1 Δεκ 2011

Ταινίες 1ης Δεκεμβρίου 2011

Toυ Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες οχτώ ταινίες, εκ των οποίων ορισμένα αριστουργήματα από την Αμερική και την Ευρώπη κάνουν τη διαφορά. Υπάρχουν βέβαια και οι συνήθεις αμερικανιές, που επανεμφανίστηκαν στις ελληνικές αίθουσες (και σύντομα στα dvd) μετά από καιρό. Ταινία της εβδομάδας είναι “Το παιδί με το ποδήλατο” των Ζαν Πιερ και Λυκ Νταρντέν. Παρόλο που υποκύπτουν σε μανιερισμό, εντούτοις το τραχύ κοινωνικό μήνυμα της ιστορίας, και η καταπληκτική ερμηνεία του πιτσιρικά σε ανατριχιάζουν. Κριτικές σου γράφουν ο Δηράκης (από το ΦΚΘ που την είδε) και ο Γωγάκης, που αμφότεροι παραληρούν για τη σπουδαιότητα της. Ο “Faust” του Αλεξάντερ Σοκούροφ, είναι μια εξαιρετική, αν κι ελεύθερη, μεταφορά του ομώνυμου κλασικού έργου του Γκαίτε. Ο σπουδαίος αυτός Ρώσος σκηνοθέτης πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή παραγωγή, εντελώς αψεγάδιαστη από τα τεχνικά της μέρη έως τις έντονες ερμηνείες της, και γι’ αυτό έφυγε από τη Μόστρα της Βενετίας με τον Χρυσό Λέοντα. Ταυτόχρονα κλείνει κι η τετραλογία του για τους ισχυρούς άνδρες (με ταινίες για τον Χίτλερ, τον Λένιν, τον Χιροχίτο, και τώρα για τον Φάουστ που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο). Εμπορική επιτυχία στη Γαλλία είναι το “Πολεμώντας για τη νίκη” της νεαρής Βαλερί Ντονζελί, η οποία διαχειρίζεται το θέμα του καρκίνου σε ένα νεογέννητο βρέφος με τον πλέον εκπληκτικό τρόπο. Με στυλ αλά Λελούς, η Ντονζελί (που πρωταγωνιστεί κιόλας) σε προκαλεί να κλάψεις, να γελάσεις, να ψυχοπλακωθείς μα και να ξαλαφρώσεις, χάρη στην εξαίσια σκηνοθετική της ματιά. “Το Τανγκό των Χριστουγέννων” είναι μια φιλόδοξη παραγωγή της Village, μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη, που ευελπιστεί έστω και την ύστατη ώρα να ξορκίσει το εμπορικό κακό που έχει βρει το ελληνικό σινεμά μες στο 2011. Παρόλο που σκηνοθετικά η ταινία πάσχει, θα δεις όμως μια καλοδουλεμένη παραγωγή που δεν σε προσβάλλει, αντιθέτως σε διασκεδάζει ποικιλοτρόπως. Ενώ το “Real Steel” που είναι το μπλοκμπάστερ της εβδομάδας, μπορεί να μη διαθέτει ιδιαίτερη… ευφυΐα, παρολαυτά σε μεταφέρει στο παιδικό κόσμο του μποξ, όπου αλά Ρόκυ τα ρομπότ χτυπιούνται για το ποιο θα βγει πρώτο. Στα σίγουρα θα το αγαπήσουν οι πιτσιρικάδες. Καλύτερα για το “The Double” θα στα πει ο Γωγάκης, μια και θεωρεί ότι χάρη στον άλλοτε ζεν πρεμιέ Ρίτσαρντ Γκηρ σώζεται η παρτίδα του Μάικλ Μπραντ. Πρόκειται για ταινία ψυχροπολεμικού ύφους, όπου απόστρατοι και πράκτορες κυνηγιούνται. Στα ίδια επίπεδα βρίσκεται κι ο “Άγγελος του πάθους” (και πάλι ο Γωγάκης σε υπηρεσία κριτικής), στον οποίο ο Μίκι Ρουρκ ερωτεύεται νεαρή ενζενί κι ο Μπιλ Μάρει θέλει να τους την σπάσει. Στον απόπατο της εβδομάδας βρίσκονται τρεις -κάποτε- αστέρες του Χόλιγουντ. Ο σκηνοθέτης Τζόελ Σουμάχερ και οι σταρ Νίκολας Κέιτζ και Νικόλ Κίντμαν κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους στο “Trespass” για να περάσεις μια άσχημη βραδιά στο σινεμά. Ακόμη βουίζουν τα αυτιά μου…

