31 Μαΐ 2011

Νίκος Νικολαΐδης, Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου

Μάγκα,

δάκρυ κύλησε,
γλυκόπικρο βράδυ Σεπτεμβρίου
πάνω στην παραλλαγή,
[…]

Ξέρεις, ακούω κάποιες νύχτες τις μελωδίες του Χατζηνάσιου από τη "Γλυκιά Συμμορία" και την "Πρωινή Περίπολο" του Νικολαΐδη, και «νοσταλγώ το ασύλληπτο» καταπώς λέει ο ποιητής Χρίστος Κρεμνιώτης. Καθότι τον Νίκο Νικολαΐδη δεν τον αγιοποίησες μετά θάνατο, αλλά από τα πριν όταν ήταν αντισυμβατικός και πλακατζής, αντιδραστικός και καταφερτζής, αντιεξουσιαστής και μαγκάκος ολκής με το σύστημα στο οποίο δούλευε (κινηματογράφος, διαφήμιση, τηλεόραση).

[…]
και η μελωδία του Χατζηνάσιου
το καψιμί βρώμικο
φτηνό το ουίσκι
στα κρυφά

μα οι αλήτες σου
πιστολιές βαρούσαν
στο κατεστημένο
[…]

Τον Νικολαΐδη ακόμη κι αν δεν τον ήξερες, παρά μόνο διάβαζες τα γραπτά του και έβλεπες τις ταινίες του, έπαιρνες αμέσως μαθήματα ζωής. Ξέρεις τώρα, τι δεν πρέπει να γίνεις, που θα σου άρεσε να έχεις μπλέξει, αλλά και ποια είναι η ευτυχία σου η αληθινή κι όχι η ψεύτικη, αυτή που θες κι όχι εκείνη που σου σερβίρουν, κατά πόσο είσαι μάγκας του εαυτού σου, της ζωής σου, κι όχι του αφέντη σου, ποιο είναι το κορίτσι που θες, ο φίλος που γουστάρεις, και οι πλάκες που σε παρασέρνουν σε μια διαφορετική, άλλη ουτοπία.

[…]
βλέπεις,
η καταραμένη η κρατική
έπαιζε το μελωδικό σου βαλς
[…]

Το σπάραγμα της Ευριδίκης που δεν αντέχει στον αποκλεισμό της, η νοσταλγική φυγή προς το άγνωστο πάλι όλων των κουρελιών (που στα σίγουρα δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά, ολοκληρώθηκε βλέπεις η ματαιότητα τους), η πλέον συγκινητική αντικρατική πράξη τέλους στην ιστορία του ελληνικού σινεμά από μια συμμορία ρεμαλιών του περιθωρίου με κώδικα τιμής όμως, το αναμενόμενο τέλος ενός ιδιότυπου ζευγαριού που «πίστευε στη θάλασσα» ενώ η πρωινή περίπολος το καταδίωκε, οι καρδιές που πάλλονταν με τους λεσβιασμούς που έπονταν, το σέξι κορίτσι με τις βαλίτσες που αναστατώνει την καλοκαιρινή Αθήνα που βράζει, οι σύγχρονες femmes fatales που φιμώνουν μια για πάντα τον βουβό άντρα μπρος στην πισίνα, ο μοναχικός ροκάς που σκοτεινιάζει τους δρόμους της Αθήνας, οι στειρωμένες γυναίκες που φυλακίζονται στο σημείο μηδέν.

[…]
επαγγελματία αντιεξουσιαστή
με τον Φατούρο για σένα
στο σπίτι της Παπαδιαμάντη
μιλούσαμε
[…]

Τον Νίκο Νικολαΐδη τον αγαπάμε στο SevenArt, μια και χορταίνουμε με τις ταινίες του, με τον τρόπο που έζησε και, εντέλει, είναι εκείνος που μας μεγάλωσε, τη γενιά μας ολόκληρη, μες στα σινεμά, στις ταινιοθήκες, στις λέσχες και στα πανεπιστήμια τον αναζητήσαμε, τον μυρίσαμε, τον νιώσαμε, τον ακούσαμε, τον λατρέψαμε.

[…]
πήρες το στριφτό
κι έφυγες.*

Γιατί νομίζω ότι το πράγμα χάλασε, ξέρεις πότε; Όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora. Άκου πτώμα να μαθαίνεις…

*Είναι το ποίημα «Λοστ», και γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2007 στο καψιμί, στη διάρκεια βάρδιας, την επόμενη του θανάτου του Νικολαΐδη, όταν η ΕΡΤ έπαιζε τη "Γλυκιά συμμορία". Δυο μέρες πριν, σε σπίτι γνωστού συγγραφέα, αναλύαμε το έργο του Νικολαΐδη με μουσικούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς και καλλιτέχνες της παρέας. Θα συμπεριληφθεί στη συλλογή «Εξαιρέσεις», που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 2012. Κι όλα αυτά, ενώ ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με πήρανε φαντάρο…

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr


Νίκος Νικολαΐδης, Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου

Ευρυδίκη ΒΑ 2037 (1975)

Μια γυναίκα αποφασίζει να αφήσει το παλιό της σπίτι, μα η εταιρεία που έχει καλέσει για να την βοηθήσει να μεταφέρει τα υπάρχοντα της την στήνει. Η Ευρυδίκη το γνωρίζει πώς όσο περισσότερο μένει εκεί τόσο πιο δύσκολο θα είναι να φύγει. Το τηλέφωνο χτυπάει, κάποιος από την άλλη γραμμή την πληροφορεί ότι υπήρξαν εραστές. Η Ευρυδίκη αδυνατεί να τον θυμηθεί, από την στιγμή που μπήκε στο σπίτι δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα από το παρελθόν της. Ένας ταχυδρόμος της φέρνει κάθε μήνα ένα καινούργιο γράμμα. Εκείνη αρνείται να παραλάβει το τελευταίο. Αυτά που περιέχει -ίσως οδηγίες- δεν απευθύνονται πια σε αυτή αλλά στο νέο κάτοικο του σπιτιού. Εν τω μεταξύ, η μεταφορική δεν έρχεται, οι υπάλληλοι μάλλον υπακούνε στις διαταγές κάποιου ανώτερου, κάποιου που θέλει να κρατήσει την Ευρυδίκη χωρίς μνήμη. Οι επισκέπτες που κατά καιρούς έρχονται να τη δουν δεν την βοηθούν, αντιθέτως οι πιο πολλοί από αυτούς ή την τρομάζουν ή την μπερδεύουν περισσότερο. Την επόμενη μέρα το πρωί θα προσπαθήσει ξανά να επικοινωνήσει με την μεταφορική, θα δώσει τον κωδικό της και θα περιμένει… προηγούνται άλλοι. Κι έτσι η Ευρυδίκη θα πρέπει να συνεχίσει να καλεί μέχρι να πάρει την άδεια να αφήσει το σπίτι…

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα (1979)

Με τη δεύτερη ταινία του, "Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα", ο Νίκος Νικολαΐδης ξεδιπλώνει το όραμά του για τον κινηματογράφο. Κι αν σκηνοθετικά είχε ήδη ορίσει τις βασικές του «θέσεις» με την "Ευρυδίκη ΒΑ 2037", στα "Κουρέλια" διατυπώνει τον θεματολογικό καμβά του και επικεντρώνεται σε σημεία που αργότερα θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του και θα τον ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη κινηματογραφική παραγωγή. Σεναριακά η ταινία είναι διαποτισμένη από έναν παράξενο και σε σημεία της άκρως αυτοκαταστροφικό αγώνα ενάντια στη λήθη. Ένας αγώνας που φέρνει στο φως πολλές από τις ιστορίες μιας παρέας που «μεγαλούργησε» στην Αθήνα της δεκαετίας του '50 και του '60. Παρέα που πλέον έχει φτάσει τα σαράντα και στην επανασύνδεση της θέλει να επιστρέψει σ' ένα παρελθόν που μοιάζει ολότελα χαμένο. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ταινίας, οι Άλκης Παναγιωτίδης, Κωνσταντίνος Τζούμας και Χρήστος Βαλαβανίδης επιβεβαιώνουν πως ο Νικολαΐδης είχε το απαραίτητο ένστικτο για την επιλογή των κατάλληλων ηθοποιών. Μια ταινία που ενώ έχει συγκεκριμένο χωροχρόνο κάνει δυνατή την αφαίρεση και εμπλέκει το θεατή στην ανοίκεια ιστορία. Μια ιστορία που παρά τις ακρότητες στις συμπεριφορές των ηρώων της διαθέτει ένα πολύ ιδιαίτερο νοσταλγικό συναίσθημα που μπορεί να συγκινήσει όσους ένιωσαν έστω και για μια στιγμή κομμάτι μιας παρέας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Γλυκιά Συμμορία (1983)

Μια παρέα τεσσάρων φίλων επιδίδεται σε σειρά παράνομων πράξεων, μέχρι που οι ενέργειες τους τραβούν την προσοχή της αστυνομίας και τους θέτει υπό αυστηρή παρακολούθηση. Η Σοφία, η Μαρίνα, ο Αργύρης και ο Αντρέας υπακούν στους δικούς τους ιδιόγραφους νόμους, δημιουργούν μια κοινή μοίρα και ζουν ακροβατώντας ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση. Δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια τους με έναν τρόπο που κρύβει κάτι από απόγνωση, λες και αναζητούν αυτό το σημάδι που θα τους χαρίσει ξανά την πίστη τους στη ζωή. Περιθωριακοί, ρομαντικοί, έως και αθώοι, οι αυτοεξόριστοι ήρωες του Νικολαΐδη αρνούνται να υπηρετήσουν ένα πεπρωμένο με ύποπτες καταβολές, αντ’ αυτού προτιμούν να θυσιαστούν παραμένοντας πιστοί στην αλήθεια τους. Ο ξανθός άντρας που περιμένει υπομονετικά έξω από το καταφύγιο της συμμορίας είναι ο ίδιος ο θάνατος που κάποιοι τον εξαγόρασαν μετατρέποντας τον σε διώκτη. Εντέλει, τι είναι άραγε πιο βρώμικο, αυτό που γίνεται από αυτόβουλη επιλογή ή αυτό που επιβάλλεται ως αναγκαστική συμπεριφορά; Ένα ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ με διάχυτα χιουμοριστικά στοιχεία. Θεωρείται ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και τιμήθηκε τόσο από τους κριτικούς, όσο και από το κοινό που χάρισε στον αντισυμβατικό Νίκο Νικολαΐδη μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Πρωινή Περίπολος (1987)

Καμιά φορά όταν με πιάνει η ψυχή μου μπρος στα δύσκολα, σκέφτομαι ότι πρέπει να πιστέψω στη θάλασσα. Γιατί είχε δίκιο ο μπαγάσας ο Νικολαΐδης. Μες σε αυτό τον κατεστραμμένο κόσμο, μόνο η θάλασσα και μόνο αυτή, πίστεψε με, σε κάνει να νιώθεις διαφορετικά, υπέροχα, σου δίνει μια αύρα αλλοτινή. Εξακολουθώ και πιστεύω, σχεδόν μια δεκαετία από την πρώτη φορά που είδα την "Πρωινή περίπολο", ότι είναι η πιο αντιπροσωπευτική ταινία του Νικολαΐδη. Βασικά, είναι η καλύτερη του. Καθότι αυτή η απόκοσμη ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας που βαδίζουν στα επικίνδυνα, σκοτεινά, υγρά σοκάκια μιας ερειπωμένης πόλης, με τελικό προορισμό τα δυτικά, τη θάλασσα, είναι η πλέον συγκινητική, μάταιη περιπλάνηση στο προδιαγεγραμμένο τέλος, το προσδοκώμενο εντέλει τίποτα. Η πόλη είναι διαλυμένη, οι κάτοικοι της έχουν εξαφανιστεί ή σκοτωθεί. Οι παρακρατικοί έχουν επικρατήσει και η πρωινή περίπολος σπέρνει το θάνατο. Μόνο η τηλεόραση και ο κινηματογράφος παίζουν, κι αυτά αποκλειστικά τα κλασικά νουάρ του 1950 με τον Τζέιμς Μέισον και τον Χάμφρει Μπόγκαρτ. Κάθε πιστολιά στο έργο είναι και μια στην πραγματικότητα. Κάθε που χτυπάει το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος ήρωας σηκώνει το ακουστικό και μιλάει. Η γυναίκα, που την ερμηνεύει εξαιρετικά η Μισέλ Βάλει στην καλύτερη στιγμή της καριέρας της, έρχεται από το «κάπου» για να διασχίσει το χάος και να καταλήξει στο «κάπου». Σπασμένες επικοινωνίες, ο απόλυτος όνειδος. Ο άντρας, αν και εγκλωβισμένος στην πρωινή περίπολο, ακούει την καρδιά του, νιώθει την ψυχή του, και μπρος στο φυσικό τέλος του, σώζει την γυναίκα, την οδηγεί στην ελπίδα. Αυτός ψυχορραγεί, εκείνη υποφέρει. Ο Τάκης Σπυριδάκης είναι λες και έχει βγει από έναν άλλο φιλμικό κόσμο. Η φωτογραφία του Κατσουρίδη, η μουσική του Χατζηνάσιου, οι ερμηνείες των ηθοποιών, συνθέτουν μια κινηματογραφική ιστορία που σου σκοτεινιάζει ό,τι πιο μύχιο έχεις μέσα στην ψυχή σου. Γιατί αυτό που βλέπεις υπάρχει, το βιώνεις.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Singapore Sling (1990)

Για το "Singapore Sling" μπορούμε να πούμε πως είναι μια από τις ελληνικές ταινίες που ξεφεύγει από τα δεδομένα της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής. Γι' αυτό κι όταν βγήκε έδωσε την αφορμή σε πολλούς να μιλήσουν για την κόπρο του Νικολαΐδη και σε άλλους για ένα γκροτέσκο αριστούργημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νουάρ ιστορία που παίρνει gore διαστάσεις και οικοδομεί ένα σαδομαζοχιστικό σύμπαν. Στην πλοκή της ένας ντετέκτιβ ψάχνει διακαώς μια γυναίκα που τα ίχνη της τον έχουν οδηγήσει σε μια βίλα. Το μυστήριο υποχωρεί γρήγορα και δίνει τη θέση του σε μια ατμόσφαιρα που δανείζεται πολλά στοιχεία της από τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Zορζ Μπατάιγ ή για να μιλήσουμε και στην κινηματογραφική γλώσσα από σκηνοθέτες όπως ο Παζολίνι. Ο ντετέκτιβ πιάνεται όμηρος από τη μάνα και την κόρη της που μένουν στη βίλα και ο επικείμενος θάνατος του κρατά σε αγωνία τον θεατή στη διάρκεια της ιστορίας. Πρωτότυπες σκηνές βίας, αρκετό σεξ και άπειρες διαστροφές κατακλύζουν το λευκό πανί για αρκετή ώρα. Στο "Singapore Sling" ο Νικολαΐδης κινηματογραφεί μια ιστορία φρίκης με τρόπο τέτοιο σα να θέλει να μας αφήσει μια γλυκύτητα παρόμοια με αυτήν του κοκτέιλ Singapore Sling.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Κορίτσι με τις Βαλίτσες (1993)

