συν το γεγονός της δικής μου παρουσίας σε αυτό το (ηλεκτρονικό) είδος δημοσιογραφίας, που πάντοτε εμπιστευόμουν και ως επαγγελματίας, όμως για πρώτη φορά στήριξα και υποστήριξα (όπως κι η άλλη πλευρά το πρόσωπο μου) χάριν στη ντομπροσύνη και το ήθος του Γιάννη Δηράκη (εκδότη & διευθυντή του σάιτ), σου παραθέτω -εν είδει κλεισίματος της σεζόν 2010-2011- κάποιες σκέψεις, κρίσεις, και προβληματισμούς για τον ίδιο τον κινηματογράφο (που με θρέφει), τη δημοσιογραφία και την κριτική (όπου βρίσκομαι).

Πρώτα απ’ όλα, και χωρίς υπερβολές, ας ανοίξει η κουβέντα για το ελληνικό σινεμά. Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι ταινίες και οι δημιουργοί τους. Ναι, συμφωνώ ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου γίνονται καλές ταινίες, από σκηνοθέτες με όραμα και συγκεκριμένο σχέδιο. Τέτοιες στιγμές έχει να ζήσει η ντόπια κινηματογραφία από την εποχή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Χωρίς να ξεχωρίζει κάποιος συγκεκριμένος δημιουργός (όπως ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος), και χωρίς βέβαια να λες ότι υπάρχει δεδομένη στήριξη και βοήθεια μεταξύ τους, μια πλειάδα δημιουργών ζορίζονται, μπλέκουν σε (χαοτικά) μονοπάτια όπως η διαφήμιση, μα εντέλει τα καταφέρνουν. Βραβεία σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού, συμμετοχές και διακρίσεις σε θεσμούς και διοργανώσεις (ήδη υπάρχει, όπως ξέρεις, ελληνικό ενδιαφέρον στα φεστιβάλ της Βενετίας και του Σαν Σεμπαστιάν, όπως και για το βραβείο LUX), παρουσία στα Όσκαρ, αφιερώματα και θεματικές για το ελληνικό σινεμά, γεμίζουν με χαρά και προσδοκίες έναν ολόκληρο κλάδο…

…που βιώνει την έκπτωση του, όμως. Θα μου πεις, αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη τη χώρα, ο κινηματογράφος θα γλιτώσει; Όλα ξεκινούν από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό άλλωστε, κανονίζει το παιχνίδι: Πόσα χρήματα θα δοθούν, και πότε φυσικά, στην παραγωγή ταινίας και στις κινηματογραφικές διοργανώσεις. Ποια πρόσωπα και πότε (επιτέλους) θα διοριστούν σε θεσμούς όπως το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πότε θα εφαρμοστεί στο σύνολο του, ο περιλάλητος νέος κινηματογραφικός νόμος που έχει ψηφιστεί από τον χειμώνα του 2010. Ποιες ομάδες θα στηριχθούν, και ποιες αντίστοιχα θα καταβαραθρωθούν (κλασική ελληνική πρακτική). Σε αυτή την πολιτική του υπουργείου, οι κινηματογραφιστές είναι τα πιόνια, κι αναλόγως με τη στάση τους, και τις κρίσεις τους, θα ωφεληθούν (ευθέως ή από την πίσω πόρτα) ή όχι. Προς το παρόν σημείωσε, ότι τα (όποια) χρήματα δίνονται κατά το δοκούν, οι διάφορες στηρίξεις είναι πάντοτε εξετάσιμες, και οι χρονοκαθυστερήσεις πάγιο φαινόμενο.

Το παζλ συμπληρώνεται με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Οι παραγωγοί, αν δεν είναι διεκπεραιωτές, μεσολαβητές, μεταφορείς χρηματοδοτήσεων, εκτελεστές -καθήκοντα σε ταινίες κουλτούρας-, στηρίζουν ως επί των πλείστων την εμπορική ταινία, κωμωδία κυρίως, ένα είδος πιο λαϊκό μεν, σπανίως ποιοτικό δε. Ο λόγος φυσικά είναι ότι το συγκεκριμένο είδος σινεμά φέρνει τα χρήματα και τα εισιτήρια. Μια πολιτική που είναι λογική, αλλά τσακίζει την πλειοψηφία του ντόπιου σινεμά. Όπως και να έχει πάντως, το ζητούμενο που είναι τα εισιτήρια δεν είναι και σίγουρο ότι θα επιτευχθεί. Για παράδειγμα, η χρονιά που μόλις τελειώνει, δεν έφερε ούτε τα καθιερωμένα εισιτήρια στο ποιοτικό σινεμά (με νωπά τα παραδείγματα του "Κυνόδοντα" και της "Στρέλλας"), ούτε καν στο αντίστοιχο εμπορικό (με επίσης, τα παραδείγματα της "Νήσου" και του "I love Καρδίτσα"). Στην παραπάνω κατάσταση, πρέπει να εξεταστεί και η παθογένεια τόσο της διανομής, όσο και της αίθουσας, κυρίως βάσει της κουλτούρας που υφίσταται.

