30 Απρ 2011

Debtocracy - Inside job: Η οικονομική κρίση ξεμπροστιάζεται

Σου γράφω γι’ αυτά τα δυο ντοκιμαντέρ, που τελευταίως συζητούνται όλο και περισσότερο στην Ελλάδα, μια και «στο γύψο» είμαστε, με τι άλλο να ασχολούμαστε. Πρόσεξε, όμως, δεν πρόκειται να σου κάνω κανενός είδους σύγκριση. Διότι μπορεί και οι δυο αυτές ταινίες να έχουν μια κοινή συνισταμένη, την οικονομική κρίση, όμως έχουν τόσες και χαοτικές διαφορές ώστε η οποιαδήποτε «αντιπαράθεση» να γίνεται άστοχη. Θα σου πω μόνο αυτό: το μεν Debtocracy το είδα λες και έτρωγα τοστ ζαμπόν-τυρί, ελαφρύ και άψητο, το δε Inside job σα να είχα παραγγείλει βρώμικο δυτικών προαστίων σούπερ ντούπερ ιντερκούλερ (για να θυμηθώ και την αλήστου μνήμης καντίνα στο Χαϊδάρι), το οποίο ακόμη δε μπορώ να χωνέψω.

Του Νέστορα Πουλάκου
poulakos@sevenart.gr

Debtocracy
ή αλλιώς… πάμε;

Εντέλει το συγκεκριμένο, καθαρά τηλεοπτικών προδιαγραφών ντοκιμαντέρ των δυο έμπειρων δημοσιογράφων και πολιτικών ακτιβιστών Άρη Χατζηστεφάνου (thepressproject.gr) & Κατερίνας Κιτίδη (tvxs.gr), περισσότερο θόρυβο έχει δημιουργήσει για το παρασκήνιο του παρά για την ιστορία του.

Θυμάσαι: τη συμμετοχική παραγωγή του, την απόλυση του Χατζηστεφάνου από τον Σκάι, το «πέσιμο» των καθεστωτικών, με όλη τη σημασία της λέξης, δημοσιογράφων που δέχτηκε και φυσικά τη μεγάλη απήχηση που έχει η ελεύθερη ιντερνετική προβολή του (έχει ξεπεράσει τις 600 χιλιάδες επισκέψεις -να τονίσω εδώ ότι πρόκειται για επισκέψεις κι όχι για θεατές).

Στην ταμπακέρα όμως: Χαρακτήρισαν το Debtocracy (Χρεοκρατία, 75΄, 2011) απλοϊκό, λαϊκίστικο, μονόπλευρο. Συμφωνώ σε όλα, μεν. Δεν με ενοχλούν καθόλου, δε. Γιατί: Πες μου τι δεν είναι μονόπλευρο στα τωρινά μίντια; Επομένως γιατί δυο άνθρωποι των μίντια να μη μιλήσουν κι εκείνοι από τη μεριά τους, τη σκοπιά τους, τη θέση τους, να προβάλουν και ν’ αναδείξουν αυτό που πιστεύουν με δύναμη, με σθένος, με ορμή;

Λαϊκίστικο κι απλοϊκό ναι. Προπαγανδιστικό, όχι. Το Debtocracy κουβαλά τις τηλεοπτικές καταβολές των συντελεστών του. Κάτι που δε σημαίνει φτήνια, για να μην πάει εκεί κατευθείαν ο νους σου. Άλλα άμεση, έξυπνη, γρήγορη, προβοκατόρικη παράθεση μασημένων λεπτομερειών, λίγο-πολύ γνωστών (θεωρώ ότι όποιος έχει ασχοληθεί στο ελάχιστο με την ελληνική κρίση, γνωρίζει ό,τι λέει το ντοκιμαντέρ -κάτι που έχω διαπιστώσει και σε ανθρώπους που το έχω συζητήσει), που εντείνουν το νου και ξυπνούν το κοινό αίσθημα, χάρη και στο έξυπνο μοντάζ, και στην υποβλητική μουσική (του Αγγελάκα), και στην έντονη αφήγηση.

Το Debtocracy δεν διαφέρει καθόλου από τα ντοκιμαντέρ του Κούλογλου, του Αυγερόπουλου, του Βαξεβάνη ή ακόμη και του Τσίμα. Και δεν εννοώ θεματολογικά, αλλά συνθετικά. Γι’ αυτό και έχοντας πετύχει στο ίντερνετ, και μάλιστα πολύ γρήγορα, δυο κατευθύνσεις πρέπει ν’ ακολουθήσει ώστε να ολοκληρώσει το σκοπό του: να μπει στην τηλεόραση και να απευθυνθεί στο κοινό που πρέπει να τα πει για να τον ξυπνήσει. Και να βγει στους κινηματογράφους σε ευρεία διανομή ώστε να προκαλέσει ζωντανές συζητήσεις.

Προσωπικά, το Debtocracy δεν μου είπε και πολλά πράγματα. Άλλωστε με κάποιες προσεγγίσεις του διαφωνώ κιόλας, όπως με το ατυχές (και σε διάρκεια) παράδειγμα του Ισημερινού. Θεωρώ όμως την παραγωγή και προβολή του σημαντική και με αξία: προτείνει λύσεις με ουσία, κι έχει τέτοια δυναμική και τσαγανό, μια τόσο έντονη και απολύτως απαραίτητη κινηματική διάθεση, που θα σε τσαντίσει, θα σε κάνει να χτυπήσεις το χέρι σου στο τραπέζι, εν ολίγοις θα σε ξυπνήσει (και κυρίως τον μέσο Έλληνα) ώστε να πεις «πάμε». Και θα σε ταυτίσει με την τελευταία σκηνή. Την πλέον συγκλονιστική.

Μπορείς να το δεις δωρεάν εδώ.

Inside job
ή αλλιώς ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας

Στην παραπάνω φράση συνοψίζεται η ληστρική, ωχαδερφίστικη, ατομιστική, πλήρως καπιταλιστική, και στα όρια ιμπεριαλιστική, συμπεριφορά των παροικούντων στην αμερικανική οικονομία. Μεγαλοτραπεζίτες, χρηματιστές, στελέχη πολυεθνικών, ασφαλιστές και επενδυτές, οίκοι αξιολόγησης, Πρόεδροι, πολιτικοί, γερουσιαστές, βουλευτές, πρόεδροι και συμβούλια ανεξάρτητων αρχών και σωματείων, ακαδημαϊκοί, οικονομολόγοι, και όλοι οι παρατρεχάμενοι τους (για τα ψίχουλα), έτρωγαν με τη σέσουλα και γαμούσαν κυριολεκτικά πρώτα τους συμπολίτες τους και μετά τους εαυτούς τους.

Αυτό λέγεται και καπιταλισμός.

Στο βραβευμένο με Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ Inside job (Στημένη δουλειά, 120΄, 2010), ο Τσαρλς Φέργκιουσον, ένας τέκνοφρικ ακαδημαϊκός, βαθιά πολιτικοποιημένος και ενεργός ακτιβιστής, που τέσσερα χρόνια πίσω είχε ξεμπροστιάσει την κυβέρνηση Μπους για τον πόλεμο στο Ιράκ (No end in sight, 102΄, 2007), έχει βάλει κάτω και σφυροκοπάει επί δυο ώρες όποιον βρίσκεται στο δρόμο του: λομπίστες, μέλη των κυβερνήσεων Κλίντον, Μπους (κυρίως), Ομπάμα, τραπεζίτες, επενδυτές, ακαδημαϊκούς (που αποδεικνύονται οι χειρότεροι).

Σα γνώστης του θέματος που φαίνεται ότι είναι ο Φέργκιουσον, πιάνει το νήμα της αμερικανικής κρίσης, η οποία φυσικά κι έγινε παγκόσμια, από τη δεκαετία του 1980, ξεγυμνώνει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1990, και δείχνει το χειρότερο εαυτό της στη δεκαετία της νέας χιλιετίας. Και κάπου εκεί το παράδειγμα της Ισλανδίας μοιάζει απλώς με ένα αστείο παιχνίδι, ένα lego στις ελεύθερες ώρες των «μεγάλων». Με έγγραφα, αποδείξεις, ονόματα, καταγγελίες, απολογίες, πιασίματα στη φάκα (και on camera), δείχνει γλαφυρότατα ποιοι είναι αυτοί που οφείλονται για την κατάντια της αμερικανικής οικονομίας (ως το πικ του 2008), για τον άκρατο πλουτισμό του 1% του πληθυσμού, για την έξαρση της ανεργίας, και κυρίως το ξεσπίτωμα εκατομμυρίων οικογενειών (αυτά τα παράγωγα…).

Ο Φέργκιουσον έχει κάνει μια λεπτομερέστατη έρευνα. Μιλάει με οικονομικούς όρους, με λογιστικά κριτήρια, για τραπεζικά συστήματα και επενδυτικές μπίζνες. Το πακέτο που σου προσφέρει είναι μεγάλο, δύσκολο, βαρύ και θέλει προσοχή. Καθότι εντοπίζει τις βαθιές ρίζες της κρίσης ακόμη και στους συμπεριφορισμούς εκείνων που αναμείχθηκαν μέχρι τα μπούνια μέσα στα οικονομικά σκατά (μιλάει με ψυχολόγους, κι εξετάζει την τάση στα ναρκωτικά και τον πληρωμένο έρωτα των στελεχών της Wall Street).

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ του Φέργκιουσον κατάλαβα πόσο κοντά ήταν, και πόσο δίκιο είχε στο Wall Street (127΄, 1987) ο Όλιβερ Στόουν. Όταν η φαντασία συναντά την πραγματικότητα; Ή όταν η πραγματικότητα δεν θέλει και πολύ φαντασία;

Εν συντομία: Το Inside job του Τσαρλς Φέργκιουσον είναι ένα κομψοτέχνημα ξεμπροστιάσματος της πλέον απάνθρωπης πλευράς της… ανθρωπότητας. Και το πώς, εντέλει, όλα καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα, με ένα απλό φύσημα. Σε αυτό επιτείνουν τόσο η εξαιρετική σκηνοθεσία του (τα εναέρια πλάνα του σου δημιουργούν αίσθηση δέους) όσο και η αισθαντική αφήγηση του Ματ Ντέιμον.

Βέβαια, θα την πω την αμαρτία μου. Αλλά πολύ φιλικό και «σύμμαχο» είδα τον Φέργκιουσον με τον Ντομινίκ Στρος Καν και τον Τζωρτζ Σώρος, και ως γνήσιος Έλληνας που έχει καεί η γούνα του κι από τους δυο «κυρίους» οι ψύλλοι στ’ αυτιά μου μπήκαν.

Πάντως την κινηματική δυναμική και το λαϊκό ξύπνημα δεν το έχει το ντοκιμαντέρ του Φέργκιουσον, κι ας κλείνει με έναν αγωνιστικό χαιρετισμό.

Το ντοκιμαντέρ κυκλοφορεί σε dvd από τη Sony.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (29-4-11).

29 Απρ 2011

Η επόμενη μέρα του βιβλίου

Δεν πιστεύω ότι η «επόμενη μέρα» για το βιβλίο θα διαφέρει κατά πολύ από αυτή που ζούμε σήμερα. Η παραγωγή παραμένει υψηλή, τίτλοι κάθε λογής από όλες τις κατηγορίες βγαίνουν συνεχώς, και όπως θα έχεις διαπιστώσει κι από μόνος σου, οι εκδοτικοί οίκοι (και συγκεκριμενοποιώ στους ελληνικούς) όλο και αυξάνονται. Τα παραπάνω, προσωπικά, μου προκαλούν ευφορία. Μια και δείχνει ότι το βιβλίο εξακολουθεί να σημαίνει κάτι, το οτιδήποτε, για τον καθένα. «Χρησιμοποιείται» δηλαδή, διαβάζεται. Και θεωρώ ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας διαβάζει. Το τι, βέβαια, είναι μια άλλη συζήτηση.

Θα μιλήσω για την περίπτωση e-book παρακάτω, καθότι πλέον έχω προσωπική ανάμειξη, πρώτα όμως θα σταθώ σε δυο συνισταμένες ώστε να ολοκληρώσω το θέμα των τυπωμένων βιβλίων. Αφενός στην τιμή τους, που καθορίζει φυσικά και την παραγωγή τους. Στην Ελλάδα, ακόμη, οι εκδοτικοί οίκοι δεν έχουν μπει σε μια ευρεία διαδικασία να παράγουν βιβλία διαφόρων τύπων και σχημάτων, ώστε να παίξουν και με τις τιμές και με τη χρήση τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το βιβλίο τσέπης που έχει εγκαταλειφθεί για τα καλά. Αυτό έχει ως συνέπεια και τα βιβλία να είναι τυποποιημένα και οι τιμές τους να παραμένουν υψηλές για τα δεδομένα. Και δεν θα αναφερθώ στις πενιχρές προσφορές που υπάρχουν.

Αφετέρου πρέπει –επιτακτικά- να εγκαταλειφθεί η πρακτική της καταλήστευσης των συγγραφέων (και του ψώνιου τους) από τους εκδοτικούς οίκους. Όπως σου είπα παραπάνω, βρίσκω θετικό το γεγονός της αύξησης του αριθμού των εκδοτικών οίκων. Έχε υπόψη σου όμως, ότι οι περισσότεροι που είναι και οι μικροί συντηρούνται από τα λεφτά των συγγραφέων τους κι όχι του εμπορίου. Γεγονός εξωφρενικά παράλογο έτσι και κάτσεις να το σκεφτείς. Λέω, λοιπόν, ναι στην αύξηση των εκδοτικών οίκων.

Λέω, όμως, όχι σε αυτή την απαράδεκτη πρακτική, σε αυτή τη μπίζνα, σε αυτή την κανονική –καταπώς φαίνεται- δουλειά, που ναι μεν παράγει βιβλία και έχει ανοίξει τη δυνατότητα έκδοσης σε ένα μεγάλο φάσμα του πληθυσμού (που θέλει να τυπώσει το γραπτό του), αλλά : «Όταν όχι απλά δεν αγοράζουν την δουλειά σου, αλλά σε βάζουν να πληρώσεις κι από πάνω γι’ αυτήν, όταν εκμεταλλεύονται τις μεταφράσεις σου οικονομικά χωρίς εσύ να βλέπεις ούτε ένα σαντίμι απ’ αυτές, όταν σου δεσμεύουν πέντε χρόνια τα χειρόγραφα κρατώντας σε όμηρο της ελπίδας και της αναμονής ότι μπορεί και να δημοσιευτούνε κάποτε, τότε δεν μπορείς εσύ να λες και Δόξα τω Θεώ άμα δεις τη τζίφρα σου στις προθήκες των βιβλιοπωλείων», κατά τον ποιητή και μεταφραστή Ζ.Δ. Αϊναλή.

Και συνεχίζοντας με τα λόγια του Ζ.Δ. Αϊναλή ώστε να κλείσω το θέμα της έκδοσης : «Όσο για τους εκδοτικούς οίκους, όσοι εξ αυτών αντιλαμβάνονται στις σωστές του διαστάσεις το ζήτημα, μπορεί και να επιβιώσουν καμιά πεντηκονταετία ακόμη. Οι υπόλοιποι που επιμένουν στις νταβατζιλίδικες πρακτικές του ‘90 και του ‘00 μπορούν να είναι σίγουροι ότι αργά ή γρήγορα θα ξοφλήσουν – και θα εκλείψουν».