Κι όμως, ο Νικολαΐδης γύρισε μια γλυκιά κομεντί για την τηλεόραση, που είναι και δύσκολο να τη βρεις μια και ο ίδιος τη θεωρούσε το μεγαλύτερο λάθος του. Βλέπεις, κι αυτός πίστευε αφελώς ότι θα μπορούσε να αλλάξει την ελληνική ιδιωτική τηλεόραση, που ήταν στο ξεκίνημα της κάπως τότε, αλλά δεν τα κατάφερε. Γύρισε, λοιπόν, την αμήχανη ιστορία του 30άρη Μιχάλη και της άγνωστης Αμερικανίδας Πατρίτσια που προσπαθούν να βρουν έναν κώδικα επικοινωνίας, κι εντέλει ένα μέσο ερωτικής χημείας, στην Αθήνα του κατακαλόκαιρου, των 40 και βαθμών κελσίου. Στο δροσερό διαμέρισμα του ξαδέρφου του πρώτου, ο ντροπαλός φοιτητής και η εκρηκτική Αμερικανίδα βιώνουν ποικίλες ειρωνικές και κωμικές καταστάσεις. Όπως ο φοιτητής του, έτσι κι ο Νικολαΐδης ήταν αρκούντως αμήχανος σε αυτή την τηλεταινία. Ίσως, εντέλει, να μην ήθελε από την αρχή να την κάνει και να «πιέστηκε». Ο Λάκης Λαζόπουλος και η Μέρεντιθ Χέρολντ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ν’ ακούν κλασικές μουσικές, και να σιωπούν. Έτσι και τη βρεις, κάτσε να τη δεις, έχει το γούστο της, και στην εποχή της σημείωσε υψηλή ακροαματικότητα. Για χρόνια θαμμένη από τον Νικολαΐδη, την είχα δει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια του αφιερώματος στον ίδιο μετά το θάνατο του.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Θα σε δω στην Κόλαση Αγάπη μου (1999)

Τρεις νέοι σ' ένα σπίτι. Η Βέρα (η Φραουλίτσα) δεν αισθάνεται πολύ καλά, το στομάχι της ανακατεύεται και της φέρνει εμετό. Η Έλσα, επίσης δεν είναι στα καλύτερά της, νιώθει προδομένη κι ότι κάποιος την παρακολουθεί. Ο άντρας όμως πρέπει να αισθάνεται χειρότερα κι απ' τις δύο. Είναι με τα ρούχα στην πισίνα (ποιος ξέρει από πότε;) και κοιτάζει τον πάτο της. Δύσκολες οι ερωτικές σχέσεις... Υγρασία που τρυπάει το κόκαλο, βαθύ εσωτερικό κι εξωτερικό σκοτάδι, ατμόσφαιρα μυστηρίου. Τρεις νεκροζώντανοι που δίνουν ένα τελευταίο ραντεβού στην Κόλαση για την τελική μάχη, μια μάχη εφιαλτική, στον αρρωστημένο και εν πολλοίς ακατανόητο (το κλειδί βρίσκεται στην τελική σκηνή) κόσμο που έστησε ο Νικολαΐδης και που θα είναι αμείλικτη, μέχρι τελικής πτώσης. Εγκλεισμός, βασανιστήρια, σαδομαζοχισμός. Ένα σιωπηλό πτώμα που επιπλέει στην πισίνα πριν αρχίσει να περιφέρεται στον κήπο και στο σπίτι. Δυο θηλυκά που συνωμοτούν, θυμούνται και χορεύουν έναν άγριο χορό. Εντυπωσιακή φωτογραφία, μοντάζ, σκηνοθεσία. Η αντιμετώπισή της από την πλειοψηφία των κριτικών, με κάνει να απορώ: είμαι τόσο άρρωστος ή η "Κόλαση" ήταν τόσο μπροστά απ' την εποχή της;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα (2002)

«Μη δίνεις σημασία... Ο μικρός θα σηκωθεί και θα πάει μόνος του στον τάφο του. Ξέρει αυτός... Έπειτα πού θα πας... θα πλακώσουν οι μπάτσοι και οι ανακρίσεις. Πάμε να φύγουμε ‘Ελσα, αυτό ήθελε κι ο μικρός. Όχι πια εδώ!». Η τριλογία που άνοιξε με τα "Κουρέλια" και συνεχίστηκε με τη "Συμμορία" κλείνει εντυπωσιακά 23 χρόνια μετά με τον "Χαμένο". Η συντροφικότητα, οι αντιεξουσιαστικές και αντικομφορμιστικές ιδέες που αναπτύσσονται στο περιθώριο της "τακτοποιημένης" κοινωνίας μας και που πρέπει να παταχθούν (με μπάτσους ή ναρκωτικά), είναι κι εδώ κυρίαρχες. Ο 40άρης ήρωας, ο χαμένος, ο περιθωριακός, βγάζει τη γλώσσα του στο σύστημα, σπάει πλάκα μαζί του κι όλη η παρέα, η συμμορία αν προτιμάς, ακολουθεί στο δρόμο για... "όχι πια εδώ". Γιατί εδώ, "άκουσα ότι τα πράγματα θ' αλλάξουνε προς το καλό αλλά μέχρι τότε θα μ' έχουν βρει νεκρό". Μια περιπέτεια είναι η ζωή, οι νύχτες μας είναι επικίνδυνες κι οι μπάτσοι μας έχουν στη μπούκα. Κι εσύ "το ξέρεις πως είναι κερδισμένος τελικά όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα", "το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά· ο χαμένος τα παίρνει όλα"...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

The Zero Years (2005)

"Εδώ κάτω που κατέβηκες θα ξεχάσεις το Θεό σου. Ο Θεός είμαι εγώ κι αυτό, κατάλαβες σκουλήκι"; Η τελευταία ταινία του Νικολαΐδη, δυο χρόνια πριν το θάνατό του, συμπυκνώνει όλη την απαισιοδοξία του, την απελπισία, την οργή. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Ο έρωτας έχει γίνει βρώμικος, ελέγχεται ασφυκτικά, επιβάλλεται και επιβλέπεται από μια αόρατη εξουσία. Η αναπαραγωγή διεκπεραιώνεται σε ένα άθλιο υπόγειο. Το έξω είναι ίδιο με το μέσα. Ζοφερό. Χωρίς σκοπό, χωρίς διέξοδο. "Ο κινηματογράφος δεν μ' ενδιαφέρει πια. Με κούρασε και θέλω να κάνω άλλα πράγματα" δηλώνει. Ο ολοκληρωτισμός στο "Zero Years" δεν αφήνει περιθώριο για γλυκές συμμορίες και κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα. Ο χαμένος υπέστη λοβοτομή. Οι εξουσιαζόμενοι αισθάνονται παραδομένοι. Η μούχλα και η καταχνιά έχει μπει μέσα τους, ενοχλούνται όταν αντιλαμβάνονται ότι ούτε για να τους παρακολουθήσουν δεν ενδιαφέρονται πια οι εξουσιαστές. Αφήνονται ελεύθεροι γιατί είναι ακρωτηριασμένοι, ακίνδυνοι. Η καταστολή έχει επιτευχθεί. Έφτασαν τα χρόνια του μηδέν. Το χθες έχει πεθάνει και το αύριο είναι αδιάφορο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (27-5-11).

28 Μαΐ 2011

Συνιστώσα του Α

Τα χνώτα σου βρωμάνε
μια γεύση απο νεκρή σκιά
και τα χέρια σου μοιάζουν
σαν μαραμένη ρίζα άκαρπου δέντρου.

Είσαι εγκλωβισμένος μέσα σε νοήματα,
σε άκρες και σε διαστάσεις,
κάνεις ένα βήμα και βρίσκεσαι ξαφνικά
δίπλα σε μια σβάστικα, δίπλα σε ένα γκρεμό.

Έχεις κι έναν ενθουσιασμό που σκοτώνει,
την όποια λύσσα για να έχεις τουλάχιστον
μια άδεια ελπίδα!

Αυτό χρειάζομαι λοιπόν εγώ,
μια ελπίδα με νύχια αετού,
με σκελετό δρεπάνι,
με μάσκα εκδικητή στο άτι απάνω,
με ξίφος ένα διάφανο άνθος,
ένα εκκρεμές στον καρπό
και την καρδία κρεμασμένη στο λαιμό.

Αυτό χρειάζομαι μια ακόμα ζάλη,
να εξαφανιστώ από το στέρεο και άνεμος να γίνω,
σκόνη να λερώσω κι γω με την σειρά μου,
τον τιποτένιο κόσμο που σκαρώσατε!

Παρένθεση - Συνιστώσα του Α - Παρένθεση

Α συμβίβαστος
Ά ναρχος
Ά τακτος
Ά γριος
Ά νθρωπος
Α θάνατος
Ά θλιος
Ά στεγος
Α ληθινός
Ά υπνος
Α λκοολικός
Ά ντρας
Α γάπη!

Αγάπη!

(Από την επερχόμενη ποιητική συλλογή του Τάσου Ρήτου)

26 Μαΐ 2011

Ταινίες 26ης Μαΐου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, ο φετινός Χρυσός Φοίνικας των Καννών καθώς και δυο περυσινά ριμέικ, τα οποία θα διαπιστώσεις κι εσύ ότι δεν αξίζουν και πολλά. Ταινία της εβδομάδας είναι "Το δέντρο της ζωής" του Τέρενς Μάλικ, που έρχεται από το Φεστιβάλ των Καννών με το Χρυσό Φοίνικα, για να παίξει με τις αισθήσεις σου σε ένα μαγευτικό παιχνίδι-μάθημα ζωής. Στο "Και ξαφνικά σκοτάδι", αμερικανικό ριμέικ βρετανικού θρίλερ του 1970, θα δεις μια τυπική teen ταινία τρόμου που έχει πάρει το μάτι σου ένα σκασμό φορές όλα αυτά τα χρόνια. Βασικά την έχεις μάθει κι απ’ έξω. Με "Το πείραμα", το αμερικανικό ριμέικ της γερμανικής επιτυχίας του 2001, θα δεις το γνωστό πείραμα του Στάνφορντ (του 1971) σε μια κάπως μπανάλ και παρωχημένη εκδοχή του. Πάντως δημοσιογραφική προβολή δεν έγινε κι αυτό να σου τα λέει όλα. Βέβαια, εσύ κατά ένα «μαγικό» τρόπο, κριτική έχεις.

Το δέντρο της ζωής (7/10)

Είχα διαβάσει τουλάχιστον διφορούμενα, μη σου πω αρνητικά σχόλια από συναδέλφους που είδαν τη νέα ταινία του Μάλικ ή αλλιώς το φετινό Χρυσό Φοίνικα των Καννών, νωρίτερα από εμένα στο φεστιβάλ, ώστε μπήκα στην αίθουσα με μια εντελώς αρνητική διάθεση. Τι να σου πω: Το ποίημα του Μάλικ, αυτό το φιλοσοφικό δοκίμιο των παραισθήσεων, που σου βάζει πέντε αρχέτυπα στη σειρά, στα κάνει πενηνταράκια, και σου λέει κοίτα τη ζωή στα μάτια μια και περνάει και χάνεται, μόνο σα μάθημα ζωής το είδα. Και δες το κι εσύ έτσι, θα με θυμηθείς. Γιατί, έτσι κι αφεθείς στην οπτική εξτραβαγκάντσα του Μάλικ μεταφέρεσαι αυτόματα σε έναν άλλο κόσμο. Εκεί, που παίζεις μόνο με τις αισθήσεις σου, κι είσαι εσύ κι εκείνη κι Αυτός, ο Θεός, για να τα πείτε ένα χεράκι. Από το μπινγκ μπανγκ στη φυλακή της οικογένειας. Κι από τις «αμαρτίες» του πατέρα που «παιδεύουσι» τέκνα μια για πάντα, χωρίς να υπάρχει επιστροφή. Το στίγμα μένει πάντως. Ο Μάλικ σου δείχνει μες σ’ ένα χρυσαφένιο μεγαλείο τον κόσμο, τον άνθρωπο, και το πώς αυτοί οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν. Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του αν έχεις δει, από τις "Ημέρες ευτυχίας" στη "Λεπτή κόκκινη γραμμή" και τον "Άγνωστο κόσμο" δηλαδή, τον Μάλικ δεν τον ενδιαφέρει να κάνει ένα εύκολο σινεμά. Δουλεύει σ’ ένα σινεμά δημιουργού, ως Θεού επί της ταινίας, των ηθοποιών και των λοιπών, που συνομιλεί μόνο με τον Θεό. Στο "Δέντρο της ζωής", που κέρδισε ήδη τον Χρυσό Φοίνικα εξαργυρώνοντας την -επί χρόνια- προσμονή που είχαν οι Κάννες για να το δουν, ο Μπραντ Πιτ δίνει μια ακόμη μεστή ερμηνεία ως πατέρας αφέντης (μην τον υποτιμάς τον μπαγάσα, αξίζει), η γλυκιά Τζέσικα Τσαστέιν είναι τόσο χαρακτηριστική με τις σιωπές και τις εκφράσεις της ως η στοργική-που-έχει-φάει-σφαλιάρα σύζυγος. Και ο Σων Πεν, σε μια ερμηνεία που θυμίζει εκείνη στο "Όλα για την αγάπη" του Βίντερμπεργκ, είναι ο γιος που μεγάλωσε και βλέπει τον κόσμο πίσω του με μια απορία. Από τον Μάλικ ήθελα να πετάξει έξω από την ταινία τις ανούσιες σκηνές της γέννησης του κόσμου. Όχι όλες, μα σίγουρα εκείνες των ζώων, των δεινοσαύρων, και των πολλών μπαμ μπουμ των ηφαιστείων. Πού και πού την θέλει την αφαίρεσή της η σκηνοθεσία του. Κι ο Μάλικ πάλι, μου έδειξε πώς μια ταινία του (με την αρωγή του Ντεσπλά στη μουσική, και του Λουμπέτζκι στη φωτογραφία) είναι ένα ατελείωτο, μαγευτικό παιχνίδι των αισθήσεων «που οδηγεί στην παραίσθηση, και η ψευδαίσθηση τελειωμό δεν έχει».

Το πείραμα (4/10)

Σαφώς κι υπολείπεται το αμερικανικό ριμέικ του πρωτότυπου, γερμανικού "Το πείραμα", το οποίο και συγκλόνισε την κινηματογραφία του 2001 χάρη στον παλμό της και τον δυναμισμό της σκηνοθεσίας του Χίρσμπιγκελ. Κοίταξε, ο Σέρινγκ του τηλεοπτικού "Prison Break" σκηνοθετεί με τις καλύτερες των προθέσεων, κι αυτό φαίνεται, το περίφημο Stanford Prison Experiment (του 1971) όπου άνθρωποι επιβουλεύονται και βιαιοπραγούν σε ανθρώπους άγνωστούς τους, με μόνο σκοπό το χρήμα (και την επιβίωση τους από ένα σημείο και μετά). Κι ενώ το κλίμα το έχει αποτυπώσει γλαφυρά και στους ηθοποιούς (όχι σε όλους) έχει πετύχει ο Σέρινγκ, με τις ερμηνείες των Ουίτακερ και Μπρόντυ να είναι εξαιρετικές (ειδικά του πρώτου), εντούτοις και τα αφελή του σκηνοθετικά τρυκ και το -όντως- κακό του σενάριο (απαράδεκτα τα φλασμπάκ του, και η σύνδεση που κάνει με την έξω ζωή μέσω μνημών) σε πετά έξω από το σαφές ανθρωποκεντρικό μήνυμα που επιθυμεί να δώσει. Εν ολίγοις, δεν μου κάνει καθόλου παράξενο που η ταινία καθυστέρησε τόσο να προβληθεί στην Ελλάδα, και μάλιστα «πετιέται» έτσι από την εταιρεία διανομής της (δεν έγινε καν δημοσιογραφική προβολή). Ο λόγος είναι σαφής: μια εξαιρετική πρωτότυπη ταινία έγινε ένα άνευρο, ανούσιο ριμέικ.

Και ξαφνικά σκοτάδι (3/10)

Τέτοια θρίλερ έχεις δει με το τσουβάλι. Κάθε χρόνο και μια ντουζίνα από δαύτα βλέπεις στις ελληνικές αίθουσες, κι αν δεν τα έχεις βαρεθεί τουλάχιστον από ποπκορνικό μαζοχισμό εξακολουθείς να δίνεις το παρών σου. Και σου εξηγώ, ότι είναι ένα ακόμη τυπικό teen θριλεράκι τρόμου, με καυτά κοριτσάκια που εντέλει την πατάνε. Μάλιστα, είναι τόσο κλισεδιάρικο ώστε σε κάθε σκηνή ξέρεις τι θα επακολουθήσει. Έχει δηλαδή όλα εκείνα τα κλασικά στοιχεία νεανικής ταινίας τρόμου που καθιέρωσαν τη δεκαετία του 1970 οι Κρέιβεν, Ρομέρο και Κάρπεντερ. Μάλιστα, η ιδέα του δεν είναι καν πρωτότυπη. Μια και είναι ριμέικ ομώνυμου βρετανικού θρίλερ του 1970, το οποίο εξελισσόταν στη Γαλλία κι όχι στην Αργεντινή, και το οποίο μη νομίζεις ότι ήταν τίποτε της προκοπής. Εντάξει, υπάρχουν σκηνές που θα τσιρίξεις, για να σου φύγει όμως αυτή η καΐλα πιες μια κόκα κόλα για να χωνέψεις και να κοιμηθείς ήσυχος.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (26-5-11).

