25 Νοε 2011

Συνέντευξη του Ρόμπερτ Μπουντίνα

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Agon: Μια αλβανική ταινία με ελληνικά χρώματα

Από τη Δευτέρα 14 Νοεμβρίου έχει ξεκινήσει γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη η ταινία “Agon” [Dawn (eng), Αυγή (ελλ)] του Αλβανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντίνα, και το SevenArt βρέθηκε στο pre-production της ταινίας, στη διάρκεια του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αν θυμάσαι για την ταινία σου είχα ξαναμιλήσει το καλοκαίρι, όταν και είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο με τo πρόγραμμα Eurimages και την “εμπλοκή” του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για τη χρηματοδότηση της. Πλέον το ζήτημα φαίνεται κάπως να ξεπερνιέται, και το Ε.Κ.Κ. θα συμμετάσχει με ένα μικρό βέβαια ποσό στην παραγωγή της ταινίας.

Ας σου μιλήσω αρχικά για την υπόθεση : Δυο αδέλφια από την Αλβανία, ο Σαιμίρ και ο Βίνι, δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, μεταναστεύουν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να φτιάξουν τη ζωή τους από την αρχή. Ο Σαιμίρ, μάλιστα, ερωτεύεται την Ηλέκτρα, μια όμορφη Ελληνίδα που θέλει να παντρευτεί, και αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Ο πατέρας της Ηλέκτρας, Νίκος (τον ρόλο κρατά ο Αντώνης Καφετζόπουλος) καλοδέχεται τον Σαιμίρ, όχι όμως και τον μικρότερο αδερφό του Βίνι, με τον οποίο δεν τα πάνε και τόσο καλά. Σύντομα καταφτάνει στη Θεσσαλονίκη ο θείος των παιδιών για μια εγχείρηση, και μαζί με την οικογένεια του εγκαθίσταται στο σπίτι του Σαιμίρ και της Ηλέκτρας.

Ο θείος φέρνει μαζί του την αλβανική παράδοση και τα ήθη και έθιμα που αυτή περιλαμβάνει. Και φυσικά δεν αργεί η ώρα που συγκρούεται με την Ηλέκτρα σχολιάζοντας και κριτικάροντας τον ρόλο της ως γυναίκα της οικογένειας. Τόσο η Ηλέκτρα όσο και ο πατέρας της Νίκος θα ζητήσουν από τον Σαιμίρ να επιλέξει… Στο μεταξύ, ο Βίνι μην αντέχοντας την όλη κατάσταση θα μείνει σε ένα φίλο του, τον Μπεν, και γρήγορα μπλέκεται με την αλβανική μαφία της περιοχής. Ο έρωτας του για την κοπέλα του αφεντικού, την Μαλίντα, θα τον μπλέξει ακόμη περισσότερο. Η αναταραχή που φέρνει στην οικογένεια του, και η σύγκρουση με την οικογένεια του Νίκου και της Ηλέκτρας, δεν θα έχουν ευτυχή κατάληξη. Παρά την όποια αισιοδοξία που υπάρχει και τον βαθύ έρωτα του Σαιμίρ και της Ηλέκτρας, η τραγωδία θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Στο αλβανικό καστ περιλαμβάνονται οι Γκιλιέμ Κοτόρι, Μαρβίν Ταφάι, Χεβντέτ Γιασχάρι, Εγκλαντίνα Τσενοιμέρι, Μπλεντί Πετρίτι, Εργκίς Τσεκρέζι, Ισλάμ Βεχαπάι, Χαιρί Ρόντο, Γιον Μπουντίνα, Ρομίρ Ζαλά, Σουέλα Μπάκο, Ντανιέλ Μπουντίνα, Αντρέα Ξικάνι, Γκέρτι Φεράι, Μαρσίας Λίλα, Έλβις Ντογκάνα. Στο ελληνικό καστ περιλαμβάνονται οι Αντώνης Καφετζόπουλος, Ιζαμπέλλα Κογιεβίνα, Λαέρτης Βασιλείου, Νικόλαος Λάμπρου, Γιάννης Τσιακμάκης, Στάματης Στάμογλου, Δημήτρης Κολοβός, Στέλλα Ράπτη, Θανάσης Ντισλής, Χρήστος Αρώνης, Αργύρης Γκαγκάνης, Αγάπιος Αγαπίου, Κυριάκος Δανιηλίδης, Στάθης Παναγιωτόπουλος, Χάρης Πεχλιβανίδης, Μάκης Κιριλής, Ανδρονίκη Μερτίρη, Αλέξανδρος Μουκάνος.