Για την περίπτωση e-book. Στην Ελλάδα ακόμη έχουμε πολύ δρόμο. Σε όλα τα επίπεδα. Οι πρώτες εκδόσεις μεγάλων τίτλων και αναγνωρισμένων συγγραφέων έχουν κάνει τα πρώτα τους δειλά βήματα ώστε να βγαίνουν και ψηφιακά. Οι μηχανές ανάγνωσης βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο. Και το κυριότερο : Ο Έλληνας αναγνώστης δεν έχει εξοικειωθεί με την ψηφιακή ανάγνωση. Αυτό θέλει υπομονή, χρόνο και ανοιχτό μυαλό. Το ξεκλείδωμα της ανάγνωσης με ένα μικρό ποσό και η ενιαία τιμή του e-book που εισήγαγε με νόμο το Υπουργείο Πολιτισμού, δείχνουν την καλή κατεύθυνση. Το σημαντικότερο όλων, όμως, είναι ότι το ΥΠΠΟΤ έδωσε το πράσινο φως ώστε το e-book να μπει και επισήμως στη βιβλιογραφία του συγγραφέα. Κάτι που ανοίγει το δρόμο στην απευθείας έκδοση e-book. Όποιος συγγραφέας το καταλάβει γρήγορα αυτό, και χωρίς να παραμερίσει εντελώς το τυπωμένο βιβλίο, επιμείνει στην προοπτική έκδοσης e-book, τότε και μόνο τότε θα επιτευχθεί η «ψηφιακή επανάσταση» στο βιβλίο. Η προθυμία και η θέληση του συγγραφέα για e-book, που σημαίνει πολύ μικρό κόστος, θα συμπαρασύρει εκδοτικούς οίκους να μπουν στο παιχνίδι, με τιμές και νέες πολιτικές, και κυρίως θα εκλείψει την καταλήστευση που σου είπα παραπάνω.

Κι αυτή είναι η επόμενη μέρα για το βιβλίο : Στο υπάρχον σκηνικό που δεν το βρίσκω απαραιτήτως σαθρό, να αλλάξει στο ελάχιστο η νοοτροπία των συγγραφέων από τους οποίους ξεκινούν όλα, ώστε να συνταχθούν οι εκδοτικοί οίκοι, οι διανομείς και τα βιβλιοπωλεία σε μια κοινή πολιτική περί τιμής, προσφορών, ψηφιακής και τυπωμένης έκδοσης, και δυνατοτήτων ανάγνωσης.

Η επόμενη μέρα για το βιβλίο είναι η επόμενη μέρα της νοοτροπίας «γιατί θέλω να εκδώσω».

Νέστορας Πουλάκος
Δημοσιογράφος,
Υπεύθυνος ψηφιακών εκδόσεων

Vakxikon.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα του ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου www.booknights.gr.

28 Απρ 2011

Ταινίες 28ης Απριλίου 2011..

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες επτά ταινίες. Ανάμεσα τους θα βρεις μερικά αληθινά διαμαντάκια που θα σε αφήσουν με το στόμα ανοιχτό. Αυτό, βέβαια, θα σου συμβεί μόνο αν δεν σου έχουν πέσει βαριά τα αρνιά και τα κοκορέτσια του Πάσχα. Ταινία της εβδομάδας είναι η "Πλειοψηφία της σιωπής" του νεαρού Τούρκου σκηνοθέτη Σερέν Γυτζέ. Σημείωσε ότι πρόκειται για την πιο στέρεη και δομημένη εκδοχή της δικής μας "Χώρας Προέλευσης", από την οποία άλλωστε «έκλεψε» και το βραβείο Luigi de Laurentis στην περυσινή Μόστρα της Βενετίας. Η πλήρης αποδόμηση της παραδοσιακής συντηρητικής οικογένειας της Τουρκίας. Στην "Κοκκινοσκουφίτσα" της Κάθρην Χάρντγουϊκ, θα δεις τη σκοτεινή πλευρά του κλασικού παραμυθιού. Η ταινία μια υποβλητικότητα την έχει, το νεανικό κοινό θα το τραβήξει, όπως και ότι σε στιγμές είναι σα να βλέπεις το "Λυκόφως". Αυτό μη σου φανεί παράξενο. Το αργοπορημένο "Μη μ’ αφήσεις ποτέ", με τους Κάρεϊ Μάλιγκαν και Άντριου Γκάρφιλντ, μπορεί να στηρίζεται στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο, όμως τόσο η Χαιρέτη όσο και το μπλογκ Cinepivates φαίνεται ότι διαφωνούν με αυτή την κινηματογραφική μεταφορά. Αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη προβάλλονται δυο ταινίες: Αφενός η 6ωρη τηλεταινία "Κομμούνα", ή αλλιώς το κύκνειο άσμα του σπουδαίου Πήτερ Γουώτκηνς ("Punishment Park", "The Gladiators"). Αφετέρου, η ψηφιακή "Τρίτη" του Νίκου Κορνήλιου, για την οποία σου είχα αφήσει ένα σχόλιο στη διάρκεια του 51ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Για το "Thor" του Κένεθ Μπράνα δε σου γράφω, μια και σε αφήνω να κρίνεις από μόνος σου αν σ’ αυτή τη μεταφορά κόμικ ο Μπράνα είχε την οποιαδήποτε συμμετοχή. Αντιθέτως, πολύ λυπάμαι που δεν σου γράφω για το ισπανικό "Ακόμα και η βροχή", με τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, μα δεν πρόλαβα να το δω με τόση μαγειρίτσα που έφαγα. Η ταινία αυτή ήταν η ισπανική πρόταση για το Όσκαρ ξενόγλωσσης, και από όσα έχω ακούσει είναι εξαιρετική. Θα επανέλθω με κείμενο μες στις μέρες.

Η πλειοψηφία της σιωπής (8/10)

Βλέποντας αυτό το ντεμπούτο του Γυτζέ ένιωσα ό,τι και με τη "Χώρα προέλευσης" του Τζουμέρκα. Μια γροθιά στο στομάχι, ένα ξεγυρισμένο γαμώτο, ένα αγανακτισμένο γιατί. Ο πυλώνας της κοινωνίας, η οικογένεια, μπαίνει στο στόχαστρο των νέων δημιουργών, κι αυτό το βρίσκω πολύ ντόμπρο, κι ατόφιο, κι αυθεντικό. Την αποδομεί την τουρκική οικογένεια, ο Γυτζέ. Βάζει στο επίκεντρο ό,τι πιο συνηθισμένο μπορεί να συναντήσει κανείς στη σύγχρονη Τουρκία. Συντηρητική, παραδοσιακή, πατρογονική οικογένεια. Μάνα και παιδιά απόλυτα υποταγμένοι στον αφέντη. Και, πρόσεξε, δεν μιλάμε για το προλετάριο αλλά για τους αστούς. Το πλέον «επικίνδυνο» κομμάτι δηλαδή. Μιλάμε για αυτούς τους φιλήσυχους. Πατριώτες, μιλιταριστές, θρήσκους μέχρι το κόκαλο, οικογενειάρχες. Ξέρεις, αυτούς τους καθαρούς, που δεν θέλουν ξένους, αλλόθρησκους, φιλελεύθερους. Ούτε καν ελευθεριακούς που μιλούν για γυναικεία χειραφέτηση, οικογενειακό απογαλακτισμό και συνανθρώπους τους χαμηλού επιπέδου (οικονομικά, κοινωνικά, μορφωτικά). Ο Γυτζέ μιλά για ένα νέο στην Κωνσταντινούπολη του τώρα, που ζει βάσει του δυτικού προτύπου. Όμως δεν μπορεί να κάνει την επανάσταση του, κολλάει. Εγκλωβίζεται. «Φυλακίζεται». Κι εντέλει τι θα γίνει; Ο πατέρας του, που κατά βάθος δεν θέλει. Στην "Πλειοψηφία της σιωπής", την καλύτερη τουρκική ταινία του 2010 (μαζί με το "Μέλι"), που σάρωσε βραβεία στην Τουρκία και απέσπασε το Luigi de Laurentis στη Μόστρα της Βενετίας (όπου διαγωνιζόταν και ο Τζουμέρκας), το ανατολίτικο πρότυπο που αφορά κι εσένα μπαίνει στο στόχαστρο. Και σου απευθύνεται για να καταλάβεις ότι μια πιο ανοιχτή κοινωνία είναι ο σκοπός. Κι όχι το κλείσιμο του κάθε είδους συνόρου.

Η Κομμούνα (4/10)

Βλέποντας, ή καλύτερα χαζεύοντας την "Κομμούνα" του Γουώτκηνς αναρωτιόμουν: Είναι σινεμά αυτό; Κι αν όχι, κι αν όντως δεν είναι σινεμά μια και ο Γουώτκηνς -όπως και στην περίπτωση του "Έντβαρντ Μουνκ"- προτίμησε να κάνει τηλεταινία κι όχι ταινία, τότε γιατί να προβάλλεται σε κινηματογράφο; Και κυρίως πόσοι θα είναι εκείνοι οι ήρωες (που θα ενωθούν με αυτούς της παράστασης "Μέσα" του Παπαϊωάννου) που θα αντέξουν όλο το 6ωρο; Το έργο του Γουώτκηνς το λατρεύω. Και το θεωρώ αντισυμβατικό και αρκούντως επαναστατικό, με όλη τη σημασία της λέξης. Όπως άλλωστε είναι και η ζωή και η καριέρα του ίδιου. Σε αυτό το κύκνειο άσμα του, πίσω στο 2000, έκανε μια γλαφυρότατη αναπαράσταση, αρκετά θεατρική, στα αιματηρά γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού (του 1871). Ένα ντοκιουντράμα γύρισε κάνοντας το καυστικό του σχόλιο στην εξουσία των μίντια, και το ρόλο που αυτά παίζουν στην κάλυψη των σημαντικών γεγονότων. Έτσι κι απομονώσεις το γεγονός αυτό καθαυτό, με το οποίο καταπιάνεται ο Γουώτκηνς, θα δεις ότι όλα του τα σχόλια ταιριάζουν γάντι στην τωρινή ελληνική κατάσταση: ξένη «εισβολή» / επιβολή, ανεργία, ανομία, σαθρό κράτος, εξαθλίωση, φτώχεια, αγανακτισμένος λαός. Και αυτή η ταινία πολύ μου φαίνεται ότι σου λέει τι πρέπει να κάνεις. Όλα αυτά όμως έχουν αξία βάσει του θέματος. Διότι ως ταινία δεν είναι ταινία. Απλό. Είναι τηλεόραση. Ποιοτική μεν, αλλά τηλεόραση. Και εσύ αν θες να το δείξεις στο σινεμά μόνταρε το όπως έγινε στο "Carlos" και το "Ταξίδι". Διαφορετικά μην περιμένεις και πολλά.

Η κοκκινοσκουφίτσα (4/10)

Την ιδέα της σκοτεινής πλευράς του κλασικού παραμυθιού τη βρίσκω εξαιρετική. Άλλωστε, το παιδικό πρέπει να αποδομείται και να μπαίνει στον κόσμο των μεγάλων. Να γίνεται θρίλερ, περιπέτεια, με ζόφο και σκοτάδι. Για να έχει και γούστο. Έτσι το επαναδιαπραγματεύεσαι μέσα σου, σε μια άλλη ηλικία. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πρόθεση των παραγωγών της "Κοκκινοσκουφίτσας" μα δεν τα κατάφεραν και πολύ καλά. Το μεν σενάριο του Τζόνσον (που βγήκε και σε μια όμορφη ιλουστρασιόν, χρωματιστή έκδοση, χάρμα οφθαλμών) περιπλέκει κάπως τα πράγματα, πιάνει επιδερμικά την κλασική ιστορία και αντί να την αποδομεί την καταβαραθρώνει σε ένα τυπικό χουλιγουντιανό ερεβώδες στόρι της σειράς. Η δε σκηνοθεσία της Χάρντγουϊκ έχει μείνει ακόμη στο "Λυκόφως". Η ρετσινιά αυτής της μεγάλης επιτυχίας δεν της έχει φύγει της Χάρντγουϊκ, κι αυτό φαίνεται. Αφού υπάρχουν στιγμές που πιστεύεις ότι κάπου θα πεταχτεί ο βαμπίρ και θα γίνει χαμός. Ειδικώς, οι ρομαντικές σκηνές της ταινίας είναι copy paste. Στο μόνο που θα σε κερδίσει η "Κοκκινοσκουφίτσα" είναι στην ατμοσφαιρικότητα που έχει, την υποβλητικότητα των πιο μαύρων στιγμών της, αυτό το αισθαντικό που σου βγάζει το οποίο φαίνεται καλοδουλεμένο. Από κει και πέρα, όμως, μην περιμένεις να δεις κάτι το πολύ ιδιαίτερο, τουλάχιστον όχι αυτό που περίμενες, αν το περίμενες φυσικά.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (28-4-2011).

27 Απρ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Without you" - No 93

Written by Pete Ham & Tom Evans

No I can't forget this evening
Or your face as you were leaving
But I guess that's just the way the story goes

You always smile but in your eyes
Your sorrow shows, yes it shows

No I can't forget tomorrow
When I think of all my sorrow
When I had you there but then I let you go
And now it's only fair that I should let you know
What you should know

I can't live, if living is without you
I can't give, I can't give anymore
I can't live, if living is without you
I can't give, I can't give anymore

No I can't forget this evening
Or your face as you were leaving
But I guess that's just the way the story goes

You always smile but in your eyes
Your sorrow shows, yes it shows

Σαν σήμερα 27 Απριλίου

1737: Γεννήθηκε ο Έντουαρντ Γκίμπον, γνωστός στην Ελλάδα και ως Γίββων, βρετανός ιστορικός, συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Η Ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1794.

1791: Γεννήθηκε ο Σάμιουελ Μορς, αμερικανός εφευρέτης και ζωγράφος, δημιουργός του τηλέγραφου και των σημάτων Μορς.

1805: Έγινε η μάχη της Ντέρνα στη σημερινή Λιβύη, μεταξύ αμερικανών πεζοναυτών υπό τον Γουίλιαμ Ίτον και πειρατών υπό τον Γιουσούφ Καραμανλή, που λυμαίνονταν τις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Υπήρξε η πρώτη χερσαία επιχείρηση των ΗΠΑ σε ξένο έδαφος. (Α' Βερβερικός Πόλεμος)

1810: Ο Μπετόβεν ολοκληρώνει την περίφημη πιανιστική του σύνθεση «Fur Elise».

1981: Η αμερικανική εταιρεία XeroxPARC παρουσιάζει το πρώτο ποντίκι προσωπικού υπολογιστή, που είχε ανακαλύψει 17 χρόνια πριν ο δρ Ντάγκλας Ένγκελμπαρτ.

1906: Γεννήθηκε ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς.

1941: Αυτοκτόνησε με δηλητήριο η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα , σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς.

1947: Γεννήθηκε ο Ουαλός τραγουδιστής Pete Ham, μέλος των Badfinger. Μεγάλη επιτυχία του τραγούδι "Without you", που έμεινε στην Ιστορία με την διασκευή του από την Harry Nilsson.

