10 Δεκ 2011

Συνέντευξη του Γιάννη Μπέζου


Στον Νέστορα Πουλάκο

Αναμφίβολα ο Γιάννης Μπέζος θεωρείται πλέον ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς στην Ελλάδα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υπολείπεται στους πιο δραματικούς του ρόλους. Άλλωστε, στον κινηματογράφο έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις σε δραματικές και κοινωνικές ταινίες της δεκαετίας του 1980, όπως τους “Χούλιγκανς” του Κώστα Καραγιάννη, τη “Γυναίκα της πρώτης σελίδας” του Νίκου Φώσκολου και το “Αθώος ή Ένοχος” του Δημήτρη Αρβανίτη.

Με μπόλικη τηλεόραση και θέατρο στις αποσκευές του, καθώς και με καριέρα στο τραγούδι, ο Γιάννης Μπέζος δεν μετράει περισσότερες από δέκα εμφανίσεις στο σινεμά. Έχει συνεργαστεί ακόμη με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο (“H γυναίκα που έβλεπε όνειρα”) και τον Μιχάλη Κακογιάννη (“Πάνω, κάτω και πλαγίως”), τον Αντώνη Κόκκινο (“Πάμπτωχοι Α.Ε.”), τον Νίκο Ζαπατίνα (“Εφάπαξ”) και τον Διονύση Χαριτόπουλο (“Ιλουστρασιόν”) στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση πριν το “Τανγκό των Χριστουγέννων”.

Η ταινία του Νίκου Κουτελιδάκη, που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Γιώργου Ξανθούλη, είναι μια φιλόδοξη παραγωγή της Village που θέλει να ξορκίσει την εμπορική κακοδαιμονία της ελληνικής ταινίας μες στο 2011. Στην ταινία αυτή ο Γιάννης Μπέζος υποδύεται τον αυστηρό και σκληρό αντισυνταγματάρχη Λόγγο, που τόσο εκείνος όσο και η γυναίκα του επιθυμούν μια καλύτερη ζωή μακριά από το απομονωμένο στρατόπεδο του Έβρου.


Ο 55χρονος δημοφιλής ηθοποιός μίλησε στο SevenArt για την επανεμφάνιση του στον κινηματογράφο, έπειτα από απουσία πέντε χρόνων.

Στο “Τανγκό των Χριστουγέννων” κρατάτε ένα ρόλο ιδιαιτέρως δυσπρόσιτο και απολυταρχικό. Σας έμαθε πράγματα αυτός ο χαρακτήρας ή τον έχετε συναντήσει συχνά στη ζωή σας;


Δεν μου έμαθε τίποτε απολύτως αυτός ο ρόλος, και οι λόγοι είναι οι εξής : αφενός πρέπει να καταλάβουμε πια ότι ο ηθοποιός στηρίζεται στη φαντασία του και την παρατηρητικότητα του όταν είναι να υποδυθεί ένα χαρακτήρα. Ούτε ταυτίζεται μαζί του, ούτε του μαθαίνει πράγματα ο ρόλος του. Αφετέρου ο χαρακτήρας του Λόγγου είναι τόσο δίπλα μας, δηλαδή δεν είναι καθόλου εξωπραγματικός για τα ελληνικά δεδομένα. Πρόκειται για έναν οικείο χαρακτήρα, άκρως συντηρητικό, που θέλει να επιβάλλεται στην οικογένεια του και στη δουλειά του. Πόσω μάλλον που είναι στρατιωτικός, δηλαδή θέλει την απόλυτη τάξη και σεμνότητα γύρω του. Μην ξεχνάτε ακόμη ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην περίοδο της Χούντας. Από κει και πέρα, κι επειδή οι Έλληνες προσπαθούμε να φαινόμαστε ανοιχτοί και ελευθεριακοί βάσει και των επιταγών της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας στην οποία ζούμε, μη λησμονούμε το DNA μας. Και ο Λόγγος είναι χαρακτηριστικός Έλληνας που κοιτάζει το συμφέρον το δικό του και της οικογένειας του, και κάνει τα πάντα γι’ αυτό.


