27 Οκτ 2011

Ταινίες 27ης Οκτωβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, οι οποίες θα κονταροχτυπηθούν για το “μικρό” και “μεγάλο” κοινό όπου απευθύνονται. Τσεϊλάν, Λάνθιμος και Περάκης σου προσφέρουν σινεμά προδιαγραφών πριν “φύγει” ο μήνας, κι εν μέσω του 24ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Ταινία της εβδομάδας είναι το “Κάποτε στην Ανατολία”, η καινούρια ταινία του σημαντικότερου Τούρκου σκηνοθέτη (και εκ των πλέον αναγνωρισμένων διεθνώς) Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν. Σινεμά υψηλών ταχυτήτων, με άψογη σκηνοθεσία, καταπληκτική δραματουργία, και βαθιά ανθρώπινη ψυχοβγαλτική ιστορία. Την κριτική στη γράφει ο Δηράκης, για να μη με πουν και “καμπούρη”. Όπως αναμενόταν, διχασμούς και συζητήσεις προκαλούν κιόλας οι βραβευμένες “Άλπεις” του Γιώργου Λάνθιμου. Βιρτουοζιτέ σινεμά που όμως είναι κλινικά νεκρό όταν κι εφόσον ξαναδεί ο δημιουργός τους τι ακριβώς (δεν) λέει. Την τελευταία του “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στη Στεριά” σκηνοθετεί ο Νίκος Περάκης, συνεχίζοντας 27 χρόνια μετά αυτό το άκρως πετυχημένο franchise. Μια πετυχημένη σάτιρα είναι που καταλήγει σούπα όταν μπλέκεται η εμπορική του διάσταση.

Άλπεις (4/10)

Θα εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ. Ο Λάνθιμος είναι ένας μαθηματικός σκηνοθέτης, δηλαδή τόσο έξυπνος και υπολογιστικός, ώστε έχει καταφέρει να βρει εκείνη τη φόρμουλα-πατέντα που κάνει το σινεμά του ελκυστικό. Τουλάχιστον σε μια μερίδα ανθρώπων, που χαζεύουν στις γκαλερί, και λατρεύουν τις εικαστικές εγκαταστάσεις, και τα μεταμοντέρνα (χορό)θέατρα ακόμη. Με τον “Κυνόδοντα” μπόρεσε να μπει στο μάτι και μιας ευρύτερης πιάτσας σινεφίλ. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό. Ίσως να είναι και το θέμα της ταινίας, που είναι πολύ ελληνικό ακόμη κι ας μην κινηματογραφήθηκε έτσι. Με τις “Άλπεις” τώρα, την ταινία αίνιγμα, δηλαδή του τι ακριβώς θέλει να πει στον θεατή, το όλο εγχείρημα του Λάνθιμου αλλάζει. Το νοσοκομειακό, κλινικό, (ίσως και) δήθεν, καθάριο μα και ρετρό σινεμά του Λάνθιμου μεταφράζεται σε βιρτουοζιτέ άσκηση ύφους και στις “Άλπεις”. Για μάντεψε τι λείπει αυτή τη φορά, φέροντας στο μυαλό σου και την “Κινέττα”; Μα το σενάριο. Για το οποίο, λέει, βραβεύτηκε στη Μόστρα της Βενετίας (της οποίας η περυσινή κριτική επιτροπή έδωσε το Χρυσό Λιοντάρι στην Κόπολα και το βραβείο ερμηνείας στην Λαμπέντ κι όχι στην -οσκαρούχα- Πόρτμαν). Στα του σεναρίου: Δυστυχώς ένα μπόλικο τίποτα είναι. Έξυπνη η αρχική ιδέα, της μάζωξης δηλαδή περιθωριοποιημένων ανθρώπων για τη συγκρότηση ομάδας που υποκαθιστά νεκρούς. Ποντάρει για να καταλάβεις στην καταπιεσμένη, σχεδόν συντριμμένη προσωπικότητα, η οποία ζει μέσα από το νεκρό, και στο σπίτι του “πόνου”. Στο προκείμενο: Καμία ουσία. Καθώς ξετυλίγεται ο σεναριακός ιστός το καταλαβαίνεις ότι βαριανασαίνει μια και χωλαίνει. Και ψάχνοντας να βρει την τελική ανατροπή ώστε να αποθεώσεις την ταινία, τα κάνει σαλάτα. Εντέλει τι μένει από τη νέα ταινία του φαινόμενου Λάνθιμου, του σκηνοθέτη δηλαδή που “μας έδωσε” βραβεία στις Κάννες, τη Βενετία, υποψηφιότητα στα Όσκαρ, και διεθνή arthouse αναγνώριση; Αφενός η πολύ καλή ερμηνεία… ενός σκηνοθέτη. Του Σταύρου Ψυλλάκη. Χίλια μπράβο του. Αφετέρου, η αγωνιώδης προσπάθεια του Λάνθιμου να μιλήσει και πάλι για το άβατο, το απύθμενο της ψυχής, μέσα από μια ακόμη (κουλή) ιστορία, η οποία θα μπορούσε να γίνει και hit. Αλλά δεν έγινε. Η γνώμη μου λέει ότι ο Λάνθιμος είναι τόσο ταλαντούχος που δεν χωράει αμφισβήτηση (καμία). Το πνεύμα μου όμως δεν αντέχει άλλο αυτό το σινεμά του ουραγκοτάγκου. Έπηξε.