23 Μαΐ 2011

Οι Χρυσοί Φοίνικες που Αγαπάμε

Από την προηγούμενη εβδομάδα βρίσκεσαι στον χρυσό αστερισμό του 64ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, έστω και από απόσταση. Άλλωστε, το SevenArt έχει φροντίσει να σε ενημερώνει για τα εκεί τεκταινόμενα, μέσω του απεσταλμένου του Ιάκωβου Γωγάκη. Για το μεγαλύτερο, ποιοτικότερο και, σαφώς, πιο λαμπερό φεστιβάλ της υφηλίου θα γνωρίζεις στα σίγουρα. Από το 1939 και με μερικές στάσεις, λόγω πολέμου κι άλλων δεινών (ή του Μάη του ‘68), παρουσιάζει τις πλέον καλύτερες παραγωγές του ευρωπαϊκού, ασιατικού, όπως και αμερικανικού (από κάποια στιγμή και μετά) κινηματογράφου. Οι Χρυσοί Φοίνικες (ή τα Grand Prix για 17 μόνο διοργανώσεις) δίνονται στις κορυφαίες, ουσιαστικότερες και σαφώς καινοτόμες ταινίες της κάθε χρονιάς. Τονίζω το τελευταίο, το καινοτόμο δηλαδή, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να υπερθεματίσω τον περυσινό Χρυσό Φοίνικα ("Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του" του Ταϊλανδού Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ), που πολλοί τον βρήκαν άστοχο, αλλά προσωπικά κατανόησα την επιλογή της κριτικής επιτροπής στην διαφορετικότητα ενός κινηματογράφου εντελώς ξένου στον δυτικό κόσμο. Και αυτό είναι το στοίχημα της κάθε διοργάνωσης που διεξάγεται στην Κρουαζέτ: να συστήσει στο σινεφίλ κόσμο το «φιλέτο» του σύγχρονου, κάθε φορά, κινηματογραφικού σύμπαντος. Έξι συντάκτες του SevenArt συμφωνήσαμε να σου προτείνουμε 20 ταινίες που αγαπήσαμε όλα αυτά τα χρόνια για διαφορετικούς λόγους, και χωρίς απαραιτήτως να είναι και οι top στις «λίστες» μας. Απλώς διέθεταν μερικά χαρακτηριστικά που μας τάραξαν ή διαφορετικά χτύπησαν τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Ο κάθε συντάκτης σου προτείνει από τρεις ταινίες, ενώ δύο ακόμη έχουν προκύψει μια και συγκέντρωσαν τις περισσότερες προτιμήσεις (ή στη γλώσσα της Ακαδημίας, ισοψηφίες). Προχωρήσαμε σε αυτή την επιλογή διότι, πολύ απλά, δεν ήταν δυνατή, με κανέναν τρόπο, η συγκρότηση λίστας top 10 ή 20 καλύτερων ταινιών στην ιστορία του φεστιβάλ, μες σε αυτό τον κυκεώνα αριστουργημάτων που έχουν βραβεύσει οι Κάννες τα προηγούμενα 63 χρόνια. Κατά τα λοιπά, πάρε μια γεύση των ταινιών που έχουν προβληθεί στον πλέον αστραφτερό κινηματογραφικό παραλιακό δρόμο που έχει υπάρξει.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr

Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη (Ρομπέρτο Ροσελίνι, 1946)

Το κίνημα του νεορεαλισμού στον κινηματογράφο ξεκινά την πορεία του στην Ιταλία με διαμάντια όπως η ταινία "Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη" του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Βασικοί άξονες του νεορεαλισμού ήταν η χρησιμοποίηση μη επαγγελματιών ηθοποιών, η αποφυγή του ντεκόρ και των στούντιο κι η άρνηση της χρήσης αφηγηματικών συμβάσεων. Κανόνες που μπαίνουν σε εφαρμογή για την ανάδειξη μιας κατάστασης στην πιο πραγματική της διάσταση, με σκοπό τη μεταφορά εικόνων στο λευκό πανί που μπορούν πιο εύκολα να συγκινήσουν το θεατή μέσα από την αληθοφάνεια που διαθέτουν. Ο Ροσελίνι στην ταινία "Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη" αναφέρεται σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην κατεχόμενη από τους Ναζί, Ρώμη. Η αντίσταση απέναντι στον κατακτητή είναι ένα έργο δύσκολο αφού πέρα από την υπεροπλία της Γκεστάπο, οι Ιταλοί αντιστασιακοί έχουν να αντιμετωπίσουν και τους χαφιέδες συμπατριώτες τους. Η πλοκή της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τη ζωή ενός από τους αρχηγούς της αντίστασης και καταλήγει στο άδοξο τέλος του. Η Ρώμη χωρίς την αντίσταση μένει ανοχύρωτη απέναντι στον εχθρό, με τους Ιταλούς να είναι διαιρεμένοι και τους δωσίλογους να συνεχίζουν το καταστρεπτικό τους έργο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο Τρίτος Άνθρωπος (Κάρολ Ρηντ, 1949)

Ένας σημαντικός σκηνοθέτης. Ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Το σάουντρακ του Άντον Καράς. Ο Όρσον Γουέλς και ένα ρολόι κούκου. Είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία μιας ταινίας -χαρακτηριστικού φιλμ νουάρ. Πώς να μην την αγαπήσεις; Ο Κάρολ Ρηντ σκηνοθετεί την ιστορία του Χόλι Μάρτινς, ο οποίος φτάνοντας στη Βιέννη μαθαίνει ότι ο φίλος του Χάρι Λάιμ -που τον προσκάλεσε- σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Και δεν θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από εξαιρετική, μια και το σενάριο υπογράφει ο Γκράχαμ Γκρην. Η αναζήτηση του Χάρι Λάιμ και η λύση του μυστηρίου αποτελούν το «όχημα» των Ρηντ και Γκρην ώστε να μιλήσουν για τη μεταπολεμική Βιέννη (και κατ’ επέκταση την Ευρώπη της περιόδου). Ο "Τρίτος Άνθρωπος" αποτελεί, την ίδια στιγμή, απόλαυση για κάθε σινεφίλ, δίνοντας τη δυνατότητα στον θεατή να ανακαλύψει κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Για να μην αναφέρουμε ότι περιλαμβάνει μια από τις πιο διάσημες «εισόδους» στην ιστορία του σινεμά και μια ακόμα πιο διάσημη ατάκα (ναι, εκείνη για το ρολόι κούκου). Κλασικό σινεμά με όλη τη σημασία της λέξης.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Το Μεροκάματο του Τρόμου (Ανρί Ζωρζ Κλουζό, 1953)

Κλασικό, αθάνατο αριστούργημα του Ανρί Ζωρζ Κλουζό, που κατά τη γνώμη μου ξεπερνά και τις πιο δημοφιλείς "Διαβολογυναίκες" του. Ο Γάλλος σκηνοθέτης σε εισάγει σε έναν κόσμο εξαθλίωσης, μιζέριας και τριτοκοσμικής φτώχειας. Κωμόπολη της Νοτίου Αμερικής, που έχει μαζέψει λογής ξένους τυχοδιώκτες, παραπαίει ανάμεσα στην αμορφωσιά και το γλοιώδες υποτακτικό των ντόπιων της, τον ωχαδερφισμό και την πονηριά των ξένων μεταναστών της αρπαχτής και την επεκτατική, καπιταλιστική στάση σάρωσης των πάντων της αμερικανικής εταιρείας πετρελαίου που καταστρέφει τα εδάφη της. Στα πρώτα πενήντα λεπτά βλέπεις ένα λεπτομερειακό μωσαϊκό αυτής της κατάστασης. Στα επόμενα 100, παρακολουθείς τέσσερις τυχοδιώκτες να παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα, μεταφέροντας νιτρογλυκερίνη σε κακοτράχαλους δρόμους με φορτηγά ερείπια, μόνο και μόνο για να κερδίζουν τα χρήματα της «φυγής» τους. Αυτό το κομμάτι είναι και το αληθινό μάθημα ζωής. Προσπερνώντας το αφελές τέλος της, ο Κλουζώ έχτισε μια ταινία χαρακτηριστικής ηθογραφίας και κυρίως ζωντανής καταγραφής του ανθρώπινου αρχέτυπου πάνω στη ματαιότητα. Με την εξαιρετική ερμηνεία του Ιβ Μοντάν. Επίσης, είναι και η ταινία αυτή που έχει κατακτήσει και Χρυσό Φοίνικα (ή Grand Prix τότε) και Χρυσή Αρκούδα στη Μπερλινάλε και βραβείο BAFTA καλύτερης ξένης ταινίας.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Βιριδιάνα (Λουί Μπουνιουέλ, 1961)

Δίχως να αλλάζει μες στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας την αντιεξουσιαστική ιδεολογία του και παντρεύοντας τη ρεαλιστική αφήγηση με τον σουρεαλισμό, ο Μπουνιουέλ σκηνοθετεί το 1961 τη "Βιριδιάνα". Στην ταινία, η Βιριδιάνα είναι μια νεαρή καλόγρια που στην προσπάθεια της να κάνει το καλό πέφτει στην αμαρτία. Η φυγή της από το μοναστήρι κι η διαμονή της στο κληρονομημένο από τον θείο της σπίτι, προσομοιάζει με την «πτώση» από τον παράδεισο στη γη. Στο πρόχειρο καταφύγιο της, η έκπτωτη Βιριδιάνα θα ασκήσει τη φιλανθρωπία, μετατρέποντας το σε οίκο απόρων κι αναξιοπαθούντων. Η θεία πρόνοια όχι μόνο δε θα την ανταμείψει για την ευσπλαχνία και την καλοσύνη της αλλά αντίθετα θα της φερθεί με το σκληρότερο δυνατό τρόπο. Ο Μπουνιουέλ γυρίζει τη "Βιριδιάνα" στη φασιστική Ισπανία του Φράνκο. Οι λογοκριτές εγκρίνουν το σενάριο που όταν γίνεται ταινία προκαλεί την οργή της καθολικής εκκλησίας. Κι αυτό καθότι η ιστορία της σύγχρονης αγίας Βιριδιάνα, μέσα από το φακό του Μπουνιουέλ, θα γίνει ένας σαρκασμός προς τη χριστιανική ηθική. Χαρακτηριστικότερη είναι η τελευταία σκηνή: η Βιριδιάνα παίζει χαρτιά με τον ξάδερφο της και την υπηρέτρια, κάτι που αποτελεί εντέλει τη σωτηρία της. Έτσι διατυπώνεται με τον πιο έντονο τρόπο η βαθιά ειρωνική διάθεση του έργου.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (Ζακ Ντεμί, 1964)

Κι όμως, εσύ που με διαβάζεις, μην απορήσεις. Το ξέρεις ότι βγάζω φλύκταινες με τα μιούζικαλ, δεν τα αντέχω τα ρημάδια με τίποτα. Είναι, όμως, μερικά που τα παραδέχομαι, τους βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. Όπως αυτό του Ζακ Ντεμί, ο οποίος όπως και στη "Λόλα" και στις "Δεσποινίδες του Ροσεφόρ", αποδεικνύεται άψογος τεχνίτης της εικόνας, που μέσα από τα αρχέτυπα (οι ιστορίες του είναι απλές) εξάγει το πιο ουσιώδες, το πλέον τρυφερό κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Το ίδιο και στις "Ομπρέλες του Χερβούργου", το πολύχρωμο μιούζικαλ στο οποίο μιλάνε μόνο τραγουδιστά επί 90 λεπτά, με τα θεαματικά πλάνα και τις εικονοκλαστικές εξτραβαγκάντσες, όπου η 17χρονη Ζενεβιέβ ερωτεύεται τον 20χρονο Γκάι σε μια σχέση χωρίς μέλλον. Ο τελευταίος πηγαίνει στον πόλεμο της Αλγερίας, η Ζενεβιέβ έχει στην κοιλιά της το παιδί του, κι ως μικροαστή που είναι θα την κάνει τη σύμβασή της για να εξασφαλίσει την «καλή ζωή». Το πιο μύχιο μυστικό ενός ατελέσφορου έρωτα γίνεται ύμνος στα χέρια του Ντεμί. Η εξαιρετική μουσική του Μισέλ Λεγκράν και η υπέροχη ερμηνεία της Κατρίν Ντενέβ συμπληρώνουν το μωσαϊκό ενός αγαπησιάρικου μιούζικαλ. Η ταινία προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και βραβεία Γκράμμι.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Blow-Up (Μικελάντζελο Αντονιόνι, 1967)

Πανέμορφα μοντέλα, προκλητικά φορέματα, ακριβά αυτοκίνητα, εύκολο σεξ, αύθονη μαριχουάνα, ξέφρενα πάρτυ, το ιλουστρασιόν "φαίνεσθαι" μιας εποχής όπου το "είναι" μοιάζει κενό, παραμορφωμένο, σαν τη ζωή του περιζήτητου φωτογράφου μόδας Τόμας που έχοντας βαρεθεί τις ανούσιες ευκολίες αναζητά νόημα φωτογραφίζοντας αληθινούς ανθρώπους στο δρόμο: γέρους και γριές, εργάτες, φαντάρους, παιδιά κι ένα παράνομο ζευγάρι που θα του αποκαλύψει ένα μυστικό και μια αληθινή πρόκληση. Η μυστηριώδης Τζέην (υπέροχη στο ρόλο η Βανέσα Ρέντγκρέιβ) στον αντίποδα των όμορφων και εύκολων μοντέλων που δεν διστάζουν να πουλήσουν την ψυχή τους για μερικές πόζες στο φακό του διάσημου φωτογράφου, ένα πτώμα πιο ζωντανό απ' τον μαστουρωμένο περίγυρο του Τόμας και μια ομάδα μίμων σε ένα σιωπηλό παιχνίδι τένις που καταλήγει πιο ηχηρό απ' τη σιωπή στην οποία ζει θα καταφέρουν να του αλλάξουν την οπτική και να τον διδάξουν ότι η αληθινή ζωή έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ' την εφήμερη λαμπερή επιφάνεια. Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Αντονιόνι, εκτός από την μέγιστη διάκριση στις Κάννες (την τελευταία πριν το ακυρωθέν φεστιβάλ του Μάη του '68), κέρδισε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου, ενώ είχε και πολύ καλή πορεία στους κινηματογράφους, στηριζόμενη κυρίως στους νεαρούς θεατές στην εποχή της.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Εάν... (Λίντσει Άντερσον, 1969)

Μπορεί να θεωρηθεί και η ταινία που σηκώνει την επαναστατική παντιέρα απέναντι σε κάθε μορφής κατεστημένο, όπως και σε κάθε λογής εξουσιαστικό παράλογο. Ο Λίντσει Άντερσον, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής Βρετανίας, χτυπάει τα χρηστά ήθη της πατρίδας του: τα βάζει με το κράτος, το στρατό, την εκκλησία, τη σάπια οικογένεια και κυρίως την τρύπια παιδεία. Έτσι, χτίζει μια αλληγορική ταινία, γεμάτη συμβολισμούς. Σε ένα δημόσιο σχολείο στη Βρετανία, που ζουν εσωτερικοί οι μαθητές του, ο τρόπος εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τα παιδιά είναι καθ’ όλα βάρβαρος και ακατανόητος: οι ιεραρχίες του, ο τρόπος διδασκαλίας του, και η εν γένει στάση του, έχουν να κάνουν περισσότερο με στρατό παρά με σχολείο. Μέσα από τα διαδοχικά κεφάλαια στα οποία έχει χωρίσει την ταινία του ο Άντερσον, βλέπουμε το λεπτομερές μωσαϊκό του παραλογισμού ενός συστήματος εκπαίδευσης, την αλόγιστη βία που χρησιμοποιεί, την αντίδραση των πιο ανήσυχων πνευμάτων του και την, εντέλει, αιματηρή εξέγερση τους. Η τελευταία σκηνή, από τις πλέον χαρακτηριστικές του κινηματογράφου, είναι μια αντιεξουσιαστική, αντικαθεστωτική, αντιδραστική πράξη εκδίκησης σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και πλέον μόνο βρωμίζει. Ο Άντερσον σύστησε στο κοινό τη νοσηρή φάτσα του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, την οποία αργότερα εξέλιξε ο Κιούμπρικ ("Κουρδιστό πορτοκάλι"), κι απογείωσε ο Τίντο Μπρας ("Καλιγούλας"). Στην ταινία αυτή εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, ο εκ των σημαντικότερων, αυτή τη στιγμή, σκηνοθετών στη Βρετανία Στέφεν Φρήαρς.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Η Συνομιλία (Φράνσις Φορντ Κόπολα, 1974)

