30 Δεκ 2011

Στη μνήμη του Αργύρη Χιόνη

Αργύρης Χιόνης : ένας νέος ποιητής (;)

- Πού πιστεύετε ότι οφείλεται το ότι ένας άνθρωπος σαν εσάς, που τόσα χρόνια γράφει, θεωρείται «νέος ποιητής»;

Την έρωτηση αυτή έκανε ο δημοσιογράφος Αλέξης Γαγλιάς στον ποιητή Αργύρη Χιόνη σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2008/τεύχος 245 του «Κ» της Καθημερινής.

Παραξενεύτηκα, όπως -από την απάντησή του- μοιάζει να έκανε και ο ίδιος ο ποιητής.

- Ωραίο αυτό και πολύ κολακευτικό. Αν στα εξήντα πέντε μου χρόνια, και έχοντας στο ενεργητικό μου έντεκα ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία με αφηγήματα και ένα σημαντικό μεταφραστικό έργο, με θεωρούν νέο ποιητή, τι άλλο μου μένει ν΄ακούσω; Ίσως ότι είμαι ένας πολλά υποσχόμενος, κιόλας, νέος ποιητής...

Το περίεργο της παραπάνω ερώτησης με συνόδευσε και στην ανάγνωση της υπόλοιπης εφημερίδας. Ήταν Κυριακή πρωί, έπινα ήσυχη τον καφέ μου, ξεφύλλιζα σελίδες και σελίδες και σελίδες, αλλά η ερώτηση αυτή σαν να με τριβέλλιζε. Δεν μπορούσα να την ελέγξω, έτσι ώστε με απόλυτα φυσικό τρόπο να καταχωρηθεί στις αμέτρητες ξεχασμένες πληροφορίες του νου μου.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας συναντήθηκα με φίλους λεξιλάγνους και γραφομανείς, οπότε στο πλαίσιο μίας συζήτησης περί της ποιήσης σήμερα ήρθαν ξανά στο προσκήνιο οι πρωινές μου αναζητήσεις. Είναι στ΄αλήθεια ο Αργύρης Χιόνης ένας «νέος ποιητής» και με ποια έννοια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοιος;

Το βράδυ αργά όταν επέστρεψα στο σπίτι, πήρα στα χέρια μου για πολλοστή φορά τον συγκεντρωτικό τόμο «Η φωνή της σιωπής» (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, 2006), ο οποίος περιέχει τις ποιητικές συλλογές του Χιόνη από το 1966 ως το 2000. Τον είχα περιδιαβεί πολλές φορές, πάντα με τονωτικά αποτελέσματα τόσο για το νου όσο και για την ψυχή μου, αλλά κυρίως -και ίσως αυτό να είναι το πιο σπουδαίο- για την αντίληψή μου περί του τι τελικά είναι η ποίηση και μάλιστα την σήμερον ημέρα.

Νομίζω ότι ο Αργύρης Χιόνης αρχίζει να βρίσκει τη χαρακτηριστική πια φωνή του το 1983 με τη συλλογή «Λεκτικά τοπία». Όχι ότι σε προηγούμενες δουλειές του δεν πάλλονταν οι ίδιες ανησυχίες και αγωνίες, οι ίδιες λαχτάρες και χαρές, ή ότι οι προηγούμενες δουλειές ήταν κατώτερες. Όχι. Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ ότι μοιάζει -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- την εποχή εκείνη ο Χιόνης να υποψιάζεται ποιος είναι και τι ποίηση θέλει να γράφει. Σκοτώνει τον όποιο πατέρα και στέκεται γερός, σαφής, αιχμηρός στα δικά του στέραια και νεανικά πόδια.

Δε χρησιμοποιώ τυχαία τον όρο «νεανικά». Πραγματικά μοιάζει στο χρονικό αυτό σημείο η ποίηση του Χιόνη να αρχίζει σιγά-σιγά και όλο πιο σταθερά να αποκτά μια φρεσκάδα η οποία -παραδόξως (;) - γίνεται όλο και πιο ζωντανή όσο κυλούν τα χρόνια. Αν ο Ντόριαν Γκρέι έμεινε για πάντα νέος, ο Χιόνης στα σαράντα του αρχίζει μία αντίστροφη μέτρηση προς την πρότερη νεότητα.