Faust (9/10)

Όπως κι όλο το προηγούμενο έργο του, ο Σοκούροφ κάνει σινεμά αξιώσεων και γι’ αυτό βρίσκεται κιόλας στο πάνθεον των σπουδαίων σκηνοθετών της εποχής αυτής. Ο Ρώσος δημιουργός επιβεβαιώνει τη φήμη της μεγάλης των Ρώσων σχολής, και παρά τον πόλεμο που δέχεται από το παρακράτος του Μιχάλκοφ, είναι αυτή τη στιγμή ο κορυφαίος σκηνοθέτης στην Ευρώπη, μαζί με τον άρτι αποχωρήσαντα Μπέλα Ταρ. Με το “Faust” ο Σοκούροφ του μονοπλάνου της “Ρωσικής Κιβωτού”, κλείνει την τετραλόγια αποδόμησης των ισχυρών ανδρών της Ιστορίας. Μετά τους Χίτλερ, Λένιν και Χιροχίτο, αποφασίζει να καταπιαστεί με τον Φάουστ του Γκαίτε, ο οποίος μη μπορώντας να βρει το νόημα της ζωής στην επιστήμη της ιατρικής που πιστά υπηρετεί, πουλά την ψυχή του στον Μεφιστοφελή, ή αλλιώς στον διάβολο προσωποποιημένο, ώστε να λάβει την απόλυτη γνώση. Δεν ξέρω αν κέντρα ή παράκεντρα έδωσαν τον Χρυσό Λέοντα στον Σοκούροφ, στην τελευταία Μόστρα της Βενετίας, όμως ο “Faust” του είναι στα σίγουρα ένα έργο που θα εκτιμηθεί μεταγενέστερα από την πλειοψηφία. Καταρχάς, μπορεί να μη βλέπεις την πιστή μεταφορά του έργου ζωής του Γκαίτε, εντούτοις αποτελεί μια από τις καλύτερες μεταφορές λογοτεχνικών έργων που έχω δει στο σινεμά. Υποβλητική ατμόσφαιρα για την οποία ευθύνονται η φωτογραφία, τα κουστούμια και τα σκηνικά. Όλα τους αψεγάδιαστα. Ο Σοκούροφ χτίζει έναν κόσμο που επιπλέει στα σκατά και περιβάλλεται από τη σαπίλα, το απόλυτο σκοτάδι, την ολοκληρωτική διαφθορά, και το γενικότερο κακό. Σε έναν τέτοιο κόσμο άνθρωποι σαν τον Φάουστ δεν έχουν θέση. Επομένως, ο διάβολος είναι η σωτηρία του. Στο δραματουργικό του μέρος, ο Σοκούροφ φτιάχνει ένα πολυδαίδαλο σύμπαν χαρακτήρων, παρόλο που επικεντρώνει στο τραμπάλισμα καλού και κακού του Φάουστ, και τη σχέση του με τον σατανά (με το απεχθές σώμα και τα στρεβλά γεννητικά όργανα). Αναρίθμητοι ρόλοι, άψογα στημένοι, με αρχή και τέλος, παίρνουν τη δική τους θέση στις δυο πλευρές της Ιστορίας. Το καλό θα νικήσει ή το κακό θα επικρατήσει; Έντονες ερμηνείες αποτυπώνουν πολυσχιδείς προσωπικότητες, και γεμάτοι διάλογοι σε κρατούν σε συνεχή κίνηση. Το εξιλεωτικό τέλος, όπου πια η τρέλα επικρατεί, είναι και το απαύγασμα μιας μεγάλης ταινίας. Ο Φάουστ χάνεται στο άπειρο έχοντας ηττηθεί από τη δίψα του για γνώση. Ή μήπως του έδωσε το φάρμακο της λύτρωσης κι όπου τον οδηγήσει αυτό; Εν ολίγοις, το “Faust” παρά τους ρυθμούς του και το βαρύ φορτίο ενός σινεμά ακραίου προβληματισμού που κουβαλά, θα σε ανταμείψει. Είναι το αληθινό σινεμά που προτιμάμε άλλωστε.

