18 Νοε 2011

Ελληνικός Κινηματογράφος: Quo Vadis?

Toυ Νέστορα Πουλάκου

Η συζήτηση για την πορεία του ελληνικού κινηματογράφου είναι ατέρμονη. Είναι μια πάγια θέση που κρατώ εδώ και χρόνια. Και τη στηρίζω, μια και ανά τακτά χρονικά διαστήματα κι όταν παρουσιάζονται σπασμωδικές εκλάμψεις εξωστρέφειας, ξεκινά και πάλι μια τέτοια συζήτηση ανταλλαγής απόψεων και πρόβλεψης του μέλλοντος.

Όμως μάντης δεν είσαι και στο μυαλό του κάθε καλλιτέχνη (σκηνοθέτη) δεν μπορείς να βρίσκεσαι. Έτσι κι αλλιώς ούτε και ο ίδιος δεν είναι σίγουρος (;) για την επόμενη ταινία του και την ενδεχόμενη επιτυχία της ή όχι. Αυτά συμβαίνουν κάπως τυχαία, πόσω μάλλον που στην Ελλάδα παιδεία και βάσεις δεν υπάρχουν ώστε να ισχυριστείς ότι μια στέρεη εθνική κινηματογραφία μπορεί να προσφέρει σε δόκιμους χρόνους καλό σινεμά, πολλά εισιτήρια, διεθνή αναγνώριση, και φυσικά βραβεία σε φεστιβάλ και ακαδημίες. Το μόνο αδιαπραγμάτευτο είναι το ταλέντο.

Στο προκείμενο τώρα. Καταλαβαίνεις φυσικά ότι μια τέτοια περίοδος είναι αυτή που ζεις τώρα. Μετά την έκρηξη της φούσκας των (τηλε)ταινιών και την αθρόα προσέλευση θεατών σε αυτές, ήταν φυσικό επακόλουθο να ανανήψει το καλλιτεχνικό σινεμά και να αναδυθεί για πολλοστή φορά από τις στάχτες του. Οικονομίδης, Κούτρας, Λάνθιμος, Τσίτος, Τζουμέρκας, Παπαδημητρόπουλος, Τσαγγάρη κ.ά, είναι μερικοί από τους δημιουργούς που συμμερίστηκαν ένα διαφορετικό σινεμά, το οποίο και στο εσωτερικό συγκινεί και στο εξωτερικό συζητιέται.

Φυσικά και είναι άδικο να μιλάς με όρους κινηματικούς. Το “νέο ρεύμα” ή το “νέο αίμα” είναι δημοσιογραφικές εξυπνακίστικες μπαρούφες εντυπωσιασμού και μόνο. Μη θέλεις ντε και καλά να ξαναζήσεις ένα Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, ή μια εγχώρια Nouvelle Vague (Γαλλία), ένα Free Cinema (Αγγλία) ή ένα Cinema Novo (Βραζιλία). Αυτά τα είδη κινηματογράφου αναπτύχθηκαν σε πολιτικά ταραγμένες εποχές (πόλεμοι, δικτατορίες, συντηρητικά συστήματα εξουσίας) και σε χώρες που η ανάγκη για αλλαγές ουσίας ήταν μεγάλη. Τότε και σε όλες τις περιοχές, η κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, και ο πολιτισμός είχαν βαλτώσει. Χρειαζόντουσαν μια επανάσταση.

Ευτυχώς ή δυστυχώς στις μέρες μας, οι καταστάσεις δεν είναι ίδιες. Μπορεί να βρισκόμαστε εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής χούντας, όμως κοινωνία και πολιτισμός βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, σε μια αναμόχλευση ιδεών και μια δραστηριοποίηση άνευ προηγουμένου. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την “εξέλιξη” έχει φυσικά το ίντερνετ και όλα τα μέσα δικτύωσης που βγάζουν τον καλλιτέχνη από το καβούκι του ευκολότερα, και έτσι αυτός δεν χάνεται μες στο σκοταδισμό της μη πληροφόρησης και μη δημοσιοποίησης.