Στον αντίποδα όλων αυτών βρίσκεται η δημοσιογραφία και η κριτική κινηματογράφου. Η μεν πρώτη, οφείλει πλην της ενημέρωσης των φίλων του κινηματογράφου, να ξεσκεπάζει και τα σκάνδαλα του χώρου. Η ενημέρωση επιτυγχάνεται σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Όσο για το ρεπορτάζ, αυτό νοσεί, και μαζί του αρρωσταίνει και η δημοσιογραφία. Σε ένα χώρο εκ των πραγμάτων μικρό, που όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, και οι σχέσεις πλέον ξεπερνούν το επίπεδο το επαγγελματικό, κάθε άλλα παρά αποκαλύπτονται οι παρασπονδίες, οι μπαγαποντιές, και οι οικονομικές ατασθαλίες. Με τα λεγόμενα Πέντε Φ (Φίλε Φέρε Φίλους Φάτε Φύγετε) στην πλήρη εφαρμογή τους, η αποκαλυπτική δημοσιογραφία έχει δώσει της θέση της στο χάιδεμα των αυτιών. Πότε άκουσες, τελευταία φορά, σκάνδαλο στο ντόπιο σινεμά; Ακόμη κι αν τα χρήματα που κυκλοφορούν είναι λίγα σε σχέση με άλλους τομείς της κοινωνίας μας, δεν σημαίνει ότι μερικές χιλιάδες οικογένειες δεν συντηρούνται και επιβιώνουν από τη μεγάλη οθόνη.

Η δε κριτική κινηματογράφου περνάει, στα σίγουρα, τη μεγαλύτερη κρίση της. Το -πριν μερικά χρόνια- περίφημο «ποιος εμπιστεύεται τους κριτικούς;», είναι πλέον καίριο. Η παθογένεια της κλίκας υπάρχει κι εδώ, όμως σε μικρότερο βαθμό. Αυτό που επικρατεί κυρίως, είναι η υποτίμηση της κριτικής πρώτα από το κοινό, και μετά από τους εκδότες. Το αναγνωστικό κοινό έχει κουραστεί από τα διανοουμενίστικα «σεντόνια» κουλτούρας και αποδόμησης μιας ταινίας. Η εποχή αυτή έχει περάσει για πάντα. Έχει κουραστεί ακόμη, από τις αυθεντίες και τους αστέρες. Θέλει πλέον, να διαβάζει μικρά κείμενα, απλά και ξεκούραστα μεν, εύστοχα και ιντριγκαδόρικα δε. Ζητά επιπλέον, να διαβάζει αρθρογράφους ποιότητας, που να είναι κοντά του κι όχι απόμακροι και δήθεν, να είναι άμεσοι, με συνέπεια, ήθος, και χωρίς πολλές φανφάρες. Κι επειδή συγκαταλέγομαι ανάμεσα στους κριτικούς της εποχής αυτής, η κουβέντα που έχει ανοίξει αφορά αυτή την πρόκληση: να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη σου. Οψόμεθα.

Και σου λέω ότι την εμπιστοσύνη σου την κερδίζουμε… Πού θα γράφουμε όμως; Πρόσφατα, νεόκοπη ημερήσια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας μου διεμήνυσε ότι δεν έχει ανάγκη από κριτική κινηματογράφου. Προτιμά τα δελτία τύπου των εταιρειών. Βέβαια, δεν έχει ανάγκη ούτε από δημοσιογράφο κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Σε αντίστοιχη περίπτωση, εβδομαδιαία εφημερίδα που μου έκανε σχετική πρόταση πέρυσι, προτίμησε εντέλει ερασιτέχνη κειμενογράφο άκρως σινεφίλ (και δωρεάν), από τα να μου δώσει μερικές δεκάδες ευρώ (άνευ ασφάλισης). Φευ! Την τελευταία χρονιά, εφημερίδα, ραδιόφωνο, περιοδικά, τηλεόραση, εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητα μου αστραπιαία. Πτώχευση, λουκέτο, στάση πληρωμών, και το κυριότερο, βαθιά υποτίμηση. Υπάρχουν αφεντικά που πιστεύουν ότι επειδή αυτή η δουλειά ξεκίνησε από το ψώνιο σου για το σινεμά, δεν πρέπει και να αμείβεται. Σου κάνουν και χάρη. Δε νομίζω…