1947: Γεννήθηκε ο Γκόρντον Χάσκελ, ελληνικής καταγωγής άγγλος τραγουδιστής των King Crimson. Το πραγματικό του όνομα είναι Γκόρντον Χιονίδης.

1957: Σε μία από τις σπάνιες εμφανίσεις του εκτός ΗΠΑ, ο Έλβις Πρίσλεϊ δίνει συναυλία στο Τορόντο του Καναδά, φορώντας το χρυσό λαμέ κουστούμι του για τελευταία φορά.

1964: Κυκλοφορεί στην Μεγαλή Βρετανία το πρώτο βιβλίο του John Lennon με τίτλο "In his own write". Το βιβλίο περιέχει μικρές ιστορίες και σχέδια του τραγουδιστή. Το 1968 το βιβλίο μετατράπηκε σε θεατρικό έργο και ανέβηκε στο Royal National Theatre του Λονδίνου.

1975: Οι Pink Floyd ολοκληρώνουν τις εμφανίσεις τους στο Λος Άντζελες. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων συναυλιών που έδωσαν, συνελήφθησαν 511 άτομα για κατοχή μαριχουάνας.

1999: Η αγγλική ροκ μπάντα The Verve ανακοινώνει τη διάλυσή της.

2006: Ο κιθαρίστας των Rolling Stones, Keith Richards παθαίνει εγκεφαλική αιμοραγία μετά από πτώση του από φοίνικα όπου είχε σκαρφαλώσει, κατά την διάρκεια των διακοπών του στα νησιά Fiji.

26 Απρ 2011

Βωβές ταινίες, η αρχή του κινηματογράφου

Αφορμή για το αφιέρωμα αυτό του SevenArt στάθηκε τόσο η διανομή της ολοκληρωμένης εκδοχής του "Metropolis" του Φριτς Λανγκ, εκ των σημαντικότερων ταινιών του παγκόσμιου κινηματογράφου, όσο και το δρώμενο που επιμελήθηκε στις αρχές του μήνα το Ινστιτούτο Γκαίτε στο οποίο λιγότερο γνωστές βωβές ταινίες ντύθηκαν με ζωντανή μουσική και προβλήθηκαν στο αθηναϊκό κοινό. Άλλο που δεν ήθελα, λοιπόν, να πάρω τηλέφωνο τον Δηράκη και να του πω τη σκέψη μου, να μιλήσω και με τον Πετιμεζά, την Ανίσσα και τη Στέλλα, ώστε ένα όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό αφιέρωμα στην αρχή του κινηματογράφου, το βωβό σινεμά, να παρουσιαστεί μπρος στα μάτια σου επί της οθόνης. Ένα βωβό σινεμά που ξεκίνησε από τα -φωτογραφικού τύπου- στατικά επίκαιρα των Ωγκύστ & Λουί Λυμιέρ στις 19 Μαρτίου του 1895 (Έξοδος από το εργοστάσιο), οι οποίοι και έκαναν την πρώτη δημόσια προβολή τους στις 28 Δεκεμβρίου του 1895 σε καφέ του Παρισιού (Η είσοδος του τρένου στο σταθμό). Ένα μόλις χρόνο μετά γύρισαν και τους πρώτους κωμικούς αυτοσχεδιασμούς τους (Ο ποτιστής που ποτίζεται). Τη σκυτάλη από τους αδελφούς Λυμιέρ την παίρνει ο Ζωρζ Μελιές που εξελίσσει τη σημασία του σινεμά όπως, επίσης, και η εγγλέζικη Σχολή του Μπράιτον (Τζωρτζ Σμιθ, Τζέιμς Ουίλλιαμσον), και Αμερικανοί και Γάλλοι πειραματιστές της νέας τέχνης (Έντουιν Πόρτερ). Όλοι τους τα έβαλαν με την εικόνα, ανακάλυψαν το μοντάζ, το ντεκουπάζ, τις γωνίες λήψης, τους τρόπους λήψης. Ο κινηματογράφος με αυτό τον τρόπο ξεκίνησε. Και επειδή δεν γράφω εδώ για να σου κάνω μάθημα σινεμά (φευ!), σε αφήνω να τσεκάρεις τις 20 πιο αντιπροσωπευτικές στιγμές του βωβού κινηματογράφου (στα σίγουρα υπάρχουν κι ακόμη είκοσι, μα δεν χωρούν όλες), όπως στις παρουσιάζει το SevenArt. Μέχρι που ήρθε εκείνος ο καταραμένος τραγουδιστής της τζαζ και έφερε τον ήχο το 1927 (Ο τραγουδιστής της Τζαζ, 88΄, Άλαν Κρόσλαντ), ο οποίος μέχρι το 1930 είχε σχεδόν εκλείψει την βωβή ταινία (από τότε συναντάται σποραδικά). Σου σημειώνω ότι η πλειονότητα των βωβών ταινιών, πλέον, προβάλλεται με μουσική επένδυση (η «μόδα» ντύνει και live αυτές τις ταινίες στις μέρες μας).

Νέστορας Πουλάκος poulakos@sevenart.gr


Ταξίδι στη Σελήνη (Ζωρζ Μελιές, 14΄, 1902)

Είναι η πρώτη ταινία, με τη σημερινή σημασία της λέξης, του παγκόσμιου κινηματογράφου. Άλλωστε, όπως σου ανέφερα και παραπάνω, ο Γάλλος κινηματογραφιστής των 555 ταινιών (κατά το imdb, μεταξύ 1896 και 1913), ο Ζωρζ Μελιές, εξέλιξε το μέσο όπως το παρέλαβε από τους Λυμιέρ. Το "Ταξίδι στη Σελήνη", διάρκειας κάτι λιγότερο των 14 λεπτών, είναι ταυτόχρονα και η πρώτη science fiction ταινία, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν γραφικά, οπτικά εφέ, κινούμενα σχέδια, ιδιαίτερα σκηνικά. Βασίστηκε σε φουτουριστικά διηγήματα των Ζυλ Βερνέ και Χ.Τζ. Γουέλς (κυρίως), και αφηγείται τη συνεδρίαση και εν συνεχεία απόφαση μιας ομάδας αστρονόμων να ταξιδέψουν στο φεγγάρι με μια νέας τεχνολογίας κάψουλα. Εκεί, και ενώ στην αρχή μαγεύονται από το όλο σκηνικό, η συνεπακόλουθη επαφή τους με τους ντόπιους εξελίσσεται δυσάρεστα. Η επιστροφή στη Γη τους βρίσκει στη θάλασσα (η πιο εντυπωσιακή σκηνή της ταινίας). Η παραγωγή του Μελιές θεωρήθηκε επίτευγμα στην εποχή της. Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Η μεγάλη ληστεία του τρένου (Έντουιν Πόρτερ, 12΄, 1903)

Η "Μεγάλη ληστεία του τρένου" είναι το πρώτο αφηγηματικό φιλμ και το πρώτο γουέστερν στην ιστορία, το οποίο λόγω της μεγάλης του επιτυχίας άνοιξε το δρόμο για την ανάδειξη του Γκίλμπερτ "Μπρόντσο Μπίλι" Άντερσον σε μεγάλο σταρ του είδους με συμμετοχή σε πολλές εκατοντάδες ταινίες γουέστερν. Η 12λεπτη ταινία του Έντουιν Πόρτερ περιγράφει την ιστορία μιας μεγάλης ληστείας τρένου, την επίθεση των ληστών στον σταθμάρχη και τον οδηγό, την ακινητοποίηση του τρένου, την άγρια καταλήστευση των επιβατών και την τελική αναμέτρηση με τους εκπροσώπους του νόμου. Ο Πόρτερ κάνει εδώ μια εισαγωγή στο "διαδοχικό μοντάζ" που τλειοποίησε στη συνέχεια ο Γκρίφιθ, με μια σειρά από γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα αλλά σε διαφορετικό χώρο και οδηγούνται σε μια τελική "ένωση". Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα είναι απ' τη μια η ληστεία κι απ' την άλλη ο χορός που έχουν στήσει οι άνθρωποι του νόμου με τις γυναίκες τους και η ένωση συντελείται στη σκηνή της μάχης μεταξύ τους. Η ιστορική σκηνή κατά την οποία ένας από τους ληστές πυροβολεί προς τους θεατές πρέπει να κατατρόμαξε αρκετούς από αυτούς και συνοδευόταν από ένα σημείωμα προς τους προβολατζήδες της εποχής ότι μπορούν να την προβάλουν είτε στην αρχή είτε στο τέλος της ταινίας κατά το δοκούν... Δες την εδώ.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Μισαλλοδοξία (Ντ.Γ. Γκρίφιθ, 163΄, 1916)

Ο Γκρίφιθ θεωρείται ο «Θεός που έβγαλε τον κινηματογράφο από το χάος». Με τον αρμόζοντα σεβασμό ήρθε αντιμέτωπος με την νέα τέχνη της εποχής του, τον κινηματογράφο, και απογειώθηκε μαζί του. Η "Μισαλλοδοξία" είναι μια ταινία σπονδυλωτή, τέσσερις υποθέσεις που παρουσιάζονται παράλληλα, με κεντρικό θέμα τέσσερα αντιμαχόμενα ανθρώπινα συναισθήματα, την έχθρα και την μισαλλοδοξία από την μία και την αγάπη και την φιλανθρωπία από την άλλη, που εξακολουθούν να συγκρούονται στο πέρασμα των αιώνων. Τρία ιστορικά επεισόδια, η πτώση της Βαβυλώνας, τα πάθη του Χριστού και η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, και μια τέταρτη ιστορία, της διάσωσης ενός μελλοθανάτου, συμπορεύονται και συμπλέκονται σε ένα φιλμ που άλλοτε μοιάζει με επικών διαστάσεων δημιούργημα κι άλλοτε ένα συμπίλημα κιτς ασπρόμαυρων εικόνων. Μία ταινία του 1916, που κόστισε περίπου δύο εκατομμύρια δολάρια, προοίμιο στις δυνατότητες και στο μέλλον του Hollywood. Δες την εδώ.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Το εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι (Ρόμπερτ Βίνε, 71΄, 1920)

Ο Δρ. Καλιγκάρι, διευθυντής ψυχιατρείου, εμφανίζεται σε ένα τοπικό πανηγύρι παρουσιάζοντας μια εκπληκτική ατραξιόν, τον υπνοβάτη Τσέζαρε που προβλέπει το μέλλον. Από εκείνη τη στιγμή, μια σειρά από φόνους συγκλονίζουν την πόλη, πίσω από τους οποίους κρύβεται ο Καλιγκάρι, ο οποίος χρησιμοποιεί τον Τσέζαρε για τις σκοτεινές επιδιώξεις του. Το "Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι" του Ρόμπερτ Βίνε είναι η πρώτη ταινία του εξπρεσιονισμού, μια σκοτεινή και τρομακτική ιστορία, για πολλούς προφητική της παράνοιας του Ναζισμού και όλων των θηριωδιών που θα ακολουθούσαν. Τρομακτικές αντιθέσεις δυνατού φωτός και έντονων σκιών, παραμορφωτικές γωνίες λήψης, σουρεαλιστικά σκηνικά και υπερβολικές ερμηνείες στα όρια της παντομίμας, έντονο μακιγιάζ κι ο παρανοϊκός χαρακτήρας του Δρ. Καλιγκάρι, όλα τα στοιχεία συνθέτουν έναν εφιάλτη χωρίς τέλος που επιτίθεται στη λογική και εκφράζει τον πεσιμισμό της εποχής του μεσοπολέμου. Δες την εδώ.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Η άμαξα φάντασμα (Βίκτορ Σιόστρομ, 93΄, 1921)

Συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες ταινίες του σουηδικού κινηματογράφου. Είναι, επίσης, το καλύτερο δείγμα νουάρ, θριλερικού, μεταφυσικού κινηματογράφου της εποχής, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Τρεις χαμερπείς άνδρες, που μεθούν, παίζουν χαρτιά και τσακώνονται συνεχώς, προκαλούν έναν αρχαίο θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο ο αμαρτωλός που θα πεθάνει τελευταίος μες στο έτος, οφείλει να οδηγήσει για ένα ολόκληρο χρόνο μια άμαξα φάντασμα που παίρνει τις ψυχές των νεκρών. Ο Σουηδός Βίκτορ Σιόστρομ εντυπωσίασε με αυτή την υποβλητική του δημιουργία, τόσο ώστε να συνεχίσει να γυρίζει ταινίες στο Χόλιγουντ -πια- μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Άλλωστε, η "Άμαξα φάντασμα" ήταν πρωτοποριακή στην εποχή της και εξαιτίας της διπλοτυπίας που εφάρμοσε ο Σιόστρομ, της απεικόνισης δηλαδή δυο και τριών εικόνων η μία πάνω στην άλλη. Να σου τονίσω εδώ ότι τις δεκαετίες 1910-20 είχε δημιουργηθεί η περίφημη σκανδιναβική σχολή κινηματογράφου, που έβγαλε σκηνοθέτες όπως τον Σιόστρομ και τον Φιλανδό Μώριτζ Στίλλερ (με επίσης καριέρα στο Χόλιγουντ). Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Οι τέσσερις ιππότες της αποκάλυψης (Ρεξ Ίνγκραμ, 132΄, 1921)

Ο πρώτος, ο αυθεντικός, ο μεγάλος γόης του κινηματογράφου, ο εραστής, ο αρρενωπός ηθοποιός που παραληρούσε κάθε γυναίκα, ήταν ο Ροδόλφο Βαλεντίνο, που πρόλαβε στα μόλις 31 του χρόνια να γυρίσει περί τις 40 ταινίες και να γίνει ο απόλυτος σταρ του βωβού κινηματογράφου. Ένας από τους πλέον χαρακτηριστικούς ρόλους του είναι σε αυτή την ταινία του Ρεξ Ίνγκραμ, αμερικανικής παραγωγής, που συνδυάζει το ρομαντικό ερωτικό δράμα με την παρακμή και τη σήψη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταφέροντας στην οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιμπάνεθ, ο Ίνγκραμ αφηγείται γλαφυρότατα το διαμελισμό μιας πλούσιας οικογένειας μετά το θάνατο του άνδρα-αφέντη, και τη φυγή της στην Ευρώπη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γαλλία και τη Γερμανία. Στο Παρίσι, ο Χούλιο που θέλει να γίνει ζωγράφος θα ερωτευτεί μια παντρεμένη γυναίκα, της οποίας ο άντρας τραυματίζεται στον πόλεμο. Εμπορική επιτυχία την εποχή εκείνη η ταινία, της οποίας μια ελάχιστα διαφορετική εκδοχή μπορείς να δεις σε παραγωγή του 1993. Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου (Φ.Γ. Μουρνάου, 94΄, 1922)

