3 Οκτ 2011

ΠΑΥΛΟΣ ΤΑΣΙΟΣ

Του Νέστορα Πουλάκου

“Φεύγω για πάντα” έγραφε στον καθρέφτη ο Γιώργος Κιμούλης, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του στον κινηματογράφο. “Έχουν αγριέψει οι καιροί και που θα βγει δεν ξέρω” τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος, στην ταινία-παντιέρα για την ελληνική νεολαία της δεκαετίας του 1980. Με το “Νοκ άουτ”, την τελευταία του ταινία που γυρίστηκε το 1986 χάρη σε μια ιδέα του Γιώργου Κούνδουρου, ο Παύλος Τάσιος τα έβαλε με τους κριτικούς κινηματογράφου και την καθεστηκυία τάξη του ντόπιου σινεμά, σηκώθηκε και ούρλιαζε εναντίον του κοινού που τον αποδοκίμαζε κατά την απονομή των βραβείων καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας (κι ακόμη τεσσάρων βραβείων) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και αποχώρησε με το κεφάλι ψηλά από το σινεμά μια για πάντα (επέστρεψε μόνο ως παραγωγός, το 1999, με την ταινία “Αλιόσα” του Θανάση Σκρουμπέλου). Ο Παύλος Τάσιος, σε ηλικία 69 και μισό χρονών, πέθανε στην Αθήνα, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Μια βδομάδα πριν είχε “φύγει” από τη ζωή, ο “ήρωας” της πλέον εμπορικότερης ταινίας του, της “Παραγγελιάς”, Νίκος Κοεμτζής. Παρά μία μέρα, πριν 18 ακριβώς χρόνια, αυτοκτόνησε η γυναίκα της ζωής του, η μάνα του παιδιού του, η ποιήτρια και ηθοποιός Κατερίνα Γώγου. Η κηδεία του θα γίνει αύριο, Δευτέρα, στις 15.30 και θα ταφεί στο Νεκροταφείο Γλυκών Νερών.

Από τους πλέον αντισυμβατικούς, αντιδραστικούς, εν γένει αντί, σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, με ενεργότατη συνδικαλιστική δράση, κατέγραψε όσο κανείς άλλος, με τον πλέον ρεαλιστικό, καυστικό τρόπο, πάντοτε με κριτική και σχολαστική διάθεση, την παρακμή της ελληνικής πραγματικότητας στη δεκαετία του 1980, τότε που υποτίθεται η σοσιαλιστική κυβέρνηση άνοιξε τους ορίζοντες κι έδωσε φως, σε μια διψασμένη για ζωή μεταπολιτευτική κοινωνία. Με θέματα όπως η αστυφιλία, η αντεργατική συμπεριφορά, τα πνιγηρά πλαίσια της παραδοσιακής οικογένειας, το αστυνομοκρατούμενο, χαφιέδικο κράτος, τα ναρκωτικά, η καταπιεσμένη νεολαία, τα “προβληματικά” παιδιά και η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και την οικογένεια, ο Τάσιος σκηνοθέτησε ταινίες βόμβες, από το 1977 και για την επόμενη δεκαετία, όπως “Το βαρύ πεπόνι”, “Παραγγελιά”, “Το στίγμα”, “Τα βαποράκια”, “Νοκ άουτ”. Προηγουμένως, είχε υπάρξει “άξιο” τέκνο της Φίνος Φιλμς, στην οποία εργαζόταν σκληρά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πρώτα ήταν βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες όπως “Μερικοί το προτιμούν κρύο”, “Ίλιγγος”, “Η ψεύτρα”, και στη συνέχεια γυρίζοντας σκληρά μελοδράματα, όπως “Φτωχολογιά” (σκηνοθετικό ντεμπούτο το 1965), “Χαμένη ευτυχία”, κ.ά.

Με το “Ναι μεν, αλλά…”, παραγωγής 1973, και πρωταγωνιστή τον Αλέξη Δαμιανό, κέρδισε το Βραβείο Σεναρίου στο Φ.Κ.Θ., καθώς και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από το Ε.Κ.Κ. κι έτσι ξεκινά το σημαντικό κομμάτι της κινηματογραφικής καριέρας του, που αριθμεί πολλά βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και μια τιμητική διάκριση στο Φεστιβάλ του Καρλόβι Βάρι (για το “Στίγμα”, του 1982). Συνολικά σκηνοθέτησε 12 ταινίες μεγάλου μήκους (έκανε παραγωγή σε ακόμη δυο), ασχολήθηκε με την τηλεόραση για τουλάχιστον 20 χρόνια (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990), κι έγραψε τους στίχους για το τραγούδι “Αν είσαι μάγκας”, σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και πρώτη εκτέλεση Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Υπήρξε ένας αυθεντικός καλλιτέχνης, που κινήθηκε στα underground και περιθωριοποιημένα στέκια της πλατείας Εξαρχείων, ένας “επαναστάτης με αιτία”, με ισχυρή και ακλόνητη γνώμη, και στάση εφάμιλλη με εκείνη του -επίσης- αείμνηστου Νίκου Νικολαΐδη.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (2-10-11).