26 Νοε 2011

ΤΟ ΒΑΡΥ... ΠΕΠΟΝΙ

Υπάρχουν φορές που ο ακραιφνής ρεαλισμός σε αποστρέφει από την υπαρκτή πραγματικότητα, την οποία βιώνεις ή και έχεις δίπλα σου. Από την άλλη μεριά, μια ομάδα ανθρώπων, όχι συγκεκριμένη, αποδέχεται πλήρως αυτή την κατάσταση, και προσπαθεί να την αλλάξει ή να την αφουγκραστεί έστω, να τη σκεφτεί, να προβληματιστεί, και στο τέλος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Με το “Βαρύ… πεπόνι” ο αείμνηστος Παύλος Τάσιος κατάφερε να μιλήσει για εκείνα που έβραζαν στην ελληνική κοινωνία των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Όποιος τον κατανόησε, δεν έχασε, είναι το μόνο σίγουρο. Να, βλέποντας και ξαναβλέποντας τη συγκεκριμένη ταινία, τώρα μετά τον θάνατο του, συνειδητοποιώ πόσες και πόσες φορές έχω συναντήσει στη ζωή μου ανθρώπους σαν τον “Μίμη”, όπως και οικογένειες που φτιάχτηκαν υπό αυτές τις συνθήκες (ίσως και η δική μου). Αναρωτιέμαι, αν τελικά το σινεμά που αγαπώ μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όπως διατείνονται πολλοί, γιατί εντέλει δεν το κάνει. Ο Τάσιος έδειξε καταφανώς πόσο σάπια ήταν η αρχή της νέας Ελλάδας, και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι έκανε μια ταινία που σε ταρακούνησε. Καθότι η ιστορία του επαρχιώτη “Μίμη” είναι η Ιστορία της χώρας σου. Η μικροαστική μιζέρια που είδες καταρχάς, και προέβλεψε εν συνεχεία με ακρίβεια ο Τάσιος, είναι αυτή που επικράτησε στην ελληνική κοινωνία και στην οποία πάτησαν οι πολιτικοί τις επόμενες δεκαετίες, και που χωρίς καμιά δόση υπερβολής, επέφερε τη σοσιαλιστική παρωδία, την εκσυγχρονιστική παραζάλη, τη μεταολυμπιαδική λαμογιά, και την τωρινή ξεφτίλα (πρώτα-πρώτα στους εαυτούς μας). Νεαρός επαρχιώτης πουλάει το καφενείο του πατέρα του, μια και χτίστηκε ψυχαγωγικό συγκρότημα με όλα τα κομφόρ πλησιόν του, και με τα φρεσκότατα λεφτά του μεταβαίνει στην Αθήνα των ευκαιριών, ώστε να ζήσει το όνειρό του. Εκεί γνωρίζει μια νεαρή μοδίστρα και της προτείνει γάμο. Η καινούρια ζωή όμως, δεν θέλει νταηλίκια κι επαρχιωτισμούς, αλλά σκληρή δουλειά, το κεφάλι κάτω, μια ήσυχη, μονότονη καθημερινή ζωή που τα λεφτά είναι λίγα και οι ανέσεις μηδαμινές. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το βαρύ… πεπόνι, που είχε μάθει να είναι αφεντικό του εαυτού του, σπάει. Και θα κάνει ό,τι λάντζα βρει για να φέρει λεφτά στην οικογένεια, όπου η κακιά πεθερά καιροφυλακτεί και η γυναίκα περιμένει από αυτόν πράξεις κι όχι λόγια. Θα καταπιεί τη γλώσσα του στο αφεντικό, θα συνδικαλιστεί για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του (η συγκεκριμένη σκηνή του τέλους είναι και η πλέον χαρακτηριστική, μια και καταδεικνύει τη συνδιακαλαρία που κατάφαγε την Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια -και τώρα χάνει τα δικαιώματα της). Θα ξεχάσει το σπίτι με την ωραία θέα, και θα παραμείνει στο υπόγειο της αντιπαροχής μέχρι να ορθοποδήσει. Και θα είναι δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά, έως ότου καταφέρει να βάλει τη ζωή του σε μια σειρά. Και όπως πολύ σωστά ξέρεις, μετά από όλες αυτές τις “φάπες”, ήταν κι ο πρώτος που σε καταλήστεψε τα επόμενα χρόνια όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Όλα τα παραπάνω στα γεννά η ταινία του Τάσιου, με την εκπληκτική ερμηνεία του Χρυσομάλλη, και την Κατερίνα Γώγου στο ρόλο της μικροαστής μοδίστρας που θέλει να παντρευτεί και να κάνει μια σωστή οικογένεια. Τα λόγια αυτά φυσικά είναι προσωπική γνώμη, καθόλου αυθαίρετη, και χωρίς γενικεύσεις τύπου “όποιον πάρει ο χάρος”. Σίγουρα υπήρχαν οι εξαιρέσεις, μόνο που δεν επικράτησαν. Και τις οποίες, καταπώς φαίνεται, δεν τις είχε δει ο πολύ σημαντικός αυτός σκηνοθέτης, Παύλος Τάσιος.