25 Ιουλ 2011

Kεφάλαιο Μείον Δύο

Ανοίξτε τα παράθυρά σας. . .
και αδειάστε τις τσέπες σας, Κύριοι!

22 Ιουλ 2011

Summer Time

Του Νέστορα Πουλάκου
poulakos@sevenart.gr


Summer Time, Vol 1

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, στην πρώτη καλοκαιρινή εβδομάδα βρίσκεσαι κι αν δεν σε κατακλύζει αυτή η καταραμένα διάχυτη περίεργη ατμόσφαιρα τότε πιθανότατα ζεις κάπου αλλού, στον δικό σου κόσμο βασικά. Πάντως, το SevenArt την κινηματογραφική επισκόπηση του φετινού καλοκαιριού στην έκανε, έτσι για να πάρεις μια γεύση μπλοκμπαστεριάς και επανέκδοσης που θα σε βομβαρδίσουν και φέτος.

Άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια δεν έχω να σου γράψω και τίποτα για τα συνήθη κινηματογραφικά φεστιβάλ του καλοκαιριού. Τόσο το ραντεβού του Ecofilms της Ρόδου (κοντά δέκα χρόνια) όσο και του Health Film Festival της Κω (στα δύο χρόνια) δώσανε επίσημα κι ανεπίσημα ραντεβού για του χρόνου. Τίποτε επίσης δεν έχει ακουστεί για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Πάτμου, που πέρυσι έκανε την πρεμιέρα του. Ακόμη και το αθηναϊκό Open Air Fest που είχε προγραμματιστεί για φέτος, και θα αξιοποιούσε μερικές από τις καλύτερες θερινές αίθουσες της πόλης, σα να πηγαίνει περίπατο. Ενώ, ακόμη κι οι κινηματογραφικές γιορτές των νησιών, που πάντοτε έδειχναν ενδιαφέρουσες ταινίες και πρεμιέρες, όλο και λιγοστεύουν αυτό το καλοκαίρι.

Για όλα τα παραπάνω ρίξε τις ευθύνες σου στην οικονομική κρίση (προφανώς) και στις ατυχίες που ευελπιστώ να ξεπεραστούν γρήγορα (και πάλι περαστικά, Λουκία!). Πάντως, αν δεν αλλάξει κάτι, στα σίγουρα θα περάσει το καλοκαίρι χωρίς καμία φεστιβαλική γιορτή, με μόνο τους επαγγελματίες του χώρου να περιμένουν τη φετινή Μόστρα της Βενετίας και τη συμμετοχή του Γιώργου Λάνθιμου εκεί.

Από κει και πέρα…

Σαν καιρό να έχω να σου γράψω δευτεριάτικο κείμενο στο SevenArt, αναρωτιέμαι. Και μια και η επικαιρότητα το επιτρέπει, αφού η νωθρότητα και η ραστώνη παίρνουν τη δική τους θέση σε αυτή την ιδιότυπη καλοκαιρινή πραγματικότητα, τότε ας σου κάνω το εξής:

Να σου προτείνω λέω κάθε εβδομάδα, εκτός κι αν τα αφιερώματα και οι όποιες συνεντεύξεις και η όποια (;) επικαιρότητα δεν το θελήσει (κι άρα κακό δικό σου), από δυο καλοκαιρινές ταινίες έτσι για να πορεύεσαι κινηματογραφικά «μεταξύ παραλίας και νυχτερινής εξόδου» (Γαλέρα, τ.χ. 35, Αύγουστος 2008), μπας και ανασάνεις από τη μιζέρια που σε πνίγει, και τη μουρμούρα που σε περιτριγυρίζει. Άλλωστε ξέρεις, μόνο στο μαγικό κόσμο (του σινεμά) η φαντασία συναντά την πραγματικότητα, κι εσύ κάπου στο ενδιάμεσο είσαι ο ήρωας της καθημερινότητάς σου.

Υ.Γ. Τη δική μου αρχή, βέβαια, την έκανα χθες. Ξαναείδα αυτό το αριστούργημα της σεζόν, το ιταλικό παιχνίδι των αισθήσεων, εκεί που η Τίλντα Σουΐντον σα να ψιθύριζε "Είμαι ο έρωτας". Σε θερινό σινεμά, στα Παναθήναια της Μαυρομιχάλη, ενώ έδυε ο ήλιος, και η βισκοντική εξτραβαγκάντσα έπαιζε με τις εικόνες και τους ήχους της πόλης.

Camping, του Φράνκο Τζεφιρέλι (1957)

Ξαναθυμήθηκα αυτό το πρωτόλειο του Τζεφιρέλι, καθώς έψαχνα υλικό για το νέο αφιέρωμα που σου ετοιμάζουμε στο SevenArt. Αυτός ο πολύ σημαντικός Ιταλός σκηνοθέτης, μόλις στα 35 του, γυρίζει μια χαριτωμένη κομεντί ενός ιδιότυπου τρίο. Μια πανέμορφη, τσαχπίνα και σεξουαλιάρα νεαρή κοπέλα, παρέα με τον αρραβωνιαστικό και τον αδερφό της, καβαλάνε τρίκυκλο, το οποίο φορτώνουν με σκηνή και άλλα συμπράγκαλα, και φεύγουν από τη Ρώμη για τις επαρχίες και τις παραλίες της μέσα Ιταλίας. Εκεί, παίζουν, γελάνε, γνωρίζουν κόσμο, τσακώνονται, μπλέκουν σε περιπέτειες, τρέχουν, ερωτοτροπούν και κυρίως το διασκεδάζουν.

Μπορεί να μην είναι κάποιο αριστούργημα του Ιταλικού σινεμά, πρόκειται όμως για μια ανάλαφρη κωμωδία που έχει μπρίο, στυλ και διάθεση για χαβαλέ και πλάκα. Σκερτσόζα και γοητευτική η Μαρίζα Αλάζιο, κάνει τους πάντες άνω κάτω και δικαίως. Είναι τόσο όμορφη. Οι Νίνο Μανφρέντι και Πάολο Φεράρι είναι νεαροί, γοητευτικοί και αρκούντως αστείοι. Κι αυτή τη φρεσκότατη κωμωδία αξίζει να την ανακαλύψεις για να περάσεις ευχάριστα το καλοκαιρινό κενό σου.

Ας περιμένουν οι γυναίκες, του Σταύρου Τσιώλη (1998)

Αυτή κι αν είναι λαϊκή κωμωδία, και μακεδονική και καλοκαιρινή και ότι άλλο θέλει ο πάντοτε ιδιαίτερος και ευαίσθητος Τσιώλης. Στην προτείνω γιατί σα θυμάμαι τον εαυτό μου πιτσιρικά, με τους φίλους μου, λιώναμε τα καλοκαίρια μας βλέποντας και ξαναβλέποντας αυτή την ταινία, ακούγοντας και ξανακούγοντας τις αθάνατες ατάκες του Μπουλά, του Ζουγανέλη, του Μπαρκιρτζή. Ένα παιχνίδι παίζαμε συνέχεια, τα βράδια στη βεράντα που βλέπει Ακρόπολη, πίνοντας μπύρες και λέγοντας αστεία, για το βαθύ ΠΑΣΟΚ και την πεθερά την άτιμη, και τα λαϊκά που σπάνε τα τύμπανα μας.

Ένα road trip, από Θεσσαλονίκη προς Θάσο, επιχείρησε ο Τσιώλης, με ένα χαρακτηριστικό βορειοελλαδίτικο τρίο να δίνει ρεσιτάλ ερμηνειών και ατάκας. Γιατί αναρωτιέσαι ποιος θα πει την επόμενη εξυπνάδα, και πότε θα πέσεις από τα γέλια μια και τα κρύα (ή και πετυχημένα καμιά φορά) αστεία σε κατακλύζουν.

Έτσι και δεν το έχεις κάνει, ψάξε να βρεις αυτό το αθάνατο διαμαντάκι του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Κάτι σαν επιστροφή στις ρίζες σου θα είναι, και το χωριό σου θα νοσταλγήσεις, και τα χοντροκομμένα αστεία με τους φίλους σου θα ξαναθυμηθείς.

*

Summer Time, Vol 2

Μετά το διάλειμμα της θρησκευτικής γιορτής, της συνέντευξης Σκολιμόφσκι, και φυσικά της εθνικής κατρακύλας (ούτε οικουμενική κυβέρνηση δεν μπορεί να φτιάξει αυτός ο τόπος, ο οποίος κατά τα άλλα είναι «από καλή γενιά» σύμφωνα με τον Ελύτη -και το Αττικό Μετρό που σε βομβαρδίζει θες δε θες καθημερινώς), επανέρχομαι με τις καλοκαιρινές προτάσεις που σου έχω υποσχεθεί.

Ξένο και ελληνικό σινεμά πάλι, και ξανά πάλι, γιατί το καλοκαίρι το ντόπιο το δικό σου, δεν το αλλάζω με τίποτα. Να σου πω την αλήθεια μου, κι επειδή την περασμένη εβδομάδα βρέθηκα στη Φλωρεντία «για να μαζέψω ήλιο», σκέφτηκα να επιμείνω στον κινηματογράφο της καλοκαιρινής Ιταλίας που σου είχα ξεκινήσει με το ξεχασμένο "Camping" του Τζεφιρέλι. Όπως ξέρεις (ή καταλαβαίνεις) η γειτονική κινηματογραφία έχει μπουκώσει από Μεσόγειο κι Αδριατική. Οι σκέψεις ήταν πολλές, η επιλογή όμως μία.

Κι αν στο περασμένο άρθρο, σου πρότεινα ιστορίες δρόμου κάτω από τον καυτό ήλιο, αυτή τη φορά θα δεις φιλοσοφίες και θεωρήσεις στα πιο λουξ θέρετρα της Μεσογείου. Γκοντάρ και Παναγιωτόπουλος αναμείχθηκαν με τη μπουρζουαζία, την κοινωνία του θεάματος, τις σχέσεις εξουσίας, και τους ανομολόγητους έρωτες.

Η Περιφρόνηση, του Ζαν Λυκ Γκοντάρ (1963)

Τη λατρεύω την "Περιφρόνηση" διότι τη θεωρώ ένα ολοκληρωμένο κινηματογραφικό κατασκεύασμα. Καλοκαιρινή -διαδραματίζεται ως επί το πλείστον στο Κάπρι της Ιταλίας-, συγκεντρώνει κορυφαία αστέρια της εποχής -Μπαρντό, Πικολί, Πάλανς-, σε μια art house ιστορία του αρχιερέα της Νουβέλ Βανγκ Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ο οποίος δεν έκανε μια υπερπαραγωγή όπως φαντάζονταν κάποιοι, αλλά ένα δυναμικό, ειρωνικό, καυστικό και συνάμα τραγικό σχόλιο στην κοινωνία του θεάματος, όχι αυτή του Ντεμπόρ αλλά αυτή του Χόλιγουντ, που δε σέβεται το δημιουργό και το -εν γένει- καλλιτεχνικό έργο του.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του ο Γκοντάρ, με ήδη σημαντικό έργο και το γαλλικό Νέο Κύμα στα ντουζένια του, απέδωσε ένα φόρο τιμής στο σινεμά του δημιουργού, τοποθετώντας τον σπουδαίο Γερμανό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ ("Metropolis", "Μ") στο ρόλο της ζωής του, στη δύση της καριέρας του, στα χρόνια που απολάμβανε τη φήμη του.

«Το σινεμα υποκαθιστά έναν κόσμο που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μας» είχε πει ο Μπαζέν, το οποίο και χρησιμοποιεί ο Γκοντάρ αυτούσιο, ενώ εναλλάσσει σε κόκκινο-κίτρινο-μπλε τη σεκάνς της ολόγυμνης Μπαρντό, επιδιδόμενος σε ατέλειωτα τράβελινγκ στο χώρο της Τσινετσιτά. Τέτοιες ταινίες αποδόμησης του σινεμά δεν ξαναβγαίνουν.

Beautiful People, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (2001)

Ο Παναγιωτόπουλος, ο οποίος και έμαθε κινηματογράφο στη Γαλλία την εποχή του Νέου Κύματος (οι επιρροές αυτές είναι εμφανείς στις πρώτες ταινίες του), αποφασίζει μια ελεύθερη διασκευή της "Περιφρόνησης" του Γκοντάρ. Οι σχέσεις εξουσίας παραμένουν: ο κινηματογραφικός παραγωγός είναι εδώ ο πάμπλουτος επιχειρηματίας που θέλει να φτιάξει βίλα στη Μύκονο. Δουλικός μαζί του είναι ο αρχιτέκτονας, αντί για τον σκηνοθέτη. Το φιλέτο αυτής της σχέσης βέβαια, είναι η γυναίκα του δεύτερου, πανέμορφη, σέξι, γοητευτική, σκερτσόζα.

Ο Έλληνας σκηνοθέτης που έγραψε το σενάριο με τον -επίσης σκηνοθέτη- Βαγγέλη Σεϊτανίδη ("Αιώνιος Φοιτητής"), στήνει το σκηνικό του στην ηλιόλουστη και καλοκαιρινή Μύκονο. Πανέμορφη η φωτογραφία του Άρη Σταύρου, μελωδική η μουσική υπόκρουση, που μαζί με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία σε μεταφέρουν στην Ελλάδα της λάμψης, των χρημάτων, του εστετισμού, και της σύγχρονης μπουρζουαζίας.

Βόγλης, Κουρής, Μαξίμου και Τουτουνζή λάμπουν μες στην ωραιότητα τους. Και οι σχέσεις περιφρόνησης μεταξύ τους βρίσκονται πάντοτε σε πρώτο φόντο. Αυτό το ατελείωτο παιχνίδι απογείωσης και προσβολής, μείωσης και υπερεκτίμησης, έρχεται σε τέτοια αντίθεση με το ιλουστρασιόν φόντο της ιστορίας του καλοκαιριού εκείνου.

*

Summer Time, Vol 3

Στα τέλη του πρώτου καλοκαιρινού μήνα είσαι, τα μπάνια σου τα έχεις κάνει, και στα νησιά σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι όλη την ώρα. Από την Κύθνο, το νησί της απόλυτης σιέστας, σου γράφω το τρίτο μέρος των ταινιών που μυρίζουν καλοκαίρι, και σου προτείνω να τις δεις για να ξεπεράσεις την όποια ρουτίνα, την καυτή καθημερινότητα σου που πνίγεται από το τσιμέντο της πόλης.

Γι' αυτή την εβδομάδα, το μενού περιλαμβάνει ταινίες έρωτα και καλοκαιριού. Σε διάφορους σχηματισμούς. Κι από κάθε άποψη, τόσο η ιστορία που αφηγείται ο Κάσνταν, όσο κι εκείνη του Τσεμπερόπουλου, στάζουν από ερωτική έκρηξη μες στο κατακαλόκαιρο.

Ζέστη, απόγνωση, κάψα, ερωτική επιθυμία. Με αυτές τις δυο ταινίες, οι οποίες και σου αναπαριστούν την τραγικότητα της πράξης ενόσω ο ήλιος καίει πάνω από το κεφάλι σου, σου προαναγγέλλω και το αφιέρωμα που ετοιμάζει το SevenArt για τα τέλη του Ιουλίου, όταν και θα σου αναλύσει το τι ακριβώς σημαίνει ερωτικό καλοκαίρι στην ιστορία του κινηματογράφου.

Έξαψη, του Λόρενς Κάσνταν (1981)

Στην παραλία της Φλόριντα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, όλα είναι αφάνταστα ζεστά και ο καθένας δροσίζεται με όποιον τρόπο βρίσκει. Ο αρρενωπός δικηγόρος Νεντ είναι σκληρός, γυναικάς και πάντα διαθέσιμος για γλέντι. Η εντυπωσιακή Μάτι, σύζυγος μεγαλοεπιχειρηματία της περιοχής, στέκεται στη γέφυρα και απλώς αφήνει τα αντρικά βλέμματα να την «αγγίζουν» και έπειτα να αποχωρούν ανικανοποίητα.