Η ταινία "Νοσφεράτου" είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Ο σκηνοθέτης της, Φρίντριχ Μουρνάου, αναπαριστά στη μεγάλη οθόνη το μύθο του κόμη Δράκουλα. Η ταινία θα πάρει το όνομα "Νοσφεράτου", αφού λόγω των πνευματικών δικαιωμάτων του ομώνυμου βιβλίου του Μπράμ Στόκερ, θα αποκλειστεί η χρήση του ονόματος «Δράκουλας». Η συμφωνία του τρόμου που οραματίστηκε ο Μουρνάου μοιάζει αρκετά αποτρόπαια, με τον Δράκουλα να είναι κάτι παραπάνω από φρικαλέος. Τα πολλά εξωτερικά γυρίσματα του ταξιδιού στα Καρπάθια Όρη και στον πύργο του κόμη ήταν κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Το υποβλητικό κλίμα της ταινίας και οι φιγούρες της θα αποτελέσουν αρχέτυπο για τις ταινίες τρόμου, που για τις επόμενες δεκαετίες θα κυριαρχήσουν στις παραγωγές του Χόλιγουντ. Ο Δράκουλας θα έρθει από τα Καρπάθια στη Βρέμη για να φέρει μαζί του την πανούκλα και τον τρόμο στους κατοίκους της. Ο λόγος για το ταξίδι του γίνεται η γυναίκα του Χούτερ, που έκλεισε τα συμβόλαια για το σπίτι στη Βρέμη. Στην διαφοροποίηση του σεναρίου από τον Μουρνάου, ο Δράκουλας και μαζί του το κακό που συμβολίζει, πεθαίνει από το φως και γίνεται καπνός, για να ενταχθεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό στην μυθολογία των βρικολάκων. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ
Ο Νανούκ του Βορρά (Ρόμπερτ Φλάερτι, 79΄, 1922)

Αυτό το ντοκιμαντέρ του Φλάερτι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της θεαματικής εξέλιξης των επίκαιρων των αρχών του 20ου αιώνα. Ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο σημαντικό ντοκιμαντέρ του κινηματογράφου, το οποίο άρεσε την εποχή εκείνη και κίνησε το ενδιαφέρον του κοινού, γιατί αποτύπωσε λεπτομερώς τη ζωή και την αγωνιώδη προσπάθεια επιβίωσης κάτω από αντίξοες συνθήκες μιας τυπικής οικογένειας Εσκιμώων. Ο Φλάερτι, δεινός ντοκιμαντερίστας στη συνέχεια, σε αυτή την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά ακολούθησε επί ένα χρόνο την καθημερινότητα του Νανούκ και της οικογένειάς του στο βόρειο αρκτικό κύκλο όπου ζούσαν, πάνω από τον Καναδά. Το αποτέλεσμα της δουλειάς του ήταν ένα άρτιο δείγμα ταινίας τεκμηρίωσης, που έσκισε εισπρακτικά σε Η.Π.Α. και Γαλλία. Μάλιστα, λίγο καιρό πριν την προβολή του ντοκιμαντέρ στις αίθουσες ο Νανούκ και η οικογένειά του «χάθηκαν» σε μια χιονοθύελλα στην περιοχή που έμεναν. Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Νιμπελούνγκεν, οι ιππότες της ομίχλης (Φριτς Λανγκ, 140΄(Α) / 129΄(Β), 1924)

Η επανέκδοση της αυθεντικής κόπιας της ταινίας "Metropolis" αποτέλεσε την αφορμή γι’ αυτό το αφιέρωμα του SevenArt στο βωβό κινηματογράφο. Ο Φριτς Λανγκ τρία χρόνια πριν σκηνοθετούσε την ταινία "Νιμπελούνγκεν", που αναφέρεται στην αντίστοιχη Ιλιάδα της γερμανικής φιλολογίας. Το "Νιμπελούνγκεν" σε αντίθεση με το "Metropolis" αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, κάτι που εξηγεί και το γεγονός ότι οι Γερμανοί παραγωγοί επένδυσαν υπέρογκα χρηματικά ποσά στο "Metropolis". Για τα κοινά χαρακτηριστικά των δυο ταινιών μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για ακριβές παραγωγές που πειραματίζονται με τα ειδικά εφέ και αποτελούν αφετηρίες για μεταγενέστερα είδη ταινιών. Αν στο "Metropolis" βλέπουμε στοιχεία που διατηρούνται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπως στη σειρά ταινιών "Star Wars", αντίστοιχα μπορούμε να μιλήσουμε για το "Νιμπελούνγκεν" και για τους επίγονους του, όπως η τριλογία του "Lord of the Rings". Ο μύθος των Νιμπελούνγκεν, που είχε απασχολήσει κι άλλους καλλιτέχνες στο παρελθόν όπως τον Wagner στην όπερα "Το δακτυλίδι των Νιμπελούνγκεν", γίνεται το θέμα της ομώνυμης ταινίας του Λανγκ. Στην ταινία ο αμύθητος θησαυρός των Νιμπελούνγκεν φέρνει την κακοτυχία σε όποιον τον έχει στα χέρια του, καθώς είναι καταραμένος. Ανδρειωμένοι ιππότες, πριγκίπισσες που σαγηνεύουν, δράκοι και ξωτικά παρασύρουν στην δόξα και τον έρωτα, καταλήγοντας σε μάχες με ανυπολόγιστα θύματα και τον θάνατο. Ο Φριτς Λανγκ τη γύρισε σε δυο μέρη το 1924. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Θωρηκτό Ποτέμκιν (Σεργκέι Αϊζενστάιν, 75΄, 1925)

Στην εικοσαετή επέτειο της πρώτης ρωσικής επανάστασης του 1905 και μετά από παραγγελία του μπολσεβίκικου κόμματος, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, το "Θωρηκτό Ποτέμκιν". Στην ταινία έχουμε δυο παγκόσμιες πρωτοτυπίες που την κατατάσσουν ως σήμερα μες στις καλύτερες όλων των εποχών. Πρώτα στο "Θωρηκτό Ποτέμκιν" έχουμε την πρώτη εφαρμογή του «δυναμικού μοντάζ» και του «μοντάζ των εντυπώσεων». Πιο απλά, δυναμικό είναι αφού ό,τι παρακολουθούμε στην οθόνη είναι σαν σφυροκόπημα σε ένταση και ταχύτητα, και εντυπώσεων αφού στην ταινία γίνεται πράξη η ακολουθία που έβαζε σαν όρο ο Αϊζενστάιν για τον κινηματογράφο, «από την εικόνα στο συναίσθημα και από εκεί στην ιδέα». Δεύτερη πρωτοτυπία είναι η αντικατάσταση του πρωταγωνιστή από το πλήθος που εισέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Στην ιστορία, πρωταγωνιστές είναι οι ναύτες του Ποτέμκιν που εξεγείρονται για το άθλιο συσσίτιο τους αλλά και για να υποστηρίξουν την επανάσταση των εργατών, που φουντώνει σε όλη την ρωσική αυτοκρατορία. Η εξέγερση μεταφέρεται στην Οδησσό και ο τσαρικός στρατός πνίγει στο αίμα άντρες και γυναικόπαιδα. Η προτελευταία σκηνή της ταινίας, όταν οι λευκοφρουροί και οι Κοζάκοι πυροβολούν στο πλήθος είναι μια από τις καλύτερες σκηνές που έχουμε δει στη μεγάλη οθόνη. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο χρυσοθήρας (Τσαρλς Τσάπλιν, 95΄, 1925)

Κάτω από το λευκό σεντόνι που καλύπτει την επιφάνεια της Αλάσκας κρύβεται ένα μοναδικό δώρο για όποιον θαρραλέο έχει το σθένος να το αναζητήσει. Και ξαφνικά μέσα στο πλήθος των κατάκοπων διεκδικητών, ξεχωρίζει μια γνώριμη νευρική, μικροκαμωμένη φιγούρα. Ο Σαρλώ με όπλο του την αθωότητα και την αστείρευτη αισιοδοξία του, βάζει μπρος για τη μεγάλη περιπέτεια. Φτάνοντας στην αφιλόξενη Αλάσκα και προτού καν αρχίσει το κυνήγι του θησαυρού, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το αβάσταχτο κρύο, την πείνα - λύνει το γρίφο της έλλειψης τροφής μαγειρεύοντας μια μπότα - και δύο αδίστακτους τυχοδιώκτες, με τους οποίους θα αναγκαστεί να μοιραστεί το ίδιο κατάλυμα. Οι κακουχίες, που ποτέ δεν πτόησαν τον Ανθρωπάκο, δεν θα καταφέρουν να σταθούν εμπόδιο στο δρόμο του ούτε αυτή τη φορά. Ο ήρωας μας θα επιστρέψει νικητής για να δεχτεί ένα ακόμη έπαθλο, ακόμα σημαντικότερο από το πρώτο. Η ταινία "Ο Χρυσοθήρας" που προβλήθηκε την ίδια χρονιά με το "Θωρηκτό Ποτέμκιν", αποτελεί σταθμό στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου και ήταν μια από τις αγαπημένες του ίδιου του Τσάρλι Τσάπλιν. Δες την εδώ.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Το φάντασμα της όπερας (Ρούπερτ Τζούλιαν, 93΄, 1925)

Στα δαιδαλώδη υπόγεια της επιβλητικής γαλλικής όπερας ζει ένα μυστηριώδες πλάσμα που η φήμη του το αφήνει να αιωρείται μετέωρο ανάμεσα στο μυθικό και το ανθρώπινο. Ο Έρικ, ο ταλαντούχος μουσικός με το παραμορφωμένο πρόσωπο, εξωθούμενος από το μίσος των ανθρώπων και την προκατάληψη, έχει καταδικάσει τον εαυτό του σε μια αιώνια εξορία. Το τελευταίο ανθρώπινο συναίσθημα που θα καταφέρει να διαπεράσει τα τείχη της φυλακής του και να φτάσει μέχρι αυτόν, με σκοπό να τον γλιτώσει από τη λήθη θυμίζοντας του ότι είναι ακόμα ζωντανός, είναι εκείνο που τελικά θα τον οδηγήσει στο θάνατο. Το πάθος του για την Κριστίν, τη νεαρή σοπράνο με την αγγελική φωνή, θα αποδειχτεί δυνατότερο από την ίδια την ανάγκη για ζωή. Η ταινία του Τζούλιαν είναι η πιο πιστή μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Γκαστόν Λερού, που έχει διασκευαστεί και μεταφερθεί στο σινεμά από πληθώρα σκηνοθετών. Η αξία του φιλμ ανεβαίνει σημαντικά έτσι και στα θετικά του προσμετρήσει κανείς το γεγονός ότι η σκηνή του χορού είναι η πρώτη απόπειρα προσθήκης χρώματος στην ιστορία του σινεμά. Δες την εδώ.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Ο στρατηγός (Μπάστερ Κήτον, 107΄, 1927)

Ο Τζόνυ είναι πρόθυμος να θυσιαστεί για δύο πράγματα: για το τρένο του, τον Στρατηγό, και την αρραβωνιαστικιά του. Όταν ο αμερικανικός εμφύλιος ξεκινά και ο Τζόνυ τρέχει να καταταγεί, του ανακοινώνουν ότι κρίθηκε ακατάλληλος για το μέτωπο και του ζητούν να υπηρετήσει στο στρατό σαν μηχανικός τρένων. Η αγαπημένη του Άναμπελ απογοητευμένη με την αποτυχία του, επιβιβάζεται στον Στρατηγό και ετοιμάζεται να τον εγκαταλείψει. Στα μισά του δρόμου μια ομάδα κατασκόπων, που προέρχεται από το αντίπαλο στρατόπεδο των Βορείων, καταλαμβάνει το τρένο και απαγάγει την Άναμπελ. Είναι η στιγμή που ο Τζόνυ ξεκινά έναν υπεράνθρωπο αγώνα δρόμου προκειμένου να σώσει τις δύο του μεγάλες αγάπες. Η ιστορία που κουβαλά μαζί της αυτή η πολύ ξεχωριστή κωμωδία του Μπάστερ Κήτον, η οποία βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό της εποχής, είναι μάλλον δυσάρεστη. Το κόστος των γυρισμάτων ξεπέρασε κατά πολύ το αναμενόμενο - θεωρείται μια από τις ακριβότερες παραγωγές της εποχής της - και στέρησε από τον Κήτον το αποκλειστικό δικαίωμα, που κατείχε μέχρι τότε, να ελέγχει σχεδόν εξ ολοκλήρου τα οικονομικά των ταινιών του. Δες την εδώ.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Φτερά (Γουίλλιαμ Γουέλλμαν, 139΄, 1927)

Μια απλοϊκή, τυπική χολιγουντιανή ταινία έμεινε στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου για ένα και μόνο λόγο: είναι η μοναδική βωβή ταινία που κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1929, όταν και πρωτοξεκίνησε ο θεσμός της Αμερικανικής Ακαδημίας στο Λος Άντζελες. Έκτοτε, βέβαια, προτιμήθηκαν παραγωγές με ήχο. Κέρδισε, επίσης, και Όσκαρ Οπτικών Εφέ μια και οι σκηνές των αερομαχιών της ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακές και καλοφτιαγμένες για την εποχή. Η παραγωγή της ταινίας του Γουίλλιαμ Γουέλλμαν ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή. Για την ταμπακέρα, η ιστορία μιλάει για δυο πιλότους της αμερικανικής αεροπορίας, που λαμβάνουν μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ένας είναι πλούσιος, ο άλλος προέρχεται από τη μεσαία τάξη, και οι δυο όμως αγαπούν την ίδια γυναίκα. Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ (Καρλ Θέοντορ Ντράγιερ, 110΄, 1928)

Ατμοσφαιρικό, αφαιρετικό και πιστό ιστορικά προτραίτο της Ιωάννας της Λωραίνης, από τον σπουδαίο Δανό σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ, έναν από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του υπερβατικού ύφους στον κινηματογράφο. Με συνεχή γκρο πλάνα και σχεδόν μηδέν ντεκόρ, με τους ηθοποιούς αμακιγιάριστους και με ιδιαίτερη προσοχή στους μεσότιτλους προκειμένου να αποδοθεί η ιστορική αλήθεια της δίκης της Ζαν Ντ' Αρκ, ο Ντράγιερ σκηνοθέτησε μια αληθινά συγκλονιστική ταινία στην οποία η λιτή σε σχέση με αυτές των διωκτών της αλλά ιδιαίτερα παθιασμένη ερμηνεία της Μαρία Φαλκονέτι υπερνικά την απόλυτη σιωπή και εμπνέει ακραία συναισθήματα αλληλλεγγύης στο θεατή. Το "Πάθος της Ζαν Ντ' Αρκ" παρουσιάζει τη δίκη, τα βασανιστήρια και τελικά την εκτέλεση (στην πυρά) της εθνικής Αγίας των Γάλλων. Δεν ευτύχησε εμπορικά και δέχτηκε επιθέσεις λογοκρισίας απ' τους Ναζί και την εκκλησία της Γαλλίας, ενέπνευσε όμως πολλούς μεταγενέστερους κινηματογραφιστές και ακόμα και σήμερα θεωρείται ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα από την αρχή του κινηματογράφου και ίσως η τελευταία μεγάλη των βωβών. Δες την εδώ.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Ένας Ανδαλουσιανός σκύλος (Λουί Μπουνιουέλ. 16΄, 1929)