Ζεις στην εποχή του ιδιωτικού οράματος, ένας όρος που έχει χρησιμοποιηθεί και για την ελληνική ποίηση. Στο ελληνικό σινεμά της εποχής ο σκηνοθέτης λειτουργεί ατομικά. Μπορεί να υπάρχει η μεταξύ τους συζήτηση και εκτίμηση, όμως πάντοτε μιλάμε για καλλιτέχνες που οραματίζονται και πράττουν κατά μόνας. Δεν υπάρχει δηλαδή εκείνη η σύμπνοια κι αλληλοβοήθεια που συνάντησες στο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο των αρχών της δεκαετίας του 1970. Η όλη αυτή τάση στηρίζεται στο πνεύμα της εποχής, στον ατομισμό δηλαδή που για άλλους είναι θετικός και για άλλους αρνητικός. Το ζήτημα είναι ότι έτσι έχουν πλέον μάθει όλοι.

Ξεκινώντας λοιπόν να μιλάς για ατομικές επιτυχίες, αναγνωρίσεις, και βραβεία των παραπάνω σκηνοθετών κι άλλων, ταυτοχρόνως γελάς με όρους τύπου “νέο ρεύμα”. Για ξεχωριστές περιπτώσεις και μεμονωμένα περιστατικά μιλάς, τα οποία άντε να χαρακτηρίσεις και παρεΐστικα (τύπου Τσαγγάρη-Λάνθιμος-και τελεία, μέχρι εδώ).

Βασικά συστατικά στην παραπάνω εικόνα είναι τα ψηφιακά μέσα. Είτε ξενίζει είτε όχι, η ψηφιακή κινηματογράφηση είναι κατά πολύ φτηνότερη και λύνει τα χέρια του σκηνοθέτη ώστε να κάνει ευκολότερα και γρηγορότερα μια ταινία. Δηλαδή, αν έχεις την ανάγκη του εδώ και τώρα, όπως την αισθάνθηκαν οι Παπαδημητρόπουλος-Vogel στο “Wasted youth” και φυσικά δεν έχεις χρήμα άμεσα διαθέσιμο, πετάς στην άκρη τη χρονοβόρα λαίλαπα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, βρίσκεις χορηγούς για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες, και προχωράς στο γύρισμα με digi κάμερες. Στην πλειοψηφία τους, οι περισσότεροι κινηματογραφιστές κάνουν στη συνέχεια transfer σε φιλμ ώστε να παίξει η ταινία τους σε μεγάλα φεστιβάλ και φυσικά στον κινηματογράφο (δεν είναι όλες οι αίθουσες εξοπλισμένες με video προτζέκτορα).

Και που οδηγείται ο Ελληνικός Κινηματογράφος; Στην d(o).i(t).y(ourself) κινηματογράφηση, και τη διεθνή συμπαραγωγή. Η οικονομική χούντα δεν δίνει παρά ελάχιστα πλέον στον πολιτισμό. Μάλιστα, ο κινηματογράφος είναι από τους πλέον άμεσα θιγόμενους, αφού πρόκειται για ένα ακριβό “σπορ” που όλο και λιγότερο χρηματοδοτείται, ή και να γίνεται αυτό παίρνει ψίχουλα (μέχρι το πολύ 150 χιλιάδες ευρώ). Με τον “τρύπιο” νέο νόμο να εξυπηρετεί ημέτερους και να στηρίζει μεγαλοπαραγωγούς, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σε ακόμη κακή κατάσταση, και τους χορηγούς να τους κυνηγάς με το τουφέκι, οι Έλληνες σκηνοθέτες που έχουν χαράξει την προσωπική τους πορεία και μακριά από συμφέροντα και παρέες, με όπλο το ταλέντο τους και χωρίς να συνθλίβονται σε ρεύματα και… αίματα, μπορούν να κάνουν καλές ταινίες ακολουθώντας το ιδιωτικό τους όραμα.

Συζήτηση για τον Ελληνικό Κινηματογράφο στο βιβλιοπωλείο IANOS (24o Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου)

Τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, στις 12 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24), το 24ο Πανόραμα και η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου θα πραγματοποιήσουν συζήτηση με θέμα: "Ελληνικός κινηματογράφος: Quo Vadis?". Θα συμμετάσχουν οι σκηνοθέτες Βασίλης Βαφέας, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Τριανταφυλλίδης και Γιάννης Φάγκρας και οι κριτικοί κινηματογράφου Νέστορας Πουλάκος και Ανδρέας Τύρος. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο διευθυντής του Πανοράματος Νίνος Φένεκ Μικελίδης.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (31-10-11).