16 Δεκ 2011

Ταινίες 15ης Δεκεμβρίου 2011


Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες οχτώ ταινίες, εκ των οποίων οι δυο είναι παλιότερης παραγωγής αλλά παίζονται σε πρώτη προβολή στη χώρα μας. Από τις υπόλοιπες να μην περιμένεις εκείνη που θα σου κάνει τη διαφορά, όμως υπάρχουν και μερικές που είναι ενδιαφέρουσες προτάσεις για έξοδο. Κατά τα λοιπά, έχουμε μπει στην περίοδο που βρέχει βραβεία από τις ενώσεις στην Αμερική, περιμένοντας όλοι πρώτα τις Χρυσές Σφαίρες και έπειτα τα Όσκαρ. Ταινία της εβδομάδας είναι ο “Δρόμος του Χρήματος”, που έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από την πρώτη προβολή του στην περυσινή Μπερλινάλε. Ουσιαστικά πρόκειται για αληθινή ιστορία που συνέβη στις Η.Π.Α. το 2008, όταν και ξέσπασε η οικονομική κρίση που πλέον έφτασε στην Ευρώπη (και φυσικά στην Ελλάδα). Αν και άνιση ταινία, σε συγκλονίζει για το σκληρό πρόσωπο των “διαχειριστών” του παγκόσμιου χρήματος (και κατ’ επέκταση του ίδιου του ανθρώπου). “Το καταφύγιο” τιμήθηκε στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ των Καννών, κι έρχεται ως η εναλλακτική πρόταση του Χόλιγουντ. Η αλήθεια είναι ότι η ερμηνεία του Μάικλ Σάνον είναι συγκλονιστική. Η άλλη αλήθεια είναι ότι μέχρι να παγώσεις με την τελική ανατροπή σου έχει βγάλει την ψυχή. Είναι μια σκληρή ταινία το “Μίχαελ”. Όπως μας λέει και στη συνέντευξη του ο πρωταγωνιστής της, Μίκαελ Φούιτ, η παιδοφιλία πρέπει να εκτεθεί στο σινεμά ώστε να ακολουθήσει η κοινωνική κατακραυγή. Βέβαια αυτή η δύσκολη ταινία, αυστριακής παραγωγής, του άλλοτε συνεργάτη του Μίκαελ Χάνεκε, Μάρκους Σλάινζερ, διαθέτει μια παγωμένη τεχνοτροπία και μια αποστασιοποίηση που σε πετάει συχνά έξω από το θέμα. Θα στα πει βέβαια καλύτερα, πρώτα ο Ιάκωβος Γωγάκης που την είδε στο Φεστιβάλ Καννών, κι έπειτα ο Τάιλερ Ντέρντεν όπως την παρακολούθησε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το “Αλλάζουμε;” είναι από εκείνες τις γνωστές αμερικανιές άνευ σχολιασμού. Δυο κολλητοί φίλοι ανταλλάσουν τις ζωές τους για να νιώσουν τη γλύκα… Μήπως το έχεις ξαναδεί το έργο; Άσε που το σεξιστικό πάει κι έρχεται. 80 χρόνια από την πρώτη προβολή της, η “Όπερα της Πεντάρας” του Β. Παμπστ, έρχεται στην Ελλάδα και στη γαλλική και τη γερμανική εκδοχή της. Διαλέγεις και παίρνεις. Ένα πραγματικό διαμάντι άλλης εποχής. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί προβάλλεται το ντοκιμαντέρ “The Road to God Knows Where" του Ο. Σέπελ για τον Νίκ Κέιβ και τη μπάντα του, μια και η εταιρεία διανομής του δεν μας ενημέρωσε σχετικώς. Παρολαυτά, αυτή η καταγραφή του 1990 είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο που αξίζει της προσοχής σου. Έχω δει μόνο την πρώτη “Επικίνδυνη Αποστολή” του Μπράιαν Ντε Πάλμα, και νομίζω ότι καλύφθηκα. Κατά τα λοιπά, βλέπεις, κρίνεις, και κυρίως δεν με χρειάζεσαι για την “Επικίνδυνη Αποστολή: Πρωτόκολλο Φάντασμα”. Βέβαια αύριο για πέρασε μια βόλτα από το SevenArt.gr ώστε να διαβάσεις ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Τομ Κρουζ. Από την άλλη μεριά δεν έχω δει ποτέ, κι ούτε θα το κάνω, κανένα επεισόδιο της σειράς κινουμένων σχεδίων “Ο Άλβιν και η παρέα του”. Να με συγχωρείς.