Πατριάρχης, πάπας, αυτοκράτορας, είναι μερικά από τα επίθετα που κοσμούν τις κριτικές για τη σχέση του Μπουνιουέλ με τον σουρεαλισμό. Εμείς, πιστοί στο αντιεξουσιαστικό πνεύμα του σκηνοθέτη, θα κλέψουμε τη μεγαλομανή ατάκα του Σαλβαντόρ Νταλί, «ο σουρεαλισμός είμαι εγώ», για να πούμε πως στον κινηματογράφο ο σουρεαλισμός είναι ο Λουί Μπουνιουέλ. Στην πρώτη του ταινία, "Ένας Ανδαλουσιανός σκύλος", για το μόνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι στα δεκαέξι λεπτά της, είναι πως δεν βλέπουμε σκύλους και μάλιστα Ανδαλουσιανούς. Ο Μπουνιουέλ σε αυτή την ταινία, όπως και στις δυο επόμενες του "Η χρυσή εποχή" και "Γη χωρίς ψωμί", θα προσπαθήσει να κάνει κινηματογράφο το δόγμα των σουρεαλιστών που μιλά για «ένα ασυνείδητο, ψυχικό αυτοματισμό, ικανό να επιστρέψει στο μυαλό την πραγματική του λειτουργία, έξω από κάθε έλεγχο που επιβάλλει η λογική, η ηθικότητα ή η αισθητική». Οι επιρροές του από τις αναλύσεις του Φρόϋντ προφανείς, με το κινηματογραφικό φακό να συλλαμβάνει εξαιρετικά πρωτότυπες εικόνες που δεν έχουν καμία λογική συνέχεια. Το πλαίσιο που δρουν οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικό, ενώ τα κίνητρα και οι επιδιώξεις τους φαίνονται να μπλέκονται στα δίκτυα του ανορθολογικού, με το στόχαστρο της κριτικής να κεντράρει σε κάθε λογής συντηρητική αξία. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή (Τζίγκα Βερτόφ, 68΄, 1929)

Μπορεί ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της σοβιετικής κινηματογραφικής πρωτοπορίας να ήταν ο Αϊζενστάιν, ωστόσο θα είναι μεγάλη παράληψη να μην συμπεριληφθεί σε αυτό το αφιέρωμα ο Τζίγκα Βερτόφ. Για την επιρροή που άσκησε με το έργο του, ας αναφέρουμε μόνο πως ο ίδιος έγινε το όνομα της κινηματογραφικής ομάδας που ίδρυσε ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Στην ταινία του "O άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή" βλέπουμε το μοντάζ να μεσουρανεί και η μια εικόνα να διαδέχεται την άλλη σα σε αγώνα δρόμου, παρουσιάζοντας μας τη νεότευκτη σοβιετική κοινωνία. Η αρχή της ταινίας είναι αποκαλυπτική, με το όραμα του σκηνοθέτη να αναλύεται στην εναντίωση του στον κινηματογράφο, που οπτικοποιεί τη λογοτεχνία ή προσομοιάζεται σε θεατρική παράσταση. Γι’ αυτό το λόγο το σενάριο πάει στα αζήτητα, και στο επίκεντρο έρχεται η ίδια η εικόνα και ο κινηματογραφικός φακός που την εντοπίζει. Στην ταινία, οι γωνίες των λήψεων φαίνονται ακόμη και σήμερα εντυπωσιακές με τη θεματική των εικόνων να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τον κυβοφουτουρισμό. Εικόνες σπάνιες, όπως η γέννηση ενός παιδιού ή εικόνες συνηθισμένες, όπως το ξύπνημα της πόλης και οι κάτοικοι της που τρέχουν για το μεροκάματο, γίνονται κομμάτια που συνθέτουν ένα πολύ όμορφο κινηματογραφικό παζλ. Ίσως, η πιο «σύγχρονη» ταινία του αφιερώματος. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Κινηματογράφος του Αφηρημένου: Συμφωνία διαγώνια (Βίκινγκ Έγκελινγκ, 7΄, 1924)

Η πλέον χαρακτηριστική ταινία του αφηρημένου κινηματογράφου, αυτής της τάσης της αβάν γκαρντ που κυριάρχησε στο Βερολίνο και το Παρίσι τη δεκαετία του 1920. Ποιητές, ζωγράφοι και λοιποί εικαστικοί καλλιτέχνες πειραματίστηκαν με την εικόνα, κινούμενοι στα όρια του ντανταϊσμού, όντας επίσης πολύ κοντά και με τους κυβοφουτουριστές. Κινούμενα σχέδια, γεωμετρικές φόρμες, μπόλικες γραμμές, κύκλοι, σχήματα και σχηματισμοί ήταν τα συνήθη «εργαλεία» των καλλιτεχνών του αφηρημένου. Κάτι που είναι εντελώς εμφανές στη "Συμφωνία διαγώνια" του Σουηδού Έγκελινγκ, καλλιτέχνη που έδρασε στο Βερολίνο. Μάλιστα αποτελεί και τη μοναδική του κινηματογραφική απόπειρα. Άλλη σημαντική ταινία του είδους είναι το κάπως ντοκιμαντερίστικο "Βερολίνο, η συμφωνία μιας μεγαλούπολης" (65΄, 1927) του πιο παραγωγικού Γερμανού Βάλτερ Ρούτμαν. Αυτοί οι δυο καλλιτέχνες μαζί με τον Χανς Ρίχτερ και κάποιους Γάλλους ήταν οι κυριότεροι εκπρόσωποι του αφηρημένου, ενός ρεύματος που απαρνήθηκε κατά τα λοιπά την αφήγηση, την πλοκή, αποστρεφόμενη το καθιερωμένο, εμπορικό σινεμά. Δες την εδώ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Κινηματογράφος του Σουρεαλισμού: Το κοχύλι και ο καλόγερος (Ζερμαίν Ντυλάκ, 41΄, 1928)

Σουρεαλισμός και κινηματογράφος, ένα καλλιτεχνικό ρεύμα και μια νέα τέχνη κάνουν μαζί τα πρώτα τους βήματα, με τις ταινίες των σουρεαλιστών να είναι κάτι παραπάνω από ανατρεπτικές. Κινηματογραφιστές όπως ο Μαρσέλ Ντυσάμπ με την ταινία του "Anemic" ή οι μικρού μήκους ταινίες του διάσημου για το πρωτοποριακό του έργο στη φωτογραφία Μαν Ρέυ, είναι καλλιτέχνες που μοιράζονται το πάθος για τον σουρεαλισμό και θέλουν να καταλύσουν κάθε ηθικό ενδοιασμό του κοινού. Ονόματα όπως της Ζερμαίν Ντυλάκ και του Ζαν Κοκτώ ή του σπουδαιότερου όλων Μπουνιουέλ, γίνονται συνώνυμα του πειραματισμού στην έβδομη τέχνη. Και αφού θα μιλήσουμε για μια ταινία, ας παρουσιάσουμε εκείνη της Ντυλάκ, "Το κοχύλι και ο καλόγερος". Σε σενάριο του Αντονίν Αρτώ, όπως στον "Ανδαλουσιανό σκύλο" έτσι και στην ταινία της Ντυλάκ, το βασικό θέμα της ταινίας είναι οι σεξουαλικές παρορμήσεις μέσα από την φροϋδική ανάλυση. Ένας καλόγερος στη διάρκεια της ταινίας, προσπαθεί επίμονα να προσεγγίσει μια γυναίκα. Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε στις τάξεις των σουρεαλιστών είναι η διακοπή της πρώτης προβολής της ταινίας μετά από υβριστικά σχόλια των θεατών στη σκηνοθέτρια : Τα φώτα άναψαν και τότε έκπληκτοι όλοι διαπίστωσαν πως αυτός που αποκάλεσε αγελάδα την Ντυλάκ ήταν ο Αρτώ. Δες την εδώ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Κινηματογράφος του Ιμπρεσιονισμού: Προμηθέας τραπεζίτης (Μαρσέλ Λ’ Ερμπιέ, 16΄, 1921)

Οι καλλιτέχνες του ιμπρεσιονισμού αναπτύχθηκαν στο Παρίσι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1910 με σκοπό να απαλλάξουν την τέχνη, και δη τον κινηματογράφο από κάθε μορφής φιοριτούρα, δηλαδή λογοτεχνική, θεατρική, αφηγηματική λεπτομέρεια. Αυτή η τάση της πρωτοπορίας, της αβάν γκαρντ, ήθελε να διώξει μακριά την ιστορία από την τέχνη του κινηματογράφου και να της δώσει μια περισσότερο αφαιρετική χροιά. Έκανε, όμως, τις υποχωρήσεις της και αποδέχτηκε ιστορίες πιο μελοδραματικές, που και πάλι όμως δεν συμβάδιζαν με τις επιταγές του καθιερωμένου σινεμά. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο "Προμηθέας τραπεζίτης" του Μαρσέλ Λ’ Ερμπιέ, ο οποίος σε μια ελεύθερη απόδοση της τραγωδίας του Αισχύλου ανέπτυξε με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο την τραγωδία ενός μεγαλοτραπεζίτη που τον έχει απορροφήσει η δουλειά του και το χρήμα. Και έτσι δεν «βλέπει» την ιδιωτική του ζωή να καταρρέει, τη γυναίκα του να τον εγκαταλείπει, τους φίλους του να απομακρύνονται από αυτόν. Σημαντικοί εκπρόσωποι του ιμπρεσιονισμού πλην του Λ’ Ερμπιέ ήταν η Ζερμαίν Ντυλάκ, ο Αμπέλ Γκανς, ο Ζαν Επστάιν.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

*To αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (18-4-2011).

22 Απρ 2011

21 Απρ 2011

Ταινίες 21ης Απριλίου 2011..

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες επτά ταινίες, που καμία τους δεν γιορτάζει -ευτυχώς- τη χούντα των συνταγματαρχών ενώ μόνο μια έχει κάποια σχέση με το Πάσχα. Κατά τα λοιπά, απ’ όλα έχει ο μπαξές, τη σούπερ ταινία όμως όχι. Ταινία της εβδομάδας είναι η "Μαύρη Αφροδίτη", το σχεδόν τρίωρο έπος του Κεσίς (που ξέρεις από το αριστουργηματικό "Κους κους με φρέσκο ψάρι") που αφηγείται το βάσανο του ανθρώπου-ελέφαντα του 19ου αιώνα. Βασανιστικά αργό, βαθιά σοκαριστικό. Στο "Ταξίδι" του Μάικλ Γουΐντερμποτομ, οι δυο δημοφιλείς κωμικοί της Βρετανίας Στηβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράιντον, υποδύονται τους γευσιγνώστες στην αγγλική επαρχία για λογαριασμό του Observer. Γέλιο με στυλ. Ενώ στο "Τα τελευταία 8 λεπτά", την αμερικανική παραγωγή του Ντάνκαν Τζόουνς, γιου του Ντέιβιντ Μπόουι, που ξέρεις από το προπέρσινο "Moon" (πρώτο βραβείο στις Νύχτες Πρεμιέρας), θα δεις μια πολύ έξυπνη και καλογυρισμένη ιστορία φαντασίας, με τον Τζέικ Γκύλενχαλ. Στο ντοκιμαντέρ "Πίνα Μπάους" δια χειρός Βιμ Βέντερς, όλη η μαγεία βρίσκεται στις παραστάσεις της μεγάλης Γερμανίδας χορογράφου. Κατά τα άλλα, ο Βέντερς και το 3D περνούν απαρατήρητοι. Η ταινία "Ο μύλος και ο σταυρός" είναι η μοναδική που έχει μια κάποια σχέση με το Πάσχα, αφού αποδομεί τον πίνακα του Μπρύγκελ "Ο Χριστός φέρων το σταυρό". Εικαστικά αριστουργηματικό, αφηγηματικά χασμουριστικό. Θα σε συμβούλευα να μην τη δεις, αν και θα με γράψεις μου φαίνεται, την αμερικανιά "Εργένηδες για μια εβδομάδα", όπου η σάχλα των αδελφών Φαρέλλι συναντά την κακογουστιά του Ουίλσον (πλέον). Για το παιδικό της Disney "Ο Γουΐνι το αρκουδάκι" δεν σου γράφω, μια και εγώ και τα αρκουδάκια έχουμε κόψει κάθε σχέση παραπάνω από 25ετία.

Μαύρη Αφροδίτη (6/10)

Πρόκειται για μια ιστορία ζωής, μια ταινία για τον άνθρωπο, και όσο γενικό και να σου φαίνεται αυτό και τετριμμένο, έτσι είναι, πίστεψε το. Θεωρώ ότι η "Μαύρη Αφροδίτη" του Αμπντελατίφ Κεσίς, που τον ξέρεις από το -προ τριετίας- "Κους κους με φρέσκο ψάρι", θα τύχει εκτίμησης πιο ευρείας μελλοντικά. Καθότι έργο δυσκολοχώνευτο είναι, που σου κάθεται στο στομάχι και το σκέφτεσαι για ώρα και το περιεργάζεσαι στο διηνεκές στα σίγουρα. Ο Κεσίς μιλάει για μια νεαρή κοπέλα από τη Νότια Αφρική, η οποία πίσω στη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, έγινε αγαπημένο «αντικείμενο» πολλών εκμεταλλευτών εξαιτίας της ιδιαίτερης μορφικής κατασκευής της. Σαν άλλος "άνθρωπος ελέφαντας" έγινε θέαμα σε τσίρκο του Λονδίνου, διαστροφικό αντικείμενο του πόθου σε σπίτια πλουσίων στη Γαλλία, πόρνη σε μπορντέλο πολυτελείας και, εντέλει, αντικείμενο έρευνας διακεκριμένων ανθρωπολόγων. Η ιστορία είναι αληθινή και, μάλιστα, για δεκαετίες εκθέτονταν τα γεννητικά της όργανα στο Μουσείο του Ανθρώπου στο Παρίσι ώσπου να γυρίσουν στην πατρίδα της. Ο Κεσίς ενδιαφέρεται για την αντιμετώπιση ανθρώπου από άνθρωπο, μελετώντας συμπεριφορές προγενέστερες. Και με αυτό τον τρόπο κάνει και το έμμεσο σχόλιο του στην κοινωνία του τώρα. Άλλωστε η συμπεριφορά για τον διαφορετικό δεν έχει αλλάξει, απλώς έχει εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ο Κεσίς γίνεται ο Ντέιβιντ Λιντς ("Ο άνθρωπος ελέφαντας") και ο Τοντ Μπράουνινγκ ("Freaks") του σήμερα. Μιλάει βέβαια για τους προοδευμένους, εκπολιτισμένους Ευρωπαίους του 19ου αιώνα, για τους οποίους το αλλόκοτο ήταν εξωτικό και η εκμετάλλευση το αγαπημένο τους χόμπι. Αυτό που θα σε ξενίσει και θα σε κουράσει σίγουρα είναι η ακούραστη όρεξη του Κεσίς να γυρίσει την ιστορία της νεαρής σε 160 λεπτά. Κολλάει με τα πλάνα του, αφηγείται ολόκληρες σκηνές με κάθε λεπτομέρεια. Εδώ, δεν υπάρχει οικονομία χρόνου και το μοντάζ πάει περίπατο. Αντ’ αυτού η διήγηση είναι γλαφυρή, λεπτομερειακή, πολυσυλλεκτική με τις στιγμές, περιστρεφόμενη γύρω από το παράδοξο και το ιδιαίτερο. Για μένα, όμως, όλη αυτή η διάρκεια δεν δικαιολογείται.