Ο στόχος έχει ήδη βρεθεί, άλλωστε. Στη συγκεκριμένη ταινία η τζαζ διάθεση του Τζον Μπάρι εξάπτει τη φαντασία τοιουτοτρόπως. Οι Γουίλιαμ Χαρτ και Κάθλην Τέρνερ μπερδεύουν το πάθος με την εμμονή για χρήμα και εξουσία. Το αρχετυπικό ερωτικό δράμα του Λόρενς Κάσνταν είναι μια ευθεία αναφορά στην "Κολασμένη αγάπη" του Μπίλι Γουάιλντερ, εκείνο το εξαιρετικό φιλμ νουάρ με την Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ που βασίζεται σε βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ.

Ταυτοχρόνως, αυτή η σπαρακτική σχέση του Νεντ και της Μάτι ήξερε να σκοτώνει καθετί το συντηρητικά συμβατικό.

Άντε Γεια..., του Γιώργου Τσεμπερόπουλου (1990)

Στο αστικό τοπίο, την Αθήνα, το καλοκαίρι προμηνύει εκπλήξεις. Ο νεαρός Χρήστος, με τη φούρια της ηλικίας του, θέλει να βγάλει γρήγορα λεφτά και να πετύχει. Ο δε Μιχάλης, που έχει μια πετυχημένη επιχείρηση της γειτονιάς, δεν ξέρει που να την «εμπιστευθεί». Από την άλλη μεριά, οι γυναίκες της ιστορίας. Η Μαρίνα είναι μια γοητευτική σαραντάρα που έχει εγκαταλείψει τη ζωή της για χάρη της οικογένειας της. Η Φανή, η κόρη του Μιχάλη και της Μαρίνας, είναι φρέσκια, ωραία και ατίθαση. Και στη μέση μπαίνει η Ρούλα για να διεκδικήσει το φρούτο, τον άντρα, το μήλο της έριδος ενός ιδιότυπου ερωτικού τετραγώνου.

Όταν ο «αρχηγός» της οικογένειας πεθάνει, ο πιτσιρικάς αναλαμβάνει δράση. Νέος, γοητευτικός, ερωτύλος. Ο απόλυτος εραστής. Στην Αθήνα του μεσοκαλόκαιρου, οι Κούρκουλος (ο γιος πια, ο ζεν πρεμιέ των ‘90s), Τρύπη, Παπανίκα, Μπάρμπα, σπάνε τους όποιους δεσμούς, ξεπερνάνε τα όρια, διαλύουν τους ηθικούς φραγμούς, και παίζουν το παιχνίδι του πόθου.

Το πάθος ξεχειλίζει, η μουσική του Σπανουδάκη σε ριγεί, το «Σήμερα» του Πάριου σε παρασέρνει στην απόλυτη αρρώστια του έρωτα, και τα κορμιά των πρωταγωνιστών μετατρέπονται στα υγρότερα αντικείμενα ενός ανεξέλεγκτου ερωτικού πάθους.

Στην ταινία του «ερωτικού» Τσεμπερόπουλου, το σενάριο συνυπογράφει ο σημαντικός συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης.

*

Summer Time, Vol 4

Λίγες εβδομάδες πριν εκπνεύσει ο Ιούλιος, σου προτείνω δυο ταινίες άκρως καλοκαιρινές, μα και άκρως μελαγχολικές, έτσι για να προμηθευτείς υλικό στα μπαγκάζια σου, για τις διακοπές σου, ώστε να είσαι πάντα έτοιμος μεταξύ της παραλίας και της βραδινής εξόδου στα νησιά.

Οι σημερινές ταινίες προέρχονται από το ελληνικό σινεμά, αποκλειστικά. Διαδραματίζονται αμφότερες στην Αθήνα, περιγράφοντας το καλοκαιρινό αστικό περιβάλλον μέσα στη μιζέρια του, τη μελαγχολία του, όπως και τη νοσταλγία της κάθε εποχής (της ιστορίας).

Την ίδια στιγμή όμως, ο έρωτας έχει πρωτεύοντα ρόλο σε αυτές τις θερινές αργόσυρτες διηγήσεις, στις οποίες δυο νέοι, εντελώς (αυτό)εγκλωβισμένοι για διαφορετικούς λόγους ο καθένας τους, σκέφτονται, παρατηρούν, φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, συζητούν. Και φυσικά ζεσταίνονται. Ο καύσωνας είναι ο κινητήριος μοχλός των αναζητήσεων τους.

Φτηνά Τσιγάρα, του Ρένου Χαραλαμπίδη (2000)

Από τη στιγμή που είδα την ταινία του Χαραλαμπίδη, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό μου από την εικόνα της άδειας Αθήνας, το αυγουστιάτικο βράδι. Ο Χαραλαμπίδης κάνοντας την πιο ολοκληρωμένη ταινία του, κινηματογραφεί έναν παράδοξο έρωτα στην Αθήνα του απόλυτου τίποτα: Άδειο αστικό περιβάλλον, στο επίκεντρο μόνο οι δυο ήρωες υπάρχουν, καθώς και ένα μικρό καφέ με τους σουρεαλιστικούς θαμώνες του.

Στο μποέμ σκηνικό που έχει χτίσει ο Χαραλμπίδης, ο ήρωας του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος που ουσιαστικά δεν κάνει τίποτα, μπλέκεται με έναν παράξενο μαφιόζο (εξαιρετική η ερμηνεία του Ιατρόπουλου), μερικούς έξωαπόεδώ θαμώνες ενός άδειου καφέ στο κέντρο της Αθήνας (οι Τσάκωνας και Παναγιωτίδης, ταιριάζουν απολύτως), και φτιάχνει την προσωπική του ερωτική ιστορία (με την όμορφη και εντελώς γήινη Παπαχαραλάμπους). Όλα τα παραπάνω συνθέτουν το σκηνικό της (αλληγορικής) επιβίωσης του.

Μπορείς να τη χαρακτηρίσεις και ταινία της ατάκας, αυτή τη δουλειά του Χαραλαμπίδη. Μες στον παράξενο κόσμο του, η φωτογραφία του Διονυσόπουλου, και η μουσική του Καλαντζόπουλου (με το τραγούδι "Το λευκό γιασεμί" της Πασπαλά, να σε ριγεί), δένουν απολύτως με τους χαρακτήρες μιας ιστορίας που ίσως και να μην υπήρξε ποτέ. Να ήταν απλώς ένα όνειρο.

Οι Απέναντι, του Γιώργου Πανουσόπουλου (1981)

Στη θερινή του ιστορία ο Πανουσόπουλος (ο σκηνοθέτης που έχει αγαπήσει το ελληνικό καλοκαίρι, με τις ταινίες του) ανακατεύει το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, με ένα βαθύ υπαρξισμό, και μια αλλόκοτη ερωτική ιστορία. Ο ήρωας του, είναι ένας νέος των ‘80s, του οποίου οι παρέες βρίσκονται ανάμεσα στις μοτοσικλέτες με τις ανάλογες «κόντρες», τα φλιπέράκια και τα βίντεο γκέιμς, τις ντίσκο και τα πάρτι, κι όλη την κουλτούρας (εξ Αμερικής) που έχει κατακλύσει την -τότε- Ελλάδα.

Παρολαυτά, ο ήρωας της ιστορίας του Πανουσόπουλου, που δεν είναι άλλος από έναν εκπληκτικό Ρέτσο, αρέσκεται στο να απομονώνεται στο, σκοτεινό, διαμέρισμα του, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο του τη γοητευτική 35άρα του απέναντι διαμερίσματος (η πανέμορφη Μπέτυ Λιβανού ως η γυναίκα-πρόκληση).

Κι ενώ η γυναίκα αντιλαμβάνεται (κι εντέλει της αρέσει) την προκλητική διάλυση της ιδιωτικής της ζωής, αυτή η σχέση δεν έχει παρόν και μέλλον, καθώς τόσο η μεγάλη λεωφόρος όσο και τα χρόνια τους, χωρίζουν την όποια ερωτική τους διάθεση.

Ο σκηνοθέτης της "Μανίας" και του "Μια μέρα τη νύχτα", κάνει το δικό του διεισδυτικό σχόλιο στη νεολαία της εποχής (τόσο πετυχημένα, και αφηγηματικά ανάγλυφο), ταυτόχρονα όμως χτίζει μια άρρωστη, εκ των πραγμάτων, ιστορία που εντέλει είναι ολοκληρωμένη, κι από τις δύο πλευρές. Στο φόντο το καλοκαιρινό αστικό περιβάλλον της εποχής, που σε πραγματικούς χρόνους αντιλαμβάνεσαι τους παλμούς του. Άλλωστε, η Αθήνα και η γκρίζα μελαγχολία της, αναδύει πάντοτε μια ζωντάνια για τα πιο ατίθασα παιχνίδια του μυαλού.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr, μεταξύ 6 Ιουνίου και 18 Ιουλίου 2011.

Οι απέναντι, του Σωτήρη Κακίση (Εκδόσεις Κίνητρο, 2005)

Toυ Νέστορα Πουλάκου

Κι ως, εντελώς, καλοκαιρινή έκδοση μπορεί να διαβαστεί αυτή η συγκεντρωτική συλλογή του ποιητή Σωτήρη Κακίση, ο οποίος επιπροσθέτως έχει περάσει από τη δημοσιογραφία, τη στιχουργική, και το σενάριο, με σημαντικά αποτελέσματα.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίνητρο και μπορείς να το βρεις στα βιβλιοπωλεία της χώρας, ο Κακίσης συγκεντρώνει συνεντεύξεις του με σπουδαίους ανθρώπους του κινηματογράφου. Από τους άνδρες έχει τους σκηνοθέτες Πανουσόπουλο, Δαμιανό, Κούνδουρο, Γαβρά, Περάκη, Αβδελιώδη, Σακελλάριο, τους ηθοποιούς Βέγγο, Σταυρίδη, Χατζηχρήστο, Μπάρκουλη, Τίτο Βανδή, Χρυσομάλλη, Πουλικάκο.

Από τις γυναίκες έχει την Βλαχοπούλου, τη Μπάρμπα, τη Λιβανού, τη Λαζαρίδου και τη Μπαζάκα, τη Μάρθα Βούρτση. Και στη συνέχεια μερικά κείμενα του παρουσιάζονται για τους αγαπημένους του σκηνοθέτες, τον Φελίνι, και μια συζήτηση του με τον Πανουσόπουλο για την ταινία "Μ’ αγαπάς;" (σε σενάριο Κακίση).

Όλες αυτές οι συνεντεύξεις, έχουν δημοσιευτεί στις εφημερίδες Ελευθεροτυπία, Ελεύθερη Γνώμη, Εγνατία, και στα περιοδικά Κλικ, ΜΑΧ, Status, Playboy, ΜΙΑ.

Στο συνιστώ αυτό το βιβλίο, καθότι πρόκειται για μια πραγματικά, και κατά κάποιο τρόπο ολοκληρωμένη ανθολογία, του ελληνικού κινηματογράφου μιας ολόκληρης εποχής, που έχει περάσει στα σίγουρα.

*Η βιβλιοπρόταση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (18-7-11).

21 Ιουλ 2011

Ταινίες 21ης Ιουλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες δυο ταινίες, που είναι αμφότερες χολιγουντιανές, ενώ τρεις επανεκδόσεις επικρατούν στο θερινό πρόγραμμα. Ταινία της εβδομάδας μπορεί να θεωρηθεί η νέα κωμωδία του Σεθ Γκόρντον "Αφεντικά για σκότωμα". Θα γελάσεις με την ψυχή σου, ειδικώς με τις καρικατούρες τα αφεντικά, που τα ερμηνεύουν τρεις γνωστοί ηθοποιοί του Χόλιγουντ (Σπέισι, Άνιστον, Φάρελ). Μην περιμένεις βέβαια καμιά ιστορία με βάθος. Στην ταινία "Ο άλλος μου εαυτός", θα παρακολουθήσεις ένα ακόμη one man show του κατά τα άλλα διαλυμένου Μελ Γκίμπσον. Και δεν θα παρακολουθήσεις τη σκηνοθεσία της Τζόντι Φόστερ, μια και είναι ανύπαρκτη. Στα "400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ, την ταινία ορόσημο της Nouvelle Vague, θα δεις μια ανεπανάληπτη, και κλασική ταινία για μεγάλους και παιδιά, καθώς λένε οι κριτικοί, που άφησε εποχή. Την κριτική σου γράφει ο Πετιμεζάς. Κριτικό σημείωμα του υπογράφοντα φέρουν οι πολύχρωμες και τραγουδιστές "Ομπρέλες του Χερβούργου", του υποτιμημένου Ζακ Ντεμί, μια και η ταινία αυτή έχει πάρει Χρυσό Φοίνικα, θεωρείται κλασική, και είχε συμπεριληφθεί στο σχετικό αφιέρωμα του SevenArt για το Φεστιβάλ των Καννών. Τελευταία επανέκδοση, για την οποία σου γράφει ο Πετιμεζάς, είναι η ιταλική κωμωδία "Μοντέρνα Τέρατα", που έχουν γυρίσει τα «ιερά… τέρατα» της ιταλικής κωμωδίας Ντίνο Ρίζι, Μάριο Μονιτσέλι και Ετόρε Σκόλα. Σπονδυλωτή ταινία, που είχε φτάσει μέχρι τα Όσκαρ, και αποτελεί συνέχεια των "Τεράτων" (1963) του Ρίζι.

Αφεντικά για σκότωμα (6/10)

Εντέλει έχει πλάκα αυτή η ταινία του Σεθ Γκόρντον, ο οποίος δεν με είχε απογοητεύσει ούτε και στα "Χριστούγεννα στα τέσσερα". Μπορεί να μη γυρίζει ταινίες περιωπής και ποιότητας, παρολαυτά ξέρει να σε διασκεδάζει, να κοντρολάρει σωστά τους ηθοποιούς του, και να σκηνοθετεί έξυπνα ένα όχι και τόσο «έξυπνο» σενάριο. Καταρχάς, θα σου αρέσουν οι χαρακτήρες στο σύνολο τους. Όλοι τους, έχουν χτιστεί ένας κι ένας, και βγάζουν χαρακτήρες με τους οποίους θα γελάσεις. Πέρα από τους τρεις φίλους που βιώνουν και το «δράμα» τους, στα σίγουρα ξεχωρίζουν τα αφεντικά. Η νυμφομανής Τζένιφερ Άνιστον, ο κοκάκιας Κόλιν Φάρελ, και ο εγωίσταρος Κέβιν Σπέισι, δίνουν τον κωμικό τους εαυτό, και είναι τα καλύτερα σημεία της ταινίας. Κι η πλοκή, όμως, σε πηγαίνει συνεχώς στην πλάκα που σπας όσο προχωράει. Ακόμη και η παρουσία του Τζέιμι Φοξ είναι τόσο αστεία, που δεν κρατιέσαι. Εν γένει, έχει χιούμορ αυτή η ταινία. Δεν είναι έξυπνο, αλλά ούτε και χοντροκομμένο όπως σε έχουν συνηθίσει οι χολιγουντιανοί. Στα σίγουρα μην περιμένεις μια ιστορία με βάθος, κι άλλα παρόμοια τινά. Το σενάριο είναι μονοεπίπεδο, και ο στόχος είναι η διασκέδαση σου. Κι αυτό το καταφέρνουν οι συντελεστές, χωρίς να σε προσβάλλουν.