Μοναχικός, μελαγχολικός ιδιωτικός ντετέκτιβ, κορυφαίος στις παρακολουθήσεις, ο Χάρυ καλείται να καταγράψει τη συνομιλία νεαρού ζευγαριού για λογαριασμό μυστηριώδους διευθυντή μεγάλης εταιρίας. Γιατί είναι σιωπηλός; Από τι προσπαθεί να ξεφύγει; Ποιοι λόγοι τον κάνουν να θέλει να καταστρέψει τις κασσέτες όπου με μεγάλη επιδεξιότητα κατέγραψε τους δύο στόχους του να συνομιλούν; Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, αμέσως μετά τον "Νονό", γύρισε την αγαπημένη του ταινία, ένα ευφυές χιτσκοκικό θρίλερ με τον Τζιν Χάκμαν στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του. Η "Συνομιλία" ξετυλίγεται σαν καφκικός εφιάλτης, όπου όλα παρακολουθούνται και τίποτα δεν μένει κρυφό. Η τεχνολογία ως ένα νέο πανίσχυρο "πανοπτικόν" που κι αν είσαι αυτός που την χρησιμοποιεί, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε χρησιμοποιήσει. Ένας αδιάφορος σε πρώτη ανάγνωση διάλογος, που κάθε φορά που τον ακούς σου δίνει περισσότερα στοιχεία, χωρίς να αποκαλύπτει όλα όσα κρύβει μέχρι το τέλος. Η ευφυία του Κόπολα στο σενάριο, η σκηνοθετική του μαεστρία και η μελαγχολική τζαζ, το σπαρακτικό σαξόφωνο, η αίσθηση ματαιότητας στο βλέμμα και τις κινήσεις του Χάκμαν. Αριστούργημα, με 3 υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου και Ήχου), Χρυσό Φοίνικα και βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στις Κάννες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Ο Ταξιτζής (Μάρτιν Σκορτσέζε, 1976)

Στη Νέα Υόρκη, ένας πρώην πεζοναύτης που υπηρέτησε στο Βιετνάμ πάσχει από αϋπνία. Για να αξιοποιήσει τον χαμένο χρόνο πιάνει δουλειά ως ταξιτζής. Τα βράδια βλέπει γυμνή την πόλη: ναρκομανείς, πόρνες κι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανομίας κλονίζουν την ήδη διαταραγμένη προσωπικότητά του. Ώσπου, θα πάρει τα όπλα και θα «καθαρίσει», σκοτώνοντας όσους θεωρεί ότι αποτελούν το πρόβλημα. "Ο Ταξιτζής", πίσω στα 1976, είναι η ταινία που τοποθέτησε τον Σκορτσέζε ανάμεσα στους πλέον ανερχόμενους σκηνοθέτες των Η.Π.Α. και τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ευρώπη. Ένας ταξιτζής που αναμετριέται μέσα στο θολό του μυαλό με τα θηρία της νεοϋορκέζικης νύχτας. Ή διαφορετικά, η κάμερα του Σκορτσέζε που παρατηρεί και καταγράφει με τα μελανότερα χρώματα καθημερινές και συνάμα επικίνδυνες ιστορίες στους δρόμους της μητρόπολης. Στο ρόλο του ταξιτζή Tράβις και σ' έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της καριέρας του, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, πλαισιωμένος από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τη Τζόντι Φόστερ. Τελικά, είναι ο "Ταξιτζής" ένα πρώιμο ντοκουμέντο της μεταμοντέρνας κοινωνίας ή ένα φιλμ που μας μιλά για την κουλτούρα της αποξένωσης και του περιθωρίου; Αποφεύγοντας το ερώτημα, μπορούμε να συνοψίσουμε το νόημα της ταινίας σε μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες του κινηματογράφου, τη φράση του Tράβις: «You talkin' to me?».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Ταμπούρλο (Βόλκερ Σλέντορφ, 1979)

Η πόλη του Ντάντσιχ χρησιμοποιείται προσχηματικά από τον Βόλκερ Σλέντορφ. Είναι, άλλωστε, το μεταίχμιο μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας, Ναζί και Κομμουνιστών, παιδικής και εφηβικής ηλικίας, όπως συμβαίνει και με το μικρό ήρωα της. Είναι μια πόλη που ακροβατεί και που εντέλει δεν θέλει να μεγαλώσει, αφού αρκείται σε αυτά που διαθέτει και δεν επιθυμεί περισσότερα. Στην πόλη του Ντάντσιχ, στα μέσα του 20ου αιώνα, μεγαλώνει ο μικρός Όσκαρ ο οποίος και παραμένει… μικρός καθώς αποφασίζει ο ίδιος. Δεν θέλει να μεγαλώσει, γι’ αυτό και πέφτει από τις σκάλες του σπιτιού του χτυπώντας τη σπονδυλική του στήλη, κάτι που τον αφήνει νάνο. Αυτός, όμως, δεν στενοχωριέται. Του αρέσει που είναι μικρός και προσκολλημένος στο ταμπούρλο του. Έτσι βιώνει και όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ψυχρή και συνάμα σπαρακτική η ταινία του Σλέντορφ. Ο ήχος του ταμπούρλου, η ανατριχιαστική μουσική του Μωρίς Ζαρ και η χαρακτηριστική ερμηνεία του μικρού Ντέιβιντ Μπένετ σε παραλύουν. Άλλωστε, βιώνεις έναν αλλοπρόσαλλο, παράλογο κόσμο. Στο έπος του Σλέντορφ, ο οποίος και δεν ξεπέρασε την επιτυχία αυτή έκτοτε, εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής ο δικός μας Νίκος Περάκης. Στο σενάριο συνεργάστηκαν ο σπουδαίος Ζαν Κλωντ Καριέρ (μόνιμος συνεργάτης του Μπουνιουέλ) και ο νομπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας (στου οποίου το βιβλίο βασίστηκε ο Σλέντορφ). Πέρα από το Χρυσό Φοίνικα, πήρε και το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Παρίσι, Τέξας (Βιμ Βέντερς, 1984)

Αν έπρεπε να επιλέξω μονάχα έναν Χρυσό Φοίνικα, αυτός θα ήταν το "Παρίσι, Τέξας" του Βιμ Βέντερς. Η ταινία (βασισμένη σε διηγήματα του Σαμ Σέπαρντ) ξεκινάει δείχνοντας έναν άνδρα να καταρρέει, μετά από περιήγηση στην έρημο. Δεν μιλάει, δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Σύντομα θα αρχίσουμε να μαθαίνουμε αποσπασματικά κομμάτια της προηγούμενης ζωής του, την ώρα που μερικές επαναλαμβανόμενες (σχεδόν απειλητικές) νότες -η μοναδική κιθάρα του Ράι Κούντερ- συνοδεύουν την προσπάθειά του να ορίσει το παρελθόν του και να αποφασίσει για το μέλλον του. Χρησιμοποιώντας έντονα χρώματα (δεν έχεις δει πιο υπέροχα πράσινα, κόκκινα και γαλάζια), ένα σχεδόν συμβολικό τίτλο -το Παρίσι που δεν θα γίνει ποτέ ευρωπαϊκό, αλλά θα παραμείνει χαμένο κάπου στο... Τέξας- ο Βιμ Βέντερς, με τη βοήθεια του πρωταγωνιστή του Χάρι Ντιν Στάντον, φτιάχνει ένα γουέστερν, όπου δεν σκοτώνουν τα όπλα, αλλά τα συναισθήματα. Και καθώς η ώρα περνά, αυτά που δεν γνωρίζουμε, βγαίνουν αργά στην επιφάνεια και οδηγούν σε ένα μελαγχολικό κρεσέντο, μια συγκλονιστική σκηνή πίσω από ένα τζάμι, όπου τα πρόσωπα των δύο πρώην εραστών (πόσο όμορφη μπορεί να είναι η Ναστάζια Κίνσκι σε αυτή την ταινία;) γίνονται ένα. Και ύστερα πάλι δύο. Για να σηματοδοτήσουν έτσι όλα όσα τους ενώνουν. Αλλά και όσα τους χωρίζουν.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Μαθήματα Πιάνου (Τζέιν Κάμπιον, 1993)

Μία ταινία πανέμορφα ερωτική, γεμάτη μουσική αλλά και με την πιο ηχηρή σιωπή της ίδιας της της πρωταγωνίστριας. Η Χόλι Χάντερ υποδύεται τη μουγκή Σκοτσέζα που θα ταξιδέψει μέχρι τη Νέα Ζηλανδία προκειμένου να παντρευτεί. Ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει είναι με νοήματα που μεταφράζει η μικρή κόρη της, και μέσα από τη μουσική. Ο μελλοντικός σύντροφός της, Σαμ Νηλ, θα αδιαφορήσει για το πιάνο της κι εκείνη θα στραφεί στον Χάρβει Καϊτέλ. Εκείνος θα εισχωρήσει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, που ευθύς εξαρχής φαίνεται να αγνοεί τους όποιους κανόνες κοινής υποχώρησης και ευτυχούς συνύπαρξης, και φέρνοντας της το πιάνο που είχε εγκαταλειφθεί στην παραλία θα πυροδοτήσει μία σειρά σκηνών άκρως αισθησιακών και ερωτικών. Θα της ζητήσει να τον διδάξει μουσική, μα το παράφορο πάθος γρήγορα θα τους τυφλώσει. Ο ντροπιασμένος σύζυγος θα επιμείνει στην απόφασή του για τυφλή εκδίκηση, χωρίς όμως να ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια του. Η αγάπη, το πάθος, ο έρωτας, η απόρριψη και η αποδοχή βρίσκουν το βήμα που τους αρμόζει μέσα από τον κινηματογραφικό φακό της Τζέιν Κάμπιον, η οποία και δικαίως θα βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών το 1993.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Pulp Fiction (Κουέντιν Ταραντίνο, 1994)

Πού μπορεί να οδηγηθεί ένας γκάνγκστερ όταν ανακαλύπτει το νόημα που κρύβεται στο λόγο του Θεού; Ποια κατάληξη μπορεί να έχει για έναν εκτελεστή δολοφόνο ο διαγωνισμός χορού με παρτενέρ τη σύζυγο του μεγάλου αφεντικού; Τελικά, μπορείς να διατηρήσεις και την αξιοπρέπεια σου και να γίνεις πλούσιος; Και τέλος, τι είναι πιο επικίνδυνο, να ληστεύεις κάβες κατά την διάρκεια της βάρδιας αλλοδαπών υπαλλήλων ή να ληστεύεις καφετέριες όταν δεν έχεις ιδέα ποιος μπορεί να απολαμβάνει ήσυχα το πρωινό του, ανάμεσα στους συνηθισμένους, άκακους, πελάτες-θύματα; Αν αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που σας απασχολούσαν από πάντα αλλά ποτέ δεν τολμήσατε να τα εκφράσετε μεγαλόφωνα, δεν έχετε παρά να δείτε το "Pulp Fiction" και να είστε σίγουροι ότι ο Τζον Τραβόλτα, o Σάμιουελ Τζάκσον, ο Μπρους Γουίλις, η Ούμα Θέρμαν και πολλοί άλλοι, δεν θα σας αφήσουν καμία αναπάντητη απορία. Το δεύτερο, στη σειρά, φιλμ του Κουέντιν Ταραντίνο που το 1994 απέσπασε στο φεστιβάλ των Καννών τον Χρυσό Φοίνικα, είναι μια σπονδυλωτή ροκ ιστορία, γνήσιο προϊόν της πρόσμιξης πολλών παλιότερων και πιο σύγχρονων κινηματογραφικών ειδών. Καυστικοί διάλογοι, πρωτότυπο μαύρο χιούμορ, δυνατές ερμηνείες και η ανατρεπτική διασκευή ενός κλασσικού έθνικ λαϊκού κομματιού, είναι μερικά μόνο από τα επιπλέον στοιχεία, που μετέτρεψαν το "Pulp Fiction" σε ένα από τα αξιολογότερα δείγματα του νέου ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά.
ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Underground (Εμίρ Κουστουρίτσα, 1995)

Η ιδιόμορφη κοινότητα που αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος και ζει εκεί για πέντε περίπου δεκαετίες θα καταφέρει να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα το 1995. Ένα αντιπολεμικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στο σουρεαλισμό, το συμβολισμό, τη ρεαλιστική ευαισθησία, χωρίς να αποκλείει το γέλιο ή το κλάμα. Η ιστορία μιας χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, που αργά και σταθερά κατασπαράσσεται είτε από τις δυνάμεις που την πολιορκούν είτε από τις δυνάμεις που την εποικούν. Άνθρωποι με αξίες ή και χωρίς που όμως δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ή να τους μισήσεις καθώς είναι απόλυτα γήινοι και αληθινοί, είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας. Από τις πιο ποιητικές σκηνές, αυτές οι εξαίσιες του υπόγειου γάμου, που αναπνέουν νοσταλγία και ρομαντισμό, αισθήματα που καταφέρνουν να επιβιώσουν ακόμα και μέσα σε μία σιδερένια, κρύα κάνη ενός χειροποίητου τανκ. Η μουσική του Μπρέγκοβιτς και η σκηνοθετική ιδιοφυία του Κουστουρίτσα κατάφεραν να δώσουν μια ταινία, που αγγίζει τα όρια της ύπαρξής μας είτε αυτή μυρίζει βαλκάνια είτε όχι.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Μυστικά και Ψέματα (Μάικ Λι, 1996)

Καθημερινοί άνθρωποι, ρεαλιστικές οικογενειακές καταστάσεις, απλό, απέριττο και ανθρωποκεντρικό σινεμά από τον μεγάλο βρετανό Μάικ Λι. Σενάριο που στα χέρια του μέσου σύγχρονου Γάλλου σκηνοθέτη θα κατέληγε ένα μίζερο οικογενειακό δραματάκι με πολύ στόμφο και ελάχιστο ενδιαφέρον, απογειώνεται σε ένα σπαρακτικό και εκρηκτικό δράμα χαρακτήρων στο οποίο αναγνωρίζεις τον εαυτό σου ή τουλάχιστον τον διπλανό σου μέσα από τις συγκλονιστικές ερμηνείες του Τίμοθι Σπολ, της Μπρέντα Μπλέθιν και των άλλων πρωταγωνιστών που αναμετρώνται με την για χρόνια κρυμμένη αλήθεια, κάτω από το βλέμμα ενός σκηνοθέτη που δεν σκοπεύει στη διδαχή και τον παραδειγματισμό και στέκεται σαν παρατηρητής, όχι επιστημονικού πειράματος αλλά ανθρώπινων διεργασιών, σχέσεων και συναισθημάτων. Η καλύτερη και σημαντικότερη στάση της φιλμογραφίας του Λι, απέσπασε 3 βραβεία στις Κάννες, 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία της Μπλέθιν και καμιά 20αριά ακόμα βραβεία σε Φεστιβάλ ανά τον κόσμο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1998)