Το ταξίδι (6/10)

Ακόμη μια τηλεοπτική σειρά που έγινε ταινία, κοντά στο πρότυπο του "Carlos", και η οποία εν πολλοίς βασίζεται στους αυτοσχεδιασμούς και τα γκαγκ των δυο πρωταγωνιστών της, μια και υποδύονται τους εαυτούς τους: Ο Στήβ Κούγκαν και ο Ρομπ Μπράιντον, αμφότεροι διάσημοι κωμικοί στη Βρετανία, ξεκινούν ένα ταξίδι στην αγγλική επαρχία ώστε να δοκιμάσουν και να κρίνουν έξι γνωστά εστιατόρια για λογαριασμό του Observer. Καλύτερος σκηνοθέτης γι’ αυτό το πρότζεκτ δεν θα μπορούσε να βρεθεί από τον Γουΐντερμποτομ, ο οποίος μετά το αμερικανικό διάλλειμα του ("Ο δολοφόνος μέσα μου") επέστρεψε στο αγαπημένο του ντοκιουντράμα. Και κινηματογραφεί όσο πιο γλαφυρά μπορεί το παραλήρημα των δυο ηθοποιών του, οι οποίοι με αφορμή φυσικά τα πιάτα καταπιάνονται με φιλοσοφικά, υπαρξιακά, ερωτικά ζητήματα, πολλά από τα οποία τα διακωμωδούν βέβαια. Για να δεις το "Ταξίδι" εξοπλίσου με όρεξη ότι θα βιώσεις βρετανικό χιούμορ σε αφθονία, και με διάθεση ότι θα δεις μια καλογυρισμένη, χαριτωμένη κομεντί με στυλ και αγγλοσαξονικό ταμπεραμέντο.

Τα τελευταία 8 λεπτά (6/10)

Πολύ σπινταριστή και ιδιαίτερη αυτή η νέα ταινία επιστημονικής φαντασίας του Ντάνκαν Τζόουνς, ή αλλιώς γιου του σίγουρα περήφανου Ντέιβιντ Μπόουι. Ένα έξυπνο σεναριακό τρυκ, το οποίο στηρίζεται ικανοποιητικά από τη σκηνοθεσία του Τζόουνς, είναι όλη η ταινία. Μάλιστα, όταν το ανακαλύψεις αμέσως το ενδιαφέρον σου μεγαλώνει. Στο λέω με απλά λόγια. Αυτό είναι ένα διασκεδαστικό Χόλιγουντ, που βασίστηκε σε ένα ευφυές σενάριο, το οποίο και στηρίχτηκε από μια καλή σκηνοθεσία. Ο Τζόουνς, που δεν είχε καμία σεναριακή ανάμειξη, σκηνοθέτησε βάσει των δυνατοτήτων του την ιστορία αυτή, όπου ο Γκύλενχαλ βρίσκεται σε αδιέξοδο και προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, να καταλάβει πού βρίσκεται και τι κάνει, και να απελευθερωθεί και να σώσει ότι μπορεί. Την ιστορία στη λέω κάπως ασαφώς αφού το μαγικό είναι να δεις την ταινία. Δεν πρόκειται να ξετρελαθείς, μια και το ίδιο πρόβλημα που εντόπισα στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζόουνς, το "Moon", το βρίσκω κι εδώ: την ατολμία, τη συντηρητικότητα του να εκτοξεύσει το ιδιαίτερο υλικό που έχει στα χέρια του. Θα την ευχαριστηθείς την ταινία, όμως.

Πίνα Μπάους (5/10)

Σε στιγμές του το ντοκιμαντέρ του Βέντερς είναι άκρως εντυπωσιακό, όχι τόσο για την κινηματογράφησή του όσο για τη δύναμη της χορογραφίας όπως αυτή αποδίδεται από τους χορευτές (πρωτίστως), τους μουσικούς και τους εικαστικούς της παράστασης. Μην περιμένεις πολλά από το ντοκιμαντέρ του Βέντερς. Είναι ανύπαρκτος σκηνοθετικά, επίσης οι χορευτές που μιλάνε ουσιαστικά αναμασάνε τα ίδια, δηλαδή το πόσο σημαντική ήταν για τους ίδιους η Μπάους, και στο τέλος η χρήση του 3D είναι περιττή, όχι απλώς δεν προσδίδει το κάτι παραπάνω αλλά επιπροσθέτως κουράζει κιόλας. Η μεγάλη αξία του ντοκιμαντέρ είναι οι τέσσερις παραστάσεις-χορογραφίες της Μπάους, που κινηματογραφούνται εκ νέου. Ειδικώς η πρώτη (από τη δεκαετία του 1970, χρονολογικά) και η τελευταία είναι εντυπωσιακές. Και, όχι, θα διαφωνήσω ότι το ντοκιμαντέρ του Βέντερς (που ξεκίνησε να γίνεται με την Μπάους κι η οποία στο μεταξύ δυστυχώς πέθανε) απευθύνεται στους λάτρεις του χορού. Ο καθένας που εκτιμά την οποιαδήποτε τέχνη μπορεί να νιώσει σε αυτές τις χορογραφίες τη δική του μαγεία.

Ο μύλος και ο σταύρος (4/10)

Όπως και σε προηγούμενες ταινίες του, ο Πολωνός σκηνοθέτης Λεχ Μαγιέφσκι έχει κάνει μια εξαιρετική κατασκευή, άρτια εικαστικά, μαγευτική και ονειρική. Άλλωστε, και ο ίδιος ζωγράφος είναι και η υψηλή αισθητική του αποτυπώνεται πάνω σε όλες του τις ταινίες. Σε αυτή τη σουηδική / πολωνική παραγωγή, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Σάντανς, ζωντανεύει ο φημισμένος πίνακας «Ο Χριστός φέρων το σταυρό» του Φλαμανδού ζωγράφου του 16ου αιώνα Πίτερ Μπρύγκελ. Με μια ιδιότυπη αφήγηση, σε απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ο Μαγιέφσκι μιλάει καυστικά για τα ανθρώπινα πάθη και τα παραλληλίζει με αυτά του Χριστού, όπως τα παρουσίασε ο Μπρύγκελ στον πίνακα του. Ο Μαγιέφσκι, σεναριογράφος της βιογραφίας του εικαστικού Μπασκιά (που την έκανε ταινία ο Τζούλιαν Σνέιμπελ), έχει ξανακάνει παρόμοια ταινία, η οποία βασίστηκε σε πίνακα του Ιερώνυμου Μπος. Όπως τότε έτσι και τώρα, η τεχνοτροπία του είναι εξαιρετική, η αφηγηματικότητά του όμως πάσχει από έλλειψη ρυθμού και κυρίως ενδιαφέροντος.

Εργένηδες για μια εβδομάδα (2/10)

Σου το έχω ξαναγράψει ότι ένα μεγάλο κομμάτι του Χόλιγουντ είναι οι χοντροκομμένες, άτεχνες κωμωδίες ή αλλιώς αμερικανιές. Μια τέχνη (;) για την οποία είναι περήφανο μόνο και μόνο επειδή του αποφέρει αμέτρητα χρήματα. Έτσι κι εδώ, οι βασιλιάδες της σεξιστικής σάχλας, οι αδελφοί Φαρέλλι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι για πολλές επιτυχίες (;) με ναυαρχίδα τους το "Κάτι τρέχει με τη Μαίρη", βάζουν έναν αγνώριστο Όουεν Ουίλσον (που σίγουρα δεν είναι αυτός που γούσταρες στις ταινίες του Γουές Άντερσον) να ηγηθεί μιας παρέας ανδροκανίβαλων στα όρια της μεσήλικης τρέλας. Σε μια άκρως συντηρητική ιστορία των μέσο-προαστίων, που διαθέτει κακόγουστα αστεία, σεξιστικές σάχλες, και σου προκαλεί σειρά από κρυοπαγήματα λες και τα multiplex να μην έχουν ανάψει το κλιματιστικό και εσύ να την έχεις δαγκώσει, ώστε παιδικό της Disney να φαίνεται πιο ενήλικo. Τίποτε το ενδιαφέρον.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (21-4-11).

20 Απρ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Woman" - No 92

Performed by James Brown

(I'm a woman)
I'm a man
(I'm a woman)
I'm a man

What makes a man break up inside?
And what makes a man give up his pride?
What makes a man feel he's began to fail?
And when he can't win he thinks he even can't, tell me

(A woman) Say it again
(A woman) Say it again
(A woman) I ask you

What makes a man jealous of each other?
So tacturned against his brother
Now here's the reason

She makes a cloudy day seem bright
She makes a nightmare turn into the warmest night

You know, she makes trouble seem so, so
She can turn a hardship
And she makes it so easy to cross

She brings life into the world over and over again
No man in the world could ever bear those pains

She never lets you know when se feels bad
And she smiles when she feels sad
And when you , and when you feel blue she know her place
Right beside you

Right beside you
And I wanna know

What makes a man stop tiring?
And who's the only one can stop a baby from crying?

Σαν σήμερα – 20 Απριλίου

1769: Πεθαίνει ο αρχηγός της ινδιάνικης φυλής Οτάβα, Πόντιακ.

1845: Γεννιέται ο "πατέρας" της σύγχρονης ψυχιατρικής Γάλλος Φιλίπ Πινέλ

1893: Γεννιέται ο Αμερικανός κωμικός Χάρολντ Λόιντ

1902: Το ζεύγος Κιουρί ανακαλύπτει το στοιχείο ράδιο.

1912: Πεθαίνει ο συγγραφέας του "Δράκουλα" Μπραμ Στόκερ.

1926: Η Western Electrik και η Warner Bros ανακοινώνουν την δημιουργία του Vitaphone, ενός συστήματος για την προσαρμογή ήχου στις ταινίες κινηματογράφου

1926: Ιδρύεται ο ΠΑΟΚ (Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών) στη Θεσσαλονίκη ύστερα από πρωτοβουλία προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη με πρώτο πρόεδρο τον Τριαντάφυλλο Τριανταφυλλίδη. Τα χρώματα της ομάδας είναι το μαύρο και το άσπρο, που συμβολίζουν τις χαμένες πατρίδες και την ελπίδα, που δεν σβήνει.

1943: Γεννιέται η Αμερικανίδα ηθοποιός Έντι Σέντγουικ, πρωταγωνίστρια ταινιών underground και των πειραματικών φιλμ του βασιλιά της " pop-art", Αντι Γουώρχολ

1992: Πεθαίνει ο Βρετανός κωμικός Μπένι Χιλ

1997: Σε ηλικία 89 ετών, πεθαίνει ο Σταμάτης Πολενάκης, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες γελοιογράφους.

18 Απρ 2011

ΣΙΝΕΜΑ ΕΝ ΔΗΜΩ

Του Νέστορα Πουλάκου

Kαι ήταν η μόνη ευτυχία σου,/ ότι σ’ απόλαυσα». Υπαρξιακό δράμα, αισθαντικό, άκρως ποιητικό, ερωτικό. Οι στίχοι του ποιητή της νέας γενιάς, του Χρίστου Κρεμνιώτη, από το πρώτο του βιβλίο «Ώριμο σπέρμα» (Εκδ. Πλανόδιον, 2008). «Υπάρχει έστω μια γλώσσα/ που, μιαν ανάγκη, έστω,/ να είναι αληθινή;/ (βαπορέτο προς Βενετία, Νοέμβρης)». Δεν ανήκει σε κάποιο νέο ποιητικό ρεύμα ο Κρεμνιώτης, όμως είναι μια από τις πολύ ελπιδοφόρες και ταλαντούχες ποιητικές μονάδες που συνθέτουν το μέλλον. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους νέους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής. «Θα ‘ναι και πάλι φως το πρόσωπό σου». Καλησπέρα. Καλό μήνα. Χαμογελώ. Να λάμπεις.

*

Μια και μίλησε για τη Βενετία ο ποιητής, και εγώ θυμήθηκα την τελευταία κινηματογραφική Μόστρα (του 2010) δια της αντιγραφής του, προς τα τέλη του μήνα, του Απριλίου δηλαδή, να περιμένεις και να δεις στα σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες της περυσινής χρονιάς στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Η «Πλειοψηφία» (Majority, 110΄, Τουρκία) του Σερέν Γυτζέ, που έχει αγοραστεί και θα διανεμηθεί στην Ελλάδα από την Odeon, είναι από τα πιο φρέσκα κινηματογραφικά δείγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Της νέας γενιάς Τούρκων κινηματογραφιστών ο Γυτζέ, επί χρόνια βοηθός του Φατίχ Ακίν και του Γεσίμ Ουστάογλου, στην πρώτη του ταινία τα έβαλε με την αγία, παραδοσιακή, συντηρητική οικογένεια. Την αυθεντική την τουρκική. Και την κόντρα της (;) με τη νέα γενιά. Ένας νέος, που ζει και διασκεδάζει στην Κωνσταντινούπολη βάσει του δυτικού τρόπου ζωής, έχει να αντιμετωπίσει την τραντισιονάλε οικογένειά του. Η «Πλειοψηφία» σε όποιο φεστιβάλ και να προβλήθηκε εντυπωσίασε, ενώ στην περυσινή Βενετία πήρε το βραβείο Luigi de Laurentis μέσα από τα χέρια του Σύλλα Τζουμέρκα και της «Χώρας Προέλευσής» του (ταινίες που πραγματεύονται/ αποδομούν, ουσιαστικά, το ίδιο θέμα).

*

Στο γράφω εν συντομία. Και επειδή σε ούτε μήνα δίνονται τα βραβεία της –μόλις 2 χρονών- Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Την οποία ξέρεις, έτσι και με διαβάζεις, ότι την έχω στηρίξει γιατί το ελληνικό σινεμά τη χρειάζεται, την έχει ανάγκη. Αλλά στη δεύτερη –ξαναλέω- χρονιά της πιάστηκε στα πράσα. Είναι φάουλ. Καθότι τα βραβεία της, που ακόμη δεν έχουν και καμιά ιδιαίτερη αξία (ούτε χρηματική) αλλά στήθηκαν για να αντικαταστήσουν εκείνο τον απαράδεκτο θεσμό των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας, θα είναι διαβλητά. Μια και ταινίες που δεν προβλήθηκαν ποτέ το 2010 είναι υποψήφιες σε πολλές κατηγορίες και με σοβαρές πιθανότητες να κερδίσουν. Αλλά και ταινίες είναι, επίσης, υποψήφιες επειδή έκαναν μια-δυο προβολές σε φεστιβάλ και όχι στις αίθουσες. Αυτό το έλλειμμα στον κανονισμό, αυτό το διαβολεμένο παραθυράκι μπαγαποντιάς που υπάρχει σε κάθε ελληνικό κανονισμό κάθε ντόπιου φορέα πρέπει –επιτέλους- να κλείσει. Το θέμα είναι μεγάλο. Και η Ε.Α.Κ. επιπλέον χρειάζεται παραπάνω μέλη και περισσότερο ενεργά. Κακή αρχή, κύριοι.