Φυσικά και ετούτη εδώ είναι μία πορεία θανάτου. Δε θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά. Η αγωνία του τέλους και της απώλειας δεν είναι προνόμοιο των γερόντων. Τη γνωρίζει ο άνθρωπος από μικρό παιδί. Και τη φέρνει στη λαχτάρα του να αφήσει ένα κάποιο ελάχιστο στίγμα.

Από το 1983 λοιπόν η φωνή του Χιόνη γίνεται όλο και πιο νεανική. Ξανατονίζω: ας μην μπερδεύουμε το «νεανικός» με το χαρούμενος. Η νεανικότητα εδώ έχει να κάνει με την ακρίβεια, τη σκοτεινότητα και ταυτόχρονη φωτεινότητα που έχουν π.χ. τα παραμύθια. Μιλάμε για φωνή σφριγηλή, άμεση, ξεκάθαρη, χωρίς περιστροφές, με ειρωνεία και απλότητα. Χώνεται σαν μαχαίρι καλοτροχισμένο, για να αναδεύσει και να αναγεννήσει τα έσω μας.

Από άποψη οπτική και χωροταξική, οι λέξεις τοποθετούνται στο χαρτί λες και πρόκειται για λόγο πεζό. Καμία επιτήδευση. Τίποτε δήθεν. Αλλά και γεμάτες βεβαιότητα είναι. Δεν τους περισσεύει τίποτε. Τόσο βάναυσες κάποιες φορές που μοιάζει να χαράσσονται κυριολεκτικά πάνω στο χαρτί. Σαν να βλέπει κανείς μια αρχαία επιγραφή σε μάρμαρο, ένα μήνυμα διαχρονικό, πάντα ζωντανό και πάντα έτοιμο να σβηστεί στη λήθη. Αυτό εννοώ, όταν λέω «νεανικότητα»: δεν ξέρει τίποτε, αναζητά τα πάντα, αγωνιά, δεν έχει φτιασίδια. Δε φοράνε οι λέξεις του κουστούμι, αλλά μάλλον τζιν παντελόνι.

Φαντάζομαι ότι έχει να κάνει και με το ότι ο Αργύρης Χιονης από το 1992 ζει στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολείται και με τη γεωργία. Η καθημερινή συνδιαλλαγή με τη φύση, ειδικά για όσους την επιλέγουν συνειδητά και όχι επειδή έτσι τους προέκυψε, είναι πάντα αναζωογονητική, καθώς βοηθάει να καθαρίσουν τα τοπία της ψυχής και του μυαλού. Καθαρότητα που φυσικά ξαναθολώνει, αλλά για να ξαναβρεί και πάλι διέξοδο στο σκάψιμο της γης.

Διαλέγω λίγους στίχους χαρακτηριστικούς αυτής της αιχμηρής φρεσκάδας:

Το δωμάτιο άδειο. Πάνω απ΄το κεφάλι μου κρεμότανε μία λέξη απαστράπτουσα κι απειλητική σαν σπάθη. Όπου πήγαινα πήγαινε, όπου στεκόμουν στεκόταν. Πριν προλάβω να τη δέσω στο ποίημα, σκέφτηκα, θα μου κόψει το σβέρκο.

@ @ @

Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.

