16 Οκτ 2011

Κακή (;) εκπαίδευση

Τα σχολεία ξεκινήσανε (;) και η παιδεία πάλι βράζει. Νέος νόμος, καινούριοι κανόνες, διαφορετικά πλαίσια. Ξανά μανά τα ίδια. Κάθε που αλλάζει ένας υπουργός, διαφοροποιείται και το σύστημα παιδείας. “Ωραία” που είναι η Ελλάδα, καθώς σου έγραφα και λίαν προσφάτως, με τους πολιτευτές που μπορούν και “συνεννοούνται” πάνω στις πλάτες και στο μέλλον των παιδιών. Και έκτοτε απορούν για τις επαγγελματικές επιλογές, που μάλλον τυχαία γίνονται κι από κεκτημένη ταχύτητα, την ανεργία και την καταναγκαστική (ψυχολογικά) απασχόληση. Βιβλία δεν υπάρχουν, ελλείψεις παρατηρούνται στο εκπαιδευτικό προσωπικό και πολλά από τα σχολεία έχουν καταλήψεις. Αυτή τη φορά, στο στόχαστρο είναι η Διαμαντοπούλου, και στην εποχή μου, αν θυμάμαι καλά, ήταν ο Αρσένης. Σε επανάληψη παίζεται το ίδιο έργο, λες και πρόκειται για τους “Απαράδεκτους”, το “Ρετιρέ”, το “Ταύρος με Τοξότη”, και τους “Δύο ξένους”. Επίσης, σε έναν, μάλλον, ατυχή συγκερασμό, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε όνομα στην πολιτική με τις μαθητικές αναταραχές του 1991, κι ο Μάλκολμ ΜακΝτάουελ έγινε γνωστός στον κινηματογράφο με το (μαθητικό) άκρως επαναστατικό “Εάν…” του Λίντσει Άντερσον. Η μετέπειτα καριέρα και των δυο, με μια μικρή έκλαμψη, πήρε την κάτω βόλτα. Κατά τα λοιπά, η συντακτική ομάδα του SevenArt φρόντισε να σου παρουσιάσει τις 10 + 5 (κλασικές) ταινίες για την κακή (;) εκπαίδευση, ώστε να έχεις μια όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική λίστα προς θέαση.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr


Η ζούγκλα του μαυροπίνακα (Blackboard jungle), Ρίτσαρντ Μπρουκς, 1955

Είναι η εποχή του ροκ εν ρολ, της αλητείας, του τέντι μπόι, και της τσάμπα μαγκιάς. Οι έφηβοι της εποχής είναι οι “επαναστάτες χωρίς αιτία”, που βρίσκονται μονίμως μανουριασμένοι, ζοχαδιασμένοι, σε έναν συνεχή πόλεμο με τον εαυτό τους και το κάθε είδους σύστημα. Πρώτος στόχος τους είναι η οικογένεια και μετά το σχολείο. Στο δεύτερο ειδικά, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, βγάζουν ότι εσώψυχα έχουν, σπάζοντας και τρομοκρατώντας τα πάντα και τους πάντες. Με το “Rock Around the Clock” να γίνεται νούμερο ένα άκουσμα στους νέους της εποχής, η “Ζούγκλα του μαυροπίνακα” του μετρ Ρίτσαρντ Μπρουκς (“Λυσσασμένη γάτα”) γυρίστηκε, κατά τους παραγωγούς της, ώστε να πιέσει την αμερικάνικη κυβέρνηση να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα κάτι που θα αποτρέψει τον τεντιμποϊσμό και τον βανδαλισμό που επικρατούσε τότε, με πρώτα θύματα τους καθηγητές. Είναι ακόμη, και η ταινία εκείνη που επηρέασε ένα σκασμό ιστορίες που γυρίστηκαν στο σινεμά το υπόλοιπο μισό του αιώνα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την “Ασυμβίβαστη γενιά” (παραγωγής 1995), με την Μισέλ Φάιφερ να κρατά τον αξεπέραστο ρόλο του Γκλεν Φορντ. Στην ταινία του Μπρουκς, κάνει την εμφάνιση του ως μαθητής (άκρως σκεπτόμενος για τη βία που επικρατεί) ο Σίντνει Πουατιέ, ο οποίος μια δεκαετία μετά θα πάρει τη θέση του… καθηγητή, στην ταινία “Στον κύριο μας με αγάπη”.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Στον Κύριό μας με αγάπη (To Sir with love), Τζέιμς Κλάβελ, 1967

