31 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Νίκου Περάκη..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Είναι μια από τις δημοφιλέστερες και πλέον επιτυχημένες κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η “Λούφα και Παραλλαγή” του Νίκου Περάκη, που προβλήθηκε το 1984 κι έκανε αίσθηση για το καυστικό χιούμορ της και τη σπινθηροβόλα σάτιρα που φιλοτέχνησε και έκτοτε αντιγράφηκε από μια σειρά ταινιών, επανήλθε στο νέο αιώνα προκειμένου να επικαιροποιήσει το χιούμορ και να συναντήσει τους νεότερους σινεφίλ.

Το 2005 γυρίστηκε και πάλι από τον Περάκη το σίκουελ (“Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο”), και την ίδια χρονιά έγινε τηλεοπτική σειρά στη ΝΕΤ. Το 2008 το τρίτο μέρος (“Λούφα και Παραλλαγή: Άϊ Φορ”) βρήκε τον Περάκη στην παραγωγή, ώστε να επιστρέψει ξανά φέτος με το τέταρτο και τελευταίο καταπώς φαίνεται κινηματογραφικό επεισόδιο, μια και οι φαντάροι βγήκαν στη στεριά και τα βρίσκουν σκούρα στην καθημερινότητα τους.

Με το “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στη Στεριά” να παίζεται από αύριο στους κινηματογράφους, ο 67χρονος Νίκος Περάκης μίλησε στο SevenArt περί κινηματογράφου και άλλων… δεινών.

Πιστεύετε ότι η κωμωδία μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο καυστικά, σατυρικά ή επικριτικά, αναφορικά με τα καθημερινά και πολιτικά προβλήματα της χώρας, από ένα σκληρό, ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα;

Ότι και να πιστεύω δεν είναι απόλυτο, γιατί πάντα θα εξαρτάται από την ταινία και όχι μόνο από το genre σάτιρα ή δράμα. Πιστεύω όμως ότι ο αυτοσαρκασμός στην σάτιρα προκαλεί τον θεατή να συνειδητοποιήσει προβλήματα που συχνά χάνονται μέσα στον ρεαλισμό ή τον στόμφο ενός δράματος.

Κατά τη γνώμη σας, μια ταινία που αναφέρεται στα εν γένει ζητήματα που μας απασχολούν ως κοινωνία, “μπορεί να αλλάξει τον κόσμο”;

Εδώ δεν το κατάφερε η Βίβλος και το Κεφάλαιο και θα τον αλλάξει μια ταινία; Κάτι πήγε να κάνει το Μein Kampf, αλλά ευτυχώς οι αναγνώστες έμειναν από καύσιμα. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει μια ταινία, αν βρει το κοινό της, είναι να το ψυχαγωγήσει, ίσως να το προβληματίσει και στην καλύτερη περίπτωση να το τσιγκλήσει. Σαν το poke που κάνουμε στο facebook δηλαδή.

Ποια είναι η θέση μιας ακόμη “Λούφας και Παραλλαγής”, 27 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο;

Το φαινόμενο “Λούφα και Παραλλαγή” δεν σταμάτησε να υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια και μάλλον έχει οξυνθεί τα τελευταία. Ακόμα και εν μέσω κρίσης. Σαν ταινία είναι η συνέχεια αυτού που προσπάθησα να κάνω πριν έξι χρόνια στέλνοντας μια παρέα νεαρών Ελλήνων, σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας πάνω σε μια βραχονησίδα. Τότε η εξωτερική απειλή ήταν ένα ταχύπλοο με Τουρκάλες και ναυαγούς μετανάστες, ενώ η μεγαλύτερη απειλή, η εσωτερική, ήταν η απουσία της ηγεσίας της χώρας, όχι μόνο της στρατιωτικής. Θα μου πείτε ότι ο χαβαλές και οι κορμάρες ήταν αυτό που ενδιέφερε περισσότερο τον θεατή και λιγότερο το ενδεχόμενο μιας διπλωματικής κρίσης και μιας πολεμικής σύρραξης. Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα προβλήματά μας, να βλέπουμε τα πράγματα μονοδιάστατα. Τώρα που οι Σειρήνες βγήκαν στην Στεριά κι ο συναγερμός βαρά στο Σύνταγμα, η κρίση δεν είναι πια σεναριακό εύρημα, ούτε σημειολογικός συμβολισμός.

