3 Νοε 2011

Ταινίες 3ης Νοεμβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες, εκ των οποίων σαφώς ξεχωρίζει το νέο μπλοκμπάστερ του Σπίλμπεργκ. Θα δεις ακόμη σινεφίλ δράμα, επαναστατικό ντοκιμαντέρ, περιπέτεια και μαύρη κωμωδία. Κι όλα αυτά ενώ αύριο ξεκινάει το 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ταινία της εβδομάδας είναι το άρτιο τεχνικά κόμικ “Οι περιπέτειες του Τεν-Τεν: Το μυστικό του μονόκερου”, σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ, με ένα πολυάστερο καστ, και με εντυπωσιακά εφέ. Εγγυημένη διασκέδαση. Το “Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν” είναι ένα έντονο οικογενειακό δράμα, με την εκπληκτική ερμηνεία της Τίλντα Σουΐντον. Μπερδεμένο σκηνοθετικά, θα σε κουράσει, μα θα σε αποζημιώσει το σοβαρό θέμα του. Το ντοκιμαντέρ “The Black Power Mixtape 1967-1975” εισχωρεί στα άδυτα του κινήματος της Μαύρης Δύναμης, με συνεντεύξεις, μαρτυρίες και άφθονο υλικό. Εκπαιδευτικού και αρχειακού ενδιαφέροντος και μόνο. Για τον “Φύλακα αγγέλων”, όπου η Διεθνής Αμνηστία συναντά το Σινεμά, και ο Μπάτλερ καθαρίζει κόσμο, σου γράφει ο Δηράκης που αψήφησε την αλλαγή ώρας η οποία τον ταλαιπωρεί την τελευταία εβδομάδα. Η “Ανταρσία της Κόκκινης Μαρίας” είναι η νέα ταινία του Κώστα Ζάπα, που και πάλι με προβλημάτισε με τη σκηνοθετική του προσέγγιση. Προσωπικά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πολύ θα ήθελα μα εντέλει δεν τα κατάφερα να δω τη μαύρη κωμωδία “Πώς να κλέψετε έναν ουρανοξύστη”. Πολλά αστέρια στο καστ προμηνύουν απολαυστικό γέλιο. Θα τη δω ως θεατής.
Οι Περιπέτειες του Τεν Τεν: Το Μυστικό του Μονόκερου (6/10)

Το άλλοτε τρομερό παιδί του Νέου Αμερικανικού Σινεμά που έβαλε ταφόπλακα στο παλιό Χόλιγουντ του σινεμασκόπ και του μελοδράματος, και που φυσικά ο ίδιος έχει γίνει το Χόλιγουντ όπως το ξέρεις στις μέρες μας, σου πασάρει ένα ακόμη franchise στα πρότυπα του “Ιντιάνα Τζόους”, που είναι πετυχημένο ήδη πριν παιχτεί. Το γνωστό κόμικ του Γάλλου δημοσιογράφου Τεν-Τεν που θες δε θες έχεις λατρέψει στα πολύ νιάτα σου, γίνεται ταινία από τον μάστορα Σπίλμπεργκ, ο οποίος υπογράφει το πρώτο σήριαλ για να δώσει τα φώτα του (είτε ως σκηνοθέτης είτε έως παραγωγός) σε όσα ακολουθήσουν. Για το θέμα του Τεν-Τεν μη σου πω, καταλαβαίνεις. Ο δαιμόνιος πιτσιρικάς μπαίνει στο κόλπο για τα χρυσά νομίσματα ενός βυθισμένου από τους πειρατές καραβιού, που ο θρύλος του ακόμη μαγεύει, και φυσικά βρίσκεται μπλεγμένος σε πέντε θάλασσες και πέντε ηπείρους. Δυναμικό, περιπετειώδες, γρήγορο, γεμάτο ένταση και ιστορίες πάθους, ο Τεν-Τεν του Σπίλμπεργκ είναι άρτιος ψηφιακά (εικόνα, χρώματα, επεξεργασία, εφέ, όλα τελευταία λέξη της τεχνολογίας), έξυπνος σκηνοθετικά, που χωλαίνει όμως σεναριακά μια και τις “κοιλιές” του κάνει, κι εσύ βαριέσαι κάπου στα μισά μέχρι να πάρει για τα καλά μπρος η περιπέτεια. Όμως, πάντοτε μιλάω για τον Σπίλμπεργκ που τον λατρεύουν μεγάλοι και μικροί, με την επιτυχία του να είναι σιγουρεμένη μια και η διασκέδαση εγγυημένη. Από τον μπαγάσα λοιπόν, βλέπεις την πρώτη από τις δυο ταινίες του για φέτος (η άλλο είναι το πιο ενήλικο “War Horse”), αφού πάνε έξι χρόνια από το πνιγηρό “Μόναχο”, με την τελευταία αρπαχτή του “Ιντιάνα Τζόουνς” να έχει περάσει απαρατήρητη.

Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν (5/10)

Αυτή η ταινία με προβλημάτισε πολύ. Είναι για να τη μισήσεις ή για να την αγαπήσεις. Το δίλημμα είναι υπαρκτό και η οπτική σου συνείδηση τραμπαλίζεται. Και το ζήτημα δεν είναι φυσικά το θέμα που σε σιγοκαίει, αλλά η σκηνοθετική προσέγγιση της Ράμσεϊ. Μάνα και γιος βιώνουν μεταξύ τους μια σχέση εξάρτησης και πάθους. Προφανώς και φταίει το μεγάλωμα, προφανώς και τα νεύρα της μάνας δεν είναι και τα καλύτερα, τα πλέον σωστά. Από την άλλη μεριά ο μπόμπιρας, σκέτος διάβολος, που όσο μεγαλώνει γίνεται και χειρότερος δεν αφήνει τη μάνα του σε χλωρό κλαρί. Το παραπάνω δε σε προορίζει να δεις κομεντί, αλλά ένα βαρύ δράμα απόρροια της τραγωδίας. Ο γιος στη φυλακή, η μάνα στην απομόνωση, την κοινωνική, την οικογενειακή. Και την ψυχολογική φυσικά. Έχει καταστραφεί. Το ίδιο και ο γιος της, που είναι για τα σίδερα, του φρενοκομείου και της φυλακής μαζί. Η Ράμσεϊ μεταφέρει στην οθόνη το εξαιρετικό βιβλίο της Σρίβερ. Και χειρίζεται άψογα δραματουργικά τους δύο ηθοποιούς της. Ειδικά η Σουΐντον δίνει μια ακόμη εκπληκτική ερμηνεία, και όσο περνάει ο καιρός γίνεται για τα καλά σταρ πρώτης γραμμής, όντας και μακριά από τις μεγάλες παραγωγές. Κατά τα λοιπά η δική μου ένσταση είναι η σκηνοθετική. Μπορεί και να κλωτσήσεις όταν το δεις. Αμέτρητα φλας-μπακ, μπερδεμένες εικόνες, εικονοπλασίες που μόνο σύγχυση προκαλούν, και μέχρι ενός σημείου αναρωτιέσαι και για το θέμα. Δυστυχώς, η Ράμσεϊ προτίμησε μια άνευ λόγου “πρωτοπορία” ενώ θα μπορούσε μινιμαλιστικά, με απλές λέξεις, να σου αφηγηθεί τη συγκλονιστική ιστορία του εφήβου-δολοφόνου με τα ενδοοικογενειακά ψυχαναγκαστικά συμπλέγματα.

The Black Power Mixtape 1967-1975 (4/10)

Ένα ντοκιμαντέρ που η χρηστικότητα του είναι και μόνο αρχειακή. Δηλαδή για εκπαιδευτικό υλικό πρόκειται που μιλάει για την ελευθερία μιας ομάδας ανθρώπων που καταπιέστηκε και περιθωριοποιήθηκε, και την ελευθεριότητα μιας εποχής (δεκαετία του 1960) που ταρακούνησε όλο τον κόσμο με τον αναβρασμό και τη δυναμική της. Το συγκεκριμένο σουηδικό ντοκιμαντέρ που τηλεοπτικίζει χάρη στη δομή του, δηλαδή συρραφή συνεντεύξεων, μαρτυρίων και εικόνων από την εποχή που το κίνημα της Μαύρης Δύναμης προσπαθούσε να φυγαδεύσει την οργή των καταπιεσμένων μαύρων στη συντηρητική Αμερική. Στα παραπάνω θα δεις και τα ρεπορτάζ Σουηδών δημοσιογράφων που ήταν παρόντες στα γεγονότα της επανάστασης, της δολοφονίας του Λούθερ Κινγκ, κ.ά. Από κει αντλήθηκε το υλικό και με τα απαραίτητα συμπληρώματα δημιουργήθηκε το εκπαιδευτικού τύπου ντοκιμαντέρ που θα δεις. Πέρα της ιστορικής βέβαια, δεν έχει άλλη θέση στη σημερινή κινηματογραφική πραγματικότητα της Ελλάδας αυτό το ντοκιμαντέρ.

Η Ανταρσία της Κόκκινης Μαρίας (2/10)

Σε συνέχεια αυτών που έγραφα στην “Απογευματινή”, όταν και είχα δει τις “Μικρές ελευθερίες” του Ζάπα, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τον τρόπο που χειρίζεται το θέμα του ο –κάποτε- σκηνοθέτης της Zentropa. Και για να εξηγηθώ, μια και τότε στην εφημερίδα είχα ελάχιστες λέξεις ενώ τώρα στο διαδίκτυο άπλετο χώρο : η θεματολογία του Ζάπα αντλείται από τα στεγανά της ελληνικής κοινωνίας, τα αρχέτυπα του ανθρώπου, και τις συντηρητικές συνισταμένες του μυαλού όπως το “εκπαιδεύουν” στο σχολείο, στην οικογένεια, τη γειτονιά. Με τις “επαναστατικές” αυτές αρχές και τα ελάχιστα μέσα παραγωγής που διαθέτει (ψηφιακή κινηματογράφηση, χωρίς πολλές φιοριτούρες), ο Ζάπας αναπτύσσει τις ιδέες του, λένε οι πολλοί, ακραία και μη γραμμικά. Με μια περίεργη δραματουργία, τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, την κάμερα στο χέρι, και με τα σκηνικά κάπως ερασιτεχνικά, ο Ζάπας χειρίζεται με τον πολύ δικό του τρόπο, η αλήθεια είναι, το θέμα του και σε καλεί να τον ακολουθήσεις… Κάπου εδώ ο υπογράφων τραβάει το δικό του δρόμο. Δεν μπορεί να ακολουθήσει δηλαδή την επαναστατική, λίγο διανοουμενίστικη σκηνοθεσία του Ζάπα. Αδυνατεί. Επομένως, στο λέω ευθέως, δες την ταινία και έλα εδώ, στο SevenArt, ώστε να ανοίξουμε διάλογο και να με πείσεις γι’ αυτό το οποίο προσωπικά δεν μπορώ να “παρακολουθήσω”. Την ταινία την είδα ολόκληρη, για να προλάβω τις “γνωστές” κακές γλώσσες.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (3-11-11).