Πέρα από τις παραπάνω προσωπικές εμπειρίες, η εν γένει έκπτωση στον πολιτισμό φέρνει και την αντίστοιχη έκπτωση στο πολιτιστικό τμήμα των μήντια πάσης φύσεως. Οι εκδότες από 'κει κόβουν πρωτίστως, με αποτέλεσμα να συρρικνώνονται τα τμήματα, να υπάρχουν ελλείψεις στην ενημέρωση, να χάνεται η ποιότητα, και να υποτιμάται κι άλλο η συγκεκριμένη δουλειά από τους αναγνώστες. Επιπλέον, μονοθεματικά μήντια με δυσκολία επιβιώνουν. Θέλουν υπομονή κι επιμονή. Στο σημείο αυτό, δεν θα σου μιλήσω για τον δημοσιογράφο-πιόνι (συχνό φαινόμενο) που εξυπηρετεί τα συμφέροντα, τις ορέξεις, και τις κοσμικές κάβλες του αφεντικού του. Θεώρησε το δεδομένο. Για να μη μακρηγορώ και γίνομαι κουραστικός, η δουλειά του δημοσιογράφου-κριτικού κινηματογράφου (ιδιότητες που κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να συγχέονται -στα ελληνικά Μ.Μ.Ε. όμως γίνεται κι αυτό) είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα κι απολαυστική. Παρά την όποια κούραση, το στύψιμο του εγκεφάλου σου, και τα ποικίλα θέματα με τα οποία καταπιάνεσαι (άλλωστε για κανονική δουλειά πρόκειται, όποιον και να ξενίζει αυτό). Αρκεί όμως να γίνεται σωστά, βγάζοντας τον προσωπικό σου μέσο όρο στα παραπάνω ζητήματα, που σου θέτω.

Στο ελληνικό διαδίκτυο, από το οποίο με διαβάζεις εδώ και ένα χρόνο, γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια ώστε να έχει ο κινηματογράφος τη σωστή του ενημέρωση μακριά από περιορισμούς λέξεων, κομ ιλ φο εκφράσεις, ελάχιστο χρόνο προβολής, και εξυπηρετήσεις μεγαλοσυμφερόντων. Όταν ο δημοσιογράφος του σινεμά καταλάβει ότι το διαδίκτυο δεν είναι το σκαλοπάτι που θα τον ξαναφέρει στην εφημερίδα, το ραδιόφωνο ή το περιοδικό, από τα οποία για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχει αποχωρήσει, τότε και μόνο θα συνειδητοποιήσει τη σημαντικότητα του μέσου που δουλεύει και πληρώνεται (έστω και με λίγα). Πρόσεξε, δεν λέω ότι τα παραδοσιακά μέσα πεθάνανε, αλλά ότι οφείλουν επιτακτικώς να αλλάξουν νοοτροπία προς όλους: τους αναγνώστες και τους δημοσιογράφους τους. Στο ελληνικό ίντερνετ, υπάρχουν αυτή τη στιγμή μερικά κινηματογραφικά σάιτς που κάνουν πολύ καλή δουλειά (και δεν μιλώ αποκλειστικά για το SevenArt). Η υπομονή που πρέπει να έχουν, και η εμπιστοσύνη που οφείλουν (ναι!) να τους δείξουν οι όποιοι διαφημιζόμενοι, θα τα διατηρήσει στον αφρό των ημερών.

Όλα τα παραπάνω που σου γράφω, είναι σκέψεις, κρίσεις, και προβληματισμοί περί του ελληνικού σινεμά, και της ντόπιας δημοσιογραφίας και κριτικής κινηματογράφου ώστε να ανοίξει ένας διάλογος, και να ξεκαθαριστεί μια εποχή, σιγά σιγά, από τα σκατά της. Άλλωστε, και χωρίς να γίνομαι υπερβολικός, ζούμε όντως μια εποχή στην κόλαση. Στο χέρι όλων μας είναι να βγούμε από αυτή. Άλλωστε, υπάρχουν ακόμη η τρυφερότητα, η αγάπη, και η γλυκύτητα που μας κρατούν ζωντανούς, εδώ. Καλό καλοκαίρι. Και καλή αντάμωση.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (1-8-11).