Ο Δρόμος του Χρήματος (6/10)

Για να σου πω και την αλήθεια, στο πρώτο μισό της ταινίας ήμουν συγκλονισμένος. Ο Τσάντορ έχει κάνει μια εξαιρετική σεναριακή δουλειά: έχει μελετήσει τα αίτια της οικονομικής κρίσης του 2008, και τις συμπεριφορές των επενδυτικών κολοσσών για να κερδίσουν κι ας καταστραφεί ο κόσμος. Έχει ακόμη μελετήσει καλά τα προφίλ των μεγαλοστελεχών οι οποίοι βγάζουν εκατομμύρια δολάρια το χρόνο (στην ταινία φαίνεται το νεότερο μέλος της παρέας, που δεν είναι ούτε 25 ετών, να βγάζει 250 χιλιάδες δολάρια το χρόνο). Κι όλα αυτά στις πλάτες της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία εντέλει κατέρρευσε. Και ενώ ο Τσάντορ σε έχει αφήσει αποσβολωμένο με αυτά που σου λέει και δείχνει, εντέλει σου σκηνοθετεί ένα δεύτερο μισό της ταινίας εντελώς ανιαρό. Αδιάφορο θα πω. Προσπαθεί να σου δείξει τις σκέψεις ή την (απ)ανθρωπιά ίσως των ανθρώπων αυτών, όμως τελικά το επιχειρεί τόσο επιδερμικά κι επιφανειακά που δεν σου προκαλεί κανένα ενδιαφέρον. Όλες οι ερμηνείες είναι πολύ καλές. Ο Κέβιν Σπέισι μπαίνει στον… οικονομικό του ρόλο άψογα. Έχει ήδη την εμπειρία του “Casino Jack” και του “Αφεντικά για σκότωμα”, που είδες το καλοκαίρι. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τους μικρούς και μεγάλους ρόλους. Εντέλει σου μένει μια ταινία κόλαφος για τον υπαρκτό καπιταλισμό, που όμως της λείπει το… πιπέρι για να γίνει πιο καυστική.

Το Καταφύγιο (5/10)

Μια ταινία ερμηνειών είναι αυτή. Καθότι, από κάποια στιγμή και μετά ξεχνιέσαι με το θέμα που (προσπαθεί) ν’ αναπτύξει ο Τζεφ Νίκολς, και καρφώνεσαι από τη μια μεριά στην εξαιρετική ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, κι από την άλλη μεριά στη χαμηλόφωνη, εντέλει εκρηκτική ερμηνεία της Τζέσικα Τσαστέιν, που αποδεικνύεται ηθοποιός της χρονιάς στην Αμερική. Ο Νίκολς έχει φτιάξει μια ταινία που κυλά αργά σαν βραδυφλεγής βόμβα. Βέβαια υπάρχουν στιγμές της που είναι εντελώς άρρυθμη. Χωρίς να θέλω να σου αποκαλύψω αυτό για το οποίο προφανώς έχει προκαλέσει αίσθηση “Το καταφύγιο”, εντούτοις εξετάζεται σοβαρά η σκηνοθετική επιλογή του Νίκολς. Καθότι από τη μια μεριά χτίζει σιγά-σιγά την ψυχασθένεια ενός ανθρώπου, ο οποίος πάσχει από τελολογικό σύμπλεγμα. Και φυσικά θεωρεί πρωτίστως εκείνος και στη συνέχεια ο κύκλος του, ότι είναι ψυχασθενής λόγω και του οικογενειακού ιστορικού του. Από την άλλη μεριά όμως, όλη αυτή τη διαδικασία στη δίνει με τέτοιο βαρύ τρόπο, ώστε το δυσκίνητο δεν λέγεται σινεφίλ μα ανιαρό. Κατά τα λοιπά, πλην των έξοχων ερμηνειών όπως προανέφερα, υπάρχει και το ανατρεπτικό τέλος της ιστορίας, που σε αφήνει άφωνο. Μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο έχει εντυπωσιάσει “Το καταφύγιο”, στα σίγουρα όμως δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω μέχρι τέλους.

