31 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Νίκου Περάκη..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Είναι μια από τις δημοφιλέστερες και πλέον επιτυχημένες κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η “Λούφα και Παραλλαγή” του Νίκου Περάκη, που προβλήθηκε το 1984 κι έκανε αίσθηση για το καυστικό χιούμορ της και τη σπινθηροβόλα σάτιρα που φιλοτέχνησε και έκτοτε αντιγράφηκε από μια σειρά ταινιών, επανήλθε στο νέο αιώνα προκειμένου να επικαιροποιήσει το χιούμορ και να συναντήσει τους νεότερους σινεφίλ.

Το 2005 γυρίστηκε και πάλι από τον Περάκη το σίκουελ (“Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο”), και την ίδια χρονιά έγινε τηλεοπτική σειρά στη ΝΕΤ. Το 2008 το τρίτο μέρος (“Λούφα και Παραλλαγή: Άϊ Φορ”) βρήκε τον Περάκη στην παραγωγή, ώστε να επιστρέψει ξανά φέτος με το τέταρτο και τελευταίο καταπώς φαίνεται κινηματογραφικό επεισόδιο, μια και οι φαντάροι βγήκαν στη στεριά και τα βρίσκουν σκούρα στην καθημερινότητα τους.

Με το “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στη Στεριά” να παίζεται από αύριο στους κινηματογράφους, ο 67χρονος Νίκος Περάκης μίλησε στο SevenArt περί κινηματογράφου και άλλων… δεινών.

Πιστεύετε ότι η κωμωδία μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο καυστικά, σατυρικά ή επικριτικά, αναφορικά με τα καθημερινά και πολιτικά προβλήματα της χώρας, από ένα σκληρό, ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα;

Ότι και να πιστεύω δεν είναι απόλυτο, γιατί πάντα θα εξαρτάται από την ταινία και όχι μόνο από το genre σάτιρα ή δράμα. Πιστεύω όμως ότι ο αυτοσαρκασμός στην σάτιρα προκαλεί τον θεατή να συνειδητοποιήσει προβλήματα που συχνά χάνονται μέσα στον ρεαλισμό ή τον στόμφο ενός δράματος.

Κατά τη γνώμη σας, μια ταινία που αναφέρεται στα εν γένει ζητήματα που μας απασχολούν ως κοινωνία, “μπορεί να αλλάξει τον κόσμο”;

Εδώ δεν το κατάφερε η Βίβλος και το Κεφάλαιο και θα τον αλλάξει μια ταινία; Κάτι πήγε να κάνει το Μein Kampf, αλλά ευτυχώς οι αναγνώστες έμειναν από καύσιμα. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει μια ταινία, αν βρει το κοινό της, είναι να το ψυχαγωγήσει, ίσως να το προβληματίσει και στην καλύτερη περίπτωση να το τσιγκλήσει. Σαν το poke που κάνουμε στο facebook δηλαδή.

Ποια είναι η θέση μιας ακόμη “Λούφας και Παραλλαγής”, 27 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο;

Το φαινόμενο “Λούφα και Παραλλαγή” δεν σταμάτησε να υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια και μάλλον έχει οξυνθεί τα τελευταία. Ακόμα και εν μέσω κρίσης. Σαν ταινία είναι η συνέχεια αυτού που προσπάθησα να κάνω πριν έξι χρόνια στέλνοντας μια παρέα νεαρών Ελλήνων, σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας πάνω σε μια βραχονησίδα. Τότε η εξωτερική απειλή ήταν ένα ταχύπλοο με Τουρκάλες και ναυαγούς μετανάστες, ενώ η μεγαλύτερη απειλή, η εσωτερική, ήταν η απουσία της ηγεσίας της χώρας, όχι μόνο της στρατιωτικής. Θα μου πείτε ότι ο χαβαλές και οι κορμάρες ήταν αυτό που ενδιέφερε περισσότερο τον θεατή και λιγότερο το ενδεχόμενο μιας διπλωματικής κρίσης και μιας πολεμικής σύρραξης. Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα προβλήματά μας, να βλέπουμε τα πράγματα μονοδιάστατα. Τώρα που οι Σειρήνες βγήκαν στην Στεριά κι ο συναγερμός βαρά στο Σύνταγμα, η κρίση δεν είναι πια σεναριακό εύρημα, ούτε σημειολογικός συμβολισμός.