Λούφα και Παραλλαγή : Σειρήνες στη Στεριά (4/10)

Στην τελευταία του “Λούφα και Παραλλαγή” ο Περάκης παρουσιάζεται κάπως αμήχανος, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά. Ακόμη και το κομμάτι της “πώλησης”, το εμπορικό δηλαδή με τα ωραία κορίτσια, τα κουνήματα, τις ατάκες, την κρητική διάλεκτο, και τη δυνατή μουσική, παλατζάρει επίσης. Είναι εμφανές ότι ο Περάκης θέλει να (ξανα)γυρίσει την πρώτη “Λούφα και Παραλλαγή”, εκείνη του 1984, ώστε να καυτηριάσει, να σατιρίσει, και να διακωμωδήσει τα χίλια κακά, στραβά κι ανάποδα που συμβαίνουν στις μέρες μας. Δηλαδή, για να καταλάβεις, δεν θέλει να γυρίσει μια φανταστική ιστορία που θα έχει φλερτ, χάζι και διασκέδαση όπως στη “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο” (άκρως πετυχημένη πάντως). Αντίθετα, από την τελευταία ταινία το μόνο που διατηρεί είναι τους χαρακτήρες, αν και κακώς κατά τη γνώμη μου. Βλέπεις, οι “ήρωες” έχουν χάσει εκείνη τη φρεσκάδα τους, και τα αστεία και τα παπατζιλίκια τους έχουν περάσει στο κοινό και δεν ψαρώνουν πια (βλέπε κρητική διάλεκτο του Αυγουστίδη και νταηλίκι του Σεϊταρίδη). Άσε που η Καγιά μιλάει παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται (σε αντίθεση με την παλιότερη ταινία). Εν ολίγοις στη νέα “Λούφα και Παραλλαγή” επικρατεί το απόλυτο μπάχαλο. Από τη μια μεριά, αυτό το… μπάχαλο μπορεί και αποτυπώνει πετυχημένα το ελληνικό μπάχαλο που υπάρχει γύρω σου. Μπράβο στον Περάκη. Από την άλλη μεριά όμως, το δέσιμο με το life style και σπινταριστό εξυπνακίστικο χάζι δεν πετυχαίνει. Γίνεται σούπα. Και αυτό κυρίως εντοπίζεται στα επιμέρους στοιχεία, από τους διαλόγους και τους χαρακτήρες, μέχρι την κεντρική ιστορία-πρόφαση και τα άχαρα καμιά φορά πλάνα. Η πετυχημένη σάτιρα πάντως μένει.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (27-10-11).