Ο άλλος μου εαυτός (4/10)

Το μοναδικό στοιχείο που σώζει κάπως αυτή την κομεντί της Τζόντι Φόστερ, είναι ο κατά τα άλλα «καμένος» Μελ Γκίμπσον. Με το προσωπικό του δράμα να τον υπερβαίνει, και το άτσαλο της συμπεριφοράς του να τον κυριεύει, στο συγκεκριμένο ρόλο του καταθλιπτικού συζύγου/ πατέρα/ εργοδότη δίνει όλο του τον εαυτό, μπας και σωθεί κι εξιλεωθεί κι ο ίδιος. Επειδή όμως δεν κάνω κοινωνικό κουτσομπολιό, αλλά κινηματογραφική κριτική, έχω να σου πω ότι ο Γκίμπσον είναι μια πραγματική απόλαυση και δίνει ό,τι μπορεί και έχει προκειμένου να υποστηρίξει ένα «τίποτα». Καθότι και η ιστορία (και το σενάριο κατ’ επέκταση) είναι και φλύαρη και παντελώς αδιάφορη. Αυτή η ψευτοφιλοσοφία ζωής, και το απάγκιο στο αρκουδάκι (τελικά όχι και τόσο έξυπνο), δεν με συγκίνησαν καθόλου. Δεν τα βρήκα χαριτωμένα, αλλά αντιθέτως με κούρασαν και με έκαναν να βαρεθώ. Η δε σκηνοθεσία της Τζόντι Φόστερ είναι ανύπαρκτη. Μόνο το όνομα μετράει εντέλει, και η υπογραφή της, γιατί κατά τα άλλα δεν έχει να σου επιδείξει και τίποτα το ζηλευτό, ούτε το αξιοσημείωτο. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έτσι και έχεις όρεξη τρέξε ν’ απολαύσεις ένα ακόμη one man show ενός, κάποτε, σπουδαίου ηθοποιού. Μόνο αυτό αξίζει. Κι εκεί τελειώνει η ιστορία.

Οι ομπρέλες του Χερβούργου (7/10)

Κι όμως, εσύ που με διαβάζεις, μην απορήσεις. Το ξέρεις ότι βγάζω φλύκταινες με τα μιούζικαλ, δεν τα αντέχω τα ρημάδια με τίποτα. Είναι, όμως, μερικά που τα παραδέχομαι, τους βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. Όπως αυτό του Ζακ Ντεμί, ο οποίος όπως και στη "Λόλα" και στις "Δεσποινίδες του Ροσεφόρ", αποδεικνύεται άψογος τεχνίτης της εικόνας, που μέσα από τα αρχέτυπα (οι ιστορίες του είναι απλές) εξάγει το πιο ουσιώδες, το πλέον τρυφερό κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Το ίδιο και στις "Ομπρέλες του Χερβούργου", το πολύχρωμο μιούζικαλ στο οποίο μιλάνε μόνο τραγουδιστά επί 90 λεπτά, με τα θεαματικά πλάνα και τις εικονοκλαστικές εξτραβαγκάντσες, όπου η 17χρονη Ζενεβιέβ ερωτεύεται τον 20χρονο Γκάι σε μια σχέση χωρίς μέλλον. Ο τελευταίος πηγαίνει στον πόλεμο της Αλγερίας, η Ζενεβιέβ έχει στην κοιλιά της το παιδί του, κι ως μικροαστή που είναι θα την κάνει τη σύμβασή της για να εξασφαλίσει την «καλή ζωή». Το πιο μύχιο μυστικό ενός ατελέσφορου έρωτα γίνεται ύμνος στα χέρια του Ντεμί. Η εξαιρετική μουσική του Μισέλ Λεγκράν και η υπέροχη ερμηνεία της Κατρίν Ντενέβ συμπληρώνουν το μωσαϊκό ενός αγαπησιάρικου μιούζικαλ. Η ταινία προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και βραβεία Γκράμμι.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (21-7-11).

20 Ιουλ 2011

10 επανεκδόσεις που θέλουμε να δούμε στα θερινά σινεμά

Από πάντα τα καλοκαίρια στην Ελλάδα ευνοούσαν τη θύμηση παλιών καλών ταινιών, του παγκόσμιου κινηματογράφου. Άλλωστε, αυτό το μοναδικό φαινόμενο του θερινού σινεμά, που έχει ευδοκιμήσει μόνο στις χώρες της Μεσογείου, προσφερόταν για μια απολαυστική θέαση ενός κινηματογράφου ποιότητας. Πλέον, τα σινεμά όπως ξέρεις παίζουν και ταινίες πρώτης προβολής, όπως και παραγωγές της σεζόν που μόλις τελείωσε. Έχεις βαθιά μέσα σου όμως, το συναίσθημα ότι το θερινό σινεμά συνδυάζεται με ένα παγωμένο ρόφημα, λίγο καλό φαγητό και μια παλιά ταινία. Ερωτική, αστυνομικό νουάρ, κοινωνικό δράμα, παιχνιδιάρικη κομεντί, με προτίμηση στο μαυρόασπρο φόντο, αλλά και έγχρωμη, τεχνικολόρ, κι όχι μόνο, σου προσφέρει νοσταλγικές διαθέσεις, γλυκές θύμησες, αλλά και μαγευτικές ανακαλύψεις, ενός κόσμου που δεν ξέρεις, δεν γνωρίζεις, αφού δεν έχεις ζήσει σε αυτόν ή που έχεις περάσει τα νιάτα σου και θες να ξαναθυμηθείς και να συνδυάσεις εικόνες φωτογραφικές.

Επειδή την τελευταία πενταετία έχει γιγαντωθεί ο αριθμός των επανεκδόσεων στα θερινά σινεμά της Αθήνας, καλύπτοντας έτσι μια ανάγκη (όχι πάντα δικαιολογημένη, και σε αυτό το βαθμό) του σινεφίλ κοινού για παιδεία και διασκέδαση, η ομάδα του SevenArt αποφάσισε να σου συστήσει, και να σου αναλύσει, μια λίστα σπάνιων ταινιών του παρελθόντος (αν και σχετικό είναι αυτό, ανάλογα με τη σινεφιλία του καθενός), που θέλει να δει και να ξαναδεί στα θερινά σινεμά της πόλης. Με αυτό τον τρόπο, κλείνει το μάτι πρώτα σε εσένα ώστε να τις ανακαλύψεις και να τις καταβροχθίσεις, μια και όλες τους έχουν την αξία τους, όσο και στην εγχώρια διανομή για να τις φέρει και να τις προβάλλει το ερχόμενο καλοκαίρι.

Νέστορας Πουλάκος poulakos@sevenart.gr

► Οι 10 επανεκδόσεις που θέλουμε να δούμε στα θερινά σινεμά

Κοινωνικά Σκάνδαλα (The Philadelphia Story), Τζωρτζ Κούκορ, 1940

Η ταινία με τα 2 Όσκαρ και τις 4 υποψηφιότητες είναι μια από τις παλιές κλασσικές ρομαντικές κωμωδίες. Αυτό που την κάνει να θεωρείται μια από τις καλύτερες, είναι ό,τι δεν έχουν σήμερα οι περισσότερες ρομαντικές κωμωδίες: Ένα καλογραμμένο σενάριο, καταπληκτικές ερμηνείες από κορυφαίους ηθοποιούς και να είναι πραγματικά αστείες. Οι ερμηνείες δίνουν τεράστια δύναμη στην ταινία. Κάθρην Χέμπορν, Κάρι Γκραντ και Τζέημς Στιούαρτ παραδίδουν άψογα στους θεατές τους θαυμάσιους διαλόγους του σεναρίου. Ο Τζωρτζ Κούκορ έχει κάνει πραγματικά πολύ καλή δουλειά σε αυτή την ταινία, τόσο με την παροχή γρήγορου ρυθμού, όσο και με τη χημεία μεταξύ των ηθοποιών. Πρόκειται για μια ταινία για τη ζωή και τους έρωτες μιας κοπέλας της υψηλής κοινωνίας, η οποία έχει την... ατυχία να την ερωτεύονται όλοι οι άντρες αμέσως. Αν είστε από αυτούς που νομίζουν ότι οι σημερινές ρομαντικές κωμωδίες είναι καλές, ρίξτε ένα βλέφαρο στα "Κοινωνικά Σκάνδαλα" και θα χλωμιάσετε με τη σύγκριση. Μια πολύ καλή ταινία και άξια για να τη θυμάστε, αντίθετα από τις μέτριες ως μίζερες ρομαντικές κωμωδίες που βγαίνουν σήμερα. Ιδιαίτερα συστημένη (ειδικά με χρούτσου χρούτσου στα χαλίκια των θερινών σινεμά, νομίζω θα απογειωθεί).

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Απόκληρος της Κοινωνίας (Odd Man Out), Κάρολ Ρηντ, 1947

Κοινωνικό δράμα, αστυνομικό νουάρ, με ερωτικό εκτόπισμα, και καλά χτισμένο κώδικα τιμής και αξιών, είναι αυτή η αξεπέραστη ταινία του Κάρολ Ρηντ, σκηνοθέτη μεταξύ άλλων και του αριστουργηματικού "Τρίτου Ανθρώπου". Στην ιστορία αυτή που συγκλόνισε το κοινό της εποχής και ανακηρύχτηκε καλύτερη βρετανική ταινία της χρονιάς, αρχηγός του ιρλανδέζικου απελευθερωτικού αγώνα κρύβεται σε συνοικία του χιονισμένου Λονδίνου, όπου η κόρη του σπιτιού τον ερωτεύεται, προκειμένου να οργανώσει ληστεία με τους συντρόφους του. Η εγκληματική αυτή πράξη, ή απαλλοτρίωση, δεν πάει κατ’ ευχή, κι αυτός βρίσκεται κυνηγημένος κι άσχημα χτυπημένος. Σιγά-σιγά οι σύντροφοι του πιάνονται ή σκοτώνονται, κι εκείνος παρά τη βοήθεια που του προσφέρεται στα βρώμικα στενά του Λονδίνου, εντέλει θα τα βάλει με ολόκληρη την εγγλέζικη αστυνομία, αυτό το θηρίο που δύσκολα νικιέται. Σε μια εξαιρετική ερμηνεία ο σταρ της εποχής Τζέημς Μέισον, υποδύεται τον ήρωα και συνάμα απόκληρο μιας κοινωνίας, που μπορεί τόσο εύκολα ν’ ανεβάσει όσο και γρήγορα να αποκαθηλώσει ανθρώπους-σύμβολα, λόγω ενός και μόνο λάθους τους. Χάρμα ιδέσθαι είναι και η φωτογραφία της ταινίας (Ρόμπερτ Κράσκερ), μ’ ένα χιονισμένο και συνάμα βρώμικο Λονδίνο, που εντέλει έγινε κλισέ και αρχέτυπο για κάθε μετέπειτα νουάρ.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Αμάρτημα του παρελθόντος (Out of the Past), Ζακ Τουρνέ, 1947

Κλασσικό νουάρ του Ζακ Τουρνέ, για ένα άτομο που δεν μπορεί να δραπετεύσει από το παρελθόν του. Σπάνια το είδος όμως, «δραπετεύει» από τους βρώμικους «ιδρωμένους» δρόμους της πόλης, με τους σκοτεινούς, στενούς διάδρομους να φωτίζονται μονάχα από μη ρεαλιστικές αντανακλάσεις ενός ισχυρού φωτός. Σε αυτή την ταινία δεν βλέπουμε μόνο τις συμμορίες του υπόκοσμου και την γυναικεία υποτίμηση της ευπρέπειας, αλλά και την όμορφη επαρχία. Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στο ρόλο εκείνου που δραπετεύει από την πόλη για να ζήσει μια νέα ζωή στη χώρα, σερνόμενος από ισχυρές δυνάμεις. Νιώθω τεράστια συμπόνια γι' αυτόν που σέρνεται σε μια γούβα με αρκούδες για να παλέψει για τη ζωή και την ψυχή του. Η γυναικεία απεικόνιση (Τζέιν Γκρηρ) είναι ιδιαίτερα συμπαθητική. Η αρσενική «προοπτική» της γυναίκας δεν υπερισχύει απλά έναντι της θηλυκής. Εδώ η Τζέιν Γκρηρ υποδύεται μια από τις πιο σκοτεινές γυναίκες, που όμως τουλάχιστον γνωρίζουμε γιατί κάνει αυτό που κάνει και έτσι μπορούμε να συμμεριστούμε το χάλι της. Είναι και αυτή παγιδευμένη. Ο Τουρνέ περνάει μηνύματα βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Όλοι έχουμε «κόσμους και μέρη» που δεν πηγαίνουμε συχνά. Όπως όμως o Μίτσαμ, έτσι και εμείς, ερχόμαστε αντιμέτωποι μερικές φορές με δαίμονες και πρέπει να δώσουμε τη μάχη άλλη μια φορά. Ε, τότε ας έχουμε τη ζώνη μας καλά ζωσμένη.
ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Σάββατο Βράδυ... Κυριακή Πρωί (Saturday Night and Sunday Morning), Κάρελ Ράιζ, 1960

Με την ταινία αυτή ξεκίνησε να συντελείται η «επανάσταση» στο βρετανικό σινεμά, μια και το Free Cinema εμφανίσθηκε για να σπάσει τις κατεστημένες φόρμες και τα μελοδραματικά κείμενα. Άλλωστε, μετά το παιχνιδιάρικο μα και όλο προβληματισμούς, κοινωνικούς, υπαρξιακούς, ερωτικούς, "Σάββατο βράδυ… Κυριακή πρωί", δυο μεγάλα ταλέντα του κινηματογράφου ανακαλύφθηκαν: Ο σκηνοθέτης Κάρελ Ράιζ, Τσεχοσλοβάκος πρόσφυγας, που στιγμάτισε το βρετανικό σινεμά με αυτό το ντεμπούτο του. Και ο πρωταγωνιστής και μόλις 24 χρονών τότε, Άλμπερτ Φίννεϊ, ο οποίος έκανε ένα δυναμικό ξεκίνημα στον κινηματογράφο και μετέπειτα έγινε ένας εκ των καλύτερων Βρετανών ηθοποιών του 20ου αιώνα. Κι όλα αυτά, σου τα λέω χωρίς καμία υπερβολή. Κατά τα άλλα, στην ιστορία που ανέδειξε την ταινία καλύτερη της χρονιάς στη Βρετανία, νεαρός και δουλευταράς σε εργοστάσιο άντρας, βρίσκεται μεταξύ της άκρατης διασκέδασης, του κλειστού πατρικού του σπιτιού και δύο γυναικών. Ο ατίθασος κι έντονος χαρακτήρας του, τον μπλέκει με μια παντρεμένη μητέρα την οποία αφήνει έγκυο και με ένα νεαρό πανέμορφο κορίτσι με το οποίο θέλει να συνεχίσει εντέλει τη ζωή του. Τα γεγονότα που ακολουθούν ούτε που τα περιμένει, είναι άλλωστε κατακλυσμιαία και γεμάτα νεύρο κι ένταση. Η ταραχώδης ζωή του θα προβληματίσει, θα προκαλέσει, θα τον ανησυχήσει. Ο Ράιζ σκηνοθέτησε το νυχτερινό Λονδίνο και αποτύπωσε την ακρότητα της νεολαίας της εποχής. Μέσα από μια ιστορία που μπορεί να θεωρηθεί και προσχηματική, σχολιάζει τους ξέφρενους ρυθμούς και παίζει με τις καλά παγιωμένες αξίες μιας συντηρητικής κοινωνίας.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Συναγερμός Θανάτου (Fail-Safe), Σίντνεϊ Λιούμετ, 1964

Ο "Συναγερμός Θανάτου" του Λιούμετ είχε την ατυχία να κυκλοφορήσει στη σκιά της πασίγνωστης σάτιρας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ "S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα", μιας και ο Κιούμπρικ απαίτησε και πέτυχε να πείσει την κοινή τους μαμά - Columbia να κυκλοφορήσει πρώτη η ταινία του στους κινηματογράφους. Έχοντας παρόμοιο θέμα, το αποτέλεσμα ήταν ο "Συναγερμός Θανάτου" να βγει στις αίθουσες μετά την "παρωδία του" και -παρά τις καλές κριτικές- να αφήσει αδιάφορους τους περισσότερους θεατές. Μεγάλη η αδικία για μια ταινία που τόσο το αντιπολεμικό της μήνυμα όσο και η κινηματογραφική της αξία, οι αξιομνημόνευτες ερμηνείες (προεξέχοντος του Χένρι Φόντα στο ρόλο του προέδρου των ΗΠΑ αλλά και των Γουόλτερ Ματάου, Λάρι Χάγκμαν, Φρανκ Όβερτον) και το έντονο σασπένς που οδηγεί κλιμακωτά στο δραματικό φινάλε θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να διεκδικήσουν μια καλύτερη τύχη στις αίθουσες και στην ιστορία του κινηματογράφου. Στον "Συναγερμό Θανάτου" που εκτός της καταγγελίας του ψυχροπολεμικού κλίματος ασκείται έντονη κριτική στην αλόγιστη και απάνθρωπη χρήση της τεχνολογίας στην υπηρεσία του πολέμου, μια μοίρα μαχητικών αεροπλάνων διατάσσεται να πετάξει μέχρι τη Μόσχα και να χρησιμοποιήσει τον ατομικό οπλισμό της ξεκινώντας ολοκληρωτικό πόλεμο με τους "κόκκινους". Η οδηγία όμως οφείλεται σε δυσλειτουργία των ηλεκτρονικών συστημάτων του Πενταγώνου και μόλις γίνεται αντιληπτή δεν είναι δυνατόν να ανακληθεί από το στρατιωτικό επιτελείο. Η πολεμική μηχανή εντέλει επικρατεί της κοινής λογικής και τα αποτελέσματα είναι τραγικά, μιας και όταν κινείσαι για καιρό στην κόψη του ξυραφιού αργά ή γρήγορα θα πληρώσεις τις τραγικές συνέπειες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Darling, Τζων Σλέσινγκερ, 1965