Το μόνο έγκλημα που διαπράττει η ταινία του James Clavell είναι ότι κρατά την καρδιά της στο μανίκι της. Ο Sidney Poitier, σε έναν από τους πιο διάσημους ρόλους του, ως εκπαιδευόμενος καθηγητής, στην προσπάθειά του να βρει μια σταθερή εργασία, βρίσκεται να διδάσκει μια ομάδα ατίθασων λευκών, που παρουσιάζουν, κατά τους εξουσιαστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας, παραβατική και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Με “αυτούς” λοιπόν, εκεί, μέσα στις τρώγλες του ανατολικού Λονδίνου, αναπτύσσεται μια σχέση μεταξύ των μαθητών γυμνασίου και του μαύρου καθηγητή, η οποία θα τον αναγκάσει να εξετάσει την πίστη του στο επάγγελμα. Γρήγορα θα καταλάβει ότι οι μαθητές του χρειάζονται ένα διαφορετικό είδος εκπαίδευσης από αυτό ενός εγχειριδίου. Ότι χρειάζονται να επικοινωνήσουν μαζί του και μεταξύ τους σαν ενήλικοι. Να μιλούν για θέματα που έχουν απορίες. Να μην χρησιμοποιούνται από τον καθηγητή στα πλαίσια μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας που αναπαράγει σχέσεις εξουσίας, για να μπορέσουν τα άγρια νιάτα, τα αλητάκια και τα “παλιοθήλυκα” να εξελιχθούν σε ώριμους ενηλίκους που μπορούν και σκέφτονται. Η αίσθηση σεβασμού προς το δάσκαλο που προκύπτει, είναι πολύ πιθανό να είναι η πρώτη φορά που τη νιώθουν για έναν ενήλικο. Στο τέλος της ταινίας, ο καθηγητής τολμά να χορέψει με τη γλυκιά μαθήτρια την οποία υποδύεται η Judy Geeson. Είναι η στιγμή που φυλετικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά εμπόδια συνθλίβονται, και η ελπίδα αναπηδά στην αιωνιότητα.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ο κύκλος των χαμένων ποιητών (Dead poets society), Πήτερ Γουέιρ, 1989

“Oh captain, my captain!”. Σου χαρίζω μια γιορτή αφιερωμένη στην εποχή της αθωότητας… Όταν η δύναμη της προσδοκίας για τα όσα υπόσχεται το αύριο, κάνει τους τοίχους να μοιάζουν χάρτινοι και τους φραγμούς κούφιες προφάσεις. Μια ομάδα εφήβων, με οδηγό την ποίηση τολμούν να αναζητήσουν τον προσωπικό τους βηματισμό, με τον οποίο θα διασχίσουν τη ζωή και θα παραμείνουν όρθιοι. Προστάτης τους μέχρι την ελευθερία, ένας καθηγητής (Ρόμπιν Γουίλιαμς) που εκτός από τις γνώσεις των σχολικών εγχειριδίων, αναλαμβάνει αυτοβούλως να τους εκπαιδεύσει πως να στέκονται στο ύψος όλων εκείνων, που δεν μετριούνται με μηδενικά και προεξαργυρωμένες βραβεύσεις, αλλά με όνειρα και πίστη. Ο καθένας ξεχωριστά θα αντλήσει δύναμη από τον ενθουσιασμό του διπλανού του, και όλοι μαζί θα σπάσουν μερικά από τα δεσμά που τους κληροδότησε το παρελθόν, και τους κρατούσαν καταδικασμένους σε ένα γκρίζο μέλλον. Η συνοχή της παρέας θα διασπαστεί όταν ένα από τα μέλη δεν θα αντέξει την πίεση που θα του ασκηθεί από την οικογένεια του και θα αυτοκτονήσει. Ο διευθυντής της αυστηρής ακαδημίας στην οποία φοιτούν τα παιδιά, θα πάρει το ρόλο του δικαστή και θα καταδείξει ως ένοχο το νεοφερμένο καθηγητή με τις αντισυμβατικές μεθόδους, που αμφισβήτησε την παράδοση και χάρισε στους μαθητές του το επικίνδυνο δώρο του στοχασμού. “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών” δεν θα κλείσει ούτε όταν αναπόφευκτα, θα έρθει η ώρα που θα πρέπει πληρωθεί το τίμημα... Λίγο πριν το τέλος κάτι θα τους υπενθυμίσει ότι το ταξίδι γίνεται λιγότερο τρομακτικό μόνο όταν έχεις χαράξει ο ίδιος τη διαδρομή.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Ο Αρχάριος (Rushmore), Γουές Άντερσον, 1998

