13 Οκτ 2011

Ταινίες 12ης Οκτωβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες, εκ των οποίων ο Tζωρτζ Κλούνεϊ ξεχωρίζει μια και εξελίσσεται σε σύγχρονο σκηνοθετικό σταρ ίσων αποστάσεων με έναν Πάκουλα, Πόλακ ή και Ρέντφορντ καλύτερα. Ταινία της εβδομάδας είναι το πολιτικό δράμα “Αι ειδοί του Μαρτίου”, του οποίου ο ακατανόητος τίτλος μπορεί να σε ξενίζει, στην ουσία του όμως θα σε διασκεδάσει και θα σε προβληματίσει για την πολιτική σαπίλα που υπάρχει γύρω σου. Ο Τζωρτζ Κλούνεϊ σε μεγάλη σκηνοθετική φόρμα, ενώ ο Ράιαν Γκόσλινγκ δίνει μια ακόμη εξαιρετική ερμηνεία. Στη νέα ταινία του Γκας Βαν Σαντ “Restless”, θα δεις μια από τα ίδια. Σκοτεινιά και μιζέρια της σημερινής εφηβείας, γυρισμένη βάσει της μανιέρας του Αμερικανού σκηνοθέτη. Γι’ αυτό άλλωστε και συμμετείχε στο παράλληλο τμήμα των Καννών “Ένα κάποιο βλέμμα”. Ενώ στην ταινία “Η ζωή που θα έρθει” του Ισπανού σκηνοθέτη Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, που είχε κάνει το αριστουργηματικό “Δευτέρες με λιακάδα”, θα δεις μια γλυκιά και μινιμαλιστική ιστορία ανθρωπιάς στο σύγχρονο και πολλές φορές σκληρό αστικό περιβάλλον για τους μετανάστες. Συνέντευξη του σκηνοθέτη μπορείς να διαβάσεις εδώ. Το “Δωμάτιο στη Ρώμη” του -επίσης- Ισπανού Χούλιο Μέντεμ (“Εραστές του Αρκτικού Κύκλου”) μου άρεσε πολύ κυρίως -θα το ομολογήσω- για τις άκρως αισθησιακές και εν γένει εξαίσιες λεσβιακές του σκηνές. Επειδή όμως θεωρώ τη συγκεκριμένη ιστορία ότι αγγίζει τα όρια του δήθεν, η αγαπητή Στέλλα θα στα πει καλύτερα. Η συγκεκριμένη ταινία βγαίνει μετά από αρκετές αναβολές και με σχετική καθυστέρηση στην Ελλάδα. Το θρίλερ “Μη φοβάσαι το σκοτάδι”, που φέρει την εμπορική στάμπα του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, και αποτελεί ριμέικ ανόητης τηλεταινίας της δεκαετίας του 1970, αξίζει μόνο για την αισθητική του που σε προκαλεί έναν κάποιο τρόμο. Κατά τα άλλα, στρίψε στην άλλη γωνία. Για να πέσεις πάνω σε ένα σίκουελ, αυτή τη φορά ελληνικό. Ο Όμηρος Ευστρατιάδης των ‘80s, αφού είδε να ανεβαίνουν οι “μετοχές” του μετά την απρόσμενη επιτυχία του περυσινού σίκουελ “Ρόδα, τσάντα και κοπάνα”, αποφάσισε να γυρίσει ένα ακόμη, βασισμένος στους “Πόντιους” του, παραγωγής 1986. Δημοσιογραφική προβολή δεν έγινε (γιατί άραγε;), και στην πρεμιέρα ούτε που πήγα καθότι πέρυσι την “πάτησα” για τα καλά (και είχα πάρει μαζί και ένα σωρό φίλους μου -η μούτζα πήγε σύννεφο). Εσύ αποφασίζεις, που λένε κιόλας….