Είναι από τις ταινίες-σύμβολα του βρετανικού κινηματογράφου των ‘60s, που μπορεί να θεωρηθεί και το αποκορύφωμα του κινήματος του Free Cinema. Άλλωστε, η μούσα αυτής της κίνησης, η πανέμορφη και λαμπερή Τζούλι Κρίστι, μια από τις ωραιότερες γυναίκες του παγκόσμιου σινεμά κατά το δικό μου πάνθεον, η οποία είχε κοσμήσει λίγα χρόνια νωρίτερα και την εξίσου δημοφιλή ταινία "Μπίλι ο Ψεύτης", κάνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να σε σαγηνεύσει στην ταινία του Σλέσινγκερ. Ερμηνεύει μια ναζιάρα, χαριτωμένη, παιχνιδιάρα, όλο σεξ-απήλ κουκλίτσα, που μπορεί και παίζει τους άντρες, τους πάντες, την ίδια τη ζωή, στο μικρό της δαχτυλάκι, στη μια της κίνηση, στο ένα της βλέμμα, μη σου πω και στο μισό της κούνημα. Έρωτες, παιχνίδια, χαλαρές καταστάσεις, ξέφρενα πάρτι, στο Λονδίνο της εποχής, και στην επαρχία, και στην καλοκαιρινή Ιταλία, από ένα κορίτσι-μοντέλο, κι ότι άλλο φανταστείς. Μια ζωντανή κοπέλα εν ολίγοις που ρουφάει τη ζωή με το καλαμάκι, μα που εντέλει δεν μπορεί να έχει τον ένα και μοναδικό άντρα που ερωτεύτηκε κι αγάπησε αληθινά (Ντιρκ Μπογκάρντε). Βλέπεις, δεν τον εκτίμησε όταν έπρεπε, κι εκείνος εν συνέχεια δεν την εμπιστεύτηκε ποτέ ούτε καν ως πριγκίπισσα, πια. Μια μαγευτική ταινία είναι το παιχνιδιάρικο "Darling", που σε συνεπαίρνει και σε παρασύρει στη μαγεία μιας ατμόσφαιρας γεμάτης χάρη, γλέντι, στυλ, κι απαράμιλλης γοητείας. Κέρδισε τρία Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας, και πολλά βραβεία BAFTA. Ο Σλέσινγκερ των μετέπειτα αριστουργημάτων "Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος" και "Ο Καουμπόυ του Μεσονυχτίου" (κι όχι μόνο), κάνει την ταινία αποθέωση μιας ολότελα ξεχασμένης πλέον, εποχής.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Ένα Σαββατοκύριακο (Week-end), Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, 1967

Μπορεί για τους περισσότερους φίλους του κινηματογράφου η αγαπημένη περίοδος του Γκοντάρ να είναι η πρώτη ή ακόμα για τους κριτικούς αντίστοιχα η πιο γόνιμη κι η πιο πρωτοποριακή, θα μου επιτρέψετε ωστόσο να δηλώσω οπαδός της δεύτερης περιόδου της καλλιτεχνικής πορείας του Γκοντάρ. Κι ίσως πέρα από τα βαθιά πολιτικά μηνύματα, αυτό να είναι μια αντίδραση καθώς συν τω χρόνω οι ταινίες αυτής της περιόδου σ' ένα βαθμό έχουν ξεχαστεί ή δεν προβάλλονται τόσο συχνά όσο οι άλλες. Στο "Ένα Σαββατοκύριακο" βρισκόμαστε λίγο πριν το ξέσπασμα του Μάη που συγκλόνισε τον κόσμο κι ο Γκοντάρ είναι σαφής: «Το πνεύμα της γαλλικής επανάστασης έχει αντικατασταθεί από τα σαββατοκύριακα της γκολικής δημοκρατίας». Στο "Week-end", τονίζεται το end, το τέλος που φαίνεται να έρχεται για την καταναλωτική κοινωνία που προτιμά το να έχεις από το να είσαι. Η ταινία αρχίζει με ένα διάλογο παρμένο από την "Ιστορία του ματιού" του Ζορζ Μπατάιγ, και συνεχίζει με ένα τράβελινγκ 350 μέτρων στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Γαλλίας. Δοκιμιακός κινηματογράφος, διάσπαρτα σουρεαλιστικά στοιχεία, μπρεχτική αποστασιοποίηση κι ένα ταξίδι που καταλήγει σε μια στυγερή δολοφονία, είναι τα στοιχεία που δημιουργούν ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα επί της οθόνης.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο Χασάπης (Le boucher), Κλωντ Σαμπρόλ, 1970

Στο τελευταίο φεστιβάλ γαλλόφωνου κινηματογράφου παρακολουθήσαμε το αφιέρωμα σ' έναν από τους τρεις σπουδαιότερους σκηνοθέτες της Nouvelle Vague, τον Κλωντ Σαμπρόλ. Μια από τις προφανείς ελλείψεις του αφιερώματος, ήταν η ταινία "Ο Χασάπης", που ξεχωρίζει καθώς διαθέτει τα δυο στοιχεία που έδωσαν το προσωπικό στίγμα του μεγάλου σκηνοθέτη, σ' έναν περίεργο συνδυασμό. Φαινομενικά, "Ο Χασάπης" είναι μια κλασική ταινία αγωνίας, μόνο που αντίθετα με ό,τι συνήθως συμβαίνει, εδώ όλα είναι προφανή. Έτσι, ο χασάπης στην περίπτωση της ταινίας είναι όνομα και πράγμα αλλά δεν εμφανίζεται απλά ως ένας ακόμη ψυχωτικός. Αντίθετα, από τις εξομολογήσεις του στη δασκάλα καταλαβαίνουμε πως είναι ένας απόστρατος που έμαθε στον πόλεμο να υποτιμά την αξία της ανθρώπινης ζωής. Όπως επίσης η δασκάλα με την οποία είναι ερωτευμένος δε σπεύδει να τον καταδώσει στην αστυνομία, αφού δεν είναι πρέπον για την θέση της να αποκαλυφθεί πως συντροφιά τα βράδια της κρατά ο μανιακός δολοφόνος της κατ' άλλα φιλήσυχης περιοχής της γαλλικής επαρχίας. Γι’ αυτό και ο δίκαιος χαρακτηρισμός που αποδόθηκε στον Σαμπρόλ ως Γάλλου Χίτσκοκ, εδώ με αρκετή ειρωνεία επιστρέφεται στο κοινό καθώς ο σκηνοθέτης ανατρέποντας όλα τα δεδομένα, καταθέτει το προσωπικό πολιτικό του σχόλιο με αρκετή μαεστρία και φτάνει να ξεχειλίσει κυνισμό η ταινία στην τελευταία σκηνή του φιλιού.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Περιπλάνηση (Walkabout), Νίκολας Ρεγκ, 1971

Στην Αυστραλία, όταν ένας Αβορίγινας φτάσει στην ηλικία των 16, στέλνεται μόνος του στην έρημο. Για μήνες πρέπει να ζήσει απ' αυτήν, να κοιμηθεί σ' αυτήν, να φάει απ' τα φρούτα και τις σάρκες της. Να επιζήσει, ακόμα κι αν πρέπει να σκοτώσει τα πλάσματα που τον συντροφεύουν. Οι Αβορίγινες το ονομάζουν ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ. Αυτή είναι η ιστορία μιας 'ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ'". Στην "Περιπλάνηση" του Ρεγκ, περιπλανώμενα είναι δυο λευκά παιδιά στην έρημη και αφιλόξενη αυστραλιανή ενδοχώρα. Όταν εγκαταλείπονται απ' τον πατέρα τους, θα πρέπει να τα καταφέρουν μόνα τους, να παλέψουν για την επιβίωσή τους σε έναν κόσμο εχθρικό, μια αμείλικτη φύση που δεν χαρίζει τους καρπούς της παρά μόνο σε όσους ξέρουν να τους αναζητήσουν. Στην πορεία έρχονται σε επαφή με το άγνωστο που έχει τη μορφή ενός νεαρού Αβορίγινα. Εκτός από τη γλώσσα, τους χωρίζει μια άβυσσος διαφορετικών πολιτισμών. Απ' τη μια τα καλοζωισμένα αγγλάκια κι απ' την άλλη ο "πρωτόγονος" Αβορίγινας. Στην πορεία, ο δυτικός "πολιτισμός" μοιάζει όλο και πιο πρωτόγονος μπροστά στην ευφυή συνύπαρξη του ανθρώπου με τη φύση που προτείνουν οι "ξεχασμένες" ανθρώπινες φυλές. Ο Αβορίγινας σκοτώνει για να φάει, όχι γιατί τον ευχαριστεί. Και σοκάρεται όταν έρχεται σε επαφή με την απληστία, την ασέβεια και ασέλγεια των "πολιτισμένων" στη γη. Στη μέση η τρομερή ευφυία του Νίκολας Ρεγκ, τα απίστευτης εικαστικής ομορφιάς πλάνα του, η αλληγορική και σοκαριστική αντιπαραβολή πλάνων που τονίζουν το παράλογο του ξεζουμίσματος της φύσης. Πάνω απ' όλα μια μυστηριακή σινεφίλ πανδαισία, ένα αξεπέραστο θρίλερ "ενηλικίωσης", ένα καμπανάκι αφύπνισης για όλους μας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Santa Sangre, Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, 1989

Πριν κάποιους μήνες είχαμε δει στη στήλη του θεάτρου, την πρώτη ταινία του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι "Φάντο και Λις". Το "Santa Sangre" είναι η τελευταία σπουδαία ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως σπλάτερ, καθώς το αίμα κι η βία αφθονούν. Στη βασική πλοκή της, παρακολουθούμε μέσα από φλασμπάκ την ιστορία του Φένιξ ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος σ' ένα ψυχιατρείο. Τα ταραγμένα παιδικά χρόνια στο τσίρκο όπου μεγάλωσε, η σύγχυση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού που κυριαρχεί στο άρρωστο μυαλό του, τα ψυχολογικά συμπλέγματα με την μητέρα του που φέρνουν στο μυαλό το "Ψυχώ" του Χίτσκοκ, αποτελούν τις βάσεις που θεμελιώνουν μια ταινία που συναρπάζει. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, μπορούμε να πούμε πως το έργο του Γιοντορόφσκι αξίζει προσοχής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως έχει επηρεάσει αρκετούς σκηνοθέτες, μεταξύ αυτών τον Ντέιβιντ Λιντς ή καλλιτέχνες όπως τον Μέριλιν Μάνσον. Κι αν καταλήγαμε σ’ ένα σημείο που δεν το βρίσκουμε σε άλλους δημιουργούς σε τόση έκταση και ένταση όπως στον Γιοντορόφκι, ίσως αυτό να είναι οι σπάνιες εικόνες του, ένα μείγμα σουρεαλισμού που εξάπτει τη φαντασία, και στη συνάρθρωση του στο φιλμικό χρόνο εμφανίζεται επί της οθόνης μια αισθητική άποψη που δε γίνεται να περάσει απαρατήρητη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-7-11).

19 Ιουλ 2011

Άλφρεντ Χίτσκοκ: Σινεμά, Λογοτεχνία, Θέατρο, Σινεμά

Από τον Νέστορα Πουλάκο

Αυτές τις ημέρες, που τα θερινά σινεμά γεμίζουν με κλασικές ταινίες του παλιού κινηματογράφου, ήρθε στο προσκήνιο και πάλι ο μετρ της σκηνοθεσίας Άλφρεντ Χίτσκοκ ("Το κυνήγι του κλέφτη", "Σκότωσα για την τιμή μου"). Και στο δικό μου το μυαλό, άρχιζε και πάλι να τραμπαλίζεται η σχέση του Βρετανού δημιουργού με το λογοτεχνικό και θεατρικό κείμενο. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η πλειοψηφία των ταινιών του Χίτσκοκ (που φτάνουν κατά προσέγγιση τις 54, σε 50 γεμάτα χρόνια κινηματογραφικής καριέρας) βασίστηκε σε κείμενα συγγραφέων (κι όχι πρωτότυπα σενάρια), ένα φαινόμενο που ήταν έντονο και πολύ διαδεδομένο στο βρετανικό και χολιγουντιανό σινεμά της εποχής εκείνης. Η ταχύτητα της παραγωγής των ταινιών βλέπεις, ευνοούσε αυτή την προτίμηση των δημιουργών. Πριν βυθιστείς στην (παρακάτω) προσέγγιση των κινηματογραφικών σεναρίων του Χίτσκοκ, ρίξε και μια ματιά στο πορτρέτο που του έχει φιλοτεχνήσει η Ανίσσα, λίαν προσφάτως.

Εισαγωγή

Άλφρεντ Χίτσκοκ, λοιπόν, ο μετρ της αγωνίας, ο σπουδαίος αυτός κινηματογραφιστής, ο οποίος -κακά τα ψέματα- χάρη στη βαθιά εκτίμηση που του έτρεφε η ομάδα της Nouvelle Vague στις δεκαετίες 1950 και 1960, θεωρείται πλέον ένας κλασσικός σκηνοθέτης με τα έργα του να αποτελούν κανονικό masterclass κινηματογραφίας. Άλλωστε, γνωρίζεις τη μικρή εκτίμηση που είχαν οι κριτικοί και το κοινό της εποχής στο πρόσωπο του Βρετανού σκηνοθέτη, εξαιτίας των σχέσεων του με τα εκάστοτε στούντιο (είτε βρετανικά είτε χολιγουντιανά), την «υποταγή» του στους μεγάλους παραγωγούς, το εύπεπτο και λαϊκό των θεμάτων του, το κλισεδιάρικο στυλ σκηνοθεσίας του κ.ά.

Τουλάχιστον για εσένα, το νέο σινεφίλ του 21ου αιώνα, και με το βάθος του χρόνου να παίζει πάντοτε σημαντικό ρόλο, ο Χίτσκοκ είναι ένας δάσκαλος κινηματογράφου, ο οποίος γύρισε ταινίες που δύσκολα θα ξαναγίνουν. Κι ας μην πήρε κανένα Όσκαρ (παρά τις 6 προτάσεις που είχε), ούτε ένα βραβείο στις Κάννες, απέσπασε όμως 29 διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ και ενώσεις, τη συνείδηση του κοινού και το κυριότερο, την υστεροφημία του.

Η βρετανική περίοδος

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο 22χρονος τότε Άλφρεντ Χίτσκοκ εργάζεται ως σχεδιαστής τίτλων σε κινηματογραφικό στούντιο της Βρετανίας. Έχοντας τελειώσει τις σπουδές του, βαθιά σινεφίλ και με όρεξη για δουλειά, προσπαθεί να αρπάξει την όποια ευκαιρία από τα μαλλιά. Ήδη στα πρώτα αυτά χρόνια διαφαίνεται η επιλογή (συνειδητή ή ασυνείδητη) του Χίτσκοκ στις μεταφορές θεατρικών ή λογοτεχνικών κειμένων στο σινεμά.