Πρώτα έρχεται η ενηλικίωση. Έπειτα, η εξέγερση χρωματισμένη με τη μελαγχολία για όλες εκείνες τις ολοκληρώσεις ή τις συμμετοχές που ο διανοούμενος τόσο συχνά αποφεύγει. Κατόπιν, γίνεται μια ταινία για την πρώτη αγάπη, για το ξεπέρασμα της παιδικής ηλικίας, και τη συγχώνευση με τα κέρατα που καίγονται στην κυκλοφορία του ενήλικου κόσμου. Με το θαυμάσιο soundtrack του Wes Anderson και την επιείκειά του, παρατηρούμε την πρόοδο ενός λαμπρού σπουδαστή, ο οποίος βρίσκει την λύτρωση στην χωρίς αντάλλαγμα αγάπη και σε μια ύπαρξη πέρα από τη δομή που ο ακαδημαϊκός κόσμος και το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο εύκολα παρέχει. Τι είναι ζωή εκτός από την αμοιβαία επιείκεια στη φιλία, στην προδοσία, και στην ύστατη ανακάλυψη του εαυτού; Σκοτώνουμε το παιδί για να γίνουμε ο ενήλικος, για να γίνουμε σοφότεροι από ό,τι πραγματικά είμαστε. Βρισκόμαστε σε μια μαζική επίθεση ενάντια στις καταπιεσμένες επιθυμίες και τα εγκλεισμένα “εγώ” στο σχολείο. Πόσα δημοφιλή παιδιά έχουν γίνει τυπικοί άνθρωποι της επαρχίας; Πόσοι “λούζερς” έχουν βρει το μέσο της επιτυχίας τους, μέσω των πολλαπλών αποτυχιών; Ο λόγος που αγαπώ αυτήν την ταινία είναι γιατί απεικονίζει την αγάπη στην πιο τρωτή μορφή της, στην πιο ολέθρια. Ο φίλος που προδίδει το φίλο. Η συμφιλίωση με τον εαυτό, και η συνειδητοποίηση ότι η αγάπη είναι παροδική και ένα κατασκεύασμα της ανδρικής ψυχής που ποθεί την κυριαρχία, την κατοχή που βρίσκει απαραίτητη, λειτουργεί μόνο για να προλαμβάνεται από την ακριβή πραγματικότητα της πραγματικής αγάπης που βασίζεται στον μη-ανταγωνισμό και στην συμπόνοια. Μια ταινία του Wes Anderson με τη συμμετοχή στο σενάριο και του Owen Wilson. Bill Murray, Jason Schwartzman, Olivia Williams, Seymour Cassel, Luke Wilson, Andrew Wilson, Brian Cox, Connie Nielsen. Μια από τις καλύτερες ταινίες του εικοστού αιώνα.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ούτε ένας λιγότερος (Not one less), Ζανγκ Γιμού, 1999

Σ’ ένα χωριό ξεχασμένο από τον θεό, ο δάσκαλος θα πρέπει να φύγει για ένα μήνα και στο πόδι του αφήνει μια 13χρονη απόφοιτο… δημοτικού. Μα της εξηγεί καλά: “Θα πληρωθείς μόνο όταν γυρίσω κι έχεις καταφέρει να κρατήσεις όλους μου τους μαθητές. Δε θέλω ούτε έναν λιγότερο». Η μικρή μπαίνει στην τάξη και γράφει το μάθημα στον πίνακα. Λέει στους μαθητές να το αντιγράψουν, αλλά βλέποντας ότι ο καθένας κάνει ό,τι θέλει βγαίνει από την αίθουσα και κάθεται μπροστά στην πόρτα για να μη φύγει κανείς. Όμως, όπως ακούγεται και μέσα στο φιλμ “τη σήμερον ημέρα είναι πιο δύσκολο να κρατάς τα παιδιά στο σχολείο από το να τα διδάσκεις”. Και αρχίζουν οι διαρροές. Μία μαθήτρια που είναι καλή στο τρέξιμο πηγαίνει σε αθλητικό σχολείο και το πειραχτήρι της τάξης πηγαίνει στην πόλη για να δουλέψει και να βοηθήσει την οικογένειά του να ξεχρεώσει. Αμέσως ξεκινά ολόκληρο σχέδιο μέσα στην τάξη ώστε η δασκάλα να τον φέρει πίσω. Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το φιλμ είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα σε πολλές χώρες του κόσμου: τη σχολική διαρροή. Στη μεγάλη Κίνα κοντά, ενάμιση εκατομμύριο παιδιά παρατούν κάθε τόσο το σχολείο για να πιάσουν δουλειά. Και η κατάσταση αρχίζει να στρέφεται προς τα εκεί και στον πολιτισμένο κόσμο. Το θάρρος, το πείσμα και ο τσαμπουκάς της νεαρής που ζει το δικό της "The Straight Story", στην αναζήτηση του μαθητή της, παρουσιάζεται με τη γνωστή χρωματική παλέτα του Γιμού, η κάμερα του οποίου σε κάνει να νιώθεις τη φτώχεια και την εξαθλίωση των παιδιών, βάζοντας σε εντελώς μέσα στο κλίμα. Και σίγουρα μια ταινία που σε κάνει να καταλάβεις την αξία μιας κιμωλίας.
ΝΑΤΑΛΙΑ ΦΥΤΡΟΥ

Ένα σχολείο πολύ ροκ (The School of Rock), Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, 2003

