28 Νοε 2011

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΕΒΙΝ

Η ταινία ‘’ Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν ‘’ πέτυχε τον στόχο της. Όλοι αυτοί που την είδαν μίλησαν για τον Κέβιν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Γιατί πρώτα η σκηνοθέτης και η ταινία μίλησαν με έναν εξαιρετικό τρόπο για αυτό που παρουσίασαν στο κοινό.

Η νεαρή, ερωτευμένη και ανέμελη Εύα χωρίς να το καταλάβει και να το θέλει βρίσκεται να έχει ένα μωρό στην αγκαλιά –τον Κέβιν- και έτσι βάζει στην άκρη τα όνειρά της. Ξεκινά μια εφιαλτική σχεδόν σχέση με το παιδί της, που από νωρίς δείχνει συμπτώματα παθολογίας, μια εναγώνια αναμέτρηση με τον εαυτό της. Μετά την γέννηση ενός δεύτερου παιδιού, οι σχέσεις του ζευγαριού δυσκολεύουν και ο Κέβιν γίνεται ανησυχητικά δύσκολος και απόμακρος. Τελικά προβαίνει σε ειδεχθή μαζικά εγκλήματα σε κοντινά του πρόσωπα.

Η πορεία της μάνας και της γυναίκας από το νεανικό έρωτα, στην δύσκολη οικογενειακή ζωή, στην απαιτητική ανατροφή των παιδιών, στην απομόνωση και την κατακραυγή για την μάνα ενός δολοφόνου, την επιβίωση και την συμπόρευση με τον ανήλικο φυλακισμένο γιό της ενσαρκώνει με τρόπο αριστοτεχνικό η Τίλντα Σουίντον.

Πρόκειται για ερμηνεία με υφή αρχαίας τραγωδού, που ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στην εξωτερική δράση και την εσωτερική διαδρομή, αποφεύγοντας κάθε μελοδραματισμό και ελαφρότητα, που μιλάει με όλα τα εκφραστικά μέσα του ανθρώπου για ότι του συμβαίνει. Αλλά και όλες οι υπόλοιπες ερμηνείες ζωγραφίζουν ανάγλυφα, ίσως τα πρόσωπα καλύτερα και όχι τους χαρακτήρες. Προβληματίζει ίσως η ερμηνεία του ίδιου του Κέβιν που παρουσιάζεται ως μια δαιμονική καρικατούρα. Δεν νομίζω πως είναι μια αστοχία της εξαίρετης σκηνοθέτιδας αλλά μάλλον επιδίωξή της.

Η σκηνοθετικά ποιητική μαεστρία της Λίν Ράμσεϊ με ισορροπημένη αφαιρετικότητα αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν, δίνει έναν ωμό ρεαλισμό και συγχρόνως μια αυθεντική συναισθηματικότητα στα δρώμενα που περιγράφει, παίζοντας με τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ που είναι απόλυτα ταιριαστό με τα γεγονότα. Στα πλαίσια αυτά η ταινία δεν φλυαρεί καθόλου, λέει τα απολύτως απαραίτητα και ούτε καν άμεσα τα ερμηνεύει. Όμως, νομίζω σε δύο σκηνές η Ράμσεϊ αφήνει να φανεί το ανθρωπολογικό, κοινωνικό, αξιακό και υπαρξιακό της βλέμμα σε όσα περιγράφει.

Η μία είναι, όταν ταραγμένη η μητέρα βρίσκει ένα τεράστιο σε ποσότητα και άγριο σε εικόνες πορνογραφικό υλικό καθώς και υλικό new age, στην κατοχή του γιού της και τον ρωτά: Μα τι νόημα έχει όλο αυτό; Και αυτός απαντά: Κανένα νόημα. Αυτό είναι το νόημα ότι δεν έχει κανένα νόημα. Σε αυτό τον μικρό διάλογο παρουσιάζεται το πλαίσιο που ζει ο Κέβιν: το πλαίσιο της αποδόμησης του νοήματος της ζωής και της ύπαρξης των βάρβαρων σύγχρονων κοινωνιών μας. Ζώντας μια ζωή χωρίς νόημα οι άνθρωποι διαταράσσονται και ζουν στο κενό που αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Κέβιν.

Η άλλη σκηνή είναι η τελευταία του έργου, όπου δύο χρόνια μετά το αποτρόπαιο γεγονός, στην επέτειο εκείνη, η μητέρα επισκέπτεται τον γιο της στην φυλακή και μόνο τότε –δύο χρόνια μετά- τον ρωτά γιατί το έκανε αυτό. Εκείνος, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του σκεπτόμενος με περισυλλογή και βρισκόμενος σε αναμέτρηση με τον εαυτό του, λέει: Κάποτε νόμιζα πως ήξερα, τώρα δεν είμαι σίγουρος. Είναι συγκλονιστική η ομολογία γιατί δείχνει αυτοσυνειδησία- δείγμα ψυχικής υγείας-δείχνει ότι άλλο ήταν το πριν και άλλο το τώρα και άρα έχει επέλθει κάποια αλλαγή. Έχει συνειδητοποιηθεί αυτό που συνέβη και πλέον ο Κέβιν αναλογίζεται πάνω στη ζωή του. Αυτό είναι ένα άλλο μήνυμα βάθους από την σκηνοθέτιδα που διαμηνύει πως ακόμα και να ζήσεις στην κόλαση, την πιο βαθιά, μπορείς να υπάρξεις ως άνθρωπος.

Μια ταινία με λιτό αλλά εύγλωττο σενάριο, σφιχτοδεμένη και εξαιρετικά καλογυρισμένη, με μια αξιοπρόσεκτη ψυχογραφική φωτογραφία υψηλών προδιαγραφών, απαιτητική για τον θεατή , που όμως αξίζει να την δει κανείς ως έργο τέχνης και ως επιτομή στο αδιανόητο και ακατανόητο των συμβάντων του καιρού μας.

Διονυσία Ντάλιου