Στην παραγωγή συνεργάζονται οι Σαμπίνα Κόντρα από την Αλβανία (Era Films), η Λιλέτ Μπόταση από την Ελλάδα (Inkas Films), ο Ντανιέλ Μπουρλάκ από τη Ρουμανία (Elefant Films) και ο Γκιγιόμ Ντεσέιγ από τη Γαλλία (Arizona Films). Επιπλέον η Λιλέτ Μπόταση έχει εξασφαλίσει τόσο τη συμμετοχή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου όσο και της Nova, τη διανομή της ταινίας στην Ελλάδα καθώς και το Eurimages παρά τις όσες τρικλοποδιές, όπως σου ανέφερα παραπάνω. Η ταινία άλλωστε γυρίζεται κατά 70% στην Ελλάδα (μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου θα διαρκέσουν τα γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη, και μέχρι τα τέλη του μήνα συνεχίζονται στα ελληνοαλβανικά σύνορα), και η κύρια γλώσσα της ταινίας είναι η ελληνική. Ταυτόχρονα η παραγωγή φέρει και τη σφραγίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μια και είχε συμπεριληφθεί στο 4ο Φόρουμ Συμπαραγωγών Crossroads 2008 (με άλλο τίτλο βέβαια), όπου και έγινε η επαφή με την εταιρεία Inkas Films. Όσον αφορά τις υπόλοιπες εταιρείες παραγωγής, η γαλλική Arizona Films έχει συμμετάσχει σε ταινίες όπως το “Γάλα” του Σεμίχ Καπλάνογλου, την “Αμνηστία” του Μπουγιάρ Αλιμάνι, και την “Άλλη όχθη” του Τζώρτζι Οβασβίλι. Η ρουμάνικη Elefant Films έχει συμμετάσχει στην πολυβραβευμένη ταινία “4 μήνες, 3 εβδομάδες, 3 ημέρες” του Κριστιάν Μουνγκίου.

Βασικός συνεργάτης της ταινίας του Μπουντίνα, είναι ο διάσημος Ρουμάνος διευθυντής φωτογραφίας Μάριους Παντούρου, ο οποίος και έχει “φωτίσει” όλες τις μεγάλες επιτυχίες του νέου ρουμάνικου κινηματογράφου : “Εάν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω” του Φλορίν Σερμπάν, “Στις Παρυφές” του Μπόγκνταν Τζώρτζι Απέτρι, “Αστυνομία ταυτότητα” του Κορνέλιου Πορουμπόιου, “Πώς πέρασα στο τέλος του κόσμου” του Καταλίν Μιτουλέσκου, “12.08 Ανατολικά του Βουκουρεστίου” του Κορνέλιου Πορουμπόιου, κ.ά. Το συνεργείο συμπληρώνεται από έμπειρους τεχνικούς από την Ελλάδα, την Αλβανία και την Ρουμανία.

Το SevenArt συνάντησε τον Αλβανό σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντίνα στη Θεσσαλονίκη και συνομίλησε μαζί του για αυτή την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Έμπειρος στην τηλεόραση και το θέατρο, έχει μέχρι τώρα γυρίσει μόνο μικρού μήκους ιστορίες, και με αυτή τη φιλόδοξη ευρωπαϊκή συμπαραγωγή ευελπιστεί να κερδίσει κοινό και κριτικούς, όπως έκανε ο κολλητός φίλος και συνεργάτης του Μπουγιάρ Αλιμάνι.

Καθώς απορρέει από την ιστορία σου, πώς αντιμετωπίζεις τη σχέση Ελλήνων και Αλβανών; Συνεχίζει να υφίσταται κατά τη γνώμη σου, αυτό το μίσος και η έχθρα που υπήρχαν στη δεκαετία του 1990;

Για μένα όλη εκείνη η κατάσταση ήταν ένα μεγάλο κατασκεύασμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένα μίσος και καμία έχθρα μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων. Τα χρόνια προχωράνε, οι σχέσεις συσφίγγονται, και οι όποιες και όσες προκαταλήψεις οπισθοχωρούν. Νομίζω ότι οι σχέσεις μας είναι αρμονικές και αυτό θέλω να δείξω και στην ταινία. Όλα τα υπόλοιπα αρνητικά απορρέουν από τις ανθρώπινες πράξεις, που φυσικά και δεν χωρούν εθνικότητες. Είστε φιλόξενος λαός όπως κι εμείς. Οι πόρτες μας είναι ανοιχτές και είμαστε πάντοτε ζεστοί άνθρωποι. Μην ξεχνάς ότι ακόμη ζούμε όπως εσείς πριν πενήντα χρόνια, λόγω και του κομμουνισμού που είχαμε, ξέρεις είμαστε πιο μαζεμένοι και κοντά ο ένας με τον άλλο, πιο οικογενειακά. Από την άλλη μεριά θεωρώ ότι παντού υπάρχουν οι κακοί άνθρωποι που στιγματίζουν τον λαό τους. Ναι, υπάρχουν πέντε-δέκα κακοί Αλβανοί, μαφιόζοι, μπλεγμένοι με ληστείες, ναρκωτικά και γυναίκες, που έχουν παρασύρει το λαό τους με αυτή τη συμπεριφορά τους. Δεν είμαστε όμως όλοι ίδιοι.