Πολεμώντας για τη νίκη (7/10)

Είναι το πλέον εξαγώγιμο προϊόν της γαλλικής κινηματογραφικής παραγωγής για φέτος. Ήδη το έχουν στείλει στα Όσκαρ, άνοιξε και την Εβδομάδα Κριτικής στις Κάννες, έχει κόψει εκατομμύρια εισιτήρια στις αίθουσες, και αναμένεται να σαρώσει τα Σεζάρ την ερχόμενη άνοιξη. Κι όλα αυτά για την ανεξάρτητη παραγωγή της νεαρής Ντονζελί, που σκηνοθετεί, γράφει το σενάριο και παίζει, μαζί με τον επίσης νεαρό Ελκαίμ, παριστάνοντας τους Ρωμαίο και τον Ιουλιέτα σε μια ταινία που μοιάζει σα να έχει βγει από την καρδιά της γαλλικής Νουβέλ Βανγκ, τον πολύχρωμο κόσμο του Ζακ Ντεμί, ή το βιντεοκλιπίστικο, ατμοσφαιρικό, συναισθηματικό σινεμά του Κλωντ Λελούς. Το θέμα της βέβαια βαρύ: στο νεογέννητο βρέφος εντοπίζεται όγκος, και το νεαρό ζευγάρι αποφασίζει να δώσει τη μάχη μέχρι το τέλος. Και τα καταφέρνει. Μπορεί το θέμα να σε ψυχοπλακώνει, ενώ είναι και αυτοβιογραφικό, η σκηνοθετική ευφυΐα όμως της Ντονζελί τα μαλακώνει όλα. Ιδιαίτερες λήψεις, σκηνοθετικά τεχνάσματα, παιχνιδιάρικες ερμηνείες σε πολύχρωμα φόντο, δίνουν και τόνο χαράς και αισιοδοξίας μα και την απαιτούμενη συγκίνηση για το δράμα του μωρού και τον αγώνα δρόμου της οικογένειας. Δηλαδή, η ταινία δεν καταντά χαζοχαρούμενη με όλα αυτά. Αντιθέτως προσφέρει σε σωστές δόσεις χαρά και κλάμα μαζί. Εντέλει, αυτός ο κλαυσίγελος είναι τόσο διασκεδαστικός. Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο. Γι’ αυτό και άλλωστε η ταινία σκίζει στο ευρύ κοινό. Είναι σινεμά απολαυστικό, ένα μάθημα ζωής κανονικό, που σου κολλάει στο μυαλό. Πολλά μπράβο στη σκηνοθέτιδα. Ένα τέτοιο γαλλικό σινεμά θέλουμε.

Το Τανγκό των Χριστουγέννων (5/10)