*

Περπατάω στην Πόλη. Στις 15 Απριλίου, στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης, κάνει πρεμιέρα η σπονδυλωτή ταινία «Do not forget me – Istanbul», όπου έξι μικρού μήκους ταινίες χαρτογραφούν αυτή την υπέροχη, μυρωδάτη πόλη. Ανάμεσα τους και ο Έλληνας σκηνοθέτης Στέργιος Νιζήρης («Είναι ο Θεός μάγειρας;»). Η ταινία έχει και Έλληνα παραγωγό, ψάχνει για τη διανομή της εδώ. Σύντομα θα επανέλθω για να σου πω περισσότερα.

*

Έχει μπει η άνοιξη. Σα να μύρισε κιόλας.

*Η στήλη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 16 του μηνιαίου free press Move it (Απρίλιος 2011).

17 Απρ 2011

ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ/ ΡΟΥΚ

ακόμη θύελλα
σιωπηρή για τους ανθρώπους.


ο μόνος δρόμος για το γιασεμί

η άβυσσος.


θα 'ναι πάλι φως το πρόσωπο σου.


Για τον Χρίστο Κρεμνιώτη σου έχω ξαναγράψει. Εδώ, από τις πρώτες του ποιήσεις. Στο Ώριμο σπέρμα (Εκδ. Πλανόδιον, 2008). Όπου το πέρασμα λειτουργεί μέσα στο στίχο του. Και η ωριμότητα του "καλπάζει... σαν την αχλύ σε τόπο : νησί, δρόμος", κατά τον ίδιο. Της νέας γενιάς μια δυνατή φωνή, ούτε 30 έως 30 ούτε άλλες τέτοιες χαζές μαζώξεις. Κι από μόνος του καλά είναι.


Τί σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι;

Γλυκιά ζωή;

Μα θέλει μεγάλη φαντασία.

Τί σου υποσχέθηκαν οι άγιοι;

Αιώνια ζωή;

Μα θέλει μεγάλη αντοχή.


Της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ απ' το νέο της βιβλίο Η ανορεξία της ύπαρξης (Εκδ. Καστανιώτης, 2011). Και το ποίημα Οι φίλοι μας τα φίδια, με στίχους υπονοούμενα. Ξέρει και η Βασιλική. Αυτή μου το χάρισε, άλλωστε, για να κλείσει το μάτι στην αντοχή, να δείξει πόση φαντασία θέλει ώστε ν' αντέξεις τα φίδια στον κόρφο σου.

16 Απρ 2011

ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ

Του Νέστορα Πουλάκου

Είναι, στα σίγουρα, η ταινία που συζητιέται όσο καμία αυτό το διάστημα. Είναι ελληνική. Και η ιστορία της, που πιάνει το νήμα από τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 και τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, σου μιλάει για μια κοινωνία σε κρίση.

Στο “Wasted youth”, που βγήκε στις 17 Μαρτίου στις αίθουσες της χώρας, θα δεις μια πόλη να βράζει, την Αθήνα, που τρώει τα παιδιά της, τα σκοτώνει. Οι δυο νέοι, φρέσκοι, μα έμπειροι (στην παραγωγή) κινηματογραφιστές, ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, που ξέρεις από την εμπορική επιτυχία “Bank Bang”, και ο Γιαν Bόγκελ, από τη Γερμανία στο ελληνικό του ντεμπούτο, μιλούν για το τώρα, το σήμερα.

Στην ταινία, παρακολουθείς σε παράλληλους χρόνους τη ζωή ενός πιτσιρικά, που ασχολείται φανατικά με το skateboard, και ενός μεσήλικα αστυνομικού. Είναι κατακαλόκαιρο στην Αθήνα, η ζέστη έχει αγγίξει κόκκινο, και οι ρυθμοί στην πόλη είναι περίεργοι. Νωχελικοί, σα να σέρνεται μια κατάσταση, να μυρίζει η ατμόσφαιρα. Σαν βραδυφλεγής βόμβα έτοιμη να σκάσει.

Κυλάει η ιστορία γραμμικά, χαλαρά, σχεδόν αποχαυνωτικά. Σα ριάλιτι παρουσιάζονται οι ζωές των δυο ηρώων. Το fiction στοιχείο αχνοφαίνεται, μια και οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί, αληθινοί, τους έχεις ζήσει, τους έχεις ξαναδεί σε πραγματικό χρόνο. Ένα σύγχρονο ντοκιουντράμα είναι, καθότι τα όρια είναι ρευστά και οι σκηνοθετικές υπερβάσεις πολλές.

Το σημείο που σε αφήνει άφωνο είναι η τελευταία σκηνή, ένα πετυχημένο σκηνοθετικό εύρημα που σε καθηλώνει. Οι δημιουργοί, επιπλέον, πέτυχαν διάνα και με τους ηθοποιούς. Από τη μια μεριά, δούλεψαν με νεαρούς ερασιτέχνες, που τους βρήκαν στο Σύνταγμα να κάνουν skateboard. Και από την άλλη μεριά, έμπειροι ηθοποιοί μπήκαν στο πετσί των προβληματισμένων ενηλίκων. Σε ρόλους έκπληξη οι σκηνοθέτες Γιάννης Οικονομίδης (“Μαχαιροβγάλτης”) και Σύλλας Τζουμέρκας (“Χώρα προέλευσης”). Ειδικά, ο τελευταίος είναι αληθινή αποκάλυψη.

Σα να βλέπεις επίκαιρο είναι το “Wasted Youth”. Άλλωστε για κοινωνικό σχόλιο πρόκειται. Και τα λέει τα πράγματα όπως έχουν, στρέιτ, ωμά, τραχιά. Γι' αυτό και θα το συζητήσεις με τους φίλους σου, με την παρέα σου, το δράμα της ταινίας. Θα σε προβληματίσει, θα σε ανησυχήσει.

Παραφράζοντας την ταινία του Άντυ Γκαρσία, η Αθήνα παρουσιάζεται σα χαμένη πόλη. Άλλωστε, για τα χαμένα νιάτα μιλάει, τα παιδιά δηλαδή που ψάχνουν να βρουν το βηματισμό τους σε μια εποχή αποκαθήλωσης συμβόλων, επαναδιαπραγμάτευσης αξιών, και αναζήτησης νέων δρόμων για την επιβίωση.

Αλλά μιλάει και για τους 40άρηδες και τις ανησυχίες τους, και τη θέση τους σε μια κοινωνία, που σίγουρα δεν ονειρεύονταν όταν ήταν νέοι. Να το δεις το “Wasted Youth”, καθότι πρόκειται για μια ταινία που σε αφορά. Μιλάει για την πόλη σου, τη χώρα σου, εσένα τον ίδιο.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε -όχι ακριβώς έτσι- στο τεύχος 15 του μηνιαίου περιοδικού Athens Magazine (Απρίλιος 2011).

14 Απρ 2011

Ταινίες 14ης Απριλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες επτά ταινίες, που όλες τους έχουν το ενδιαφέρον τους, δηλαδή θα δεις καλό και ποιοτικό σινεμά κι όχι καμιά μεγάλη φανφάρα. Ταινία της εβδομάδας είναι ο "Carlos", η τηλεοπτική βερσιόν των πεντέμιση ωρών που κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα και έγινε κινηματογραφική κοντά στις τρεις ώρες. Ένα άψογο αριστοτεχνικό πορτρέτο του περίφημου τρομοκράτη των δεκαετιών 1970 και 1980 θα δεις, δια χειρός Ολιβιέ Ασαγιάς. Το ένα από τα δυο καρτούν που θα σε διασκεδάσει είναι το "Τσίκο & Ρίτα", που συνδυάζει τζαζ, χορό, έρωτα, και μπόλικη Κούβα. Για ένα αισθησιακό αλλά μελό κινούμενο σχέδιο πρόκειται, που σε πηγαίνει πίσω στη δεκαετία του 1950. Ενώ η "Πανικούπολη", βελγικής παραγωγής, μόλις 75 λεπτών, απευθύνεται σε πιο παιδιά (και σε ενήλικες βέβαια) και δείχνει ένα άλογο, έναν καουμπόι και έναν Ινδιάνο να βιώνουν παρανοϊκές καταστάσεις. Στο "Εδώ & εκεί" θα δεις μια γλυκιά, βαθιά ανθρώπινη ιστορία μετανάστευσης. Από τη Νέα Υόρκη στο Βελιγράδι, ένας ξεπεσμένος μουσικός της τζαζ θ’ ανακαλύψει τον έρωτα και την πραγματική ζωή. Την κριτική θα στη γράψει ο Δηράκης. Στην "Ασυμβίβαστη γενιά", ένα δράμα ανήλικων συμμοριών θα περάσει στην οθόνη σου, μια κλασικού τύπου βρετανική ιστορία δηλαδή. Αν και ποντάρει πολλά ο σκηνοθέτης στην ψυχοσύνθεση του πιτσιρικά ήρωα του, εντούτοις τα στερεότυπα και τα κλισέ του πνίγουν την ιστορία. Περισσότερο ως παρωδία της ίδιας του της ιστορίας παρά ένα ως ένα καινούριο καλό θρίλερ να δεις το "Scream 4", στο οποίο πιο πολύ γελάς παρά τρομάζεις. Ο Κρέιβεν καινοτόμησε πάλι. Για το "Hop" δεν σου γράφω, καθότι με τρίτο καρτούν στη σειρά όγκωσα ο άνθρωπος. Δες το μόνος σου και πέρνα μια βόλτα μετά από το SevenArt για να μου πεις τη γνώμη σου.

Carlos (8/10)

Πολύ ξεχωριστή και η περίπτωση του Κάρλος όπως και της ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, πάρτην όπως θες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η δουλειά του Ασαγιάς είναι καταπληκτική, και θα ζήλευε ο κάθε κινηματογραφικός σκηνοθέτης. Με στιγμές σαν κι αυτή του "Carlos" αναθεωρείς τις απόψεις σου περί τηλεόρασης. Καταρχάς, να σου πω ότι είδα και την τηλεοπτική βερσιόν των πεντέμιση ωρών (που κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα) και την κινηματογραφική των περίπου τριών. Στα σίγουρα η δεύτερη χάνει μόνο και μόνο από τη γλαφυρότητα της πρώτης. Εσύ, όμως, επειδή την κινηματογραφική θα δεις και σε αυτή θα δώσεις τα λεφτά σου, μάθε ότι και καλό μοντάζ έχει γίνει και άρτια είναι η σύνδεση των (πολλών, φυσικά) σκηνών. Μπορεί ο Ασαγιάς να μην έχει επενδύσει όσο θα έπρεπε στους ηθοποιούς του, μια και δεν πρόκειται να δεις ερμηνεία που να σε μαγέψει (ακόμη και του Ραμίρεζ που υποδύεται τον Κάρλος), εντούτοις έχει καταφέρει να σου περάσει όλο το κλίμα της διεθνούς τρομοκρατίας δυο -καυτών- δεκαετιών και να σου αφηγηθεί με μια ψυχρή αποστασιοποίηση τη φιγούρα ενός χαρισματικού, γοητευτικού αλλά αμφίσημου ανθρώπου (το αρνητικό είναι ότι δεν εμβαθύνει όσο θα έπρεπε στη σίγουρα ενδιαφέρουσα ψυχολογία του). Ο Κάρλος ήταν ο τυχοδιώκτης που άρπαξε από τα μαλλιά μια ολόκληρη ψυχροπολεμική, αρκούντως ιδεολογική εποχή, και έγινε το καλύτερο πιόνι στη σκακιέρα πολλών, δήθεν επαναστατικών, κρατών και οργανώσεων. Γοητευμένος και ο ίδιος από τη μαρξιστική θεωρία, σπουδασμένος πολύ και μορφωμένος, πίστεψε στην ένοπλη πάλη και την τρομοκρατία. Και όντας άνθρωπος τολμηρός, διψασμένος για φήμη και χρήμα, πλαισίωσε πρώτα την παλαιστινιακή τρομοκρατία που ήταν στα ντουζένια της τη δεκαετία του 1970, και έπειτα έγινε ο νούμερο ένα τρομοκράτης και έμπορος όπλων στην Ευρώπη (και όπως έχει φανεί διατηρούσε σχέσεις και με τις δικές μας οργανώσεις, τον ΕΛΑ και την 17Ν). Ο Κάρλος βρίσκεται τα τελευταία 15 χρόνια φυλακισμένος στη Γαλλία, έχοντας δικαστεί για ελάχιστα από τα τρομοκρατικά του (ή εγκληματικά του) χτυπήματα. Τα ισόβια, όμως, παραμένουν. Και για την ταινία αυτή φέρει τις αντιρρήσεις του, φυσικά. Σου αναφέρω όλα τα παραπάνω καθότι, ναι μεν η ταινία του Ασαγιάς είναι το άρτια λεπτομερειακό πορτρέτο ενός «ειδώλου», αλλά ουσιαστικά πρόκειται για μια ολοκληρωμένη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα, που θα ζήλευε το κάθε ντοκιμαντέρ. Και αυτό είναι το μεγάλο συν του "Carlos": Ότι κατάφερε να αποδώσει παραστατικά όλη τη δράση και τη ζωή του ανθρώπου που απασχόλησε τον κόσμο επί τρεις δεκαετίες, και ο οποίος πετάχτηκε στα «σκουπίδια» μόλις η «επανάσταση» τελείωσε.

Τσίκο & Ρίτα (7/10)

Μπορεί να αγγίζει το μελόδραμα, μπορεί και να σαπουνοπερίζει (στην Ελλάδα το λέμε και φωσκολίζει), όμως το "Chico & Rita" είναι από τα αρτιότερα animation που έχω δει τον τελευταίο καιρό, και από τεχνικής και αισθητικής άποψης (σκηνοθεσία, φωτογραφία-σχέδιο, μουσική) και από σεναριακής πλοκής. Η ιστορία είναι απλή. Εν συντομία. Στην Κούβα του 1948, ο νεαρός πιανίστας Chico γνωρίζει την -επίσης- νεαρή συνοδό πλουσίων, μα και εξαιρετική τραγουδίστρια και χορεύτρια Rita. Ένας παθιασμένος έρωτας ακολουθεί, που βαστά χρόνια και εκτείνεται από την Κούβα ως τις Η.Π.Α. και τη Γαλλία. Στην ουσία παρακολουθείς έναν έρωτα με πολλά εμπόδια, που με τα χρόνια μετουσιώνεται σε βαθιά αγάπη. Άλλωστε, αυτό θέλουν να καταδείξουν στο feelgood τέλος το τρίο των σκηνοθετών, μεταξύ των οποίων είναι ο βραβευμένος Φερνάντο Τρουέμπα ("Belle époque") και ο Χαβιέ Μαρισκάλ, ο άνθρωπος πίσω από τα πετυχημένα σχέδια των Ολυμπιακών της Βαρκελώνης. Ότι παρά τα χρόνια που περάσανε, παρά τα χίλια εμπόδια, μάτια που δεν βλέπονται πιο πολύ τρελαίνονται και ουδέποτε λησμονιούνται. Μια ταινία για την αποθέωση της αγάπης, μια ιστορία για τη δύναμη του έρωτα εις το διηνεκές. Βέβαια, πέρα από την ιστορία, αυτό που ξεχωρίζει το άρτια σχεδιασμένο animation "Chico & Rita" είναι η jazz διάθεση του. Η διάσταση που δίνεται από την Κούβα στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι, μέσω μιας διαρκούς jazz υπόκρουσης, μιας αυθεντικής μουσικής σύνθεσης του Μπέμπο Βαλντέζ. Στο διάνθισμα, όμως, ακούς και Θελόνιους Μονκ και Ντίζι Γκιλέσπι και Τσάρλι Πάρκερ και Τίτο Πουέντε. Άλλωστε όλους αυτούς τους βλέπεις και live, τρόπον τινά, μια και σχεδιάστηκαν και παίζουν στην ιστορία της ταινίας. Θρύλοι της jazz σε μια μουσική ταινία γεμάτη έρωτα, πάθος, χορό και λίκνισμα αρκούντως εντυπωσιακό. Ένα animation για μεγάλα παιδιά είναι το "Chico & Rita", για εραστές, επαναστάτες και ονειροπόλους. Γυρισμένο για τη δεκαετία του 1950, αναδεικνύει το υπέροχο, το ατμοσφαιρικό, το ποιητικό, και καταδεικνύει το συντηρητικό, το ακραίο, το εξωαποδώ (ρατσισμός, κουβανική επανάσταση, ταξικές διακρίσεις).