Πολύ ενδιαφέρον έχει ο χαρακτήρας του Νίκου, που τον ερμηνεύει ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Τι άνθρωπος είναι; Ρατσιστικά στοιχεία έχει;

Αν και θεωρώ ότι δεν είναι και ο πλέον κλασικός τύπος του Έλληνα, ο Νίκος αγαπάει την οικογένεια του και κάνει τα πάντα γι’ αυτή. Δουλεύει πολύ στο συνεργείο αυτοκινήτων που έχει, και θέλει την ευτυχία της κόρης του. Θέλει να τη δει ευτυχισμένη, να είναι μαζί με ένα καλό παιδί, και να μην της λείπει τίποτα. Κάνει τα πάντα για αυτή. Και όχι, δεν είναι ρατσιστής. Έχει καλοδεχτεί τον Σαιμίρ, και του φτάνει το γεγονός ότι αρέσει και πληρεί την κόρη του. Αυτούς που δεν αντέχει είναι την οικογένεια και τους συγγενείς του Σαιμίρ, κι αυτό γιατί θέλουν να επιβάλλουν στο ζευγάρι τις αντιλήψεις και τις παραδόσεις τους. Αυτό βέβαια δεν τον κάνει και ρατσιστή…

Και το “J.A.C.E.” του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, που παίχτηκε στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, έχει να κάνει με την “επικίνδυνη” αλβανική μαφία. Εντέλει, πόσο δυνατή και με επιρροές είναι αυτή η μαφία, που εξετάζεις κι εσύ στην ταινία σου;

Κοίταξε να δεις, δεν ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαού μου, ή αν είναι ένα βαλκανικό φαινόμενο, όμως αυτοί που απαρτίζουν την αλβανική μαφία είναι πολύ επικίνδυνοι άνθρωποι. Σκοτώνουν για πλάκα. Είναι κυνικοί, αιμοσταγείς, δολοφόνοι. Μάλιστα ξέρω καλά αυτή τη συμπεριφορά τους γιατί τους έχω ζήσει, όταν ήμουν κι εγώ μετανάστης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι δρουν σε χώρες και περιοχές που ζουν μεγάλες κοινότητες Αλβανών, ώστε να τους ελέγχουν και να τους εξουσιάζουν. Δεν ξέρω τι μπορεί να φταίει… Το καταπιεστικό κομμουνιστικό καθεστώς μήπως που τους ρήμαξε τη ζωή, τις οικογένειες, τις γυναίκες και τα παιδία τους; Η εικόνα που υπάρχει για την αλβανική μαφία δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, και δυστυχώς χαλάει την εικόνα του λαού μου.

Εντέλει αφηγείσαι μια ιστορία αγάπης;

Ναι είναι μια ιστορία αγάπης. Άλλωστε και οι δυο αδελφοί είναι ερωτευμένοι με κοπέλες και “πεθαίνουν” για αυτές. Ο ένας μάλιστα και κυριολεκτικά. Ενώ ο άλλος, ο Σαιμίρ, ζει για την Ηλέκτρα και κάνει τα πάντα για να είναι ευτυχισμένη. Αυτές τις ιστορίες αγάπης προσπαθούν να τις διαλύσουν διάφοροι : συγγενείς, παραδόσεις, μαφία… Είναι μια ταινία για την αγάπη, αναμφίβολα.

Πόσο δύσκολο ήταν να βρεις χρήματα για την ταινία σου, η οποία διαβάζοντας την ιστορία και μόνο μου φαίνεται ακριβή παραγωγή;

Δεν ξέρω αν είναι ακριβή ταινία καθώς άφθονα χρήματα δεν υπάρχουν και το τελικό μπάτζετ συνεχώς αλλάζει. Αυτή η ταινία μπορεί να κοστίσει από 400 χιλιάδες έως ένα εκατομμύρια ευρώ. Δεν ξέρω, θα δούμε… Όσον αφορά αυτό που λες για την ανεύρεση χρημάτων. Ας μιλήσω μόνο για την Αλβανία, στην οποία δίνονται μόνο 500 χιλιάδες ευρώ ετησίως για το σύνολο της κινηματογραφικής παραγωγής. Όπως καταλαβαίνεις τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα… Άρα, αναγκαστικά στράφηκα σε παραγωγούς από το εξωτερικό, όπως είναι η Λιλέτ από την Ελλάδα που με έχει βοηθήσει πολύ.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (16-11-11).