Το “Τανγκό των Χριστουγέννων” μπορεί και να ξαναφέρει το ελληνικό κοινό στις αίθουσες. Μένει εκείνο να το στηρίξει από σήμερα. Και τα λέω αυτά καθότι πρόκειται για μια ελληνική ταινία που σε σέβεται, στα πρότυπα του Φίνου. Με μοναδικές μου ενστάσεις τη σκηνοθετική αστοχία και τη μονταζιακή αναρχία, ειδικώς στο φλας μπακ παρόν-παρελθόν (ή μέλλον, όπως το δει κανείς), η φιλόδοξη αυτή παραγωγή της Village έχει δυο ισχυρούς άσσους, και μερικούς βαλέδες για το γαρνίρισμα του θεατή. Η καταπληκτική λυρική μουσική του Αιόλου και η εξαιρετική φωτογραφία του Δρακουλαράκου, μπορούν από μόνες τους να σε ταξιδέψουν, να σε συγκινήσουν και να σε παρασύρουν στο ρομάντζο, να σε προβληματίσουν και να σε κάνουν να συμπάσχεις με το δράμα που παρακολουθείς. Από δίπλα τους οι ερμηνείες (κυρίως) του Στάνκογλου, και στη συνέχεια του Μπέζου και της Παπαδοπούλου σε κάνουν κοινωνό του μπερδέματος που βλέπεις να εκτυλίσσεται στον απομονωμένο Έβρο. Κάπως παράταιρος, ειδικώς από τη μέση και μετά, μοιάζει να είναι ο Αντίνοος Αλμπάνης. Το λυρικό “Τανγκό” είναι μια ταινία που αξίζει της προσοχής σου ακόμη κι ας μην είναι κάτι το πολύ σπουδαίο.

Real Steel (4/10)

Θα μπορούσε και να είναι και παραγωγή της Disney αυτή η ταινία. Και το λέω αυτό καθότι είχα πάει προετοιμασμένος για να δω ένα μπλοκμπάστερ με τα ρομπότ να τα σπάνε, κι εντέλει παρακολούθησα μια ταινία για παιδιά, τα οποία βάζουν τους φίλους τους τα ρομπότ να παίζουν μποξ. Το σίγουρο είναι ότι η ταινία δεν με πρόσβαλε. Προσεγμένη παραγωγή, και ιδιαιτέρως πολυδάπανη που φάνηκε, όπου οι μεγάλου τύπου Χιου Τζάκμαν είναι σε δεύτερη μοίρα. Το λόγο τον παίρνουν οι πιτσιρικάδες, οι οποίοι βάζουν τα ρομπότ τους να παίζουν σε πρωτάθλημα μποξ για το έπαθλο και τη δόξα. Με την ιστορία ευθέως (αν και δεν λέγεται) επηρεασμένη από τον κινηματογραφικό μύθο ενός Ρόκι ή ενός Καράτε Κιντ (αν και στο πρώτο φέρει εκατό τοις εκατό), έτσι ώστε να ταυτιστούν αμέσως τα παιδιά της γενιάς του playstation και των παιχνιδιών κίνησης, ο Σων Λέβι που γυρίζει και “Ροζ Πάνθηρα”, και “Νύχτα στο μουσείο”, και “Ραντεβού για παντρεμένους”, σου προσφέρει μια ακόμη αμερικανιά περιωπής για να διασκεδάσεις.

Trespass (3/10)

Ήταν και οι τρεις κάποτε στον αφρό του Χόλιγουντ, γι’ αυτό κι αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, τώρα που βρίσκονται στο περιθώριο, ώστε να φτιαχτεί μια ταινία του σωρού, που η θέση της στο dvd club είναι δεδομένη. Δεν κατάλαβα τίποτα από το “Trespass”, το ομολογώ. Το γιατί έγινε δηλαδή. Θρίλερ μυστηρίου, όπου μια μεγαλοαστική οικογένεια κρατείται για λύτρα και τότε βγαίνουν στη φόρα τα ανομολόγητα μυστικά της, μια και τα τρία μέλη της, μπαμπάς, μαμά κι ατίθαση κόρη, κάνανε καταπώς φαίνεται του κεφαλιού τους. Ο Σουμάχερ των “Παιδιών της νύχτας”, της ταινίας-σύμβολο στα ‘80s, βρίσκεται σε πλήρη σκηνοθετική αναρχία. Οι δε άλλοτε οσκαρούχοι Νίκολας Κέιτζ (ο οποίος παραπαίει μονίμως την τελευταία δεκαετία, πλην της ερμηνείας του στη “Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη” του Χέρτζογκ) και Νικόλ Κίντμαν παίζουν με τον πλέον κακό τους εαυτό. Σου προτείνω να το αποφύγεις, βασικά.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (1-12-11).