Το 1922 η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, το θρίλερ "Νούμερο 13", δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού το στούντιο του ανέστειλε την λειτουργία του. Ένα χρόνο αργότερα, κι ενώ εργάζεται στο στούντιο του παραγωγού Μάικλ Μπάλκον σε διάφορες θέσεις, αναλαμβάνει να ολοκληρώσει την κωμωδία του σκηνοθέτη Χιου Κρόιζ (ο οποίος αρρώστησε) "Always Tell Your Wife", πηγαίνοντας τα καλά. Σημειωτέον, η συγκεκριμένη ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό του Σέϋμουρ Χικς.

Μέχρι το 1929 τοποθετείται η βωβή περίοδος της σκηνοθετικής καριέρας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τότε ήταν που παρουσιάζει το καταπληκτικό "Σκότωσα για την τιμή μου", ταινία βασισμένη στο θεατρικό του Τσαρλς Μπένετ, η οποία βγήκε στις αίθουσες και ως βωβή αλλά και ως ομιλούσα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε προλάβει να δημιουργήσει ένα καλό όνομα στη βρετανική κινηματογραφία, με την παραγωγή 8 ταινιών του βωβού κινηματογράφου.

Στα 1925 αναλαμβάνει την πρώτη του ταινία, τη βρετανό-γερμανική "The Pleasure Garden", βασισμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα Όλιβερ Σάντις. Το δραματικό "The Mountain Eagle" (1926), μια ακόμη συμπαραγωγή με γερμανικό στούντιο, που βασίστηκε στη μικρού μήκους ιστορία του Τσαρλς Λάπγουορθ, για να φτάσεις στο 1927 και την τριπλή κινηματογραφική του παραγωγή: η διασημότερη βωβή ταινία του Χίτσκοκ, το θρίλερ τρόμου και αγωνίας "Ο ενοικιαστής", στο οποίο διακρίνεται και η σκηνοθετική αριστοτεχνία του, βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βρετανίδας συγγραφέως Μαρί Μπελόκ Λόουντς -μάλιστα κυκλοφόρησε νέα εκδοχή του το 2009, με τον Άλφρεντ Μολίνα-. Την ίδια χρονιά, σε σενάριο του ίδιου του Χίτσκοκ βγαίνει μια πρώιμη ταινία μποξ, "Το Ρινγκ", και λίγο αργότερα μες στο χρόνο το δραματικό "Downhill", που βασίστηκε στο πετυχημένο εισπρακτικά θεατρικό έργο της εποχής των Κονστάνς Κόλιέ και Ίβορ Νοβέλο. Το 1928 που είναι η τελευταία (ουσιαστικά) χρονιά των βωβών ταινιών του Χίτσκοκ, βγήκαν στις αίθουσες ακόμη τρεις ταινίες του σκηνοθέτη: η ρομεντί "Easy Virtue" που βασίστηκε στο θεατρικό του Νόελ Κόουαρντ, η κωμωδία "The Farmer’s Wife" στο θεατρικό του Έντεν Φίλποτς, και η επίσης κωμωδία "Champagne" στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Γουόλτερ Μάικροφτ.

Η μεγάλη επιτυχία του "Σκότωσα για την τιμή μου" άρεσε στους παραγωγούς και τα στούντιο, με αποτέλεσμα ο Χίτσκοκ να παράγει κάθε χρόνο όλο και πιο πολλές και ενδιαφέρουσες ταινίες, επικεντρώνοντας κυρίως σε θέματα αστυνομικά, τρόμου και μυστηρίου. Είχε βέβαια και τις δραματικές και κωμικές εκλάμψεις του. Την ίδια χρονιά με το "Σκότωσα για την τιμή μου", ο Χίτσκοκ μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Χωλ Κέιν, "The Manxman". Το 1930, παρόλο που καταπιάστηκε με την ταινία (τη συ-σκηνοθέτησε) "Elstree Calling" και τη μικρού μήκους "An Elastic Affair", παρουσίασε το δράμα "Juno And The Paycock", ένα θεατρικό του Σην Ο’ Κέσευ, και τη "Δολοφονία", ένα θρίλερ μυστηρίου βασισμένο στο βιβλίο "Enter Sir John" των Κλέμενς Νταν και Έλεν Σίμπσον. Μάλιστα ακολούθησε και γερμανικό ριμέικ της ταινίας, το "Mary" του 1931. Τη χρονιά εκείνη, ο Χίτσκοκ πέρα από το ριμέικ αυτό, ασχολήθηκε και με τη μεταφορά του θεατρικού "The Skin Game", μια ταινία που άρεσε, αλλά και του κωμικού "Περιπέτειες νεόπλουτων", βασισμένος σε βιβλίο του Ντέιλ Κόλινς.

Λίγο πριν μπει στην παραγωγή ταινιών κατασκοπίας και μυστηρίου άμεσα συνυφασμένων με τον επικείμενο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια πατριωτική πολιτική των βρετανικών στούντιο που αποδέχτηκε ο Χίτσκοκ, όπως αργότερα έκανε και με τους Αμερικανούς παραγωγούς την πενταετία του πολέμου, έδωσε το αξιόλογο θρίλερ "Νούμερο 17" (1932), που βασίστηκε σε θεατρικό του Τζόζεφ Τζέφερσον Φέρεον. Όπως επίσης και μια ταινία μυθοπλασίας για τον συνθέτη κλασσικής μουσικής Γιόχαν Στράους, το "Waltzes From Vienna" του 1934, που στηρίχτηκε στο θεατρικό του Αυστριακού Χάινς Ράιχρτ και του Βρετανού Γκάι Μπόλτον, καθώς και στο μιούζικαλ "The Great Waltz" του Αυστριακού Ερνστ Μαρίσκα. Μια ταινία για την οποία δεν είναι και πολύ περήφανος, όπως είχε πει σε συνέντευξή του στον Τρυφώ ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Την ίδια χρονιά ο Χίτσκοκ ξεκινάει να γυρίζει ταινίες «πολέμου». Πρώτη είναι η πασίγνωστη πλέον "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά", μια ιστορία του Τσαρλς Μπένετ και του Ντ. Μπ. Γουίνταμ-Λιούις, η οποία και οδήγησε στο ιστορικό αμερικάνικο ριμέικ του 1956 με πρωταγωνιστές τον Τζέιμς Στιούαρτ, την Ντόρις Ντέι και τον Μπέρναρντ Μάιλς (και σε Όσκαρ μουσικής επένδυσης). Ένα χρόνο αργότερα -το 1935- ο Χίτσκοκ μεταφέρει με αριστοτεχνικό τρόπο στο σινεμά, το κορυφαίο κατασκοπευτικό μυθιστόρημα του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα Τζων Μπιούκαν "Τα 39 Σκαλοπάτια". Μια έξοχη ταινία. Το 1936 ο Βρετανός σκηνοθέτης γυρίζει δύο ακόμη πολύ δημοφιλή βιβλία, καθαρά προπαγανδιστικά και πολεμικά βέβαια. Ο "Μυστικός πράκτορας", μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του κορυφαίου Άγγλου συγγραφέα Σώμερσετ Μωμ, και το "Σαμποτάζ", μια ταινία αριστούργημα σε ένα βιβλίο αριστούργημα του επίσης κορυφαίου πεζογράφου της αγγλικής λογοτεχνίας Τζόζεφ Κόνραντ.

Η μεταφορά διάσημων βιβλίων της αγγλικής λογοτεχνίας συνεχίστηκε από τον Χίτσκοκ μέχρι που έφυγε για τις Η.Π.Α., με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Το 1937 το αξιολογότατο "Νέος και αθώος", βασίζεται σε βιβλίο της Βρετανίδας συγγραφέως Τζόζεφιν Τέυ. Το 1938 η πολύ καλή "Η κυρία εξαφανίζεται", ήταν μεταφορά νουβέλας της Αγγλίδας συγγραφέως Έθελ Λάινα Ουάιτ. Και τέλος, το 1939, το κορυφαίο -κατά πολλούς- κινηματογραφικό πόνημα του Χίτσκοκ πριν φύγει από τη Βρετανία, το θρυλικό "Η ταβέρνα της Τζαμάικα", βασίστηκε σε μυθιστόρημα της σπουδαίας Βρετανίδας συγγραφέως Δάφνης Ντε Μωριέ, μιας κυρίας της λογοτεχνίας που θα «τροφοδοτήσει» με σπουδαίες ταινίες τον Χίτσκοκ και στις Η.Π.Α..

Η αμερικανική Περίοδος

Και ο σερ Άλφρεντ βρίσκεται στις Η.Π.Α., στις αρχές της πιο ταραχώδους δεκαετίας για την Ευρώπη, αλλά και τον κόσμο γενικότερα. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τις κινηματογραφικές επιτυχίες της τελευταίας πενταετίας στην Αγγλία στις αποσκευές του, ο Χίτσκοκ μεταβαίνει στο Χόλυγουντ, αντιμετωπίζοντας όμως τη δυσπιστία των εκεί παραγωγών, κυρίως όσον αφορά τις ικανότητές του στην ανάληψη υψηλών παραγωγών. Όπως σου είπα άλλωστε, η αναγνώριση στο πρόσωπο του σπουδαίου Άγγλου σκηνοθέτη δεν είχε έρθει ακόμη.

Πάντως, το ξεκίνημα του κάθε άλλο παρά αρνητικό ήταν. Η "Ρεβέκκα" ήταν η έκπληξη του 1940 στην Αμερική, με τον μεγάλο παραγωγό Ντέιβιντ Σέλζνικ να εμπιστεύεται την σκηνοθεσία του Χίτσκοκ, προσφέροντας του τα αστέρια της εποχής Λώρενς Ολιβιέ και Τζόαν Φοντέιν. Και ο ίδιος ο Χίτσκοκ όμως εμπιστεύτηκε, για δεύτερη συνεχόμενη ταινία του, την Αγγλίδα συγγραφέα Δάφνη Ντε Μωριέ, και την πετυχημένη ομώνυμη νουβέλα της, που με τη συνδρομή τριών σεναριογράφων, οδήγησε την ταινία σε δύο Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας & Φωτογραφίας). Την ίδια χρονιά, και μετά την επιτυχία που σου προανέφερα, ο Χίτσκοκ ανέλαβε μια φιλοαμερικανική / φιλοσυμμαχική ταινία, στα πρότυπα των ταινιών που έκανε στην Αγγλία τα τελευταία χρόινια, το κατά τα άλλα πολύ αξιόλογο "Ξένος ανταποκριτής", σε σενάριο του επί χρόνια συνεργάτη του στα βρετανικά στούντιο αλλά και συγγραφέα Τσαρλς Μπένετ.

Την επόμενη χρονιά, ο Χίτσκοκ μεταφέρει στο σινεμά μια απολαυστική ιστορία του οσκαρικού σεναριογράφου Νόρμαν Κράσνα με την Κάρολ Λόμπαρντ και τον Ρόμπερτ Μοντγκόμερυ, κάνοντας την ταινία "Δεν σε θέλω πια". Και λίγους μήνες μετά, γυρίζει το οσκαρικό φιλμ νουάρ που άφησε εποχή, "Υποψίες", με την Τζόαν Φοντέιν και τον Κάρυ Γκραντ, μια μεταφορά της νουβέλας "Before the Fact" του Βρετανού συγγραφέα Άντονυ Μπέρκελευ. Το 1942, ο Χίτσκοκ γύρισε το σχετικά ικανοποιητικό "Οι σαμποτέρ", για το οποίο βασίστηκε στο τρίο των σεναριογράφων Πήτερ Βήρτελ, Τζόαν Χάρισον, Ντόροθι Πάρκερ. Ένα χρόνο αργότερα βγαίνει στις αίθουσες μια ακόμη σημαντική ταινία του μεγάλου δασκάλου του τρόμου, το φιλμ νουάρ μυστηρίου, με θριλερικές προεκτάσεις, "Το χέρι που σκοτώνει", που βασίστηκε σε νουβέλα του Βρετανού σεναριογράφου Γκόρντον ΜακΝτόνελ.

Το 1944 με τον πόλεμο στο πιο κρίσιμο σημείο του, ο Χίτσκοκ αναλώθηκε σε προπαγανδιστικές ταινίες της εποχής. Αρχικά δημιούργησε δυο ταινίες μικρού μήκους, το "Bon Voyage" και το "Aventure Malgache" (στα γαλλικά), και στη συνέχεια τη μεγάλου μήκους "Στον ίσκιο του θανάτου", που βασίστηκε σε νουβέλα του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Τζων Στάινμπεκ. Η ταινία μάλιστα προτάθηκε για 3 Όσκαρ. Με τη λήξη του πολέμου, στην τελευταία πενταετία της δεκαετίας του 1940 δηλαδή, ο Χίτσκοκ στράφηκε σε πιο προσεγμένες καλλιτεχνικές παραγωγές, χωρίς βέβαια να απορρίψει τις χολιγουντιανές επιταγές και τα σπουδαία ονόματα στο κάστ του. Η αρχή έγινε με την ψυχολογική "Νύχτα αγωνίας", με την περίφημη σκηνή του ονείρου φροντισμένη από το Ισπανό σουρεαλιστή καλλιτέχνη Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία βασίστηκε σε επιστημονικά βιβλία ψυχολογίας των Τζων Πάλμερ και Χίλαρυ Τζόρτζ Σάντερς, και με πρωταγωνιστές τους Γκρέγκορυ Πεκ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, απέσπασε Όσκαρ μουσικής. Το μεταπολεμικό δράμα με ολίγη κατασκοπία φυσικά, και με πρωταγωνιστές τους Κάρυ Γκραντ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν, "Notorious" (1946) άρεσε στο κοινό της εποχής και προτάθηκε για δύο Όσκαρ. Βασίστηκε στη νουβέλα "The Song of the Dragon" του Αμερικανού Τζον Τέιντορ Φουτ.

Aπό 'κει και ύστερα, η κινηματογραφική καριέρα του Άλφρεντ Χίτσκοκ στις Η.Π.Α. ακολούθησε μια μονίμως ανοδική πορεία για τουλάχιστον είκοσι χρόνια, με ταινίες σπουδαίες και διαχρονικές. Η απόφαση του να παραμείνει στις Πολιτείες μετά τον πόλεμο αποδείχθηκε σωστή. Το 1947 μεταφέρει στην οθόνη το πετυχημένο βιβλίο "Υπόθεση Πάρανταιν", ένα δικαστικό δράμα του Βρετανού συγγραφέα Ρόμπερτ Χίσκενς, με πρωταγωνιστές τον Γκρέγκορυ Πεκ και την Αν Τόντ. Ένα χρόνο αργότερα, ακολούθησε η ταινία μυστηρίου "Θηλιά", ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο σε θεατρικό του Βρετανού συγγραφέα Πάτρικ Χάμιλτον, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ. Η συγκεκριμένη είναι και η πρώτη ταινία -«επιφανειακό» μονοπλάνο στην ιστορία του σινεμά (ο Χίτσκοκ ήδη επιδίδεται σε πειραματισμούς στη μεγάλη οθόνη, γυρίζοντας κατ’ επίφαση ένα πλάνο, διότι στην πραγματικότητα κάνει απλώς και μόνο cut σε σημεία που να μη φαίνεται ότι τελειώνει το φιλμ που χρησιμοποιεί), όπως και η πρώτη έγχρωμη για τον Χίτσκοκ. Παρολαυτά, το δράμα εποχής "Στον αστερισμό του Αιγόκερω" του 1949, που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό των Αμερικανών συγγραφέων Τζων Κόλτον και Μάργκαρετ Λίντεν, δεν ικανοποίησε ιδιαίτερα.