Από τα «Εσωτικά τοπία» του 1991 και μετά ο ποιητής δεν επιστρέφει ποτέ ξανά σε σχήματα του παρελθόντος. Σχεδόν προφητικός, έχει γίνει ξανά ένας νέος του 21ου αιώνα, ο οποίος μιλάει σε ρυθμούς ραπ και χιπ χοπ, δημιουργεί μότο που εμπεριέχουν τη δύναμη του διαφημιστικού μηνύματος ή του συνθήματος στο πανό μιας πορείας, καταγράφει αλκοολούχα σφηνάκια που τα πίνεις απανωτά όρθιος σε ένα μεθυστικό μπαρ, για να επαναπροσδιορίσεις το πώς αντικρίζεις τον κόσμο. Ξαναλέω ότι δε μιλάμε ούτε για επιπολαιότητα, ούτε για επιφανειακότητα. Η προκατάληψη της ταύτισης της νεανικής αίσθησης με αυτά τα στοιχεία είναι μάλλον συντηρητική και σίγουρα φοβική.

Ξαναδιαλέγω στίχους:

Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης, άλλοι νεκροθάφτες τον κηδεύουνε. Εμένα ωστόσο μου αρέσει να φαντάζομαι ότι στην τελευταία του κατοικία τον οδηγούνε οι νεκροί που ο ίδιος έθαψε όσο ζούσε, εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε, ή ακόμα ότι μόνος του, με το αργό, επίσημό του βήμα, μεταφέρει τον εαυτό του ως το μνήμα όπου χώνεται και από πάνω του τραβά το χώμα σαν κουβέρτα.

@ @ @

Βαρύ φορτίο για τον άνθρωπο η ψυχή, αφάνταστα βαρύ για τόσο αδύναμο σκαρί. Πάλι καλά που το ταξίδι δεν κρατά πολύ.

@ @ @

Μονάχα όταν τρώμε ή κοιμόμαστε δεν επιχειρούμε πράγματα που μας ξεπερνούν. Μονάχα τότε δεν διαπράττουμε το αμάρτημα της έπαρσης. Κι ίσως, ακόμα, όταν ερωτευόμαστε απλά, σαν ζώα.

@ @ @

Κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων μέσα σ΄ένα πηγάδι

@ @ @

Προσπαθώντας να συνθέσει ένα ποίημα στη γραφομηχανή, ανακαλύπτει, ξαφνικά, ότι ματώνουν τ΄ακροδάχτυλά του. Τα πλήκτρα έχουν γίνει αιχμηρά, οι λέξεις έχουν βγάλει αγκάθια, οι φράσεις φράχτες βάτων γίνανε, άβατος τόπος έγινε το ποίημα, μούλιασε το χαρτί στο αίμα.
«Αυτό δεν είναι ποίηση» σκέφτεται, «αυτό είναι σφαγή», κι αποφασίζει να εγκαταλείψει τη δολοφόνο μηχανή και να επιστρέψει στο μολύβι. Όμως κι αυτό δεν είναι επικίνδυνο; Κι αυτό δεν απειλούσε να τιναχτεί από το χέρι του, τα μάτια να του βγάλει;
Μονάχα με το δάχτυλο θα γράφει, στο εξής, τα ποιήματά του, μονάχα με το δάχτυλο, πάνω στην άμμο ή στο χιόνι ή στη σκόνη.

Στα 65 του σήμερα ο Χιόνης μου θυμίζει εκείνο το «ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα / καταμουτζουρωμένος αλλ' ευκίνητος» από τη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη. Έτσι φαντάζομαι τον ποιητή με το τσεκούρι του να κόβει ξύλα μέσα στον άγριο χειμώνα, με το δάχτυλο να γράφει ποιήματα μέσα στην άγρια νύχτα. Σε λίγα χρόνια ίσως να δημιουργεί παιδικά τραγούδια και νανουρίσματα. Σκοτεινά και ζωντανά, παραμύθια άγρια, με τη γνώση του αναπόφευκτου της μοίρας στο νου, αλλά και με τη βεβαιότητα ότι πιθανότητα λύτρωσης είναι μονάχα μία ζωή βιωμένη με αίμα.

Πέφτεις απ΄το κλαδί και κλαις. Γιατί; Δεν το ‘ξερες πως είσαι φύλλο;

Mαίρη Αλεξοπούλου

Από το τεύχος 1 του Vakxikon.gr (Μάρτιος 2008)