Αι ειδοί του Μαρτίου (8/10)

Ξεπερνώντας τόσο τον ατυχή τίτλο που έδωσε ο Κλούνει στην ταινία του κι εσύ πρέπει να ανατρέξεις σε εγκυκλοπαίδειες και ιστορικά βιβλία για να καταλάβεις τι είχε στο μυαλό του ο Καίσαρας και ο μάντης που του το είπε, όσο και στην ακατανόητη επιμονή της εταιρείας διανομής της ταινίας να τον διατηρήσει στα ελληνικά, έχεις να δεις ένα ολόφρεσκο, χολιγουντιανό αριστούργημα. Σαν τον Πάκουλα, τον Πόλακ, ή και τον Ρέντφορντ κυρίως, ο Κλούνει αναδεικνύεται με τα χρόνια σε σκηνοθετικό σταρ ίσων αποστάσεων. Οι δυο πρώτες του ταινίες το έχουν αποδείξει άλλωστε (ξεπερνώντας και ξεπετώντας στα γρήγορα, την τρίτη), ενώ με την τωρινή και το πολυάστερο καστ που διαθέτει, τα Όσκαρ και οι διακρίσεις είναι αδιαμφισβήτητα δικά του. Κατά τα λοιπά, θα παρακολουθήσεις ένα γρήγορο, διασκεδαστικό, άκρως ενδιαφέρον, και γεμάτο προβληματισμούς πολιτικό δράμα στη σύγχρονη Αμερική, αναφορικά με τις προεκλογικές καμπάνιες και τα απίστευτα σάπια παιχνίδια που παίζονται για την ανάδειξη των προέδρων. Πρόσεξε, η ταινία δεν διαφέρει σε τίποτα από ότι παρόμοιο έχεις δει στο Χόλιγουντ από τη δεκαετία του 1940 και έκτοτε (π.χ. “Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά”). Το ενδιαφέρον, η αγωνία, και το μυστήριο για την επίλυση του, παραμένουν σε πρώτο πλάνο και σε ολοένα πιο αυξανόμενο τέμπο δράσης. Για ακόμη μια φορά έχω να σου πω, αν και το φαντάζεσαι, ότι κερδίζει την προσοχή σου ο Ράιαν Γκόσλινγκ, ο οποίος έτσι και κάνει τις σωστές επιλογές από εδώ και στο εξής, θα γίνει ο νέος σταρ του Χόλιγουντ, εφάμιλλος με τον Ντε Νίρο ή τον Σων Πεν. Εν γένει, έχεις σερβιρισμένη στο πιάτο σου μια ακόμη άκρως εντυπωσιακή και σοβαρή ταινία από το Χόλιγουντ, μετά το “Drive”.

Η ζωή που θα έρθει (6/10)

Είναι μια ταινία για τη ζωή, το μεγαλείο της, τη διατήρηση της μέσα από αγώνες, ψυχικές ανατροπές, καθημερινούς εκβιασμούς, όπου το ένστικτο έχει τον πρωτεύοντα ρόλο ώστε όλα να κυλήσουν ρολόι. Ο Αρανόα, που ξέρεις από το έξοχο “Δευτέρες με λιακάδα”, κινηματογραφεί μια ιστορία που τραμπαλίζεται μεταξύ μαύρου χιούμορ και υπαρξιακού δράματος, κοινωνικού προβληματισμού, και μιας ρομαντικής, αγνής, πλατωνικής αγάπης, λίαν αξιοζήλευτης. Στο κέντρο της ιστορίας του είναι μια νεαρή μετανάστρια από το Περού, αρκούντως δυσαρεστημένη από τον άντρα της και το σπιτικό της. Όμως τα πάντα αλλάζουν στη ζωή της όταν ξαφνικά μαθαίνει ότι είναι έγκυος. Ψάχνοντας να βρει δουλειά για να συντηρηθεί, συμφωνεί να φροντίζει τον κατάκοιτο Αμαδόρ. Θα δεις μια χαμηλόφωνη ταινία, γλυκιά μα και σκληρή, τρυφερή αλλά και δυσάρεστη. Μεταξύ κωμωδίας και δράματος, αυτή η καλοφτιαγμένη ταινία ενός εκ των καλύτερων κινηματογραφιστών της Ισπανίας, θα σε ανταμείψει τόσο για τον σινεφίλ χρόνο που της διέθεσες, όσο και για την ανθρώπινη ακρότητα (ή παραδοξότητα) που όλο και κάτι σου θυμίζει.

