24 Σεπ 2011

Συνέντευξη του Δημήτρη Αθανίτη..

Συνέντευξη
στον Νέστορα Πουλάκο


Με τις “Τρεις μέρες ευτυχίας”, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης ολοκληρώνει τον προβληματισμό του για την πραγματικότητα που ζούμε κι αντιμετωπίζουμε την τελευταία δεκαετία. Αυτό το κοινωνικό του σχόλιο, που διανθίζεται με υπαρξιακές, ψυχολογικές, βαθιά ανθρώπινες πινελιές, ξεκίνησε με την ταινία “2000+1 Στιγμές” για τον ερχομό του νέου αιώνα.

Συνεχίστηκε με την ταινία “Πόλη των θαυμάτων”, μια πολύ-πολιτισμική προσέγγιση της Αθήνας των Ολυμπιακών Αγώνων. Για να ολοκληρωθεί φέτος με τις “Τρεις μέρες ευτυχίας”. Και πάλι ο Αθανίτης συνθέτει μια σπονδυλωτή ταινία, που διατρέχεται από τρεις ιστορίες γυναικών οι οποίες ψάχνουν την ευτυχία τους, την ουτοπία τους, τη σωτηρία τους.

Με την τελευταία του ταινία, ο Αθανίτης μιλά για τις δυσκολίες της εποχής που ζούμε, μέσα από τους θεσμούς της οικογένειας, του γάμου, της φιλίας, της αγάπης που εμπνέει τις σχέσεις εν γένει. Και πάλι στη μουντή Αθήνα, διαδραματίζονται τρεις ιστορίες με σαφή προβλήματα, που όμως το φως διαφαίνεται μέσα απ’ το τούνελ.

Ο Δημήτρης Αθανίτης, ο οποίος με την πρώτη του ταινία “Αντίο Βερολίνο” έκανε αίσθηση στο ντόπιο σινεμά, μίλησε στο SevenArt λίγες μέρες πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της νέας του ταινίας στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Μου είχες πει παλιότερα ότι παιδεύτηκες εντέλει με την ταινία “Τρεις μέρες ευτυχίας” προκειμένου να την ολοκληρώσεις.

Κι όντως. Τώρα που το σκέφτομαι, κοντά στα έξι χρόνια είναι που ασχολούμαι με τη συγκεκριμένη ιστορία. Πρώτα γράφτηκε το σενάριο, το οποίο και ξαναείδα όταν συμμετείχα στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στη Νίσυρο. Μετά, με παίδεψε το κάστινγκ. Είδα πολύ κόσμο, ιδίως εκατοντάδες κοπέλες για τους τρεις κεντρικούς ρόλους. Και στη συνέχεια ξέρεις, έπρεπε να λυθεί το οικονομικό θέμα, καθότι ακόμη κι αν εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μου από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, με δυσκολία αποταμιεύεται. Πλην όλων αυτών, εξετάζω πλέον και το ενδεχόμενο, σε μελλοντική ταινία μου, να μην μπω στην αγχώδη και κοπιώδη διαδικασία του σφιχτού προγράμματος γυρισμάτων. Καλύτερο θα είναι να απλώνεται αυτό το κομμάτι σε βάθος χρόνου.

Και πάλι σκηνοθετείς μια σπονδυλωτή ιστορία, όπως έγινε στις δυο προηγούμενες ταινίες σου. Γιατί αυτό;

Με ενδιαφέρει πολύ να περιπλέκονται με κάποιο τρόπο ιστορίες προσώπων, που φαινομενικά δεν έχουν κάποια σχέση. Υπάρχει όμως μια συνισταμένη που τους απασχολεί. Για παράδειγμα, στις “Τρεις μέρες ευτυχίας” οι τρεις κοπέλες ψάχνουν να βρουν τη διέξοδό τους, να ξεφύγουν από αυτά που τους απασχολούν, τα προβλήματά τους αν θες. Και κάπως εκεί “συναντιούνται”. Τα τρία αυτά κορίτσια μπορεί να μην έχουν κοινά σε μια πρώτη εικόνα, όμως εντέλει μοιάζουν τόσο πολύ στο βάθος.