Πανικούπολη (6/10)

Για ένα όμορφο, καλαίσθητο καρτούν πρόκειται, που είναι διασκεδαστικό και δεν αφορά μόνο παιδιά, αλλά βλέπεται ευχάριστα και από ενήλικες. Μάλιστα, είναι τόσο αστείοι οι χαρακτήρες του, τα τρία πλαστικά παιχνίδια -το άλογο, ο ινδιάνος και ο καουμπόι-, που θα έχεις σχηματισμένο ένα μόνιμο χαμόγελο μια και η σπιρτάδα και η γρηγοράδα με τις οποίες κινούνται τους κάνουν αυτόματα καρικατούρες. Είναι και μικρής διάρκειας, μόλις 75 λεπτών, επομένως αμέσως γίνεται μια πολύ καλή, χαλαρή επιλογή οικογενειακής διασκέδασης μες στις γιορτές που έρχονται. Η παραγωγή του είναι βελγική, που είναι μεγάλη έκπληξη μια και η κινηματογραφία αυτή δεν σε έχει συνηθίσει σε τέτοιες επιλογές. Και βέβαια βγαίνει με τη γνωστή ελληνική χρονοκαθυστέρηση των δυο ετών. Από κει και πέρα, δεν έχω να σου πω κάτι άλλο, ούτε με χρειάζεσαι. Τρέξε και δες το. Αξίζει.

Ασυμβίβαστη γενιά (5/10)

Οι Βρετανοί διέθεταν από πάντα μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στις ιστορίες ανηλίκων, που έχουν να κάνουν με συμμορίες, βία και τσαμπουκάδες. Αυτή η τάση τους έχει γεννήσει πάμπολες τέτοιες ταινίες, και η "Ασυμβίβαστη γενιά" του Πήτερ Μούλαν, ηθοποιού που ξέρεις από το "Trainspotting" και σκηνοθέτη που έχει κάνει το έξοχο "The Magdalene Sisters", δεν διαφέρει και πολύ από ό,τι έχεις δει μέχρι τώρα. Το σημαντικότερο, ίσως, κομμάτι της ταινίας είναι ότι παίζει με την ψυχολογία του πιτσιρικά, την αμφιταλάντευση του αναφορικά με το σχολείο, την οικογένεια, την ένταξη του στις συμμορίες. Εκεί, μπαίνεις στη ψυχοσύνθεση του μικρού και προσπαθείς να βιώσεις και εσύ τη μάχη που δίνει μέσα του, σε αυτή την ηλικία (αν και στα "Γλυκά δεκάξι" ο Λόουτς σου έδινε πιο γεμάτο αυτό το συναίσθημα). Κατά τα άλλα, βλέπεις ένα αναμάσημα στερεοτύπων. Σχολείο (νταήδες και καλά παιδιά), οικογένεια (αλκοολικός πατέρας, μπινελίκια, ατίθασος αδερφός), γειτονιά (επικράτηση του πιο δυνατού), συμμορίες (ο ίδιος βρώμικος κόσμος). Ο Μούλαν δεν πρωτοτυπεί. Παρά κάνει μια ταινία στα πρότυπα και βάσει της ματιάς του Λόουτς. Τέλος, να τονίσω και τη διαφωνία μου με τον ελληνικό τίτλο. Καταρχάς, έχει ξαναδοθεί σε ταινία σχολείου/μαθητή/βίας (του 1995 με τη Μισέλ Φάιφερ ως δασκάλα), και εν συνεχεία δεν αντικατοπτρίζει κανένα ασυμβίβαστο καμιάς γενιάς, όπως τουλάχιστον τη δείχνει η ταινία η ίδια.

Scream 4 (5/10)

Το ξέρεις ότι με το "Scream" ο Κρέιβεν αναθέρμανε, έδωσε μια άλλη πνοή στο πεθαμένο θρίλερ τρόμου, τη δεκαετία του 1990. Άλλωστε, ο Αμερικανός σκηνοθέτης είναι γνωστός για τις μεγάλες του επιτυχίες στον κινηματογράφο τρόμου τον οποίο και έχει αναστήσει ουκ ολίγες φορές. Κάτι βέβαια, που δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής την τελευταία δεκαετία, μια και οι αναβιώσεις των παλιών ταινιών του συνήθως έχουν πλαδαρά αποτελέσματα. Γι’ αυτό, ίσως, στην περίπτωση του "Scream" αποφάσισε να μην κάνει ούτε reboot ούτε remake. Αλλά να συνεχίσει το μύθο του ghost face στη νεότερη γενιά της ίδιας πόλης, να της αφαιρέσει τον πολύ τρόμο και να της προσθέσει γέλιο. Ουσιαστικά ο Κρέιβεν παρωδεί την ίδια του την (κλασική) ιστορία, και παίρνει μαζί του και ένα σωρό άλλες ταινίες (σαν το "Saw"). Σα φάρσα, δηλαδή, καταλήγει αυτό το τρίτο σίκουελ. Μια και κλασικό θρίλερ δεν θα δεις, παρά μόνο ψήγματα τρόμου υπάρχουν, λίγα ίχνη από αυτή την ανατριχίλα. Μα να ξέρεις ότι με την ψυχή σου θα γελάσεις. Σε σημεία μάλιστα γίνεται εντελώς αποθεωτική η ταινία. Εντέλει στη συγκεκριμένη ταινία δίνω ψήφο εμπιστοσύνης για ένα και μόνο λόγο: την τολμηρότητα του Κρέιβεν να διακωμωδήσει την ίδια του την ιστορία, και τη διαρκή του ανησυχία για ανανέωση του είδους του θρίλερ με κάθε τρόπο.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (14-4-11).

12 Απρ 2011

ΛΙΟΥΜΠΗ/ ΠΑΡΕΕΣ

Λιούμπη, της Λάγιας Γιούργου (2005)
& Παρέες, του Σωτήρη Γκορίτσα (2006)

Στη σημερινή στήλη σου θυμίζω τις δυο πρόσφατες ταινίες των δυο Ελλήνων σκηνοθετών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή και πάλι στο προσκήνιο λόγω των νέων παραγωγών τους. Η Λάγια Γιούργου, που αύριο βγάζει τον "Κόκκινο ουρανό" της, πριν χρόνια ασχολήθηκε και με τον έρωτα ενός Έλληνα βενζινοπώλη με μια Ρωσίδα εσωτερική νοσοκόμα. Και ο Σωτήρης Γκορίτσας, του οποίου το "Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα" το βλέπεις από την περασμένη εβδομάδα, καταπιάστηκε με τις σουρεαλιστικές περιπέτειες μια παρέας Αθηναίων σε χωριό του Πηλίου.

Λιούμπη

(ή αλλιώς, έρωτας το απόγευμα)


Ένα έμμεσο σχόλιο στους σύγχρονους μετανάστες των Αθηνών κάνει με αυτή την ταινία η Λάγια Γιούργου, όπου για πρωταγωνιστή έχει και πάλι τον -τότε- ζεν πρεμιέ Αλέξη Γεωργούλη (τον είχε και στην ταινία της "Αύριο θα ‘ναι αργά" - 2002).


Το πιο σημαντικό, βέβαια, στη "Λιούμπη" της Γιούργου, είναι το πώς αποτυπώνονται όλες οι παθογένειες, οι συνηθισμένες συμπεριφορές, η αντιμετώπιση εν ολίγοις των νεοελλήνων (και όχι των παλιότερων, που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί) σε μετανάστες που έχουν για υπαλλήλους, εργάτες, και τους εκμεταλλεύονται φυσικά.


Καταπληκτική, πέρα από πανέμορφη, είναι στο ρόλο της η Ευγενία Καπλάν η οποία και ερμηνεύει την Λιούμπη, την κοπέλα που μπαίνει σε σπίτι μικροαστών για να φροντίσει τη μαμά-φυτό, εντέλει ερωτεύεται τον γόη της οικογένειας, αλλά φυσικά απογοητεύεται από τη συμπεριφορά του στη συνέχεια.


Σε όλα αυτά, οι ποικίλες -ρατσιστικού, κοινωνικού τύπου- συμπεριφορές απέναντι στη Λιούμπη χτίζουν το μωσαϊκό συμπεριφοράς προτύπου απέναντι στον ξένο που προσπαθεί να επιβιώσει στη νέα πατρίδα του, αλλά και να ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος.


Στον αντίποδα, όμως, η Γιούργου μπρος στην προσπάθεια της να κάνει «λαϊκό σινεμά», όπως λέει και η ίδια, πέφτει σε σεναριακές (παν)ευκολίες, σε σκηνοθετικούς χειρισμούς στα όρια του απλοϊκού. Εν ολίγοις, η Γιούργου ενώ στα σίγουρα θα μπορούσε, εντέλει δεν δίνει αυτό το βάθος στην ιστορία της, στους χαρακτήρες της, ώστε και να απογειώσει τη δράση και να εκπέμψει το μήνυμα που θέλει στο εύρος που του πρέπει, με τη δύναμη που του χρειάζεται.


Παρέες

(ή ο Μουρίκης παίζει τον γιατρό)

Και πάλι στην επαρχία τοποθετεί τη δράση της ιστορίας του ο σκηνοθέτης των ταινιών "Δέσποινα", "Απ’ το χιόνι", "Βαλκανιζατέρ". Ο Γκορίτσας βάζει τέσσερις Αθηναίους (Μιχαηλίδης, Κιτσοπούλου, Μουρίκης, Πρωτόπαππα) να ζήσουν περιπέτειες που ούτε φαντάζονταν προηγουμένως, σε χωριό του Πηλίου μες στη Μεγάλη Εβδομάδα.


Βάσει της συνηθισμένης πρακτικής του, ο Γκορίτσας παίζει με τη σάτιρα, το πικρό χιούμορ, την ειρωνεία. Ενώ, και κάποιου βαθμού σασπένς έχει η εξέλιξη της ιστορίας του, όπως και αγωνία.


Εν γένει, αυτό που θέλει -προφανώς- να καταδείξει (και να σχολιάσει σαρκαστικά) ο Γκορίτσας είναι το αδιέξοδο, το αμόκ που μπορούν να πάθουν τα παιδιά της πόλης στο χωριό, όταν φτάνουν μπρος σε καταστάσεις που δεν έχουν ξανασυναντήσει, τους ήταν ξένες μέχρι τότε. Ενώ και οι σχέσεις τους με τους ανθρώπους στην επαρχία δοκιμάζονται, χτίζονται από την αρχή, μια και η διάθεσή τους δεν περιέχει και πολύ την κατανόηση.


Εντέλει, σου μένει από την ταινία του Γκορίτσα η καλή ιστορία που βλέπεις. Χωρίς, και εδώ, να φτάνει η δράση στην κορύφωση της, χωρίς -επίσης- να πιάνει κάποιος από τους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες την ιστορία από τα μαλλιά και να την οδηγεί από μόνος του, μια χαμηλότονη ταινία καταλήγει που κινείται στις παρυφές του διασκεδαστικού.

ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Τι έχουν να δουν τα μάτια μου, του Θόδωρου Μαραγκού (1984)

Στο λαϊκό σινεμά εξακολουθεί να βαδίζει ο Θόδωρος Μαραγκός, κάνοντας ένα ακόμη κοινωνικοπολιτικό σχόλιο στη μεταβατική Ελλάδα της δεκαετίας του 1980. Τότε, που τόσο η πολιτική όσο και η κοινωνία έψαχναν το βηματισμό τους σε μια μεταπολιτευτική χώρα πιο «ήρεμη» παρά πότε. Άλλωστε η κατοχή, ο εμφύλιος, οι δικτατορίες και το σαθρό πολιτικό σκηνικό κυριαρχούσαν για περισσότερο από εβδομήντα χρόνια.

Λογικό ήταν η δεκαετία του 1980 να διαμορφωθεί ως ένα ατελείωτο, απέραντο φρενοκομείο. Και αυτή τη χαοτική κατάσταση θέλησε να σχολιάσει ο Θόδωρος Μαραγκός, ο οποίος δυο χρόνια πίσω πέτυχε με το εύστοχο, χειρουργικής ακρίβειας σχόλιο του ("Μάθε παιδί μου γράμματα") ν’ αποδώσει με τρόπο ανάγλυφο την επαρχιώτικη νοοτροπία της Ελλάδας της εποχής.

Τέσσερις κολλητοί φίλοι, που μεγάλωσαν μαζί στο χωριό, ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια στην Αθήνα. Έχουν δουλέψει σε εργοστάσιο, στα καράβια, άλλος είχε μεταναστεύσει, ο τελευταίος είναι καπάτσος δικηγόρος και πολιτευτής. Τουλάχιστον οι τρεις πρώτοι προσπαθούν με τα λίγα χρήματα που έχουν και την εμπειρία τους να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση για να πιάσουν την καλή. Απογοητεύονται, όμως, τους κοροϊδεύουν, τους εξαπατούν, ενώ και ο δικηγόρος -βουλευτής πια, έχει αλλάξει εντελώς προφίλ.

Ο Μαραγκός παρωδεί την -τότε- ελληνική πραγματικότητα. Έχει απορροφήσει συμπεριφορές, έχει αποδώσει χαρακτήρες υπαρκτούς, έχει μεταφέρει γεγονότα και καταστάσεις που όντως συνέβησαν, και μέσω των άρτια δομημένων χαρακτήρων του επιχειρεί το προσωπικό του καυστικό σχόλιο.

Η ταινία του Μαραγκού είναι απλοϊκή γιατί και λαϊκίζει σε υπερβολικό βαθμό και η 80s αισθητική της τη φτηναίνει. Παρολαυτά, ως μια ανάγλυφη αποτύπωση της εποχής έχει την αξία της, μια και οι συμπεριφορισμοί και οι πρακτικές που παρακολουθείς όντως υπήρξαν και αξίζουν να μνημονεύονται ως παραδείγματα προς αποφυγή.

Παίζουν γνωστοί ηθοποιοί όπως ο Βαγγέλης Καζάν και ο Κώστας Τσάκωνας.