Ο Αλέξανδρος (Μπρούνο Γκανζ) έχει μία ακόμη μέρα ζωής εκτός των νοσοκομειακών τοίχων, όπου θα τον καταδικάσουν πιθανώς και στον θάνατο. Συμβολικά, μία ακόμη μέρα ελευθερίας, σαν κι αυτή που υμνήθηκε από τον συνάδελφό του Ποιητή, Διονύσιο Σολωμό. Ακολουθώντας τα χνάρια του, θα περιπλανηθεί στον τόπο και στις αναμνήσεις του και θα αγοράσει λέξεις επιθυμώντας να εκφράσει τα συναισθήματά του, καθώς αγγίζει απαλά το τέρμα της ζωής. Το χαρτί όμως θα μένει σταθερά και παγερά λευκό αποδεικνύοντας είτε την αδυναμία της περιγραφής είτε την ατοπία της έκφρασης μιας τέτοιας στιγμής. Με παρέα του ένα παιδί των φαναριών από την Αλβανία (Αχιλλέας Σκεύης) θα κάνει μία κατάδυση στην περασμένη προσωπική του ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε ιστορία ανθρώπου χωρίς σύνορα κι έθνη. Η μορφή της νεκρής συζύγου του Άννας (Ιζαμπέλ Ρενώ) επιμένει να βρίσκεται στο επίκεντρο των αναπολήσεών του, αντιπροσωπεύοντας το φως και την ομορφιά που εκείνος επέλεξε να απαρνηθεί, προκειμένου να υπηρετήσει σώμα και ψυχή την τέχνη του. Μία ταινία με πανέμορφα πλάνα, υπέροχες σκηνές. Είναι μία ταινία ανθρώπινη, ερωτική, ποιητική που σε παρασύρει αβίαστα μέσα στα στενά όρια μιας άγνωστης σε σένα ζωής που αν και διαρκεί μόνο μία μέρα, τα βήματά της αγγίζουν την αιωνιότητα.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Χορεύοντας στο Σκοτάδι (Λαρς Φον Τρίερ, 2000)

Αν και δεν αποτελεί την καλύτερη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ, είναι ίσως η πιο συγκινητική του. Τουλάχιστον για μένα, που όταν την πρωτοείδα έριξα ποταμούς δακρύων για την ιστορία μιας τυφλής μάνας που η σπάνια ασθένειά της απειλεί να τυφλώσει και τον γιο της. Εκείνη ξεκινά μια «σταυροφορία» για να βρει λεφτά να τον σώσει, μα στην πορεία έρχεται αντιμέτωπη με πλήθος δυσκολιών και «κακών». Και όλα αυτά σε μιούζικαλ. Με την Μπιορκ. Μπορεί να ακούγεται αστείο. Και όμως. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι που μετατρέπουν την ταινία σε ένα larger-than-life μελόδραμα που «ντύνεται» μοναδικά με τη χαρακτηριστική φωνή της Ισλανδής τραγουδίστριας. Ίσως είναι η περσόνα της (και το ταλέντο του Δανού σκηνοθέτη) που μετατρέπουν ένα είδος «σαπουνόπερας» σε μια πραγματικά σπουδαία και σπαρακτική ταινία. Κάποιοι θα φύγουν πριν από το προτελευταίο τραγούδι, όπως λέει η Σέλμα σε μια σκηνή. Κάποιοι άλλοι -εγώ ανάμεσά τους- θα μείνουν και θα ακούν ξανά και ξανά το «I’ ve seen it all», έχοντας παραμάσχαλα την κούτα με τα χαρτομάντιλα.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Το Δωμάτιο του Γιου μου (Νάνι Μορέτι, 2001)

Υπάρχουν ταινίες που τις αγαπάς γιατί σου λένε πράγματα μέσα σου. Υπάρχουν κι άλλες που τις αγαπάς γιατί σου ψιθύρισαν κάποιο μυστικό. Και υπάρχουν μερικές που αγαπάς μια και τις αγάπησαν άνθρωποι που εσύ αγάπησες πολύ. Μια τέτοια περίπτωση είναι, για μένα, "Το Δωμάτιο του Γιου μου". Μπέρδεμα; Πάντα με τις συναισθηματικές καταστάσεις. Και από συναίσθημα έχει μπόλικο η ταινία του Νάνι Μορέτι που αφηγείται μια ιστορία απώλειας και μνήμης. Όλη η γκάμα των συναισθημάτων που ακολουθεί τον χαμό ενός αγαπημένου προσώπου παρελαύνουν επί σκηνής, καθώς ένας Ιταλός ψυχίατρος παλεύει να αποδεχτεί τον θάνατο του γιου του. Τρυφερή και ανθρώπινη, η ταινία ασχολείται με τις λεπτές αποχρώσεις αυτού του δύσκολου ζητήματος. Πρέπει κανείς να μένει προσκολλημένος ή χρειάζεται και να μπορεί να προχωράει μπροστά, παρά τις δυσκολίες; Είναι το δίλημμα στο οποίο καλείται να απαντήσει η ταινία -και ο θεατής. Η βράβευση του φιλμ με τον Χρυσό Φοίνικα συνάντησε την έντονη αντίδραση -ακόμα και περιφρόνηση- πολλών κριτικών που την κατηγόρησαν για υπερβολικό (ίσως και για φτηνό) συναισθηματισμό. Αλλά είπαμε. Το "Δωμάτιο του Γιου μου" είναι ζήτημα καρδιάς. Όχι λογικής.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Ο Πιανίστας (Ρομάν Πολάνσκι, 2002)

Βασισμένη στο βιβλίο του Πολωνό-Εβραίου πιανίστα Βλαντισλάβ Σπίλμαν, η ταινία του Ρομάν Πολάνσκι εξιστορεί την οδύσσεια ενός νεαρού μουσικού κατά την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Από την ανελέητη καταδίωξη, μέχρι τον οριστικό και απόλυτο μηδενισμό της ανθρώπινης αξίας και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός και μόνο ανθρώπου που κατάφερε να επιβιώσει όντας ζωντανός σε μια πόλη φάντασμα που κατοικείται μόνο από εφιάλτες. Ο Πολάνσκι, μάρτυρας και ο ίδιος των γεγονότων που μας αφηγείται, πετυχαίνει να μεταφέρει το κλίμα της εποχής χωρίς ανούσιες προσθήκες περιττών συναισθηματικών σχολίων, τα οποία -έτσι κι αλλιώς σε περιπτώσεις που πλέον μοναδική μέριμνα αποτελεί η ίδια η επιβίωση- μοιάζουν το λιγότερο ψεύτικα. Αντικειμενικός, δεν παραλείπει να τονίσει τα κακώς κείμενα πολλών Εβραίων και στον αντίποδα τη χείρα βοηθείας που μπορεί να έρθει από την πιο απρόσμενη πηγή. Ιδανική είναι και η αξιοποίηση του χρόνου έτσι όπως τον διαχειρίστηκε ο σκηνοθέτης, ισορροπώντας σε ένα μέσο ρυθμό που δεν αφήνει τον θεατή να βαρεθεί, αλλά παράλληλα του επιτρέπει να επεξεργαστεί τα γεγονότα δίνοντας τους την απαιτούμενη προσοχή. Τέλος, άξιος πολλών επαίνων είναι ο Άντριεν Μπρόντυ που με την λιτή του ερμηνεία κατάφερε να αποχρωματίσει τον προσωπικό χαρακτήρα του δράματος, προσδίδοντας τις πραγματικές του διαστάσεις.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Η Λευκή Κορδέλα (Μίκαελ Χάνεκε, 2009)

Πίσω από την κάθε κλειστή πόρτα της μικρής γερμανικής κωμόπολης, παίζεται ένα διαφορετικό δράμα που συναγωνίζεται σε βαναυσότητα το διπλανό του. Τα σαθρά θεμέλια που υψώνονται, συγκροτώντας σε δυσθεόρατα ύψη τους τρεις στυλοβάτες του χωριού - τον παπά, τον γιατρό και τον βαρόνο - ακροπατούν πάνω σε λεπτές κλωστές που η μια μετά την άλλη σαπίζουν, επιτρέποντας στο αποτρόπαιο πρόσωπο της βίας να στιγματίσει με τον πιο αμετάκλητο τρόπο το μέλλον της παραμικρής ελπίδας, πριν ακόμα προλάβει να βγει στο φως. Ένα μουντό σκηνικό περιστοιχισμένο από γόνιμη γη, με πρωταγωνιστές που τόσο ειρωνικά τρέμουν ντροπιασμένοι μπροστά στην έκφραση οποιουδήποτε ενστίκτου. Τίποτα δεν είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να κλονίσει την εξουσιαστική υποταγή που ασκούν πάνω στους κατοίκους τα φοβισμένα ηθικά διδάγματα και οι στείρες νουθεσίες του παρελθόντος. Η τυφλή κοινωνία παραμένει κρυμμένη στο σκοτάδι ακόμα και όταν βλέπει να θυσιάζονται ένα - ένα τα ίδια της τα παιδιά. Μια σειρά από μυστηριώδη εγκλήματα μιμητικού χαρακτήρα, είναι η πληρωμή που επεφύλασσε η μοίρα σε εκείνους τους πρώτους τιμωρούς.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (16-5-11).

19 Μαΐ 2011

Ταινίες 19ης Μαΐου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες μία ταινία, ενώ δυο επανεκδόσεις θυμίζουν στον σινεφίλ στιγμές κλασικού βρετανικού χιούμορ και βωβού σοβιετικού φορμαλισμού. Κατά τα λοιπά, τα βλέμματα παραμένουν στραμμένα στο Φεστιβάλ των Καννών. Έχε υπόψη σου ό,τι από σήμερα ξεκινά το 2μηνο Ταινιόραμα του κινηματογράφου Άστυ. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι "Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε άγνωστα νερά" όπου ο Τζόνι Ντεπ ως Τζακ Σπάροου, αυτή τη φορά με την Πενέλοπε Κρουζ στο πλάι του, μπαίνει σε νέες πειρατικές περιπέτειες στο τρίτο σίκουελ της σειράς. Στη "Νέα Βαβυλώνα", τη ρωσική εκδοχή για τη Παρισινή Κομμούνα, παραγωγής 1929, θα χωνέψεις για τα καλά όλες τις πτυχές της εξέγερσης του 1871, μια και έχουν βαλθεί να στη μάθουν με το στανιό οι Έλληνες διανομείς, αυτή την περίοδο. Με το κύκνειο άσμα των Μόντυ Πάϊθον, "Το νόημα της ζωής", κλείνει και το αφιέρωμα στην απίθανη βρετανική κωμική ομάδα που ξεκίνησε το περυσινό καλοκαίρι. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την πλέον αδύναμη τους ταινία, με το χιούμορ της σε στιγμές να μοιάζει και παρωχημένο. Σημείωσε ότι την κριτική στη γράφει ο Πετιμεζάς.

Οι Πειρατές της Καραϊβικής : Σε άγνωστα νερά (5/10)

Για να στο θέσω κι ευθέως, χωρίς να ήμουν ποτέ φανατικός της σειράς που παραληρεί στρατιές θεατών, πάντοτε τις περιπέτειες του Τζακ Σπάροου-Τζόνι Ντεπ τις έβλεπα με χαλαρή διάθεση και όρεξη για πλάκα. Στην προκειμένη περίπτωση, σε αυτό το τρίτο σίκουελ, που πιθανότατα προμηνύει κι άλλα τόσα, δεν ένιωσα τίποτα το ιδιαίτερο. Επιπρόσθετα, η διάθεση μου παραχαλάρωσε και η πλάκα μου έγινε μειδίαμα. Εν γένει, οι νέοι "Πειράτες" σα να μεγαλώσανε απότομα. Σα να βαρύνανε επίσης και να περπατούν κάπως βαριά, νωχελικά, σχεδόν βαριεστημένα. Χωρίς να είναι κακοί, παρόλο που το δίδυμο Ντεπ-Κρουζ δεν μου είπε και πολλά (και ναι, την Κίρα Νάιτλι τη θέλω πίσω), γίνανε αδιάφοροι. Ναι εντάξει, και θα το διασκεδάσεις και θα ψιλογελάσεις, και καμιά φορά το αχρείαστο 3D (που σε κουράζει) θα σε εντυπωσιάσει. Όμως, οι νέοι "Πειρατές" χάσανε την παιδικότητα τους, με αποτέλεσμα αυτό το άρτιο αποτέλεσμα (εικαστικά εξαιρετικοί), με τις αδιάφορες προσθέσεις (όπως η σκηνοθετική) και τις άστοχες (εντέλει) αφαιρέσεις, σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για το ποιοτικό αποτέλεσμα της σειράς.

Η νέα Βαβυλώνα (6/10)

Έχουν βαλθεί να σου μάθουν απ’ έξω κι ανακατωτά ολόκληρη την παρισινή Κομμούνα αυτή την περίοδο. Γι’ αυτό, έτσι και άντεξες την 6ωρη "Κομμούνα" του Πήτερ Γουώτκηνς, τρέξε στα σινεμά να δεις και τη βωβή, ρωσική εκδοχή της. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θέση μπορεί να έχει "Η νέα Βαβυλώνα" στην εποχή σου, πέρα από ρόλο παιδευτικό/ιστορικό. Όπως και να έχει, αν είσαι φανατικός σινεφίλ και ένας από τους μερικούς δεκάδες που δεν θα πολυσκάσεις έτσι και δεν δεις τους νέους "Πειρατές της Καραϊβικής", συντονίσου σε δυο ώρες βωβού σινεμά (με τις υποβλητικές μελωδίες του Σοστάκοβιτς) γύρω από τη σοβιετική (προπαγανδιστική) ματιά πάνω στην Κομμούνα του 1871. Οι Κόζιντσεφ-Τράουμπεργκ, που θεωρήθηκαν πρωτοπόροι κυρίως για τη "Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού" την οποία δημιούργησαν προπολεμικά στο Λένινγκραντ, στα ντουζένια της μπολσεβικικής επανάστασης (γύρω στο 1922), σου αναπαριστούν με ιδιαίτερα γλαφυρό, μα και μελοδραματικό (και πανηγυρικό κάποιες φορές) τρόπο την 72μερη εξέγερση των εργατών που έκανε άνω κάτω τη γαλλική πρωτεύουσα. Με όλα τα καλά και τα ιδιαίτερα της χαριτωμενιάς του βωβού σινεμά, κι όλα τα αντιπολεμικά, χασμουριστικά του επίσης, για να τα έχεις υπόψη σου, θα δεις μια κλασική ταινία χαρακτηριστική του σοβιετικού φορμαλισμού στο σινεμά.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (19-5-11).

18 Μαΐ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry :She’ s lost control " - No 96

Photo by ikon&

Written by Joy Division

Confusion in her eyes that says it all.
She's lost control.
And she's clinging to the nearest passer by,
She's lost control.
And she gave away the secrets of her past,
And said I've lost control again,
And of a voice that told her when and where to act,
She said I've lost control again.

And she turned around and took me by the hand
And said I've lost control again.
And how I'll never know just why or understand
She said I've lost control again.
And she screamed out kicking on her side
And said I've lost control again.
And seized up on the floor, I thought she'd die.
She said I've lost control.
She's lost control again.
She's lost control.
She's lost control again.
She's lost control.

Well I had to phone her friend to state my case,
And say she's lost control again.
And she showed up all the errors and mistakes,
And said I've lost control again.
But she expressed herself in many different ways,
Until she lost control again.
And walked upon the edge of no escape,
And laughed I've lost control.
She's lost control again.
She's lost control.
She's lost control again.
She's lost control.

I could live a little better with the myths and the lies,
When the darkness broke in, I just broke down and cried.
I could live a little in a wider line,
When the change is gone, when the urge is gone,
To lose control. When here we come.

Σαν σήμερα – 18 Μαΐου

1652: Η Πολιτεία του Ρόουντ Άιλαντ θεσπίζει τον πρώτο νόμο στη Βόρεια Αμερική, που θεωρεί παράνομη τη δουλεία.

1808: Πεθαίνει ο Ελία Κρέιγκ, "πατέρας" του καναδέζικου ουίσκι.

1872: Γεννιέται ο Μπέρτραντ Ρούσελ, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1950.

1911: Γεννιέται ο τραγουδιστής των μπλουζ, Μπιγκ Τζόε Τέρνερ.