Η ιστορία της ταινίας δείχνει ότι ενώ εξελίσσεται η σχέση με τη γυναίκα σας, όλο και βαλτώνει. Θεωρείται ότι φταίει η καθημερινότητα, ο Έβρος που σας προκαλεί μιζέρια, η διαφορά ηλικίας…;


Όλα αυτά μαζί που λέτε είναι, κι άλλα τόσα. Μην ξεχνάτε ότι στην εποχή εκείνη, ειδικώς στην επαρχία, ήταν δέλεαρ για μια πολύ νεαρή γυναίκα να παντρευτεί ένα στρατιωτικό καριέρας. Βέβαια όταν περνούσαν τα χρόνια και έβλεπε ότι ήθελε να ζήσει τα χρόνια της, και πιο ελεύθερη μάλιστα, ξεκινούσαν τα προβλήματα. Επομένως, όταν μιλάμε για διαφορετικούς χαρακτήρες, με διαφορά ηλικίας, που ζουν σε ένα απομονωμένο περιβάλλον, τότε είναι πολύ πιθανές αυτές οι κρίσεις.


Το “Τανγκό των Χριστουγέννων” είναι μια ιστορία αγάπης;


Κάθε άλλο. Θεωρώ ότι είναι οι ιστορίες τεσσάρων ανθρώπων και το πώς άλλαξε η ζωή τους μέσα σε λίγες μέρες, στις γιορτές των Χριστουγέννων, σε ένα στρατόπεδο του Έβρου. Οι ιστορίες αγάπης εξελίσσονται στο περιθώριο και λειτουργούν καταλυτικά, όμως δεν είναι εκεί η ουσία. Ουσιαστικά η ταινία μιλάει τη φέτα της ζωής τεσσάρων ανθρώπων σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι τους. Είναι μια ταινία για τον ανθρώπινο ψυχισμό δηλαδή.


Γιατί πιστεύετε ότι κυρίως στην επαρχία συναντάμε τέτοιου είδους ερωτικά συμπλέγματα, όπως αυτά της ταινίας;


Και στην πόλη γίνονται αυτά, απλώς σπανίως βγαίνουν προς τα έξω, παίρνουν τέτοια δημοσιότητα δηλαδή. Ενώ στις επαρχιακές πόλεις, που η κοινωνία είναι κλειστή, και όλο και κάποιο μάτι θα σε δει, τα πάντα μαθαίνονται ευκολότερα.


Κατά τη γνώμη σας, ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί να γίνει και πάλι εμπορικός, όπως στην εποχή του Φίνου για παράδειγμα, και να προσελκύσει το ελληνικό κοινό πιο συχνά και μαζικά;


Καταρχάς πιστεύω ό,τι τα εισιτήρια δεν συνάδουν απαραίτητα και με το αν μια ταινία είναι καλή ή όχι. Ο Φίνος που λέτε, έκανε αναρίθμητες ταινίες που ήταν από εξαιρετικές μέχρι πολύ κακές. Το στοίχημα είναι να γίνεται ένα σινεμά λαϊκό που να μην προσβάλλει, και που φυσικά είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι δημιουργοί το αποφεύγουν, μια και δεν μπορούν να το κάνουν εύκολα και καλά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα σκηνοθετών που έκαναν καλό λαϊκό σινεμά είναι του Μιχάλη Κακογιάννη και του Γιώργου Τζαβέλλα. Από κει και πέρα βέβαια, το ζητούμενο για το ελληνικό σινεμά είναι να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού του. Είναι πασιφανές πια ότι ο θεατής δεν θέλει προχειρότητες και γρήγορα πράγματα, κάτι το οποίο είναι εγκληματικό κι έγινε για καιρό στο θέατρο και την τηλεόραση. Και το κυριότερο : Να πάψουμε να προσπαθούμε να μοιάσουμε σε άλλους λαούς. Πρέπει να διατηρήσουμε την ελληνικότητα μας και αυτή να την περάσουμε στην όποια τέχνη κάνουμε. Δεν είμαστε ούτε Δανοί ούτε Αυστριακοί ώστε να κάνουμε σινεμά σαν το δικό τους. Σε αυτή τη χώρα ζούμε κι αυτή πρέπει να εκμεταλλευτούμε δημιουργικά.


*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (30-11-12).