Η δεκαετία του 1950 μπαίνει ιδιαίτερα δυναμικά για τον Χίτσκοκ. Το θρίλερ "Ο δολοφόνος έρχεται κάθε βράδυ" με την Μάρλιν Ντίτριχ και την Τζέιν Γουάιμαν βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Σέλγουιν Τζέπσον, και άρεσε πολύ στο κοινό. Το μυθιστόρημα, όμως, της Πατρίτσια Χάισμιθ "Ο άγνωστος του Εξπρές", το 1951, σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, χάρη και στη σκηνοθετική μαεστρία του ίδιου του Χίτσκοκ, αλλά και στο μεγάλο όνομα της Αμερικανίδας συγγραφέως, με την πρώτη μεταφορά βιβλίου της στον κινηματογράφο. Σημείωσε δε, ότι στο σενάριο συνεργάστηκε ένας ακόμη γνωστός του αστυνομικού μυθιστορήματος, ο πολύς Ρέιμοντ Τσάντλερ. Με ένα χρόνο απουσίας, ο Χίτσκοκ επιστρέφει το 1953 με το πολύ αγαπημένο αστυνομικό θρίλερ "Η εξομολόγηση", που βασίστηκε στο θεατρικό του Πωλ Άνθελμ. Πρωταγωνιστεί ο Μοντγκόμερι Κλιφτ. Το 1954 όμως, το "Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως", με πρωταγωνιστές την Γκρέις Κέλυ, τον Ρέι Μίλαντ, και τον Ρόμπερτ Κάμμινγκς, γνώρισε ανέλπιστη επιτυχία ενώ θεωρείται από τις σπουδαίες δουλειές του Χίτσκοκ. Βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρέντερικ Κνοτ. Την ίδια χρονιά το θρίλερ μυστηρίου "Σιωπηλός μάρτυρας", ένα πολύ έξυπνο φιλμ που προτάθηκε για 4 Όσκαρ, και πρωταγωνιστούσαν και πάλι η Γκρέις Κέλυ, αυτή τη φορά με τον Τζέιμς Στιούαρτ στο πλάι της, βασίστηκε σε νουβέλα του Αμερικανού συγγραφέα Κόρνελ Γούλριτζ. Η συγκεκριμένη ταινία συγκαταλέγεται στις 250 καλύτερες παραγωγές του αμερικάνικου κινηματογράφου.

Ο Αμερικανός συγγραφέας Ντέιβιντ Ντότζ το 1955, παραχωρεί τη νουβέλα του "Το κυνήγι του κλέφτη" στον Χίτσκοκ, προκειμένου ο τελευταίος να κάνει μια στυλάτη ταινία με τον Κάρυ Γκραντ και την Γκρέις Κέλυ, η οποία μάλιστα θα κερδίσει και Όσκαρ. Την ίδια χρονιά η κωμωδία μυστηρίου "Ποιος σκότωσε τον Χάρι", που βασίστηκε σε βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα Τζακ Τρέβορ Στόρυ, και θα ικανοποιήσει το κοινό του Χίτσκοκ, που σιγά-σιγά δημιουργείται. Το 1956, πλην του ριμέικ της αγγλικής ταινίας του "Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά" (1934), ο Χίτσκοκ θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το αξιόλογο βιβλίο, ένα φιλμ νουάρ με δραματικές προεκτάσεις, του Αμερικανού συγγραφέα Μάξουελ Άντερσον "13 εγκλήματα ζητούν ένοχο". Η ταινία αυτή με την πανούργα πλοκή, είχε για πρωταγωνιστές τον Χένρυ Φόντα και την Βέρα Μάιλς.

Το 1958, μετά από ένα χρόνο απουσίας, γυρίζεται η περίφημη ταινία "Ο δεσμώτης του ιλίγγου". Ο Χίτσκοκ, έχοντας κερδίσει ήδη την αναγνώριση από το κοινό και τους επαγγελματίες του χώρου, χάρη και στο έργο των Γκοντάρ και Τρυφώ στο πρόσωπο του, καθώς και σε όλη την ομάδα των «Cahiers du Cinema», κάνει ένα υπαρξιακό θρίλερ για τη ζωή και τον θάνατο, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη την παραλλαγή του μυθιστορήματος "Celle Qui N’ Etait Plus" (γνωστό και ως "Οι διαβολογυναίκες" από την κινηματογραφική μεταφορά του δια χειρός Κλουζώ, το 1955) των Γάλλων συγγραφέων Πιερ Μπουλώ και Τόμας Νάρτσεζακ με τίτλο "...d’ Entre Les Morts" που γράφτηκε από τους ίδιους τους συγγραφείς ειδικά για τον Χίτσκοκ! Με πρωταγωνιστές τον Τζέιμς Στιούαρτ και την Κιμ Νόβακ, η ταινία προτάθηκε για δύο Όσκαρ, με τον Χίτσκοκ να μην παίρνει το Όσκαρ. Όπως και ένα χρόνο αργότερα, οπότε το εξαίσιο "Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων", με τους Κάρυ Γκραντ, Τζέιμς Μέισον και Εύα Μαρί Σαίντ, προτάθηκε για τρία Όσκαρ, έχοντας την απαράμιλλη σκηνοθεσία του σερ Άλφρεντ. Η ταινία βασίστηκε σε σενάριο του Έρνεστ Λίμαν.

Και το 1960 βγαίνει η εμπορικότερη, και κατά πολλούς η καλύτερη, ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Σίγουρα, πάντως, θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες θρίλερ του παγκόσμιου σινεά. Το "Ψυχώ" βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Ρόμπερτ Μπλοκ, είχε για πρωταγωνιστές τους Άντονυ Πέρκινς, Βέρα Μάιλς και την Τζάνετ Λι, με τα τέσσερα Όσκαρ να προτείνονται αλλά ποτέ να μην φτάνουν στα χέρια του «Χίτς». Την επόμενη χρονιά ολοκληρώνεται και το διάσημο τηλεοπτικό σώου του "Alfred Hitchcock Presents", που ήταν στον αέρα από το 1955 μέχρι το 1961, με τον διάσημο δημιουργό να σκηνοθετεί τα 17 επεισόδια από τα συνολικά 268 (στα υπόλοιπα παρουσίαζε δουλειές ανθρώπων που εκτιμούσε και επέλεγε ο ίδιος), μεταφέροντας ιστορίες διαφόρων συγγραφέων όπως των Χάρολντ Σουάντον, Ρόαλντ Νταλ, Α.Ε. Μέισον κ.ά. Μάλιστα την επόμενη χρόνια ξεκίνησε το δεύτερο τηλεοπτικό σώου της καριέρας του "The Alfred Hitchcock Hour", που προβλήθηκε από το 1962 μέχρι το 1965 σε 98 επεισόδια συνολικά (όπου περιλαμβάνονται δουλειές άλλων σκηνοθετών), με πολλές λογοτεχνικές ιστορίες να μεταφέρονται και να περνούν μπροστά στα μάτια του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού.

Η δεκαετία του 1960 σηματοδοτεί για τον Χίτσκοκ ακόμη τέσσερις ταινίες που άφησαν το στίγμα του: η επιτυχία της ταινίας "Τα πουλιά" απογειώνει τη σκηνοθετική του εμμονή στα θρίλερ, μεταφέροντας την ομώνυμη ιστορία της αγαπημένης του φίλης και Βρετανίδας συγγραφέως Δάφνης Ντε Μωριέ. Το "Marnie" του 1964, που βασίστηκε σε μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Γουΐνστον Γκράχαμ, έχοντας για πρωταγωνιστές τον Σων Κόνερυ και την Τίπι Χέντερν, άρεσε πολύ στο κοινό. Ο Πωλ Νιούμαν και η Τζούλι Άντριους πρωταγωνίστησαν στο "Σκισμένο παραπέτασμα" του 1966, ένα θρίλερ μυστηρίου με όχι και τόσο ικανοποιητικά εμπορικά αποτελέσματα. Βασίστηκε μάλιστα, στο σενάριο του βρετανού συγγραφέα Μπράιαν Μουρ. Τέλος, το 1969, ο Χίτσκοκ μετέφερε στο σινεμά το ομώνυμο βιβλίο του Αμερικανού συγγραφέα Λέουν Ούρις, με τον τίτλο "Topaz", και με εμφανή τα σημάδια της καλλιτεχνικής του γήρανσης.

Η δεκαετία του 1970 ήταν για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ο χρόνος ξεκούρασης και δικαίωσης, που απολάμβανε ως ο κορυφαίος σκηνοθέτης της εποχής εκείνης. Έτσι κι αλλιώς, οι δύο τελευταίες του ταινίες, δεν ήταν παρά το επιστέγασμα μιας λαμπρής καριέρας 54 ταινιών, βασισμένων κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τους στη λογοτεχνία και το θέατρο. Το 1972, ο «Χιτς» επιστρέφει στην Αγγλία, έπειτα από 32 χρόνια, γυρίζοντας το θρίλερ "Φρενίτιδα", το οποίο βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Άρθουρ Λα Μπερν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ολοκληρώνει την καριέρα του στις Η.Π.Α., με το "Στη σκιά του τρόμου", μια κομεντί με προεκτάσεις τρόμου, η οποία και βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του Βρετανού συγγραφέα Βίκτορ Κάννινγκ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις, λίγο πριν αφήσει για πάντα αυτό τον κόσμο ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης, στις 29 Απριλίου του 1980.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (15-7-11).

18 Ιουλ 2011

ΒΑΚΧΙΚΟΝ/ ΑΙΝΑΛΗΣ/ ΜΥΛΟΣ [ΑΠΟΨΕ]

Το πρώτο ψηφιακό βιβλίο των Εκδόσεων του Περιοδικού Βακχικόν, Η Σιωπή της Σίβας του Ζ.Δ. Αϊναλή, έγινε έντυπο. Θα μοιράζεται δωρεάν στη μικρή γιορτή που θα στηθεί τη Δευτέρα 18 Ιουλίου, στο μπαρ Μύλος στα Εξάρχεια (Ζωοδόχου Πηγής & Ναυαρίνου), μετά τις 10 το βράδυ. Σε περιμένουμε!

16 Ιουλ 2011

Κεφάλαιο Μείον Ένα

Για πάντα χαμένος. . .
στις αλυσίδες της σκέψης!

14 Ιουλ 2011

Ταινίες 14ης Ιουλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τέσσερις ταινίες, από τον θεαματικό και τελευταίο (πια) "Χάρι Πότερ" μέχρι το νέο (;) Γκοντάρ. Βγαίνουν επίσης και τρεις επανεκδόσεις παλιότερων ταινιών. Ταινία της εβδομάδας είναι η έβδομη και τελευταία ταινία της (κερδοφόρας από κάθε άποψη) σειράς "Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου Μέρος Β’", που είναι η πλέον θεαματική, πιο περιπετειώδης, και γεμάτη αδρεναλίνη και τρέξιμο. Καλύτερο κλείσιμο δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Στο (περυσινό) "Film Socialisme" του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ θα δεις ένα συγκροτημένο, και άκρως καυστικό σχόλιο του σπουδαίου Γάλλου δημιουργού στη σύγχρονη κοινωνία και τις παθογένειες της. Έτσι και μπορέσεις να το παρακολουθήσεις βέβαια, μια και τα όρια μεταξύ του σινεμά και της φιλοσοφικής πραγματείας είναι δυσδιάκριτα. Το ντεμπούτο του Τζιμ Λόουτς, γιου του σημαντικού σκηνοθέτη Κεν Λόουτς, "Πορτοκάλια στον ήλιο", που πραγματεύεται ένα σοβαρό (και πραγματικό) κοινωνικό σκάνδαλο απέλασης παιδιών από την Αγγλία, δεν το είδα, δεν έχω γνώμη, το αφήνω πάνω σου. Περυσινής παραγωγής, παρεμπιπτόντως. Όπως γνώμη δεν έχω και για το "Sagan", τη βιογραφία της διάσημης Γαλλίδας συγγραφέως Φρανσουάζ Σαγκάν, μια και η εταιρεία διανομής της δεν το έδειξε στους δημοσιογράφους. Το "Μαζί Ποτέ" του Τούρκου σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν, είναι η πιο ύστερη επανέκδοση ταινίας του καλοκαιριού. Σύμφωνα και με το αφιέρωμα του SevenArt (στις Χρυσές Αρκούδες της Μπερλινάλε), έτσι και θυμάσαι, έχει γίνει πλέον κλασικό αυτό το ερωτικό δράμα ενός εκ των καλύτερων Ευρωπαίων σκηνοθετών που υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Όπως στην προηγούμενη, έτσι και σε όλες τις παρακάτω επανεκδόσεις, ο Πετιμεζάς σου γράφει τις (επανα)κριτικές. Μεταξύ των οποίων, και για το εξαιρετικό "Σκότωσα για την τιμή μου" του Άλφρεντ Χίτσκοκ, της βρετανικής περιόδου του. Επίσης, διάβασε κείμενο της Ανίσσας για τον μετρ της αγωνίας, κι ανάμενε και ένα δικό μου αύριο. Κλασικό Χόλιγουντ είναι το "Πώς να κλέψετε ένα εκατομμύριο δολάρια" του Γουίλλιαμ Γουάιλλερ, με την Ώντρευ Χέμπορν και τον Πήτερ Ο' Τουλ, που αγαπημένο μου δεν το λες, θα σε διασκεδάσει όμως στα σίγουρα.

Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου Μέρος Β' (6/10)

Εντέλει, είναι το μπλοκμπάστερ του καλοκαιριού, η πιο θεαματική ταινία multiplex που θα δεις φέτος, και βέβαια η καλύτερη -εν πολλοίς- ταινία της σειράς "Χάρι Πότερ". Μιας σειράς ταινιών που προσωπικά δε μου είπε ποτέ τίποτα (αλλά αυτό δεν σε ενδιαφέρει), αλλά που μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά. Επτά ταινίες την τελευταία δεκαετία, είναι όντως ένα κατόρθωμα κινηματογραφικό, και είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς πετύχαινε πάντοτε να είναι το γεγονός της χρονιάς. Αυτή η ταινία, που κλείνει το τελευταίο βιβλίο μια και προηγήθηκε το ιδιαίτερα άνευρο πρώτο μέρος, είναι ήσυχο και ομιλητικό στην αρχή. Και στη συνέχεια, γεμίζει από επιβλητικές μάχες, αδρεναλίνη και περιπέτεια, στις τάξεις των μάγων και των λοιπών σκοτεινών δυνάμεων. Οι λάτρεις του "Χάρι Πότερ" θα ξετρελαθούν, οι δε υπόλοιποι σαν του λόγου μου θα διασκεδάσουν απλώς. Καθότι αυτή η ταινία διαθέτει άφθονο τρέξιμο, κι όλα τα συναφή της περιπέτειας, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα επεισόδια που εξαντλούνταν στην (πετυχημένη βέβαια) teenage ταινία μυστηρίου. Στα συν βάλε και την κινηματογράφηση του Γέιτς, την ατμοσφαιρικότητα της φωτογραφίας, το 3D. Κατά τα λοιπά, είναι και όντως η ταινία των εισιτηρίων του φετινού καλοκαιριού. Σου τραβάει την προσοχή έτσι κι αλλιώς, και καλά κάνει μια και το φέρνει η κουβέντα. Το αξίζει.

Film Socialisme (5/10)

O Γκοντάρ, για ακόμη μια φορά, δεν κάνει μια κινηματογραφική ταινία για τους πολλούς, κι ούτε φαίνεται να ενδιαφέρεται βέβαια για όλους αυτούς, μα μια κινηματογραφική-φιλοσοφική-πολιτική-κοινωνιολογική πραγματεία, που συγκλονίζει μεν, δύσκολα προσεγγίζεται βέβαια. Όπως γίνεται σε όλες τις τελευταίες ταινίες του, ο Γκοντάρ δεν γυρίζει μια κλασική αφηγηματική ταινία σαν κι αυτές που έχεις συνηθίσει να συνδυάζεις τον κινηματογράφο. Αλλά ένα video art τύπου, τιγκαρισμένο στη φιλοσοφημένη ατάκα, στα αποσπάσματα ποιημάτων και λογοτεχνικών και κοινωνικοπολιτικών κειμένων, σε κείμενα εν γένει, ηχητικά κομμάτια, και αποσπάσματα από βίντεο, ταινίες, επίκαιρα, και άλλα. Σε όλα αυτά, ένα voice off σου εξηγεί τί και πώς, ενώ ένα πλοίο διασχίζει τη Μεσόγειο, περνώντας από χώρες που «πονάνε» (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα), έχοντας για επιβάτες του «όλες τις φυλές του Ισραήλ», κι όλες τις τάξεις. Για μια σύγχρονη Κιβωτό του Νώε πρόκειται εν προκειμένω, που συντελεί στη σύνθεση του καυστικού σχολίου του Γκοντάρ: άλλωστε στο μπλέντερ του μπαίνουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και το Χόλιγουντ, η μάχη των φύλων και ο καπιταλισμός, η κοινωνική αδικία και η φτώχεια. Τουλάχιστον. Στα σίγουρα το "Film Socialisme" θα μπορούσε να είναι βιβλίο. Αυτή η συρραφή… αταξινόμητων ιδεών, και τσιτάτων, μέσα από βίντεο, αποσπάσματα, και κάθε είδους κινηματογράφηση εικόνας, μπορεί εντέλει να σε ταρακουνάει για τον ανθρώπινο κυνισμό και τη συν αυτώ σκληράδα… Μα εντέλει σε κάνει να απορείς: Είναι αυτό που βλέπεις σινεμά; Καθότι ο Γκοντάρ είναι μεν πιστός και κλασικός στο είδος του, όμως έτσι και δεν είσαι σκληροπυρηνικός σινεφίλ δύσκολα τον παρακολουθείς.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (14-7-11).