1978: Ανακαλύπτεται η σορός του Τσάρλι Τσάπλιν, που είχε κλαπεί από τυμβωρύχους, και συλλαμβάνονται οι δράστες, που απαιτούσαν λύτρα 600 χιλιάδων δολαρίων.

1980: Αυτοκτονεί ο Ίαν Κέρτις, η ψυχή του συγκροτήματος Joy Division.

17 Μαΐ 2011

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2010 [ΑΛΜΑΝΑΚ Π.Ε.Κ.Κ.]

Του Νέστορα Πουλάκου
poulakos@sevenart.gr

Κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες το νέο, 18ο στη σειρά, «Αλμανάκ» της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, το συνδικαλιστικό σωματείο δηλαδή των δημοσιογράφων που, όσο περνά ο καιρός, όλο και λιγοστεύουν και υπολείπονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και, φυσικά, για να σου πω τη γνώμη μου, η συνεχιζόμενη απαξίωση αυτού του επαγγέλματος δεν έχει ξεκινήσει από τους ίδιους τους κριτικούς όπως λέγεται ευρέως, μα λόγω της υποτίμησης και καταβαράθρωσης του πολιτισμού από τους παραδοσιακούς εκδότες (και το κράτος και την κοινωνία, εννοείται, μια και η έκπτωση είναι γενική) που παρασέρνει την ιδιότητα του πολιτιστικού συντάκτη στα τάρταρα. Άλλωστε, όλοι οι δημοσιογράφοι, λίγο-πολύ, έχουμε βιώσει στα μέσα που έχουμε εργαστεί τον εξής απαράβατο κανόνα: «ας ξεκινήσουμε τις περικοπές από το πολιτιστικό, ποιος το χρειάζεται έτσι κι αλλιώς;».

Στο «Αλμανάκ 2010» της Π.Ε.Κ.Κ., της οποίας σου ξεκαθαρίζω ότι είμαι μέλος και έχω συμβάλει (και συμμετάσχει συγγραφικά) στην έκδοση του βιβλίου (ώστε να προλάβω τις «κακές γλώσσες»), υπάρχει μια πλήρης αποτίμηση του κινηματογράφου στην Ελλάδα για το 2010. Αναδημοσιευμένες κριτικές των ταινιών, ξένων και ελληνικών, που παίχτηκαν στις ελληνικές αίθουσες, από κείμενα σε εφημερίδες, περιοδικά και σάιτς των μελών του σωματείου. Κριτικές αποτιμήσεις όλων των εγχώριων φεστιβάλ, όπως και των κυριότερων ξένων (Βερολίνου, Καννών, Βενετίας). Επίσης, κείμενα των πιο γνωστών ταινιών που κυκλοφόρησαν σε dvd, βιβλίων για τον κινηματογράφο, καθώς και R.I.P’s των μεγάλων «χαμένων» στην Ελλάδα και τον κόσμο.

Υπάρχουν επίσης: Ένα άκρως καυστικό editorial του Προέδρου της ένωσης Ανδρέα Τύρου ("Ο Κόσμος του Επενδυτή") αναφορικά με το νέο νόμο και την κινηματογραφική πολιτική στην Ελλάδα (η Π.Ε.Κ.Κ. ήταν εξαρχής αντίθετη με το νέο νόμο, κρατώντας παράλληλα ουδέτερη στάση σε όλη αυτή την απαράδεκτη διαμάχη που είχε ξεσπάσει, επί έναν και πλέον χρόνο, στις τάξεις των ντόπιων κινηματογραφιστών). Ακόμη, δημοσιεύεται μια πλήρης κριτική αποτίμηση των ταινιών που παίχτηκαν στις αίθουσες από τον Αντιπρόεδρο Νίνο Φένεκ Μικελίδη ("Ελευθεροτυπία"), όπως και πλήρες και αναλυτικό box office. Την αρχισυνταξία της έκδοσης κρατά ο Δημοσθένης Ξιφιλίνος, κριτικός κινηματογράφου από τη Θεσσαλονίκη.

Σου αφήνω για το τέλος, το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι του «Αλμανάκ 2010»: Την ψηφοφορία των μελών της Π.Ε.Κ.Κ. για την καλύτερη ελληνική και ξένη ταινία της χρονιάς (από τρεις και δέκα ψήφους αντίστοιχα, ώστε να αποφεύγονται αυτά τα τραγελαφικά που συνέβησαν στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου).

Κατά τους κριτικούς, η καλύτερη ελληνική ταινία για το 2010 ήταν ο "Μαχαιροβγάλτης" του Γιάννη Οικονομίδη (που εντέλει συμπίπτει και με την επιλογή των μελών της Ε.Α.Κ.). Υπενθυμίζω, ότι οι δυο προηγούμενες ταινίες του Οικονομίδη είχαν πάρει το βραβείο της Π.Ε.Κ.Κ. στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, σου θυμίζω ότι η Π.Ε.Κ.Κ. δεν έδωσε βραβείο σε ελληνική ταινία στο 51ο Φ.Κ.Θ., και καλά έκανε μια και δεν υπήρχε ούτε καν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της εγχώριας φιλμικής παραγωγής [Τώρα που ο διεθνής χαρακτήρας του Φεστιβάλ έχει καθιερωθεί και αντί της αλλαγής του τρόπου (απονομής) τα Κρατικά Βραβεία απλώς δεν απονέμονται, με λύπη μας δεν προχωρούμε στη βράβευση της καλύτερης ελληνικής ταινίας για δύο λόγους, ειδικά φέτος: α. Επειδή δεν συμμετέχει στη γιορτή το σύνολο των ελληνικών ταινιών και, β. Επειδή στο προς ψήφιση νομοσχέδιο δεν διασφαλίζονται η λειτουργία και η συνέχεια του ελληνικού τμήματος του Φεστιβάλ, αντίθετα επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε καλλιτεχνικού διευθυντή].

1. Μαχαιροβγάλτης. Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης / 17 ψήφοι
2. Attenberg. Σκηνοθεσία: Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη / 14 ψήφοι
3. Χώρα Προέλευσης. Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας / 7 ψήφοι

Ενώ, ο "Αόρατος Συγγραφέας" του Ρομάν Πολάνσκι ψηφίστηκε ως η καλύτερη ξένη ταινία της χρονιάς.

1. Αόρατος συγγραφέας (The ghost writer). Σκηνοθεσία: Ρομάν Πολάνσκι / 13 ψήφοι
2. Αστυνομία, ταυτότητα (Politist, adj.). Σκηνοθεσία: Κορνέλιου Πορουμπόιου / 12 ψήφοι
3. Μέλι (Bal). Σκηνοθεσία: Σεμίχ Καπλάνογλου / 12 ψήφοι
4. Μια χρονιά ακόμα (Another Year). Σκηνοθεσία: Μάικ Λι / 12 ψήφοι
5. Το νησί των καταραμένων (Shuttler Island). Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορτσέζε / 12 ψήφοι
6. Inception. Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν / 11 ψήφοι
7. Ένας άνδρας μόνος (A Single Man). Σκηνοθεσία: Τομ Φορντ / 9 ψήφοι
8. Ο θαυματοποιός (The Illusionist). Σκηνοθεσία: Σιλβέν Σομέ / 9 ψήφοι
9. Γνήσιο αντίγραφο (Copie conforme). Σκηνοθεσία: Αμπάς Κιαροστάμι / 8 ψήφοι
10. Προσκύνημα στη Λούρδη (Lourdes). Σκηνοθεσία: Τζέσικα Χάουσνερ / 8 ψήφοι
11. Ο λόγος του Βασιλιά (The King’s Speech). Σκηνοθεσία: Τομ Χούπερ / 8 ψήφοι
12. Ραντεβού στον αέρα (Up in the air). Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν / 8 ψήφοι
13. Ποίηση (Poetry). Σκηνοθεσία: Λι Τσανγκντόγκ / 8 ψήφοι

Για τους ενδιαφερόμενους: Κεντρική διάθεση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Ζαλόγγου 11, 10678 Αθήνα. Τηλ. 210 3301208, fax. 210 3822530, info@kastaniotis.com

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (9-5-11).

16 Μαΐ 2011

Συνέντευξη των Ντάϊαν Κρούγκερ & Λουντιβίν Σενιέ..


Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο
poulakos@sevenart.gr

Είναι και οι δυο τους γοητευτικές, γλυκές και σέξι. Όλα μαζί αυτά σε ένα πακέτο. Υποψιάζομαι ότι θα ήταν και περισσότερο χαμογελαστές μαζί μου, έτσι και δεν τις συναντούσα κάπως αγουροξυπνημένες, έχοντας πιει ελάχιστες γουλιές καφέ, στην ταράτσα του St. George Lycabettus με πιάτο την ηλιόλουστη Αθήνα. Έτσι κι αλλιώς, όμως, οι δυο πρωταγωνίστριες της "Ατίθασης Λίλι", της ταινίας που κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο 12ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου (31 Μαρτίου - 8 Απριλίου), έλαμπαν τόσο από ομορφιά όσο και από χαρά που βρίσκονταν στην «πλέον ζωντανή πόλη της Ευρώπης, την Αθήνα», όπως μου είπαν.

Για την 34χρονη Γερμανίδα Ντάϊαν Κρούγκερ, «ο τρόπος ζωής στην επαρχία, στην εξοχή, είναι τόσο γλυκός, ζωντανός, απελευθερωτικός», ώστε θα ήθελε στο μέλλον να τον δοκιμάσει. Για την 32χρονη Λουντιβίν Σενιέ, όμως, «δεν θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ και να παραμερίσω τη δουλειά μου στον κινηματογράφο ώστε να ζήσω εκτός μεγαλούπολης, είναι πολύ μακριά από εμένα όλο αυτό».

Οι δυο κούκλες της ταινίας της Φαμπιάν Μπερτό, έχουν υπάρξει μοντέλα και μάλιστα πολύ πετυχημένα. Και στον κινηματογράφο, βέβαια, τα πηγαίνουν περίφημα: Η μεν Κρούγκερ, ήδη, τραμπαλίζεται μεταξύ Χόλιγουντ και ευρωπαϊκού σινεμά. Έχει κάνει περισσότερες από είκοσι ταινίες, με χαρακτηριστικές τους "Άδωξους Μπάσταρδους" του Κουέντιν Ταραντίνο, τον "Άγνωστο" με τον Λίαμ Νίσον, τα δυο "National Treasure" με τον Νίκολας Κέιτζ, τα "Χρόνια της μαυρίλας" του Ντενίς Αρκάν, το "Goodbye Bafana" του Μπιλ Ώγκαστ, τα "Καλά Χριστούγεννα" του Κ. Καριόν, την "Τροία" με τον Μπραντ Πιτ κ.ά.

Η, δε, Σενιέ που βρίσκεται στον κινηματογράφο από τα δέκα της χρόνια, έχει κάνει τουλάχιστον πενήντα ταινίες, και το ντεμπούτο της σε παραγωγές των Αλέν Ρενέ, Πασκάλ Τομά και Ζαν Πωλ Ραπενώ. Επί χρόνια, μάλιστα, υπήρξε μούσα του Φρανσουά Οζόν, ο οποίος και την έκανε διάσημη μέσα από τους ρόλους της στις ταινίες "Η πισίνα" και "8 γυναίκες". Έχει ακόμη παίξει σε ταινίες, όπως οι "Αιώνιοι εραστές" της Νταϊάν Κιουρί, τα "Τραγούδια της αγάπης" του Κριστοφ Ονορέ, τα δυο "Υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος" με τον Βενσέν Κασέλ, το "Ένα κορίτσι στα δυο" του Κλωντ Σαμπρόλ κ.ά.

«Πάντως πιστεύω πολύ στην αγάπη και την κατανόηση, κι αυτά είναι τα συναισθήματα που διαπνέουν και την ταινία μας», μου λέει η Κρούγκερ, αναφορικά με τις σχέσεις που έχει τόσο με την αδερφή της όσο και με τον σύζυγό της στην ιστορία της Μπερτό. «Αν το σκεφτώ, όπως μου το λες, τότε ναι, η αγάπη σε κρατά σε μια είδους «φυλακή». Άλλωστε δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, είναι αναπόφευκτο, τον αγαπάς τον άλλον».

Την Κρούγκερ τη ρώτησα, ακόμη, αν μπορεί κι η ίδια να βρει τη δύναμη και ν’ αναθεωρήσει τη ζωή της, όπως έκανε ως «Κλάρα» στην ταινία: «Εννοείς να τα παρατήσω όλα και να πάω πίσω στο χωριό; Κοίτα, δεν είναι τα πράγματα τόσο εύκολα όσο δείχνουν σε μια ταινία. Και μάλιστα, στην ιστορία αυτή υπάρχει και η απώλεια της μητέρας, που σημαίνει αναθεώρηση δεδομένων, αυτό μην το ξεχνάς».

Από την άλλη μεριά, η Σενιέ στηρίζει την αγάπη μες στην οικογένεια. «Πιστεύω όσο τίποτε άλλο στην αδελφική αγάπη, και τους δεσμούς που αναπτύσσονται στην οικογένεια. Μεγαλώνουμε με ανθρώπους, ζούμε μαζί τους, έχουν δημιουργηθεί συναισθήματα ακλόνητα, τα οποία είναι και σημαντικά άλλωστε». Η Σενιέ ως «Λίλι», πέρα από… ατίθαση, χρειάζεται όσο ποτέ την αγάπη και τη συμπαράσταση της αδερφής της μετά τον ξαφνικό χαμό της μητέρας τους. «Γι’ αυτό λοιπόν οι καλές σχέσεις με τα αδέρφια μας σα να «επιβάλλονται». Το ξέρω ό,τι πολλές φορές είναι δύσκολες, μια και δεν συμφωνούν πάντοτε τα αδέρφια μεταξύ τους, όμως ο δεσμός αυτός είναι ισχυρός και αναγκαίος».

Κλείσαμε την κουβέντα μας, με μια κλασική ερώτηση: Χόλιγουντ ή ευρωπαϊκό σινεμά; «Δυο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Λατρεύω και τις δυο, θέλω να πετάγομαι από τη μια σην άλλη, κάτι που γίνεται κιόλας βέβαια», λέει η Ντάϊαν Κρούγκερ. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου παίζω μόνο σε ευρωπαϊκές ταινίες, άρα…;», μου κάνει η Σενιέ που κάτι θα ξέρει παραπάνω.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (5-5-11).

15 Μαΐ 2011

ΣΙΝΕΜΑ ΕΝ ΔΗΜΩ

Του Νέστορα Πουλάκου

Aυτοί που ξεσηκώνουν τα φιλιά τα βλέπουν να γνέφουν καπνούς σε χαλκογραφίες». Της Κασσάνδρας Αλογοσκούφι, της ποιήτριας, της συγγραφέως. «Χείλη που φιλήθηκαν γλυκά αρκούνται στη συρραφή τους με νήμα τη λησμονιά». Γεμάτες ερωτισμό, και χωρίς kinky διάθεση, είναι οι στιγμές που η νεαρή λογοτέχνις ψηλαφεί το όμορφο, μα και το παράξενο, το ατόφιο το αυθεντικό, το ιδιαίτερο, το αισθαντικό. «Από το γυμνό δέντρο κρέμονται χριστουγεννιάτικα στόματα αλλοτινών χρόνων που γνέφουν σα να μιλούν τη γλώσσα των μήλων». Κινηματογραφική διάθλαση στη ευφορία. Το άγνωστο ρέπει, κυλάει, γίνεται ένα με τα χείλη σου. Τα φιλιά, τα κινηματογραφικά εν προκειμένω κατά τον Ερίκ Φοτορίνο, σου προσφέρονται αφειδώς για να τα γευτείς, είτε βρίσκεσαι στο Παρίσι είτε στην Αθήνα.