Ιστορία. Μαθηματικές πράξεις. Ξένες γλώσσες. Λέξεις που κάνουν τους περισσότερους από μας να βγάζουμε σπυράκια. Κι, όμως. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ αποδεικνύει ότι το σχολείο μπορεί να είναι... ροκ. Αποτυχημένος ροκ σταρ χρειάζεται άμεσα χρήματα. Αποφασίζει λοιπόν να κάνει τον αναπληρωτή καθηγητή μουσικής και βρίσκει την ευκαιρία να φτιάξει με τους μαθητές του μια ροκ μπάντα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η ταινία αυτή δεν έχει σχέση με την εκπαίδευση. Και όμως. Έχει μεγάλη σχέση με την εκπαίδευση. Έχει σχέση με τις δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ δασκάλου και μαθητή, έχει σχέση με το πώς επιλέγει κάποιος να προσεγγίσει ένα νεαρό μυαλό, ενώ δίνει ένα απλό μάθημα -που δεν χρειάζεται σχολείο για να το καταλάβεις: δάσκαλος είναι αυτός που διδάσκει, που μπορεί να μεταδώσει κάτι. Κι ας μην είναι αστροφυσική. Ας είναι (απλά) ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα. Αρκεί να πιστεύει σε αυτό. Σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο Λινκλέιτερ, ένας από τους ανθρώπους που κατέγραψε στη μεγάλη οθόνη τις νεανικές νευρώσεις (“Dazed and Confused”, “Πριν το Ξημέρωμα”), ενώ το σενάριο έχει γράψει ο Μάικ Γουάιτ (“Orange County”, “The Good Girl”). Ο κουλ Τζακ Μπλακ αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι αστείος (δυστυχώς την πληρώσαμε την ικανότητά του αυτή σε άλλες, όχι και τόσο επιτυχημένες ταινίες), αλλά στο “School of Rock” είναι απόλαυση να τον βλέπεις. Οι μαθητές του διατηρούν τον χαρακτήρα τους, φοβούνται, αγχώνονται, δεν είναι τέλειοι και δεν γίνονται “χαζοπιόνια” σε ένα one man show. Μαθαίνουν και μαθαίνουν με τρόπο ροκ. Η ροκ μουσική “θα τεστάρει το κεφάλι σας. Και το μυαλό σας. Και τον εγκέφαλό σας επίσης” υπόσχεται ο Ντουάι, συνοψίζοντας με τρεις φράσεις όλη τη θεωρία της εκπαίδευσης.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Τα παιδιά της χορωδίας (Les choristes), Κριστόφ Μπαρατιέ, 2004

Βρισκόμαστε στη Γαλλική επαρχία, και συγκεκριμένα, στο Fond de l' Etang, σχολείο για τα ατίθασα και ορφανά αγόρια. Στα μέσα του 20ου αιώνα, διευθυντής είναι ο αυστηρός κύριος Ρασίν, μότο του οποίου είναι το “Δράση - Αντίδραση”, ότι, δηλαδή, κάθε αταξία θα ακολουθεί μια σκληρή τιμωρία. Φυσικά, η απειλή δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα στους μικρούς μαθητές. Γι' αυτό, θα καταφθάσουν ενισχύσεις. Η άφιξη του δασκάλου και μουσικού Ματιέ, το 1949, θα ανατρέψει τα πάντα στο σχολείο. Ο ευγενικός δάσκαλος βλέπει σε κάθε παιδί ένα σύνολο άπειρων δυνατοτήτων, σε αντίθεση με το διευθυντή του σχολείου. Δημιουργώντας μια χορωδία προσπαθεί να μεταμορφώσει τους μαθητές και να τους πειθαρχήσει χωρίς τη χρήση της βίας. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί πρόκληση μόνο για τα παιδιά, αλλά και για τον ίδιο τον Ματιέ, αφού καλείται να φέρει εις πέρας ένα πολύ δύσκολο έργο, καθώς είναι ένας αποτυχημένος μουσικός. Μέσα από τη χορωδία γεννιούνται απρόσμενες φιλίες, όπως αυτή του δασκάλου με τον μικρό Πεπινώ, ο οποίος περιμένει κάθε Σάββατο την επίσκεψη από τον πατέρα του, χωρίς να γνωρίζει ότι έχει σκοτωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μέσα από τη μουσική, ο Ματιέ αλλάζει τη ζωή των παιδιών, αλλά παράλληλα ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Μια πολύ γλυκιά και τρυφερή ταινία, η οποία, με τη βοήθεια της υπέροχης μουσικής, συγκινεί και βάζει σε σκέψεις. Οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, ερμηνεύοντας τους ρόλους καταπληκτικά. Αν και το σενάριο είναι απλό, “Τα Παιδιά της Χορωδίας” είναι μια από τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι ακόμα υπάρχει ανθρωπιά στον κόσμο που ζούμε.

ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΑΓΚΑ

Like Stars on Earth (Taare Zameen Par), Ααμίρ Κχαν, 2007

Μπορεί οι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες να έχουν κάνει δριμύτατη κριτική στον εκπαιδευτικό μηχανισμό και να έχουν πειραματιστεί περισσότερο κινηματογραφικά, οι εκ της Ινδίας συνάδελφοι τους ωστόσο ελκύονται από την Αμερική. Πώς αλλιώς άλλωστε αφού το Μπόλυγουντ, είναι ινδικό προϊόν και επιπλέον πάει πολύ καλά στην αγορά της Ινδίας. Ο Ααμίρ Κχαν στο “Like stars on earth”, όχι μόνο αξιοποιεί τις καλύτερες στιγμές του Χόλυγουντ αλλά μας δίνει μια σοβαρή εναλλακτική για ανάλογου ύφους ταινία. Τα αστέρια που βρίσκονται στη γη και είναι το θέμα της ταινίας του είναι τα παιδιά με δυσλεξία. Μια ιδιομορφία ορισμένων παιδιών, η οποία όπως δείχνει η ταινία στην Ινδία, εκλαμβάνεται από δασκάλους και γονείς ως ένδειξη τεμπελιάς ή χαμηλής ευφυΐας. Χωρίς να έχει να επιδείξει κάτι πρωτότυπο σκηνοθετικά, ο Κχαν σκηνοθετεί με ρυθμό παρακολουθώντας συναισθήματα κι υιοθετώντας αρκετές σκηνοθετικές τεχνικές από μεγάλες παραγωγές. Έτσι, τα αρκετά αργά πλάνα έρχονται σε αντίθεση με σκηνές που έχουν γυριστεί στο fast forward. Το πιο δυνατό σημείο του “Like stars on earth”, θα έλεγα πως είναι τα ζωντανά χρώματα κι η ερμηνεία του μικρού πρωταγωνιστή της Ίσχααν. Κατ' άλλα, στο στόχαστρο του σκηνοθέτη μπαίνουν οι πατροπαράδοτες αξίες για τη γνώση και τη μόρφωση. Πράγματα για τα οποία ευθύνη έχουν οι δάσκαλοι κι οι γονείς στο βαθμό που είναι ανενημέρωτοι. Δημιουργούν ένα αδιαπέραστο τοίχος αποκλείοντας πολλά παιδιά από την εκπαιδευτική διαδικασία.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Κύμα (Die Welle), Ντένις Γκάνσελ, 2008

Η εκπαίδευση είναι ζήτημα κοινωνικό. Δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση, εκ-παιδεύεσαι συνήθως μαζί με άλλους και μέσα από τους άλλους. Στο "Κύμα" του Ντένις Γκάνσελ ένας προοδευτικός δάσκαλος (Γίργκεν Φόγκελ) με αφορμή την δυσπιστία των μαθητών του ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα θα μπορούσαν να έχουν δύναμη στη σύγχρονη κοινωνία, αποφασίζει να κάνει ένα πρωτότυπο πείραμα, με στόχο να δείξει στους μαθητές του τι σημαίνει ένα δικτατορικό καθεστώς. Υπό τον “δικτάτορα”-δάσκαλο τα παιδιά υιοθετούν ομοιόμορφο ντύσιμο, κοινό χαιρετισμό, όνομα και έμβλημα. Επειδή όμως στην εκπαίδευση το κακό μάθημα μπορεί να αποδειχθεί πιο καταστροφικό από το καλό, το πείραμα ξεφεύγει από τον έλεγχο και γίνεται βίωμα. Εξουσία και χειραγώγηση βαδίζουν πλάι πλάι με την εκπαίδευση, ενδεχομένως και να εμπεριέχονται σε αυτήν, μοιάζει να λέει η ταινία. Άλλωστε και ο ναζισμός στις μαθητικές νεολαίες άνθισε, σε ηλικίες που το ανθρώπινο μυαλό εξελίσσεται και αφομοιώνει. Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό (πιο... light από αυτό που παρουσιάζεται στην ταινία). Το 1967 σε σχολείο της Καλιφόρνια, καθηγητής έκανε ένα κοινωνικό πείραμα με στόχο να αποδείξει ότι οι άνθρωποι μετατρέπονται εύκολα σε όχλο που χειραγωγείται. Το πείραμα πέτυχε, με τρομακτικά συμπεράσματα. Προς το τέλος η ταινία εξαντλείται σε κλισέ που θυμίζουν θρίλερ, μέχρι εκεί όμως έχει καταφέρει να κάνει τον κοινωνικό σχολιασμό της και να εντυπωσιάσει με τις ερμηνείες της.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Ανάμεσα στους τοίχους (Entre le murs), Λωρέν Καντέ, 2008