Ποιος είναι δηλαδή ο παράγοντας αυτός που τις κρατάει πίσω;

Εκεί που εντοπίζεται το πρόβλημα βασικά, είναι στην οικογένεια. Τις κρατάει πίσω, ουσιαστικά τις διαλύει. Η μια κοπέλα, η Βέρα, με το πέρας των σπουδών της επιστρέφει στο σπίτι της και σε μια οικογένεια που, εν ολίγοις, δεν “γνωρίζει”. Η δεύτερη κοπέλα, η Ιρίνα, που εκδίδεται από την ίδια της την οικογένεια θέλει να ξεφύγει, και να μεταναστεύσει. Η τελευταία κοπέλα, η Άννα, προσπαθεί να ζήσει έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα της τη διαλυμένη οικογένεια της.

Επομένως καταπιάνεσαι με ένα θέμα που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία;

Σαφώς. Είμαστε ακόμη, ένας λαός, μια κοινωνία που στηρίζεται στην οικογένεια. Δεν έχουμε ξεφύγει από αυτό. Βέβαια, το γεγονός αυτό που μπορεί να έχει πολλά καλά, δημιουργεί σε αναρίθμητες περιπτώσεις και προβλήματα. Το κυριότερο από αυτά είναι ότι από την υπερβολική αγάπη που δίνει στο παιδί, λειτουργεί ταυτόχρονα ανασταλτικά για την εξέλιξη του, τα θέλω του. Υπάρχει κάτι κλειστό στις ελληνικές οικογένειες. Και επικρατεί η συλλογιστική "εμείς και οι άλλοι". Η πάρτη μας, δηλαδή. Κάτι το οποίο χαρακτηρίζει εν γένει την κοινωνία μας, σε πολλά επίπεδα και σε όλους τους θεσμούς της.

Υπάρχει αισιοδοξία σε αυτό το σκηνικό που περιγράφεις στην ταινία σου;

Καταρχάς ο τίτλος είναι ειρωνικός. Σαφώς και τα τρία αυτά κορίτσια δεν βιώνουν κάποιου είδους ευτυχία στις καταστάσεις που βρίσκονται. Παρόλο τον προβληματισμό που υπάρχει όμως, η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί αρκεί να κυνηγήσουν αυτό το οποίο πραγματικά θέλουν, και να ξεφύγουν από αυτό το οποίο είναι “φυλακισμένες”.

Αν και δικό σου “παιδί”, ποια πιστεύεις ότι θα είναι η πορεία της ταινίας σου;

Δεν τρέφω αυταπάτες, ξέρω ότι έχω κάνει μια σινεφίλ ταινία, που όμως είναι επίκαιρη και μπορεί να απασχολήσει πολύ κόσμο της εποχής και της νέας γενιάς. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχει μια καλή πορεία στα φεστιβάλ όπου θα προβληθεί, κι ελπίζω να βρει διανομή μες στο χρόνο και να παίξει στις αίθουσες. Το τελευταίο είναι και το πλέον δύσκολο.
Κλείνοντας, θέλω το σχόλιο σου για τα παρακάτω μια και είσαι από τους πλέον ενεργούς με τα κοινά, κινηματογραφιστές της χώρας. Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, νέος κινηματογραφικός νόμος, Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θεωρώ πως κινείται στη σωστή κατεύθυνση με τον διορισμό του Δημάρχου κ. Μπουτάρη ως Προέδρου του. Η στροφή που πρέπει να κάνει προς την πόλη η διοργάνωση είναι επιβεβλημένη. Με τη διόγκωση της τελευταίας δεκαετίας είχε χάσει την τοπική ταυτότητά του. Βέβαια, θεωρώ “φάουλ” το νέο κανονισμό του, με τον οποίο “πετά” απ’ έξω ελληνικές ταινίες που έχουν κάνει πρεμιέρα σε άλλα φεστιβάλ. Δεν τους δίνει τη δυνατότητα να προβληθούν ούτε στο Πανόραμα του. Για το νέο κινηματογραφικό νόμο που πιστεύω ότι βρίσκεται σε σωστό πλαίσιο, νομίζω ότι δεν πρέπει να μείνει στα χαρτιά και να εφαρμοστεί άμεσα. Για τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, των οποίων είμαι και μέλος, θεωρώ ότι οφείλουν να ενεργοποιηθούν ξανά. Έχουν αποτραβηχτεί αδικαιολόγητα. Για την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (Σ.σ. είναι Γενικός Γραμματέας) πιστεύω ότι γίνεται πολύ καλή δουλειά, κάτι που έχει φανεί ήδη. Στη συνεδρίαση του φθινοπώρου θα συζητηθούν εκτενώς κι όλα εκείνα τα λάθη που μπορεί να έχει το καταστατικό της, ώστε να διορθωθούν.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-9-11).