*

Κι αφού αναφέρθηκα στη Γαλλία, ας σου μιλήσω για τις Κάννες, ξέρεις αυτό το φεστιβάλ το λαμπερό, το ιλουστρασιόν, το καλύτερο στον κόσμο. Με το εξαιρετικό του διαγωνιστικό τμήμα για φέτος : Αλμοδόβαρ, Τρίερ, Μάλικ, Νταρντέν, Καουρισμάκι, Τσεϊλάν, Ρεφν, Μίικε, Μορέτι, Σορεντίνο. Και με αστέρια όπως οι Μπραντ Πιτ, Μάικλ Σην, Μαριόν Κοτιγιάρ, Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, Όουεν Ουίλσον, Άντριεν Μπρόντυ, Σων Πεν, Αντόνιο Μπαντέρας, Κίρστεν Ντανστ, Σαρλότ Γκενσμπούρ, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Ράϊαν Γκόσλινγκ, Κάρι Μάλινγκαν, Τίλντα Σουΐντον, Μισέλ Πικολί κ.ά. Κι από κοντά τους ο νέος Γούντι Άλλεν, με την σύζυγο Σαρκοζί Κάρλα Μπρούνι στο καστ του, όπως και οι «Πειρατές της Καραϊβικής» νούμερο τέσσερα, και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ σε νέες κόπιες. Σαν πολύ ενδιαφέρον να μου φαίνεται το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ, από τις 11 έως τις 22 Μαΐου, για φέτος. Ποιος άραγε θα πάρει τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα;

*

Κι ενώ το ελληνικό σινεμά γιορτάζει για δεύτερη χρονιά, αφού τα ελληνικά Όσκαρ ή αλλιώς τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, δίνονται στις καλύτερες ταινίες και τους πιο δημιουργικούς κινηματογραφιστές του 2010 αυτή τη φορά στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σημείωσε τα παρακάτω : επετειακό Ταινιόραμα στο Άστυ γίνεται, αφιερωμένο στον σημαντικό κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, που από τις 19 Μαΐου έως τις 13 Ιουλίου θα παίξει 168 ταινίες, τρεις διαφορετικές κάθε μέρα. Κλασικές ταινίες, όλων των ειδών, από τη δεκαετία του 1940 έως και τις ημέρες μας. Επίσης, ξεκινάει ο βομβαρδισμός των επανεκδόσεων, θα δεις πολυαναμενόμενα μπλοκμπάστερ, μικρές χαριτωμένες σινεφίλ ταινίες, και μερικά από τα πλέον έθνικ αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά. Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά.

*

Περπατάω στην πόλη μου. Ο ήλιος βρίσκεται εκεί ψηλά. Ο καιρός έχει ζεστάνει. Η ατμόσφαιρα έχει ακόμη αυτό το δροσερό αεράκι της άνοιξης, που τόσο λατρεύεις. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Και εσύ, σαν τον ανέμελο τραγουδιστή κυκλοφορείς, κλείνοντας το μάτι στον περαστικό σου που ψάχνει το μοιραίο στα μάτια σου. Και χαμογελάς. Άλλωστε, να θυμάσαι : Χείλη που φιλήθηκαν γλυκά...

*

Φόρεσα τα καλοκαιρινά μου, εσύ;

*Η στήλη δημοσιεύτηκε -για τελευταία φορά- στο τεύχος 17 του μηνιαίου free press "Move it" (Μάιος 2011).

13 Μαΐ 2011

12 Μαΐ 2011

Ταινίες 12ης Μαΐου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, χωρίς καμία από αυτές να είναι η αξιόλογη πρόταση που θα σε συγκλονίσει. Για να μη σου πω κιόλας, ότι οι περισσότερες είναι παλιά ξινά σταφύλια. Ταινία της εβδομάδας είναι το "Πέρα από το νόμο" του Ρασίντ Μπουχαρέμπ, που τον ξέρεις από το προπέρσινο "Το ποτάμι ανάμεσα". Η ιστορία που μιλά για την απελευθέρωση της Αλγερίας και το αντάρτικο πόλης, ξεσήκωσε διαμαρτυρίες στις περυσινές Κάννες και έφτασε μέχρι την πεντάδα των Όσκαρ ξένης ταινίας φέτος, διαθέτει μεν μια συγκλονιστική ιστορικότητα, πάσχει όμως από ψυχρό ακαδημαϊσμό χωρίς πάθος. Στην "Παγιδευμένη ψυχή" θα τρομάξεις, πίστεψε με. Μπορεί να μη δεις κάτι καινοτόμο και ευφυές, όμως θα νιώσεις στο πετσί σου την ανατριχίλα. Από τους δημιουργούς του "Saw" και του "Paranormal Activity". Το "Μιράλ" του Τζούλιαν Σνάμπελ ("Πριν πέσει η νύχτα", "Το σκάφανδρο και η πεταλούδα") που βγαίνει επιτέλους, μπορεί να είναι ένα βαθύ κοινωνικοπολιτικό δράμα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, διαθέτει όμως εκνευριστικές σκηνοθετικές εξτραβαγκάντσες που οδηγούν σε ευκολίες και αυθαιρεσίες. Ακόμη και το σενάριο παρουσιάζεται ελλειμματικό. Επομένως, δεν απορώ καθόλου για την κακή πορεία του από την περυσινή Μόστρα της Βενετίας. Για το τουρκικό "Τα παιδιά ενός άλλου θεού", παραγωγή διετίας, που έχει πάρει διάφορα βραβεία σε φεστιβάλ όπως της Κωνσταντινούπολης και του Σαν Σεμπαστιάν, δεν σου γράφω κριτική μια και σα να το ‘χασα στο μέτρημα της περασμένης εβδομάδας. Θα με ενδιέφερε η άποψη σου, έτσι και το δεις. Με την αμερικανική ντραμεντί "Φιλίες και έρωτες" δε νομίζω ότι περίμενες ν’ ασχοληθώ.

Πέρα από το νόμο (5/10)

Κάτι ανάμεσα σε πολεμικό δράμα, αντάρτικο πόλης και νέο-νουάρ είναι αυτή η παραγωγή του Μπουχαρέμπ, που μπορεί να θεωρηθεί άτυπο σίκουελ της ταινίας του "Πολεμιστές σε ξένο μέτωπο" (2006), και προκάλεσε διαμαρτυρίες στις περυσινές Κάννες. Με ξεκάθαρη, κατά τους Γάλλους και αυθαίρετη, μεροληπτική θέση απέναντι στα γεγονότα που οδήγησαν στην υποδούλωση των Αλγερινών από το γαλλικό κράτος, ο Μπουχαρέμπ βάζει στο επίκεντρο του τρία αδέρφια που έχουν ξεριζωθεί από τα εδάφη τους, και προσπαθούν να πάρουν το αίμα τους πίσω στο Παρίσι. Αντίσταση, επιβολή του νόμου του καταπιεσμένου, και συνάμα οι κανόνες της μαφίας και της νύχτας μπλέκονται με τρόπο βαρετό, μια και ο Μπουχαρέμπ επιμένει σε ένα παγωμένο στυλιζάρισμα άνευ προηγουμένου. Αν και ταινία εποχής που μπορεί να αποτελέσει υλικό για μια εκρηκτική πράξη αλγερινής θριαμβολογίας (άλλωστε τελειώνει με την απελευθέρωση της χώρας), εντούτοις υποδουλώνεται σε έναν ακαδημαϊσμό που της προσφέρει μόνο μια θέση στο διαγωνιστικό των Καννών (απέναντι στο αντίπαλο "Ενώπιον Θεών και ανθρώπων"), στις μπροσούρες των Γάλλων εθνικιστών, και στην πεντάδα των Όσκαρ ξένης ταινίας. Επ’ ουδενί όμως δεν γίνεται παντιέρα ελευθερίας και κραυγή αραβοφιλίας, ειδικώς σε εποχές που οι περιοχές αυτές τις έχουν ανάγκη. Για το ηθικό τους, την ενδυνάμωση του σθένους τους, και τη συνέχιση του διαιωνιζόμενου αγώνα τους.

Παγιδευμένη ψυχή (4/10)

Κι όμως, αυτό το ιδιαίτερο μείγμα κλασικής ταινίας θρίλερ και χειροποίητου τρόμου νέας κοπής σα να έπιασε στην περίπτωση της "Παγιδευμένης ψυχής". Όπου γονείς τα «παίζουν» καθώς ο μικρός τους γιος πέφτει σε κώμα και το πνεύμα του έχει παγιδευτεί σε ένα άλλο σύμπαν. Το ζητούμενο με το θρίλερ του Γουάν είναι ότι τρομάζεις, πετάγεσαι από την καρέκλα σου. Αυτό θεωρώ ότι είναι και το κέρδος μιας ταινίας τρόμου που δεν δρέπει δάφνες καινοτομίας και ευφυΐας, κατά τα άλλα. Παρά μόνο μια υποβλητική ατμόσφαιρα έχει που πετυχαίνει το σημαντικό: να φοβάσαι έστω και επιφανειακά, κάτι που δεν έχει και πολύ σημασία αφού σε κάνει να διασκεδάζεις άλλωστε. Από κει και πέρα όμως, περιμένω να δω κάτι καλύτερο από τους δημιουργούς του "Saw" και του "Paranormal Activity" που συνεργάστηκαν γι’ αυτή την ταινία.

Μιράλ (3/10)

Τέτοια απογοήτευση από τον Σνάμπελ δεν την περίμενα, στο λέω και στο υπογράφω κιόλας. Ο σκηνοθέτης που έχει αποδομήσει αντρικές φιγούρες που κουβαλούσαν την ξεχωριστή ιδιαιτερότητα τους, όπως ο εικαστικός Μπασκιά, ο συγγραφέας Ρεϊνάλντο Αρένας και ο δημοσιογράφος Ζαν Ντομινίκ Μπομπί, έπεσε στα βαθιά νερά της γυναικείας ψυχοσύνθεσης και τα έκανε σαλάτα. Στο "Μιράλ" ο Σνάμπελ καταπιάνεται με ένα βαθύ κοινωνικοπολιτικό δράμα, αυτό που συμβαίνει στα εδάφη του Ισραήλ και της Παλαιστίνης από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, και βάζει τέσσερις κοπέλες στην Ανατολική Ιερουσαλήμ να περάσουν τα μύρια όσα. Βασιζόμενος στο ομώνυμο μπεστ σέλερ της Ρούλα Τζεμπρεάλ, η οποία και ανακατεύτηκε στο σενάριο μάλλον ανεπιτυχώς, εφάρμοσε και πάλι τα ιδιαίτερα σκηνοθετικά του τεχνάσματα, προκειμένου να σου προβάλει μια κούφια ταινία τίγκα στην ευκολία, την αυθαιρεσία, και η οποία εντέλει δεν αντέχεται. Το μοναδικό κέρδος της ταινίας είναι η ερμηνεία της Φρίντα Πίντο, την οποία και ξέρεις από το οσκαρικό "Slumdog millionaire".

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-5-11).

ΕΚΔΗΛΩΣΗ

11 Μαΐ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : I sat sadly by her side" - No 95

Πίνακας του Σαλβαδόρ Νταλί

Written by Nick Cave

As I sat sadly by her side
At the window, through the glass
She stroked a kitten in her lap
And we watched the world as it fell past
Softly she spoke these words to me
And with brand new eyes, open wide
We pressed our faces to the glass
As I sat sadly by her side

She said, "Father, mother, sister, brother,
Uncle, aunt, nephew, niece,
Soldier, sailor, physician, labourer,
Actor, scientist, mechanic, priest
Earth and moon and sun and stars
Planets and comets with tails blazing
All are there forever falling
Falling lovely and amazing"

Then she smiled and turned to me
And waited for me to reply
Her hair was falling down her shoulders
As I sat sadly by her side

As I sat sadly by her side
The kitten she did gently pass
Over to me and again we pressed
Our different faces to the glass
"That may be very well", I said
"But watch the one falling in the street
See him gesture to his neighbours
See him trampled beneath their feet
All outward motion connects to nothing
For each is concerned with their immediate need
Witness the man reaching up from the gutter
See the other one stumbling on who can not see"

With trembling hand I turned toward her
And pushed the hair out of her eyes
The kitten jumped back to her lap
As I sat sadly by her side

Then she drew the curtains down
And said, "When will you ever learn
That what happens there beyond the glass
Is simply none of your concern?
God has given you but one heart
You are not a home for the hearts of your brothers

And God does not care for your benevolence
Anymore than he cares for the lack of it in others
Nor does he care for you to sit
At windows in judgement of the world He created
While sorrows pile up around you
Ugly, useless and over-inflated"

At which she turned her head away
Great tears leaping from her eyes
I could not wipe the smile from my face
As I sat sadly by her side

Σαν σήμερα – 11 Μαΐου

1812: Το βαλς κάνει την εμφάνισή του στις αίθουσες χορού της Βρετανίας. Οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν το νέο χορό αηδιαστικό και ανήθικο.

1904: Γεννιέται στην Ισπανία ο διάσημος εκκεντρικός ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί. Υπήρξε από τους χαρακτηριστικούς εκφραστές του σουρεαλισμού.

1916: Γεννιέται ο Ισπανός συγγραφέας Καμίλο Χοσέ Θέλα, ο οποίος τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1951, για το έργο του "Η κυψέλη".

1942: Εκδίδεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές με μικρά διηγήματα του Γουίλιαμ Φόκνερ με τον τίτλο "Go Down, Moses".

1981: Πεθαίνει, από καρκίνο, σε ηλικία 36 ετών, ο Τζαμαϊκανός τραγουδιστής της ρέγγε Μπομπ Μάρλεϊ.

1987: Γίνεται στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς και πνεύμονα.

1987: Πεθαίνει ο Πίτερ Τος, ένας από τους πρωτοπόρους της μουσικής ρέγκε.

1988: Στο Κάρνεγκι Χολ, εορτάζονται τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Έρβινγκ Μπερλίν, με τη συμμετοχή των Φρανκ Σινάτρα, Γουίλι Νέλσον, Μέριλιν Ορν και πολλών άλλων.

1990: Πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακό επεισόδιο και σε ηλικία 65 ετών ο Στράτος Διονυσίου, ένας από τους γνωστότερους εκφραστές του λαϊκού τραγουδιού.

1991: Tρεις ελληνικές ταινίες, "ο Δραπέτης" του Ξανθόπουλου, "ο Ζάκο της Νάντης" της Βαρυτά και το "Σιγκαπούρη Σλινγκ" του Νικολαΐδη, προβάλλονται σε εκδήλωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου στις Κάννες.