Βρισκόμαστε σε μια τάξη μαθητών γύρω στα 13 με 15, στη Γαλλία, και καθηγητής είναι ο Φρανσουά, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει διάφορες νοοτροπίες, κουλτούρες, χούγια από παιδιά που προέρχονται από διαφορετικές χώρες, θρησκείες, ηλικίες και έχουν διαφορετικές συνήθειες. Αυτό που διαχωρίζει το Φρανσουά από τους υπόλοιπους καθηγητές είναι η ειλικρίνειά του. Τους τη λέει, αλλά ταυτόχρονα τους σέβεται, τους κάνει πλάκα και ταυτόχρονα προσπαθεί να τους καταλάβει. Δεν λείπουν όμως οι συγκρούσεις τόσο των μαθητών μεταξύ τους όσο και μεταξύ καθηγητή και μαθητών. Φυσικά ο Φρανσουά δεν παρουσιάζεται σαν άγιος. Απαιτεί να του μιλούν στον πληθυντικό αλλά και βρίζει δύο μαθήτριες. Έτσι τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο. Ε, λοιπόν, όσο κι αν λέμε πόσο διαφορετική είναι η κατάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη σε σχέση με εμάς εδώ πέρα σφάλλουμε. Η ταινία έρχεται πανηγυρικά να μας αποδείξει πως ακριβώς τα ίδια σκηνικά με τους Έλληνες μαθητές βιώνουν και οι Γάλλοι. Και μπορούμε να πιστέψουμε την ταινία 100%, μιας και ο καθηγητής και οι μαθητές υποδύονται τους εαυτούς τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για ηθοποιούς, αλλά για τα πραγματικά πρόσωπα (και γεγονότα) που έζησε ο Φρανσουά σαν καθηγητής, τα κατέγραψε στο βιβλίο του και τα γύρισε σε ταινία. Παρακολουθούμε πως γίνονται κανονικά τα μαθήματα στην τάξη (πρώτη φορά ίσως που είναι τόσο ρεαλιστικά τα πράγματα), βλέπουμε τους μαθητές “του τελευταίου θρανίου”, τους καλούς μαθητές, τους μετανάστες (από την Κίνα ως το Μάλι), μια μικρογραφία της σημερινής Γαλλίας με λίγα λόγια. Ο Φρανσουά προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με όλους αυτούς αλλά δεν είναι πάντα εύκολο. Στην τάξη ξεκινάνε συζητήσεις για ποδόσφαιρο, σεξουαλικότητα, την “Πολιτεία” του Πλάτωνα, κ.ά. Ταυτόχρονα ο καθηγητής τους βάζει σαν εργασία να σχηματίσουν τα πορτρέτα τους. Δηλαδή να περιγράψουν τους εαυτούς τους, τα χόμπι τους, τις φιλοδοξίες τους. Προσπαθεί να τους κάνει να επικοινωνήσουν μεταξύ τους αλλά και μαζί του. Προσπαθεί να τους νιώσει. Αλλά τα εμπόδια είναι η αντίληψη που έχουν οι μαθητές για τη σχέση μαθητή -δασκάλου, η ηλικία, αλλά και η αντίδραση σε όλο το σύστημα που βγάζουν οι μαθητές, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε το ρόλο του καθηγητή. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η Κούμπα του αντιμιλά και όταν τη ρωτά για ποιο λόγο τα έχει μαζί του φέτος, ενώ πέρσι τα πήγαιναν μια χαρά εκείνη του απαντά πως πλέον είναι μεγάλη και δε μπορεί να μείνει για πάντα κοριτσάκι. Το φιλμ κλείνει με το Φρανσουά να ρωτά τους μαθητές του τι αποκόμισαν από αυτή τη σχολική χρονιά πριν τους αποχαιρετήσει για το καλοκαίρι. Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα αλλά δε θα το κάνω. Θα προσθέσω μόνο πως ο Σων Πεν, που ήταν ο Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής που έδωσε το Χρυσό Φοίνικα στο φιλμ δήλωσε πως η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα. Και εκτός αυτού πραγματικά νομίζεις ότι βρίσκεσαι και ο ίδιος μέσα στην τάξη. Θα πρέπει να τη δουν οπωσδήποτε όλοι οι παιδαγωγοί.

ΝΑΤΑΛΙΑ ΦΥΤΡΟΥ

+ Λίγη ακόμα *κλασική* Κακή (;) εκπαίδευση

Διαγωγή μηδέν (Zero de Conduite), Ζαν Βιγκώ, 1933

Μόλις ένα χρόνο πριν γυρίσει το αριστούργημα του, την "Αταλάντη", η οποία κι αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του στο σινεμά (και τη ζωή), ο Βιγκό σκηνοθέτησε την αντιεξουσιαστική "Διαγωγή μηδέν". Στην οποία, σε μόλις 41 λεπτά, χτίζει αριστοτεχνικά βήμα βήμα την εξαγριωμένη εξέγερση των παιδιών που είναι έγκλειστα σε οικοτροφείο. Η αντίδραση τους σε όλες τις μορφές εξουσίας που τους περιβάλλουν, τον δάσκαλο, τον διευθυντή, τον φύλακα κ.ά, που όλοι τους κινούνται ωσάν καρικατούρες από το χέρι του Βιγκό, αποπνέει εντέλει ένα αίσθημα ελευθερίας και εξαγνισμού από το κακό. Ο Βιγκό έκανε μια ταινία βιωματική, αλλά και από τις διηγήσεις του αναρχικού και έντονα κυνηγημένου πατέρα του. Εάν η "Διαγωγή μηδέν" ήταν μεγαλύτερης διάρκειας, θα ήταν στα σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου σινεμά.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Το σκασιαρχείο (L’ ecole buissonniere), Ζαν Πωλ Λε Σανουά, 1949