Restless (5/10)

Το ζήτημα πλέον με τον Γκας Βαν Σαντ είναι ότι η σκηνοθετική μανιέρα του αρχίζει και κουράζει γιατί στερείται περιεχομένου. Χωρίς να είναι απαραίτητα κακό όταν ένας σκηνοθέτης παγιώνει το στυλ του και πατάει πάνω σε αυτό, έχοντας βέβαια και τις μικρές mainstream εκλάμψεις του (π.χ. “Milk”), εντούτοις η έλλειψη ουσίας (ή και ιστορίας) το κάνει αυτομάτως ανιαρό. Στο “Restless”, μια ταινία για το θάνατο, η σκοτεινιά, η μιζέρια, και οι μαύρες σκέψεις των νέων κυριαρχούν και πάλι, διαθέτοντας βέβαια και τη συν αυτώ αισιόδοξη νότα, παρά το γεγονός ότι έχουν επαναληφθεί στο “Last Days”, το “Paranoid Park”, ή το “Gerry”. Στο ίδιο τέμπο, με τους σκηνοθετικούς χρόνους παρόμοιους, και τη ματιά του να βρίσκεται από κοινή οπτική γωνία, ο Βαν Σαντ αφηγείται εντέλει μια ιστορία γρήγορης ενηλικίωσης, που το τέλος της σε αφήνει μετέωρο. Ε, και; Τι είδα τώρα, θα αναρωτηθείς στα σίγουρα. Εν γένει, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν σου αφηγείται κάτι το καινούριο, ενώ αυτό που κάνει δεν είναι καν ελκυστικό όπως συμβαίνει στις αλεν-ικές δημιουργίες των τελευταίων ετών. Κάτι που φυσικά θα σε αφήσει αδιάφορο αν όχι και παντελώς βαριεστημένο.

Μη φοβάσαι το σκοτάδι (4/10)

Από αυτή την ιστορία τρόμου, το μόνο που κρατάω είναι την αισθητική της. Αυτή από μόνη της, μπορεί να κερδίσει την όποια τρομάρα σου, αφού φαίνεται ότι μόνο το συγκεκριμένο κομμάτι δούλεψε ο Νίξει. Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί γυρίζονται ριμέικ θρίλερ που ακόμη και τα πρωτότυπα ελάχιστα απέχουν από τον χαρακτηρισμό “πατάτα”. Η ταινία αυτή στηρίζεται σε τηλεταινία, ούτε καν σε κινηματογραφικό είδος δηλαδή, παραγωγής του 1973. Δηλαδή από ιδέες στερέψατε; (σ.σ. το φαινόμενο παρατηρείται για τρίτη φορά μες στο μήνα). Κι ως τελευταίο να σου πω, μια και δεν με χρειάζεσαι άλλο αφού αν θες να πας να ξεκατινιαστείς στο θρίλερ για το χαβαλέ σου δεν θα με ακούσεις και πολύ, να μην τσιμπήσεις από το όνομα του Ντελ Τόρο στην παραγωγή. Εμπορική στάμπα για το είδος του τρόμου είναι, αφού η συγκεκριμένη ταινία ελάχιστες ομοιότητες έχει με τις δουλειές του Ισπανού σκηνοθέτη, και ο ίδιος εξακολουθεί καταπώς φαίνεται να πουλάει.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-10-11).