22 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Είναι μόλις 43 χρονών και οι ταινίες του, που έχουν συγκινήσει το ισπανικό σινεφίλ κοινό, όλο και συχνότερα προβάλλονται στο εξωτερικό, και κυρίως στους κινηματογράφους των περισσοτέρων χωρών της Ευρώπης. Ο Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα με το άκρως ιδιαίτερο και βαθιά ουμανιστικό δράμα “Η ζωή που θα έρθει”, σου θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του, όταν το 2002 συγκλονιζόσουν με τις “Δευτέρες με Λιακάδα”, μια ταινία-σταθμό στη φιλμογραφία του Χαβιέ Μπαρδέμ.

Στην ταινία “Η ζωή που θα έρθει”, η σκληρή πραγματικότητα της Μαρσέλα, μιας φτωχής μετανάστριας από το Περού στο σύγχρονο αστικό τοπίο της Ισπανίας, περιπλέκει την ειλικρινή αγάπη της για τον γέρο και κατάκοιτο Αμαδόρ με την ανάγκη της για επιβίωση. Ο ξαφνικός θάνατος του τελευταίου, την αναγκάζει να αποκρύψει το γεγονός από τους συγγενείς του ώστε να εξακολουθεί να λαμβάνει το μισθό της αποκλειστικής νοσοκόμας του.

Ο Ισπανός σκηνοθέτης βρέθηκε στην Αθήνα, στη διάρκεια του 17ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, όπου η ταινία του, “Η ζωή που θα έρθει”, πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της σε μία κατάμεστη αίθουσα. Ο Αρανόα μίλησε στο SevenArt για τη νέα του ταινία και τις σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις που αυτή έχει.

Συμπεριφορές σαν αυτήν της πρωταγωνίστριας, συμβαίνουν μόνο σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή πρόκειται για ένα φαινόμενο διαχρονικό που είναι βαθιά ριζωμένο στον ανθρώπινο ψυχισμό;

Η πάλη για την επιβίωση είναι ριζωμένη στον άνθρωπο, και επομένως τα πάντα κινούνται γύρω απ’ αυτή. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, προκειμένου να ζήσει, να επιβιώσει. Από κει και πέρα όμως, το συγκεκριμένο θέμα με έχει απασχολήσει πολύ. Σε όλες τις ταινίες μου, και στις ιστορίες μυθοπλασίας και στα ντοκιμαντέρ, τοποθετώ πάντοτε τον ήρωα μου να βρίσκεται σε κρίση οικονομική. Πρόσεξε, δεν μιλάω για εκείνους τους ανθρώπους που συναντούν το φαινόμενο συγκαιριακά, αλλά για αυτούς που βρίσκονται σε κρίση από τη γέννηση τους. Για παράδειγμα, μεγάλωσαν σε φτωχή οικογένεια, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, με ελάχιστα αγαθά και μηδαμινές ανέσεις. Είναι άνθρωποι “ενός κατώτερου θεού”, που βέβαια έχουν να μάθουν πολλά σε όλους εμάς που βιώνουμε ξαφνικά την οικονομική κρίση, ειδικά αυτή την περίοδο, οι Ισπανοί και οι Έλληνες αντίστοιχα.

Εντέλει, αυτό που ώθησε την πρωταγωνίστρια σας να επιστρέψει στο σπίτι της, ήταν μόνο το παιδί; Και ποιος ο λόγος να μη μιλήσει στον άντρα της για την εγκυμοσύνη της;

Η Μαρσέλα επιζητά εμφανώς την ανεξαρτησία της. Από τον γάμο της δεν είναι ευχαριστημένη, με τον σύζυγο της δεν τα πάει καλά, και φυσικά αυτή η απρόσμενη εγκυμοσύνη της “χαλάει” τα όποια σχέδια φυγής που είχε. Το παιδί βέβαια το θέλει, και θα κάνει τα πάντα για αυτό. Άρα, ο λόγος ο σημαντικός που κρύβει γενικά την εγκυμοσύνη της, και από τον άντρα της και από τον Αμαδόρ που φροντίζει, είναι και πάλι η επιβίωση. Από τον έναν θέλει να απαλλαγεί μα δεν έχει πού να μένει. Ενώ από τον δεύτερο, ακόμη και που έχει διαμορφωθεί μια σχέση τρυφερή μεταξύ τους, ζητά φυσικά να παίρνει το μισθό της. Πεθαίνει όμως…

Τι είναι αυτό που κάνει πιο ελκυστικό τον γέρο Αμαδόρ από τον Νέλσον, τον άντρα της;

Πρώτα πρώτα νιώθει καλύτερα, πιο άνετα και φιλικά στο σπίτι του Αμαδόρ από το δικό της με τον Νέλσον. Εν συνεχεία, ο γέρο Αμαδόρ είναι ο μοναδικός που έχει παρατηρήσει την εγκυμοσύνη της, έχει νιώσει τη θλίψη της, κι έχει καταλάβει τους προβληματισμούς της. Ίσως κι επειδή βρίσκεται κοντά στο θάνατο, έχει μια διαφορετική, πιο όμορφη ματιά στη ζωή, μια εγγύτητα που αρέσει στην Μαρσέλα και την γοητεύει. Όλα αυτά δεν τα έχει ο άντρας της, γι’ αυτό και πλέον δεν τον θέλει. Εν γένει, πρόκειται για δυο ιστορίες μοναξιάς, του Αμαδόρ και της Μαρσέλα, που συναντιούνται σε ένα σπίτι, μακριά από τους συγγενείς τους που αγνοούν τα θέλω και τις ανησυχίες τους, και ουσιαστικά δεν τους γνωρίζουν.

Το μαύρο χιούμορ της ιστορίας σας μπορεί εντέλει να περιγράψει τόσο ανάγλυφα την πραγματική ζωή, όσο σκληρή κι αν είναι;

Πάντοτε το χιούμορ απαιτείται ακόμη και στις πιο θλιβερές ιστορίες. Να φανταστείς ότι στα ντοκιμαντέρ που έχω γυρίσει για ανθρώπους θλιβερούς, περιθωριοποιημένους, που ζουν ένα μεγάλο γολγοθά στη ζωή τους, οι ίδιοι επιλέγουν από εσωτερική ανάγκη στα σίγουρα, να πουν μερικά αστεία, να αυτοσαρκαστούν και να γελάσουν ώστε να μετριάσουν αυτό που βιώνουν. Είμαι της άποψης ότι το χιούμορ πάει δίπλα δίπλα με τον πόνο και το δράμα. Στην ιστορία της ταινίας μου βέβαια, ο θάνατος του Αμαδόρ και η απόκρυψη του, έχει αρκετές δόσεις μαύρου χιούμορ. Συμφωνώ. Σκοπός μου βέβαια ήταν να μη γυρίσω μια μαύρη κωμωδία, παρά μια ιστορία για τη δύναμη της ζωής πάνω στο θάνατο, και την όρεξη, τη θέληση γι’ αυτή κάτω από τις οποιεσδήποτε αντιξοότητες.

Αν σας ζητήσω μια μόνο φράση που να συνοψίζει την ταινία σας…

Προσπάθησα να κάνω μια ταινία για τη δύναμη της ζωής, που ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει, να την ανακόψει. Είναι ουσιαστικά μια ταινία για το μεγαλείο της ζωής ακόμη και στις πιο ακραίες καταστάσεις.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-10-11).