Ταινία εποχής, που βασίστηκε στην αρχή της διδασκαλίας του διάσημου Γάλλου παιδαγωγού Σελεστέν Φρενέ. Μια παραγωγή με παιδιά. Που αφορά όλους βέβαια. Ανακάλυψη του Νεανικού Πλάνου και του Δημήτρη Σπύρου, που ειδικεύονται στον κινηματογράφο για παιδιά. Το "Σκασιαρχείο" έχει και ιστορική αξία, ενώ είναι και επίκαιρο στη χώρα μας, τώρα που θα αλλάξει καταπώς φαίνεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η ιστορία ουσιαστικά είναι το πώς ένας δάσκαλος πηγαίνει σε ένα ορεινό χωριό της Γαλλίας και φτιάχνει το σχολείο πρότυπο της περιοχής. Από άποψη διδασκαλίας και φροντίδας του περιβάλλοντος, φυσικά. Δηλαδή, πώς αλλάζει την παλιά, απαρχαιωμένη αντίληψη περί μάθησης και την προσφέρει πιο φρέσκια, πιο ελκυστική στα παιδιά. Αν κάνετε όρεξη για τέτοιο σινεμά παιδευτικό, μην τη χάσετε την ταινία του Λε Σανουά.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Τα 400 Χτυπήματα (Le 400 coups), Φρανσουά Τρυφώ, 1959

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που πέρα από την υψηλή τους αισθητική αξία και την τεράστια επίδραση που άσκησαν στον κινηματογράφο, αποτελούν μια ιδιαίτερη προσωπική στιγμή για τον καθένα μας. Ένα τέτοιο παράδειγμα για τον γράφοντα είναι "Τα 400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ. Μια ταινία ύμνος στη εφηβεία, τα πάθη και την αθωότητα της που την συνοδεύουν, που στρέφεται ενάντια σε κάθε εξουσιαστικό μηχανισμό, χωρίς να καταλήγει στον εύκολο διδακτισμό και δίχως να κλείνεται σε κάποιο ιδεολογικό σχήμα. Παράλληλα, "τα 400 χτυπήματα" είναι μια ταινία που ορίζει με την ποιητική γραφή της το νέο κινηματογραφικό κόσμο που στο επίκεντρο του βρίσκεται ο σκηνοθέτης και ταυτόχρονα δείχνει το δρόμο στο νεογέννητο κίνημα της εποχής, τη nouvelle vague. Το κίνημα που στην κυριολεξία έφερε τα πάνω κάτω στην έβδομη τέχνη κι αποδείχτηκε καθοριστικό όσο οποιοδήποτε άλλο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Τα "400 χτυπήματα" διαθέτουν ακριβώς αυτό το πνεύμα ανατροπής. Την ίδια στιγμή που "χτυπούν" την ηθική της εποχής, καταφέρνουν να δώσουν ένα ακόμη "χτύπημα" σ' έναν κινηματογράφο που από χρόνια είχε χάσει την έμπνευση του. Ο Τρυφώ στην πρώτη του ταινία έχει ένα και μόνο σκοπό: να πιάσει ξανά το νήμα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου της δεκαετίας του '30 που φαίνεται να χάθηκε μετά τον πόλεμο και την καθολική επικράτηση του Χόλυγουντ. Ο πρωτότυπος τίτλος της ήταν "faire les quatre cents coups" που σημαίνει να ζεις άγρια και ασυμβίβαστα. Σημασία που αποδίδει πολύ καλύτερα το νόημα της ταινίας και της ιστορίας του έφηβου Αντουάν που παρακολουθούμε. Ο Αντουάν που ήρθε στον κόσμο χωρίς πατέρα, μεγαλώνει με τη μητέρα του και το θετό του πατέρα και βιάζεται να ανακαλύψει τον κόσμο και την τέχνη. Οι γονείς του, πέρα από την αδιαφορία, σε κάθε του λανθάνουσα συμπεριφορά γίνονται ιδιαίτερα σκληροί. Ο χρόνος κυλά γρήγορα στο Παρίσι κι ο Αντουάν το μόνο που δε θέλει να κάνει είναι να πηγαίνει στο βαρετό σχολείο του. Η άρνηση του να πειθαρχήσει σ' έναν κόσμο που δεν τον ευχαριστεί, θα τον οδηγήσει στο κρατητήριο κι από εκεί σ' ένα ίδρυμα που στόχο έχει την αναμόρφωση του. Σε μια κοινωνία που γεννά την καταπίεση, η μόνη διέξοδος είναι η ασυμβίβαστη εναντίωση σε κάθε μέσο πειθάρχησης και με την τελευταία σκηνή της ταινίας ο Τρυφώ μας κάνει όλους κοινωνούς του μηνύματός του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Εάν... (If...), Λίντσει Άντερσον, 1968