ΕΚΔΗΛΩΣΗ

10 Μαΐ 2011

Έχει και η Ελλάδα τα Όσκαρ της

Τρία κείμενα του Νέστορα Πουλάκου, όπως δημοσιεύτηκαν τις περασμένες εβδομάδες, για τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Η αρχή

Τα ελληνικά Όσκαρ μεγαλώνουν; Και μυαλό δεν βάζουν στους ντόπιους κινηματογραφιστές, συνεχίζω. Δεν πρόκειται να πάρω από τα μούτρα τη νεοσύστατη Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου καθότι είναι ακόμη νεογνό που θέλει χρόνο και υπομονή μέχρι να μεγαλώσει. Απλώς όταν μεγαλώσει (και μεγαλώσω) θα τα ξαναπούμε ένα χέρι. Αύριο Τρίτη, στις 9 το βράδυ, στην -επίσης- νεοσύστατη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, θα δοθούν τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου ή αλλιώς τα ελληνικά Όσκαρ, που ευελπιστούν να στείλουν και πάλι τη σωστή ταινία στην προεπιλογή των Όσκαρ ξενόγλωσσης 2012, όπως έγινε πέρυσι με τον "Κυνόδοντα" (και έβγαλε τους ακαδημαϊκούς ασπροπρόσωπους). Παρακάτω σου παραθέτω τις υποψηφιότητες. Πρώτα όμως, ας σου κάνω την ανασκόπηση του ενός και χρόνου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου: Γνήσιο παιδί των «Κινηματογραφιστών στην ομίχλη», η Ε.Α.Κ. στα σίγουρα δεν θέλει να της μείνει αυτή η στάμπα και φυσικά αυτό που επιζητά είναι να προχωρήσει το βήμα παρακάτω. Από τη σύσταση της, τον Νοέμβριο του 2009, μετράει -μόλις- 203 μέλη βάσει ενός καταστατικού το οποίο, όπως στο λέω, θέλει ξανακοίταγμα και αλλαγές. Καθότι είναι και λίγα τα μέλη της Ακαδημίας σε συνάρτηση με το βάθος της κινηματογραφικής κοινότητας (σίγουρα βέβαια ο αριθμός είναι μεγαλύτερος από τους 50 «σοφούς» που μαγείρευαν τα απαράδεκτα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας). Όπως, επίσης, ερωτηματικά προκαλεί και το ποσοστό συμμετοχής των ακαδημαϊκών στη σύνθεση των υποψηφιοτήτων. Ψήφισαν μόνο οι 117, με αποτέλεσμα και πολλές (και ανόητες) ισοψηφίες να προκύψουν, και φυσικά μερικές (και σημαντικές) παρασπονδίες να υπάρξουν που έχουν προκαλέσει σοβαρές συζητήσεις, ήδη στη δεύτερη χρονιά των βραβείων. Βλέπεις, το παραθυράκι μπαγαποντιάς «δικαίωμα υποψηφιότητας έχουν όσες ταινίες προβλήθηκαν σε κινηματογραφική αίθουσα από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους της απονομής των ετήσιων βραβείων», μπορεί και να σημαίνει ότι έτσι και κάνεις μια κλειστή προβολή σε κινηματογραφική αίθουσα σε δέκα φίλους σου, αυτόματα αποκτάς δικαίωμα στα βραβεία. Κάπως έτσι, δυο ταινίες που προβλήθηκαν το 2011 (κι όχι το 2010), η "Υπογραφή" του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου και το "Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα" του Σωτήρη Γκορίτσα, μάλιστα η δεύτερη προβλήθηκε και… μετά την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, φιγουράρουν με 7 και 8 υποψηφιότητες αντίστοιχα στις κατηγορίες, και με πολλές πιθανότητες να έχουν για βραβεία. Οι της Ακαδημίας πρέπει να την ξανασκεφτούν αυτή τη συνισταμένη. Προσωπικά, πάντως, διαφωνώ και με τις ταινίες που έχουν κάνει μια-δυο προβολές μόνο σε φεστιβάλ, και δεν τις έχει δει ο πολύς ο κόσμος στις αίθουσες. Σε αυτό το «πταίσμα», κατά τα άλλα, έχουν υποπέσει το "Tungsten" του Γιώργου Γεωργόπουλου (16ες Νύχτες Πρεμιέρας) και "Τα σκυλιά" του Ντίνου Θεοδοσίου (51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης). Συνοψίζοντας για την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου: Ως Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία στηρίζεται στα μέλη της, στις χορηγίες και τις συνεργασίες της (μεγάλος σύμμαχος της είναι το Ίδρυμα Ωνάση). Βέβαια, πήρε και 50 χιλιάδες ευρώ από το Υπουργείο Πολιτισμού για το περυσινό τριήμερο συνέδριο της (και τη μοναδική έως τώρα παρουσία της στο χώρο, πλην των βραβείων, πάντα -το τονίζω- σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση). Τα βραβεία που δίνει δεν είναι χρηματικά. Και αυτό αποτελεί ένα ερωτηματικό: τα χρήματα των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας, το ΥΠ.ΠΟ.Τ. που θα τα δώσει; Επίσης, η πρόταση της για την «αποστολή» ελληνικής ταινίας στα Όσκαρ μπορεί να πέτυχε πέρυσι αλλά, ακόμη, δεν είναι θεσμοθετημένη. Θυμίζω ότι τον Αύγουστο του 2010 συστήθηκε ειδική επιτροπή από τον ΥΠ.ΠΟ.Τ., με πρόεδρο τον Μισέλ Δημόπουλο, η οποία και «πέρασε» την πρόταση της Ακαδημίας (τον "Κυνόδοντα", δηλαδή). Τέλος, ο στόχος της Ε.Α.Κ. είναι η κινηματογραφική παιδεία. Έχει προαναγγείλει εκπαιδευτική σχολή και άλλα διεθνή συνέδρια. Η χαμηλών τόνων, ήπιου προφίλ, και -κατά άλλα- καλόγουστη Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου έχει για πρόεδρο της τον σκηνοθέτη της "Πολίτικης Κουζίνας" Τάσο Μπουλμέτη, ο οποίος (σύμφωνα με το βιογραφικό του που κυκλοφορεί) σε αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει τακτικό μέλος της [δικαίωμα να γίνει μέλος έχει «ο σκηνοθέτης που έχει σκηνοθετήσει δύο τουλάχιστον (2) κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους (μυθοπλασίας, ντοκυμαντέρ, κινουμένων σχεδίων) και μία (1) τουλάχιστον από αυτές να έχει προβληθεί σε κινηματογραφική αίθουσα κατά την τελευταία επταετία προ της αίτησής του]!

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (2-5-11).

Μερικές σκέψεις

Δεν έχουν περάσει παρά λίγες μέρες από την απονομή των ελληνικών Όσκαρ, των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, που δόθηκαν για δεύτερη χρονιά. Και μπορεί τα χαμόγελα να είναι άφθονα και ο ενθουσιασμός διάχυτος, οι πρώτες μουρμούρες όμως έχουν κιόλας αρχίσει. Τη συζητούσαν για καιρό, στη συνέχεια θεωρήθηκε επιτακτική ανάγκη, έγινε βασικό αίτημα του κινήματος των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη, κι εντέλει πραγματοποιήθηκε από τους πλέον ενεργούς ανθρώπους του σινεμά. Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, πριν λίγες μέρες, έδωσε τα εγχώρια Όσκαρ στις καλύτερες ταινίες και τους πιο δημιουργικούς κινηματογραφιστές, για δεύτερη χρονιά. Βέβαια, οι μουρμούρες άρχισαν κιόλας. Το σίγουρο είναι ότι έπρεπε, επιτακτικώς, να καταργηθεί και ν’ αντικατασταθεί ο απαράδεκτος θεσμός των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας, που επί χρόνια «μαγειρεύονταν» με τα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ του ελληνικού δημοσίου. Για να καταλάβεις, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δίνονταν βραβεία στους καλύτερους του ελληνικού σινεμά από μια επιτροπή 50 «σοφών» (;). Η διαβλητή αυτή διαδικασία, που είχε εντοπιστεί από χρόνια, έγινε κόκκινο πανί για τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, οι οποίοι και απαίτησαν πέρα από νέο κινηματογραφικό νόμο και τη σύσταση Ακαδημίας. Στο Μέγαρο Μουσικής, πέρυσι τον Μάιο, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απονομή των ελληνικών Όσκαρ με επισημότητα, λαμπρότητα, και μπόλικη ικανοποίηση από όλους ανεξαιρέτως. Σκηνοθέτες, παραγωγοί, κινηματογραφιστές, ηθοποιοί και κριτικοί κινηματογράφου συσπειρώθηκαν στην πρώτη Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου με κύριους στόχους : αδιάβλητα βραβεία (μη χρηματικά), παιδεία, ενότητα ενός χώρου που έχει περάσει πολλούς, αμέτρητους διχασμούς. Στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση όπου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη απονομή των ελληνικών Όσκαρ προ ημερών, τα χαμόγελα και οι χαριτωμενιές μπορεί να περίσσευαν, όμως ο στόχος της παιδείας έχει παραμείνει στις ανακοινώσεις (πλην ενός συνεδρίου που έγινε τον Νοέμβριο), η ενότητα δεν θα έλεγες ότι έχει επιτευχθεί στο απόλυτο, και στα βραβεία -αν και παραμένουν μη χρηματικά- άρχισαν οι τσαπατσουλιές. Βλέπεις, οι 8 υποψηφιότητες της ταινίας του Σωτήρη Γκορίτσα «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» και οι 7 της «Υπογραφής» του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου προκαλούν ερωτηματικά. Μια και πρόκειται για ταινίες που προβλήθηκαν το 2011 (κι όχι το 2010), κι οι οποίες με το στανιό μπήκαν στα φετινά βραβεία εκμεταλλευόμενες το παραθυράκι μπαγαποντιάς του καταστατικού της ΕΑΚ : «δικαίωμα υποψηφιότητας έχουν όσες ταινίες προβλήθηκαν σε κινηματογραφική αίθουσα από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους της απονομής των ετήσιων βραβείων». Οι συγκεκριμένες ταινίες ούτε σε διανομή στις αίθουσες βρήκαν ούτε σε φεστιβάλ προβλήθηκαν, τώρα αν έγινε κάποια ιδιωτική προβολή σε σινεμά (ξέρεις, μεταξύ μας) και δεν το πήρε κανείς χαμπάρι… Οι απορίες συνεχίζονται : γιατί ψήφισαν μόνο οι 117 από τα 200 μέλη της Ακαδημίας; Ή γιατί υπάρχει τέτοιος συνωστισμός ισοψηφιών στις κατηγορίες (σε 6 συνολικά); Επίσης, γίνεται να είναι υποψήφιες και ταινίες που έχουν προβληθεί μόνο σε φεστιβάλ και να μην έχουν βρει διανομή όπως οι άλλες («Tungsten» στις Νύχτες Πρεμιέρας, «Τα σκυλιά» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης); Αν κάτσεις και σκεφτείς όλα τα παραπάνω, επικεντρώνοντας την προσοχή σου στα ελληνικά Όσκαρ καθότι κι οι άλλοι τομείς της Ακαδημίας απαιτούν συζήτηση, οφείλεις ν’ αναρωτηθείς : Αν ξεκίνησαν τα «πονηρά» στη δεύτερη μόλις χρονιά τους, για πιο μετά τι μπορείς να περιμένεις;

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 16 του μηνιαίου περιοδικού Athens Magazine (Μάιος 2011).

Το αποτέλεσμα

Κι όμως, είτε θες να το πιστέψεις είτε όχι, η περυσινή πρώτη απονομή των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου ήταν πιο κεφάτη: ίσως το αυθόρμητο της πρώτης διοργάνωσης, είτε ο χώρος διεξαγωγής της (στα σίγουρα η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση υπολείπεται του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών), ή και -κυρίως- η οργάνωση παραγωγής της που φέτος είχε πολλά προβλήματα: Από τα πράσινα χαρτάκια εισόδου, στην έλλειψη… βραβείων μια και φύγανε νικητές χωρίς αγαλματίδιο, στη μουσική της "Φαίδρας" του Ντασέν (Θεοδωράκης) για το αφιέρωμα στον Κακογιάννη (!!), στην απουσία πολλών συντελεστών ταινιών, και τέλος στην κακή χημεία Χαραλαμπόπουλου - Λούλη και την, εντελώς, προβληματική ροή της βραδιάς -ούτε γι’ αστείο η ζωντανή τηλεοπτική μετάδοσή των βραβείων. Μεγάλος νικητής της χθεσινής βραδιάς ήταν ο Γιάννης Οικονομίδης με τον "Μαχαιροβγάλτη" του και τα εφτά βραβεία που πήρε. Βέβαια ο σκηνοθέτης από την Κύπρο, που παρά τη μέτρια πορεία της ταινίας του στις αίθουσες έχει κερδίσει εγχώρια εκτίμηση και βραβεία, πρέπει να αισθάνεται κάπως άβολα μια και... αναδείχτηκε ο καλύτερος της χρονιάς στο ελληνικό σινεμά, όμως στα Όσκαρ «στέλνεται» το "Attenberg" της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη. Βλέπεις, οι της Ακαδημίας σκέφτηκαν ότι το "Attenberg" που συγγενεύει αρκούντως με τον "Κυνόδοντα" θα έχει καλύτερη τύχη στο Λος Άντζελες δεδομένης της -από χρόνια- παρουσίας της Τσαγγάρη στην Αμερική, η οποία διαθέτει και ισχυρό lobbying όπως αποδείχτηκε φέτος (σου τονίζω ότι οι δυο ταινίες έχουν συνεργασία στην παραγωγή τους). Όπως και να έχει πάντως, ορθά κοφτά κι ωμά, η Ε.Α.Κ. είπε «ο Μαχαιροβγάλτης είναι για την Ελλάδα και το Atternberg για να μας εκπροσωπήσει έξω». Άκομψο. Πάντως, σωστή βρίσκω την κίνηση του Τάσου Μπουλμέτη, προέδρου της Ακαδημίας, να κλείσει το μάτι στον υφυπουργό Τηλέμαχο Χυτήρη (για μια ακόμη χρονιά έλειπε ο Γερουλάνος) αναφορικά με την πρόταση ταινίας της Ακαδημίας για τα Όσκαρ. Το Υπουργείο οφείλει να θεσμοθετήσει την πρόταση αυτή και να μην αναλώνεται, αυγουστιάτικα, σε επιτροπές όπως η περυσινή του Δημόπουλου. Για το θέμα σου έχω ξαναγράψει στο SevenArt. Σημείωσε ότι ο Γιάννης Οικονομίδης ήταν ο μεγάλος απών της βραδιάς. Όσον αφορά τα υπόλοιπα βραβεία, μεγάλες εκπλήξεις δεν υπήρχαν. Τα βραβεία δόθηκαν σε αυτούς που ούτως ή άλλως τα δικαιούνταν. Ακόμη κι αν διαφωνείς με τις εφτά διακρίσεις του "Μαχαιροβγάλτη", δεν φτάνει παρά ν’ αναγνωρίσεις το στιβαρό σκεπτικό των Ακαδημαϊκών αναφορικά με μια ταινία. Την τίμησαν σε όλες τις μεγάλες κατηγορίες. Δεν υπήρχαν, δηλαδή, αστείες αποκλίσεις. Με πέντε βραβεία ακολούθησε η "Χώρα προέλευσης" του Σύλλα Τζουμέρκα και με τρία η-ταινία-που-δεν-έπρεπε-να-διαγωνίζεται-φέτος "Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα" του Σωτήρη Γκορίτσα (μεταξύ των οποίων και η διάκριση α’ ανδρικού ρόλου στον Αργύρη Ξάφη -στα σίγουρα έκπληξη). Τέλος, προφανώς μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει η βράβευση και των τριών υποψηφίων στην κατηγορία του μοντάζ. Κάτι που δείχνει την παθογένεια στο σύστημα ψηφοφορίας: δεν ψήφισαν όλοι οι ακαδημαϊκοί (πρέπει να γίνει η ψήφος υποχρεωτική) και όσοι το έκαναν έβαζαν από ένα σταυρό, που έτσι και κάτσεις να το σκεφτείς δεν δημιουργούνται -με αυτό τον τρόπο- αποκλίνουσες (ας γίνουν οι σταυροί τρεις, για παράδειγμα). Κατά τα άλλα: Μνημονεύτηκε όπως έπρεπε ο μεγάλος και σπουδαίος Θανάσης Βέγγος / βραβεύτηκε για το σύνολο του έργου του ο -επίσης- σπουδαίος Μιχάλης Κακογιάννης (δεν έδωσε το παρών) / προβλήθηκε βίντεο με δηλώσεις του Τζιμ Γιαννόπουλου της Fox (από Skype ήταν; -το βρήκα περιττό) / ήταν, μηδεμιάς εξαιρουμένης, εξαιρετικές οι παρουσίες των προσκεκλημένων που έδιναν τα βραβεία (το πρώτο χιτ της βραδιάς) / όπως χιτ ήταν και η παρουσία του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου ως παρουσιαστή, ο οποίος μπορεί να μην κολλούσε με τον Λούλη, όμως ήταν όλη η βραδιά δική του. Απλή και λιτή ήταν η χθεσινή βραδιά, όμως μεγάλη σε διάρκεια και με πολλά μειονεκτήματα. Βλέπεις, το παρεΐστικο και οικογενειακό κλίμα που επικρατεί αυτά τα δυο χρόνια μπορεί να προσδίδει ζεστασιά και να προκαλεί χαριτωμενιές, όμως δεν προσφέρει αίγλη. Και -γιατί όχι;- ας αποκτήσει με τον καιρό η απονομή των βραβείων της Ε.Α.Κ. και πρωτόκολλο και γκλάμουρ και λάμψη, κάτι που σίγουρα θα αναδείξει και θα εξυψώσει το όμορφο πρόσωπο μιας εθνικής κινηματογραφίας, που δεν θέλει να αυτοπεριορίζεται και να απομονώνεται.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (4-5-11).