10 Ιουλ 2011

ΝΕΡΟΥΔΑ/ ΚΑΜΜΙΝΓΚΣ


Και μία μία οι νύχτες
ανάμεσα στις πόλεις μας τις χωριστές
προστίθενται στη νύχτα που μας ενώνει.

Πάμπλο Νερούδα

**

νά τ' αγγίξω;είπε αυτός
(θα τσιρίξω είπε αυτή
μιά φορά είπε αυτός)
απαλά είπε αυτή

(να τό δαγκώσω;είπε αυτός
πόσο;είπε αυτή
τί μου ζητάς;είπε αυτός
να μέ κοιτάς είπε αυτή)

να συνεχίσω;είπε αυτός
(θα σέ μισήσω είπε αυτή
αν σέ φιλήσω είπε αυτός
θα σέ αφήσω είπε αυτή

παίρνεις χάπι;είπε αυτός
είναι αγάπη;είπε αυτή)
είσαι αναμμένη;είπε αυτός
(είμαι θλιμμένη είπε αυτή

θά μου 'ρθει ίλιγγος είπε αυτός
ναί αλλά η σύζυγος είπε αυτή
σιγά τώρα είπε αυτός)
κοιτάς την ώρα είπε αυτή

(πώς βογκάς!είπε αυτός
μη σταματάς είπε αυτή
πιό δυνατά είπε αυτός)
πιό αργά είπε αυτή

(χύνω!είπε αυτός
σβήνω είπε αυτή)
είσαι δικιά μου!είπε αυτός
(είσαι δικός της!είπε αυτή)

ε.ε. κάμμινγκς

*Το πρώτο, είναι από τα "Ερωτικά Ποιήματα" του Πάμπλο Νερούδα, σε απόδοση Αγαθής Δημητρούκα, των Εκδόσεων Πατάκη. Το δεύτερο, είναι από τα "33x3x33 Ποιήματα-Δοκίμια-Θραύσματα", σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού, των Εκδόσεων Νεφέλη. Και τα δύο, είναι δώρα φιλίας της Βασιλικούλας. Την ευχαριστώ. Κι ανταποδίδω φιλία. Και τα δύο, είναι δώρα αγάπης στην Πένυ. Την ευχαριστώ. Να μου ανταποδώσει αγάπη.

9 Ιουλ 2011

ΣΤΟ ΠΑΝΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΓΥΑΛΙ: ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΙΝΕΜΑ

Μουσικό Προαύλιο Badminton Καλοκαίρι 2011

Ώρα Έναρξης: 21.30

Το Καλοκαίρι του 2011, όπως και πέρυσι, το Θέατρο Badminton ...βγάζει τραπεζάκια έξω. Ο αύλειος χώρος του Badminton μεταμορφώνεται σε μία όαση δροσιάς για αξέχαστες καλοκαιρινές βραδιές. Για να γίνει το φετινό καλοκαίρι λιγότερο επώδυνο, από τα τόσα που μας ταλαιπωρούν...

Καταξιωμένοι ερμηνευτές μαζί με νέους του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού και δημοφιλείς ηθοποιοί, συμμετέχουν σε μία σειρά συναυλιών. Συναυλιών, που αντλούν τα θέματα και το υλικό τους από τραγούδια που έγιναν γνωστά από τις οθόνες του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και τη μικρή οθόνη που τα τελευταία 35 χρόνια κράτησε τη λάμψη τους ζωντανή και τα έκανε γνωστά στις νεότερες γενιές...

«Στο πανί και στο γυαλί»: Είτε τότε στο πανί, είτε τώρα στο γυαλί, ο ελληνικός κινηματογράφος και τα τραγούδια του, θα μας ακολουθούν διαχρονικά! Στο Μουσικό Προαύλιο του Badminton 16 συναυλιακά γεγονότα θα μας ταξιδέψουν με τα τραγούδια της μικρής και της μεγάλης οθόνης. Οι θεατές, παράλληλα με τις συναυλίες, μπορούν ν’ απολαμβάνουν, εκτός από τα συνηθισμένα του Μουσικού Προαυλίου της περυσινής χρονιάς, και γεύσεις που έχουν ταυτιστεί με τα θερινά σινεμά και τα αναψυκτήρια μιας άλλης εποχής που αγαπάμε. Ποικιλίες μπύρας που ταιριάζουν στη παλιά καλή μπύρα ΑΛΦΑ, ποπ κορν, παγωτό χωνάκι, υποβρύχιο, γλυκά του κουταλιού, σάμαλι, κωκ...

Γλυκές συνήθειες που δε χορταίνουμε, όσο γλυκά είναι και τα τραγούδια των ταινιών και των σήριαλ που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τόσες φορές...

Στο χώρο του Badminton θα λειτουργεί επίσης βιβλιοπωλείο με ό,τι έχει γραφτεί σχετικά και δισκοπωλείο με soundtracks του ελληνικού κινηματογράφου και της ελληνικής τηλεόρασης.

Πρόγραμμα Συναυλιών

7, 8 & 9 Ιουλίου
Ρίτα Αντωνοπούλου
Γιώτα Νέγκα

14, 15 & 16 Ιουλίου
Παναγιώτης Πετράκης
Νάντια Μπουλέ

21, 22 & 23 Ιουλίου
Βασίλης Λέκκας

27, 28 & 29 Ιουλίου
Γεράσιμος Ανδρεάτος
Αναστασία Μουτσάτσου
Συμμετέχει ο Χάρης Μακρής

3, 4 & 5 Αυγούστου
Γιάννης Ντουνιάς
Συμμετέχει η Βάλια Τσιριώτη

25, 26 & 27 Αυγούστου
Μπέσυ Μάλφα
Ματθίλδη Μαγγίρα

1, 2 & 3 Σεπτεμβρίου
Μπάμπης Στόκας
Λιζέτα Καλημέρη

8, 9 & 10 Σεπτεμβρίου
Δέσποινα Ολυμπίου
Γιώργος Παπαδόπουλος

15, 16 & 17 Σεπτεμβρίου
Ελεονώρα Ζουγανέλη

22, 23 & 24 Σεπτεμβρίου
Μπάμπης Τσέρτος
Συμμετέχει η Ειρήνη Τουμπάκη

7 Ιουλ 2011

Ταινίες 7ης Ιουλίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, χωρίς καμιά τους να αξίζει τα λεφτά σου (κρίμα!), ενώ και μια επανέκδοση έχεις, όντως κλασικής ταινίας της δεκαετίας του 1930. Ταινία της εβδομάδας (αν και δεν της ταιριάζει ο τίτλος, λόγω παλαιότητας), μπορεί να θεωρηθεί ο "Γαλάζιος Άγγελος" του σπουδαίου σκηνοθέτη Γιόσεφ Φον Στέρνμπεργκ, με την εξαιρετική Μάρλην Ντίτρηχ. Αν και δεν είναι από τις αγαπημένες μου, λόγω και του μιούζικαλ, ξεχωρίζει γιατί και σου θυμίζει μια άλλη εποχή του σινεμά ως επανέκδοση, και γιατί οι πρεμιέρες της εβδομάδας δεν αξίζουν μία. Στην "Αντίζηλο", την τελευταία ταινία του σημαντικού σκηνοθέτη Αλέν Κορνώ πριν το θάνατο του, θα δεις μια ενδιαφέρουσα νέο-νουάρ ιστορία, μετά το β’ μισό της. Μέχρι τότε σαν κάπως να βαριέσαι, και φυσικά απορείς με τις μικρές υποκριτικές ικανότητες της Σενιέ. Ένας ακόμη πολύ μεγάλος σκηνοθέτης, ο Μπερτράν Ταβερνιέ, σου προσφέρει αυτή την εβδομάδα ταινία του. "Η πριγκίπισσα του Μονπανσιέ" μπορεί να πετυχαίνει στην αναπαράσταση της εποχής και στο ξεδίπλωμα των νοημάτων της, όμως αυτή τη βαριά μουντίλα μες στο κατακαλόκαιρο, κι αυτό τον στείρο ακαδημαϊσμό, τα θέλεις; Για σκέψου. Με την ταινία "Ο κος Πόπερ και οι πιγκουΐνοι του", ο Τζιμ Κάρεϊ δίνει μια ακόμη αξιοπρεπή ερμηνεία, βάσει και του πηγαίου ταλέντου του και της πετυχημένης μανιέρας του, όμως η ταινία πιο κλισέ και προβλέψιμη δεν γίνεται. Στη γυναικεία καφρίλα, και την αντί-"The Hangover" λογική ποντάρουν οι δημιουργοί της ταινίας "Φιλενάδες". Μόνο για κορίτσια και αστείρευτο χαβαλέ. Για το τέλος σου άφησα την ταινία χωρίς κριτική, μια και τη ρομαντική κωμωδία "Ο μαύρος γάτος του έρωτα" ούτε που την άγγιξα, εμμένοντας στην αντίσταση μου κατά αυτής της ανούσιας γαλλικούρας που σε κατακλύζει στην Ελλάδα (και φυσικά δεν αξίζει).

Η αντίζηλος (4/10)

Πολύ προβληματίστηκα με αυτό το νέο-νουάρ του Κορνώ, το οποίο αποτελεί και την τελευταία ταινία του πριν το θάνατό του. Κατά τα λοιπά, ο Κορνώ της ταινίας "Όλα τα πρωινά του κόσμου" (τουλάχιστον), που ποτέ δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε από τη διεθνή σκηνή, ήταν ένας σημαντικός σκηνοθέτης του 20ου αιώνα και οφείλω να το αναγνωρίσω. Στη συγκεκριμένη ταινία όμως, κάνει δυο σημαντικά λάθη. Πρώτον, σε κάνει να βαριέσαι μέχρι το πρώτο μισό της, μια και βλέπεις ένα άνευρο ερωτικό θρίλερ γεμάτο ανούσιες εναλλαγές σκηνών, και διαλόγους για ατελείωτα χασμουρητά. Κλασική γαλλική παθογένεια, δηλαδή. Και δεύτερον, η διανομή του βασικού ρόλου στην Λουντιβίν Σενιέ (της οποίας συνέντευξη μπορείς να διαβάσεις στο SevenArt) ήταν λάθος. Η νεαρή, γλυκιά ηθοποιός δεν κάνει για γυναίκα δηλητήριο που φέρνει τα πάνω κάτω σε ένα γάμο, στην εταιρεία, στις σχέσεις. Δεν σε πείθει, δεν το έχει. Το εκτόπισμα για έναν τέτοιο ρόλο δεν το διαθέτει. Από κει και ύστερα, έτσι και το αντέξεις, το ενδιαφέρον στην "Αντίζηλο" ξεκινάει στο δεύτερο μισό, όταν και γίνεται το απαραίτητο twist, και το θρίλερ αποκτά νόημα στην πλοκή του. Τότε, βλέπεις έναν αυθεντικό Κορνώ που γίνεται από Χίτσκοκ μέχρι Σαμπρόλ, στην αγωνία και τη φινέτσα τους αντίστοιχα.

Η πριγκίπισσα του Μονπανσιέ (4/10)

Και αυτή η ταινία του -εξίσου σπουδαίου με τον Κορνώ- Μπερτράν Ταβερνιέ έχει δάφνες ποιότητας, μα υστερεί στο ενδιαφέρον που θα της δώσεις μέχρι να την εμπιστευτείς. Καταρχάς, σου θυμίζω ότι η τελευταία δουλειά του Ταβερνιέ που έχεις δει στην Ελλάδα είναι η ατμοσφαιρική "Καταιγίδα στην ομίχλη", με τον Τόμι Λι Τζόουνς, πριν δυο χρόνια. Ο Γάλλος σκηνοθέτης επιστρέφει και πάλι με μια ατμοσφαιρική ταινία. Αυτή τη φορά βέβαια γίνεται πιο βαρύς, πιο αργοκίνητος, περισσότερο ακαδημαϊκός. Σε πισωφέρνει στη Γαλλία του 15ου αιώνα, όπου με φόντο τους θρησκευτικούς πολέμους Καθολικών-Προτεσταντών, μια νεαρή όμορφη πριγκίπισσα παλεύει με την καρδιά της και τον πατέρα της, για τον άντρα που θα παντρευτεί. Η αναπαράσταση εποχής, τα κοστούμια, και τα σκηνικά, είναι όλα τους τέλεια στην ταινία του Ταβερνιέ. Ο σκηνοθέτης σε βάζει κατευθείαν στον κόσμο που θέλει. Επίσης, και οι ερμηνείες και όλα των ηθοποιών υποστηρίζουν στην εντέλεια το όραμα του Γάλλου δημιουργού. Εν γένει, υπάρχει ένα τέλειο σύνολο. Το στοίχημα όμως είναι, και εδώ είναι η δική μου ένσταση, κατά πόσο μπορείς και αντέχεις να δεις μια βαριά γαλλική ταινία εποχής μες στο κατακαλόκαιρο. Δεν ταιριάζει με την εποχή, δε συνάδει με την ψυχολογία σου. Πρόκειται για τόσο υψηλών νοημάτων ιστορία (καταπίεση, επανάσταση, υποταγή, έρωτας στα κρυφά, του ανθρώπου) που θα σε κουράσει από τη μη-ελαφράδα του.

Ο κος Πόπερ και οι πιγκουίνοι του (3/10)

Ξανά μανά τα ίδια, και από την αρχή μέχρι το τέλος, όλα αυτά στην ταινία του Γουότερς, τα έχεις ξαναδεί. Βέβαια, πρόκειται για οικογενειακή ταινία, με την οποία τα παιδιά θα διασκεδάσουν, ενώ και η προβολή της στην τηλεόραση τα μεσημέρια του σαββατοκύριακου, της ταιριάζει περισσότερο. Πετυχημένος γιάπης γίνεται πιο αρεστός στην οικογένεια και τα παιδιά του, όταν και αρχίζει μια σχέση αγάπης με τους κληρονομημένους πιγκουΐνους του. Σκηνοθεσία, σενάριο, χαρακτήρες, διάλογοι, και η όλη δραματουργία, βρίθουν από τα κλισέ που σε έχει παραγεμίσει το Χόλιγουντ, κοντά τριάντα χρόνια τώρα. Εκεί που πρέπει να εστιάσω και να σου μιλήσω, είναι στον Τζιμ Κάρεϊ. Σα να μην πέρασε μια μέρα, ο κωμικός ηθοποιός παραμένει πιστός στη μανιέρα του, και δίνει μια ακόμη αξιοπρεπή ερμηνεία. Βγάζει γέλιο, τα σκετσάκια του είναι χαριτωμένα, και οι γκριμάτσες του αν και μια από τα ίδια, εξακολουθούν να σε συνεπαίρνουν. Ο Κάρεϊ παραμένει στη σταθερή ανοδική καριέρα του, ακόμη κι αν λείπει πια η μεγάλη επιτυχία του.