Η Όπερα της Πεντάρας (7/10)

Αυτή η κλασική ταινία του Παμπστ, που αποτελεί μεταφορά ενός άλλου κλασικού έργου, αυτή τη φορά του διάσημου θεατρικού του Μπρεχτ, παίζεται στην Ελλάδα 80 χρόνια από την πρώτη προβολή της. Μάλιστα θα παίζονται και οι δυο εκδοχές της, η γερμανική και η γαλλική, και εσύ διαλέγεις και παίρνεις. Ανοιχτή η επιλογή και η προτίμηση δική σου. Το 1931, στα πρώτα χρόνια δηλαδή του ομιλούντος κινηματογράφου, ο δημοφιλής Αυστριακός σκηνοθέτης Βίλχελμ Παμπστ μεταφέρει στο σινεμά τη διασκευή του παλιού θεατρικού του Τζων Γκαίη, πίσω στον 17ο αιώνα, όπως την έγραψε ο Μπρεχτ. Κατά την οποία, σε μια σαπισμένη από όλες τις απόψεις περίοδο, αστυνομικοί και πόρνες, καθωσπρέπει πολίτες κι απατεώνες παλεύουν για την επιβίωση τους και τη φήμη τους. Σίγουρα όμως, όχι για την τιμή τους. Περιττό να σου πω βέβαια, ότι μιλάμε για ένα μιούζικαλ-αριστούργημα, αν και άλλης εποχής. Τουλάχιστον εικαστικά. Καθότι το νόημα του είναι διαχρονικό και πάντοτε επίκαιρο. Άλλωστε οι σχέσεις εξουσίας, υπόληψης και μάχης για το “φιλέτο” του άλλου, πάντοτε θα σε απασχολούν, όποτε κι αν ζεις. Σαν σε Ταινιοθήκη μπορείς να δεις την ταινία του Παμπστ. Όσο και να σε ξενίζει ο προπολεμικός κινηματογράφος, κι ακόμη κι αν η τεχνολογία έχει προχωρήσει, πάντοτε θα αξίζει ν’ ανατρέχεις στα διαμαντάκια του παρελθόντος. Και για τυχόν απορίες: τα χρόνια εκείνα συνηθιζόταν να γυρίζεται το ίδιο έργο σε πολλές εκδοχές ανάλογα με τη γλώσσα. Και δεν αλλάζει το σπηκάζ, μα κανονικά ολόκληρο το καστ. Μάλιστα η “Όπερα της Πεντάρας” θα γυριζόταν και στα αγγλικά, μα κάπου χάλασε η συμφωνία. Η ταινία "πολεμήθηκε" στη Γερμανία, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο έσκισε εμπορικά.

The Road to God Knows Where (5/10)

Ο Νικ Κέιβ με τη μπάντα του, τους Bad Seeds, έχουν κιόλας γίνει αστέρια της ροκ, κι έχουν ξεκινήσει για περιοδεία στις αχανείς πολιτείες των Η.Π.Α. το 1989. Ο Γερμανός κινηματογραφιστής Ούλι Σέπελ, στα πρώτα του βήματα τότε, σκηνοθετεί αυτό το τουρ. Φυσικά κι όπως καταλαβαίνεις πέρα από τραγούδια, ακούς μπινελίκια, φιλοσοφίες ζωής και κουβέντες του δρόμου. Βλέπεις ακόμη ιστορίες με φαν, αλκοόλ, ναρκωτικά και μπόλικα τσιγάρα. Το ντοκιμαντέρ του Σέπελ δεν είναι κάτι το καινοτόμο. Όπως και άλλα μουσικά ντοκιμαντέρ περιοδειών καταγράφει αδιάκριτα. Από τη μια μεριά, αυτό το υλικό είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο που αξίζει να δεις, και κυρίως αν γουστάρεις τον Κέιβ. Από την άλλη μεριά, δεν βρίσκω ποια είναι η θέση του στην ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα.

Αλλάζουμε; (3/10)

Ό,τι και να σου πω γι’ αυτή την ταινία είναι λίγο. Πολύ φοβάμαι ότι μπορεί να αρέσει στον κόσμο, γιατί όλη αυτή η διαδικασία της αλλαγής… ζωών (τι τετριμμένο!) έχει το γούστο της, μια και ψευτο-αγωνιάς στην εξέλιξη της. Από κει και ύστερα όμως, το “Αλλάζουμε;” είναι τυπικό Χόλιγουντ στα καλύτερα του. Buddy movie, αναρίθμητα σεξιστικά αστεία, χαζομάρες και εκτός συναγωνισμού αντιδράσεις, όλα αυτά μαζεύονται σε μια δήθεν κωμωδία, η οποία και προφανώς απευθύνεται σε πιτσιρικο-παρέες που περνούν το σαββατόβραδο τους στα μούλτιπλεξ. Τι να κάνεις, όλα χρειάζονται σε αυτή τη ρημάδα της ζωή.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (15-12-11).