Στηρίζετε τον εμπορικό κινηματογράφο. Γυρίζετε ταινίες για το “μεγάλο” κοινό. Τι θα λέγατε σε όλους αυτούς τους νέους κινηματογραφιστές που κάνουν τώρα την πρώτη τους ταινία, εμπνεόμενοι από το όραμα του “σινεμά του δημιουργού”, που στήριξε η γενιά σας;

Μακάρι να μπορούσα να τον στηρίξω πιο αποτελεσματικά. Αλλά τελικά κάνω κι εγώ του κεφαλιού μου. Το “Αrtherapy”, η προτελευταία ταινία μου, θεωρήθηκε ήδη από το σενάριο πολύ προσωπική και είχε ανάλογη διανομή και τύχη στους κινηματογράφους. Αυτό μπορεί φυσικά να συμβεί και σε μια ταινία με εμπορικές προδιαγραφές, αλλά τελικά το θέμα είναι αυτό που κατατάσσει τις ταινίες σε εμπορικές και προσωπικές ή του δημιουργού ή πρωτόλεια, όπου ο μέσης ευφυΐας θεατής πρέπει να διαβάσει την κριτική για να καταλάβει τι είδε. Στη γενιά μου είχε επικρατήσει η άποψη, ότι κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα μιας ταινίας και μιας αποτυχίας. Αυτή, σε συνδυασμό με την ρήση που λέει, ότι στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις και η ανύπαρκτη παιδεία δημιούργησε μια μεγάλη προκατάληψη την οποία βρήκαν μπροστά τους και οι επόμενες γενιές. Πολύ άδικα, γιατί οι περισσότεροι νέοι σκηνοθέτες σήμερα, σε αντίθεση με τους δημιουργούς της εποχής μου, γυρίζουν και πειραματίζονται χωρίς κρατική ή άλλη υποστήριξη.

Πολλές φορές οι εμπορικές κωμωδίες σταμπάρονται ως “τηλεοπτικές”, κυρίως λόγω των πρωταγωνιστών τους που έχουν “βγει” από τη μικρή οθόνη. Ποια είναι η δική σας άποψη μια και χρησιμοποιείτε ανάλογους ηθοποιούς;

Άλλη μια προκατάληψη που βολεύει ίσως αυτούς που βαριούνται να πάνε στον κινηματογράφο και βλέπουν τούρκικες σειρές στο home cinema. Το παράδοξο συμβαίνει και με τηλεοπτικές σειρές, που χαρακτηρίζονται κινηματογραφικές, όταν μια σκηνή διαρκεί παραπάνω από 50 δευτερόλεπτα. Οι ηθοποιοί και στις δύο περιπτώσεις είναι οι ίδιοι, γιατί εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω κανέναν καλό ηθοποιό που να μην βιοπορίζεται με την τηλεόραση ή, στο θέατρο με κίνδυνο να τον πουν θεατρικό.

Ποιο είναι το κινηματογραφικό όραμα, για μια επόμενη ταινία, ενός έμπειρου σκηνοθέτη όπως είστε εσείς;

Αμφιβάλλω για το αν η πείρα βοηθά τα οράματα. Αρκετά χρόνια τώρα αντιμετωπίζω την ταινία που γράφω, σαν να ήταν η τελευταία μου. Γι’ αυτό και είναι συχνά φορτωμένες σαν να ήταν η πρώτη μου. Θα ήθελα πάλι να γυρίσω μια κωμωδία σε ένα χώρο όπως στο “Βίος και πολιτεία”. Τώρα αν αυτός ο χώρος θα είναι η έπαυλη του τελευταίου μεγιστάνα που έμεινε στη χώρα ή ένα πτωχοκομείο σωματείου καλλιτεχνών ή μια πτέρυγα κρατουμένων πολιτικών, θα περιμένω λίγο την εξέλιξη της κρίσης για να μην κάνω πάλι λάθος προβλέψεις.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (26-10-11) & στο εβδομαδιαίο free press φιλμ νουάρ (27-10-11).