Μπορεί να θεωρηθεί και η ταινία που σηκώνει την επαναστατική παντιέρα απέναντι σε κάθε μορφής κατεστημένο, όπως και σε κάθε λογής εξουσιαστικό παράλογο. Ο Λίντσει Άντερσον, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής Βρετανίας, χτυπάει τα χρηστά ήθη της πατρίδας του: τα βάζει με το κράτος, το στρατό, την εκκλησία, τη σάπια οικογένεια και κυρίως την τρύπια παιδεία. Έτσι, χτίζει μια αλληγορική ταινία, γεμάτη συμβολισμούς. Σε ένα δημόσιο σχολείο στη Βρετανία, που ζουν εσωτερικοί οι μαθητές του, ο τρόπος εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τα παιδιά είναι καθ’ όλα βάρβαρος και ακατανόητος: οι ιεραρχίες του, ο τρόπος διδασκαλίας του, και η εν γένει στάση του, έχουν να κάνουν περισσότερο με στρατό παρά με σχολείο. Μέσα από τα διαδοχικά κεφάλαια στα οποία έχει χωρίσει την ταινία του ο Άντερσον, βλέπουμε το λεπτομερές μωσαϊκό του παραλογισμού ενός συστήματος εκπαίδευσης, την αλόγιστη βία που χρησιμοποιεί, την αντίδραση των πιο ανήσυχων πνευμάτων του και την, εντέλει, αιματηρή εξέγερση τους. Η τελευταία σκηνή, από τις πλέον χαρακτηριστικές του κινηματογράφου, είναι μια αντιεξουσιαστική, αντικαθεστωτική, αντιδραστική πράξη εκδίκησης σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και πλέον μόνο βρωμίζει. Ο Άντερσον σύστησε στο κοινό τη νοσηρή φάτσα του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, την οποία αργότερα εξέλιξε ο Κιούμπρικ ("Κουρδιστό πορτοκάλι"), κι απογείωσε ο Τίντο Μπρας ("Καλιγούλας"). Στην ταινία αυτή εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, ο εκ των σημαντικότερων, αυτή τη στιγμή, σκηνοθετών στη Βρετανία Στέφεν Φρήαρς.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Μάθε παιδί μου γράμματα, Θόδωρος Μαραγκός, 1981

Θέμα της ταινίας, η μόρφωση των νέων στην Ελλάδα μέσα από την ιστορία μιας μικρής ορεινής πόλης που μαραζώνει τις τελευταίες δεκαετίες μετά τον πόλεμο λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Ο Μαραγκός δημιουργεί μια ταινία που επιφανειακά φαίνεται να διακωμωδεί τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο βαθύτερο πυρήνα της και ειδικά προς το τέλος της βλέπουμε πως η ταινία αξιοποιεί την κακή κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα για να μας μιλήσει για ένα θέμα ταμπού στην εποχή της: τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Μια ιστορία που όπως πάντα τη γράφουν οι νικητές και όπως παντού έτσι και στην Ελλάδα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τη νίκη της δεξιάς παράταξης η ιστορία θα χαλκευτεί. Το πρόβλημα δεν παρουσιάζεται με ακαδημαϊκούς όρους, αντίθετα με ό,τι ίσως περίμενε κανείς. Έτσι, στην πόλη της ταινίας, βλέπουμε πως στο μνημείο που γίνεται για τους πεσόντες κατά την γερμανική κατοχή δε αναγράφεται το όνομα του Καναβού γιατί ήταν κομμουνιστής. Στην πραγματικότητα της ταινίας, η εκτέλεση όσων αντιστάθηκαν στο σχολείο παρουσιάζεται σα μια πράξη που έμπνευση της ήταν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Κάτι που όπως παρακολουθούμε απέχει έτη φωτός από την αλήθεια, αφού οι σκοτωμένοι από τους Γερμανούς ήταν μέλη της ΕΠΟΝ, οργάνωση που συμμετείχε και καθοδηγούσε το ΚΚΕ. Τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει όμως κανείς από την παράταξη που νίκησε δεν είναι διατεθειμένος να συνθηκολογήσει με τους ηττημένους και να συμβιβαστεί. Ο Μαραγκός όχι μόνο φαίνεται πειστικός με την αλήθεια που μας προτείνει αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια υψηλού κινηματογραφικού ενδιαφέροντος ταινία. Με το μοντάζ να δίνει το ρυθμό και τα λαογραφικά στοιχεία που συμπεριλαμβάνει στις καλύτερες στιγμές τους να θυμίζουν τις ταινίες των αδελφών Ταβιάνι. Σπουδαία κι ακόμη επίκαιρα τα μηνύματα της ταινίας, αγγίζουν τους σημερινούς άνεργους που έχουν περάσει αρκετά χρόνια στα θρανία. Επίσης, μεγάλο ατού της ταινίας η επιλογή των ηθοποιών στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: Διαμαντόπουλος, Καλογερόπουλος και Τσάκωνας δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο προτέρημα της, η ίδια της η φύση, μια διασκεδαστική κωμωδία που δε διστάζει να γίνει αιχμηρή στα σημεία που πρέπει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (5-10-11).