Φιλενάδες (3/10)

Σου έχω ξαναμιλήσει για τις ταινίες τύπου "Φιλενάδες". Καταρχάς, στα σίγουρα δε με χρειάζεσαι για κριτική, μια και εσύ σαν υποψιασμένος θεατής ξέρεις πολύ καλά τι θα πας να δεις (αν κάνεις αυτό το λάθος). Ενώ, και αυτό το τυπικό Χόλιγουντ (γυναικείας) διασκέδασης, που εκτοξεύτηκε μετά την επιτυχία του "Sex and the City", είναι ταγμένο σε αυτή τη μαζική παραγωγή προκειμένου να παρασύρει στα ταμεία του τις γυναικοπαρέες του. Ένα "The Hangover" από την ανάποδη, αν κι όχι τόσο πετυχημένο, είναι οι "Φιλενάδες", όπου η μία παντρεύεται, η άλλη τρελαίνεται γιατί χτυπάει το καμπανάκι της, κι οι υπόλοιπες… ξερνάνε κατά συρροή και ομαδικώς. Μια απίστευτη καφρίλα σε στιγμές της είναι οι "Φιλενάδες", οι οποίες επίσης διαθέτουν άνευρους διαλόγους, κακά δομημένους χαρακτήρες, και μια προβλέψιμη συνέχεια. Της δίνω ένα πόντο, μόνο και μόνο γιατί καταφέρνει και πιάσει σωστά την όλη ψυχοσύνθεση, και κατάσταση των γυναικών, κι αυτό έχει γούστο.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (7/7/11).

5 Ιουλ 2011

Συνέντευξη του Γέρζι Σκολιμόφσκι..

Στον Νέστορα Πουλάκο
poulakos@sevenart.gr

Πριν τρία χρόνια, βλέποντας τις "4 Νύχτες με την Άννα", πολύ χάρηκα που ξαναήρθα σε επαφή με το σινεμά του Γέρζι Σκολιμόφσκι. Τον θαύμαζα, άλλωστε, στα ζόρικα χρόνια της σινεφιλίας, όταν και καταβρόχθιζα τις ταινίες του. "Εγκατάλειψη", "Αναχώρηση", "Deep End", "Η Κραυγή που Σκοτώνει", "Στο Φως του Φεγγαριού", είναι μόνο μερικές που θυμάμαι. Βλέπεις, από το 1991 απουσίαζε από τη σκηνοθεσία και πλέον, έχει επιστρέψει με το γνωστό απαράμιλλο στυλ του.

Πριν σου πω για το περυσινό του αριστούργημα, "Ο Θάνατος σου, η Ζωή μου", που κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής καθώς και το Volpi Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του Βινσέν Γκαλό στη Μόστρα της Βενετίας, να έχεις υπόψη σου ότι ο 73χρονος Πολωνός σκηνοθέτης θεωρείται από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Με περισσότερες από 16 ταινίες στο ενεργητικό του έχει κερδίσει όλα τα μεγάλα βραβεία στα φεστιβάλ του Βερολίνου, των Καννών και της Βενετίας. Επίσης, έχει γράψει το σενάριο για το εξαιρετικό "Μαχαίρι στο Νερό" του Ρομάν Πολάνσκι. Ενώ, έχει παίξει και σαν ηθοποιός σε ταινίες των Σλέντορφ, Κρόνενμπεργκ, Καουρισμάκι, Μπάρτον, Χάκφορντ.

Αν μη τι άλλο, και για όλα τα παραπάνω, ο καλός συνάδελφος Νίνος Φένεκ Μικελίδης τον τίμησε πέρυσι τον Οκτώβριο στην Αθήνα, στα πλαίσια του 23ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Όταν και προβλήθηκε "Ο Θάνατος σου, η Ζωή μου", που αφηγείται την οδύσσεια ενός άντρα στις στέπες της Ανατολίας, ο οποίος καταδιώκεται από Αμερικανούς στρατιώτες, μια έμμεση αναφορά στη στρατιωτική κατοχή του Αφγανιστάν (μια εξαίσια βωβή ερμηνεία έδωσε ο Βινσέν Γκαλό). Τότε ήταν, φυσικά, που τον συνάντησα και μιλήσαμε μερικά λεπτά για την ταινία του.

Είναι μια ταινία για το ένστικτο της επιβίωσης…

…και για τη μάχη ενός άντρα με τον εαυτό του, τους εχθρούς του, το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Είναι μια σκληρή ιστορία που επιβεβαιώνει η δύναμη της θέλησης. Την ανάγκη για επιβίωση. Το μεγάλο θέλω για ζωή. Άλλωστε, σε αυτή τη διαδικασία θα μπει ο άνδρας και δε θα βγει παρά νικητής ή ηττημένος.

Μια και η φύση έχει πρωτεύοντα ρόλο στην ιστορία σας, η δικής σας σχέση μαζί της…

…είναι φιλική. Νιώθω κοντά της, είμαστε μαζί. Τη σέβομαι, την αγαπώ, και δεν θέλω να την πληγώνω. Κι αυτό ισχύει παντού. Όχι μόνο με τα «ευγενικά» και «όμορφα» μέρη της. Αλλά και με τα άγρια δάση της. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια ζω στο Λοτζ, μια πόλη στα βάθη της Πολωνίας. Και μόνο αυτό τον καιρό έχω αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Με έχει συνεπάρει.

Στις πολύ μικρές λεπτομέρειες της διαδρομής του πρωταγωνιστή σας, κρύβεται το αληθινό, σκληρό, πρόσωπο του ανθρώπου…

…που καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα του. Τον συνάνθρωπο του, τη φύση γενικά. Ξέρεις, η ανθρωπότητα ανά τους αιώνες έχει μια απίστευτη ικανότητα: Να τα καταστρέφει όλα στο πέρασμα της. Να κλέβει, να διαλύει, να εξολοθρεύει. Και πάντοτε χωρίς να υπολογίζει το μεγάλο θησαυρό που έχει μπροστά της, στη φύση, στη ζωή.

Για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν η στάση σας είναι…

…να μην ασχολούμαι με την πολιτική. Σου μιλάω σοβαρά. Και δεν σου κάνω πλάκα. Αδιαφορώ για την πολιτική και τους πολέμους της. Δεν με απασχολούν πια. Έχω κουραστεί. Δεν κάνω πολιτικές ταινίες, κι ούτε αυτή εδώ έχει τέτοιο στίγμα. Κι όλα αυτά στα λέω ενώ έχω υπάρξει για δεκαετίες πολιτικός πρόσφυγας, είχα εκδιωχθεί από την Πολωνία.

Στην ιστορία σας, ο καλός και ο κακός έχουν λεπτά όρια μεταξύ τους…

…και αυτό γιατί δεν με ενδιέφερε να πάρω θέση. Σε όλες τις επαφές του ήρωα μου, είτε αυτές ήταν με τους Αμερικανούς στρατιώτες είτε με τους κατά τόπους ανθρώπους που συναντούσε, δεν επιδίωξα ηρωισμούς και ωραιοποιήσεις. Ήθελα αυτό να το επιλέξει ο θεατής μου. Άλλωστε, πουθενά μες στην ταινία δεν λέω ότι ο ήρωας μου είναι ο καλός της ιστορίας. Δεν μιλάει κιόλας, άρα πάει κι αυτό το πλεονέκτημα. Ο κάθε θεατής θα βρει ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός. Τα πάντα είναι ανοιχτά.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (14-6-11).

3 Ιουλ 2011

ΚΟΡΣΟ

Ήρθα στον κόσμο
και γέλασα μ' ό,τι είδα.
Πράγματι το σήμερα είναι για γέλια
μα τέτοια γέλια να τα φοβάσαι.

Μπορεί να σε γεμίσουν θλίψη,
θα 'ταν καλύτερο να μην γελάσεις.
Γέλα με το αύριο
μα κράτα το σήμερα σοβαρό.

Κι αν κλάψω
αφήνοντας τον κόσμο,
τότε σίγουρα είμαι για γέλια
και δεν πιστεύω τίποτα

*Σε μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά, η ανθολογία ποιημάτων του Γκρέγκορυ Κόρσο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηριδανός. Μια πράξη του Στέργιου, αυτή η τραχιά φωνή του Μπητ ποιητή που σημάδεψε.

4o ARTogether Festival [12-13-14 Ιουλίου] - Vakxikon.gr [Χορηγός Επικοινωνίας]

2 Ιουλ 2011

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΑΚΧΙΚΟΝ - ΤΕΥΧΟΣ # 14 - ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ...

Κυκλοφορεί
το τεύχος #14
Απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη έχοντες υγρασία
[Vakxikon.gr]

*

-Της Σύνταξης [στην Τζάκι Ο.]

-Φύλλα Λογοτεχνίας [Γ. Δουατζής, Κ. Αλογοσκούφι, Γ. Νικολόπουλος, Ε. Ζουμπούλη, Α. Κατσικούδης, Α. Στελλάκη, Σ. Κανιούρας, Ν.Γ. Λυκομήτρος]

-Συνεντεύξεις [στην Ευτυχία Παναγιώτου & τον Βαγγέλη Μπέκα, στη Μίνα Ορφανού, στη Βάσια Τζανακάρη]

*

-Κείμενα [του Δ. Κουμασίδη, της Μ. Σκιάνο, της Α. Ντάρδη, & συνομιλία της Α. Σολέρτη (με τον Ν.Γ. Λυκομήτρο), & απαγγελία ποιημάτων του Σ. Κακίση από τον Φοίβο Δεληβοριά, & τα κείμενα της εσπερίδας Ενιαίος Άνθρωπος]

-Μεταφράσεις [του Τζ. Λεοπάρντι (Λ. Καλλέργη), της Αν Σέξτον (Δ. Σταυρίδου), παραδοσιακά Ιρλανδέζικα ποιήματα (Κ. Καντσού)]

-Αναγνώσεις [κριτικά κείμενα για βιβλία πρόσφατης και προγενέστερης σοδειάς των Ν. Κουρμουλή, Γ. Δουατζή, Α. Γκίτση, Δ. Κουμασίδη]

*

-Τέχνες [Κινηματογράφος (Κείμενα των Ν. Πουλάκου, Α. Χασίμ, Ε. Ασημένου), Θέατρο (Μετάφραση του Ρόσμερσχολμ του Ίψεν, από τον Πάτροκλο Χατζηαλεξάνδρου), Μουσική (Κείμενο του Π. Γαρδικλή), Εικαστικά (Εκθέσεις φωτογραφίας του Pascal Milio, κοσμημάτων της Δέσποινας Καϊπαλέξη, Κείμενο του Τ. Ρήτου)]

-Προδημοσιεύσεις [της ποιητικής ανθολογίας "Μεταμορφώσεις", σε μετάφραση Χρίστου Κρεμνιώτη (Έκδοση του Περ. Βακχικόν), της ποιητικής συλλογής "Vagabondia In Excelsis" του Γιάννης Λειβαδά, του βιβλίου "Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου" του Φώτη Μπατσίλα]

-Παρουσιάσεις [κριτικά σημειώματα βιβλίων φετινής σοδειάς που στάλθηκαν στο περιοδικό, των Ν. Πουλάκου, Ν. Μπίνου, Τ. Ρήτου, Αλ. Νταμπίκη]

*

-Σφηνάκια [λογοτεχνικά/ ποιητικά κείμενα των E. Carnetti & J. Handsome, Σ. Κολοτούρου, Μ. Κατσοπούλου, Α. Σολέρτη, Κ. Καντσού, Α. Γκίτση, Α. Χασίμ, κείμενα γνώμης του Ν. Πουλάκου, Ν. Ζαχαροπούλου, & η μουσική προπαγάνδα του Τ. Ρήτου]

-Τελευταία Σελίδα [Η Τελευταία Δροσοσταλίδα, της Έρης Μαυράκη (Έκδοση του Περιοδικού Βακχικόν), Γωνιά του bankit.gr (Συνέντευξη του ποιητή Δημήτρη Παλάζη), Νεανική εικονοποίηση των Pascal Milio & Έρης Μαυράκη, Τρεις συγγραφείς της νέας γενιάς συζητούν για τη λογοτεχνία σήμερα (φωτογραφικό άλμπουμ & κείμενα των ποιητών Ι. Μουσελιμίδου, Τ. Ρήτου)]

-4 UR EYES ONLY [βιντεοποίημα "Μαύρη Μωραλίνα" της καλλιτεχνικής ομάδας Barouak, σε ποίηση Ευτυχίας Παναγιώτου]

*

Το Νέο της Εβδομάδας : Κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή "Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία" (Εκδόσεις Αιγαίον/ Κουκκίδα) του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου. Δες εδώ.

*

Το Vakxikon.gr είναι χορηγός επικοινωνίας και στηρίζει το 4o Artogether Festival, που θα διεξαχθεί φέτος στις 12, 13 & 14 Ιουλίου στο six d.o.g.s. Δες εδώ.

*

Το πρώτο ψηφιακό βιβλίο των Εκδόσεων του Περιοδικού Βακχικόν, Η Σιωπή της Σίβας του Ζ.Δ. Αϊναλή, έγινε έντυπο. Θα μοιράζεται δωρεάν στη μικρή γιορτή που θα στηθεί τη Δευτέρα 18 Ιουλίου, στο μπαρ Μύλος στα Εξάρχεια (Ζωοδόχου Πηγής & Ναυαρίνου), μετά τις 10 το βράδυ. Σε περιμένουμε!

*

Καλό Καλοκαίρι

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΑ, ΕΡΗΣ ΜΑΥΡΑΚΗ [ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΒΑΚΧΙΚΟΝ] - ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ...

Το παραμύθι το διαβάζεις δωρεάν εδώ.

1 Ιουλ 2011

ΑΚΑΚΙΕΣ, ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ακακίες

Το project με τον τίτλο Ακακίες περιλαμβάνει την προβολή 48 ψηφιακών φωτογραφιών των Ντίνα Κουμπούλη, Σπύρου Κουσουρή, Λυδίας Πολυκανδριώτη και Αγγελικής Στελλάκη. Ο διφορούμενος κοινός τίτλος αναφέρεται -μεταξύ άλλων- στη μεταφορά και τον υβριδικό χώρο που αυτή συστήνει. Πρόκειται για ένα ιδανικό περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχουν εικόνες από υπεκφυγές σε ερωτήσεις, δίνοντας απαντήσεις που είχαν αναβληθεί αλλά δεν έχουν ξεχαστεί.

Παράξενα τοπία, συμπαντικά μορφώματα και μοτίβα αποκαλύπτουν οι φωτογραφίες της Αγγελικής Στελλάκη που εστιάζουν σε λεπτομέρειες του φυσικού χώρου. Στόχος του παρόντος έργου ήταν να ερευνήσει το πώς το φυσικό περιβάλλον μεταμορφώνεται και αποκτά διαφορετική προοπτική μέσα από μια μεταποιητική διαδικασία.

Κούραση, εξάντληση, μονοτονία. Με αυτές τις έννοιες συνδέει η Λυδία Πολυκανδριώτη την ασθένεια, εξερευνώντας τες σε μία σειρά φωτογραφιών με θέμα συγκεντρωμένες ποσότητες φαρμακευτικού υλικού και φιαλιδίων. Επιλέγει κοντινές γωνίες λήψης, θέλοντας να παρουσιάσει τα αντικείμενά της «αποστειρωμένα» από το υπόλοιπο περιβάλλον.

Μια τυχαία στάση με το ΚΤΕΛ σε έναν δρόμο της ελληνικής επαρχίας υπήρξε αφοπλιστική εξαιτίας του πραγματικού και ταυτόχρονα κινηματογραφικού σκηνικού στη μέση του πουθενά. Το σκηνικό αυτό, με την ‘’εκτός τόπου’’ υπερβολή του, αλλά και την ταυτόχρονη γραμμική του λιτότητα, αποτέλεσε το ερέθισμα διαμόρφωσης της σειράς των φωτογραφιών του Σπύρου Κουσουρή.

Η αδυναμία του να διακρίνεις καθαρά τις συνθήκες που ορίζουν τον χώρο μέσα στον οποίο κινείσαι, αποτελεί το αντικείμενο του έργου που παρουσιάζει η Ντίνα Κουμπούλη. Ακόμα περισσότερο, μέσα από τις φωτογραφίες της περιπλάνησης ενός κοριτσιού σε ένα σκοτεινό βιομηχανικό τόπο, η αδυναμία αυτή, διαπραγματεύεται τις τάξεις του μη-ορατού.

1, 2 & 3 Ιουλίου, 21:00-23:00
Strawberry-Mint Art Space, Ασωμάτων 6, Θησείο.
Επιμέλεια: Gm Touliatou