Στηρίζετε τον εμπορικό κινηματογράφο. Γυρίζετε ταινίες για το “μεγάλο” κοινό. Τι θα λέγατε σε όλους αυτούς τους νέους κινηματογραφιστές που κάνουν τώρα την πρώτη τους ταινία, εμπνεόμενοι από το όραμα του “σινεμά του δημιουργού”, που στήριξε η γενιά σας;

Μακάρι να μπορούσα να τον στηρίξω πιο αποτελεσματικά. Αλλά τελικά κάνω κι εγώ του κεφαλιού μου. Το “Αrtherapy”, η προτελευταία ταινία μου, θεωρήθηκε ήδη από το σενάριο πολύ προσωπική και είχε ανάλογη διανομή και τύχη στους κινηματογράφους. Αυτό μπορεί φυσικά να συμβεί και σε μια ταινία με εμπορικές προδιαγραφές, αλλά τελικά το θέμα είναι αυτό που κατατάσσει τις ταινίες σε εμπορικές και προσωπικές ή του δημιουργού ή πρωτόλεια, όπου ο μέσης ευφυΐας θεατής πρέπει να διαβάσει την κριτική για να καταλάβει τι είδε. Στη γενιά μου είχε επικρατήσει η άποψη, ότι κάθε σκηνοθέτης έχει το δικαίωμα μιας ταινίας και μιας αποτυχίας. Αυτή, σε συνδυασμό με την ρήση που λέει, ότι στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις και η ανύπαρκτη παιδεία δημιούργησε μια μεγάλη προκατάληψη την οποία βρήκαν μπροστά τους και οι επόμενες γενιές. Πολύ άδικα, γιατί οι περισσότεροι νέοι σκηνοθέτες σήμερα, σε αντίθεση με τους δημιουργούς της εποχής μου, γυρίζουν και πειραματίζονται χωρίς κρατική ή άλλη υποστήριξη.

Πολλές φορές οι εμπορικές κωμωδίες σταμπάρονται ως “τηλεοπτικές”, κυρίως λόγω των πρωταγωνιστών τους που έχουν “βγει” από τη μικρή οθόνη. Ποια είναι η δική σας άποψη μια και χρησιμοποιείτε ανάλογους ηθοποιούς;

Άλλη μια προκατάληψη που βολεύει ίσως αυτούς που βαριούνται να πάνε στον κινηματογράφο και βλέπουν τούρκικες σειρές στο home cinema. Το παράδοξο συμβαίνει και με τηλεοπτικές σειρές, που χαρακτηρίζονται κινηματογραφικές, όταν μια σκηνή διαρκεί παραπάνω από 50 δευτερόλεπτα. Οι ηθοποιοί και στις δύο περιπτώσεις είναι οι ίδιοι, γιατί εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω κανέναν καλό ηθοποιό που να μην βιοπορίζεται με την τηλεόραση ή, στο θέατρο με κίνδυνο να τον πουν θεατρικό.

Ποιο είναι το κινηματογραφικό όραμα, για μια επόμενη ταινία, ενός έμπειρου σκηνοθέτη όπως είστε εσείς;

Αμφιβάλλω για το αν η πείρα βοηθά τα οράματα. Αρκετά χρόνια τώρα αντιμετωπίζω την ταινία που γράφω, σαν να ήταν η τελευταία μου. Γι’ αυτό και είναι συχνά φορτωμένες σαν να ήταν η πρώτη μου. Θα ήθελα πάλι να γυρίσω μια κωμωδία σε ένα χώρο όπως στο “Βίος και πολιτεία”. Τώρα αν αυτός ο χώρος θα είναι η έπαυλη του τελευταίου μεγιστάνα που έμεινε στη χώρα ή ένα πτωχοκομείο σωματείου καλλιτεχνών ή μια πτέρυγα κρατουμένων πολιτικών, θα περιμένω λίγο την εξέλιξη της κρίσης για να μην κάνω πάλι λάθος προβλέψεις.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (26-10-11) & στο εβδομαδιαίο free press φιλμ νουάρ (27-10-11).

30 Οκτ 2011

ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, στις 12 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24), το 24ο Πανόραμα και η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου θα πραγματοποιήσουν συζήτηση με θέμα: "Ελληνικός κινηματογράφος: Quo Vadis?".

Θα συμμετάσχουν :

oι σκηνοθέτες Βασίλης Βαφέας, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Τριανταφυλλίδης και Γιάννης Φάγκρας.

Kαι οι κριτικοί κινηματογράφου Νέστορας Πουλάκος και Ανδρέας Τύρος.

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο διευθυντής του Πανοράματος Νίνος Φένεκ Μικελίδης.

29 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Αλέξη Τσάφα..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Μια ακόμη ταινία που θα πραγματοποιήσει την πανελλήνια πρεμιέρα της στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είναι "Το κορίτσι με τα μεγάλα μάτια" του Αλέξη Τσάφα. Πρόκειται για μια εκ των τριών ελληνικών συμπαραγωγών που θα παιχτούν στο φεστιβάλ τη φετινή διοργάνωση. Αυτή τη φορά, η Ελλάδα με το Πράσινο Ακρωτήρι σύμπραξαν ώστε να ολοκληρωθεί η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας (για το νησιωτικό αυτό σύμπλεγμα) του 55χρονου Αλέξη Τσάφα, ενός Έλληνα κινηματογραφιστή και ταξιδευτή πάνω απ' όλα, που ζει και εργάζεται στο εξωτικό Πράσινο Ακρωτήρι και που ουσιαστικά εκπροσωπεί τη χώρα αυτή στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα.

Τον Αλέξη τον γνώρισα το καλοκαίρι του 2009, όταν και συνομιλήσαμε για το ντοκιμαντέρ του "Μιντέλο- Πίσω από τον ορίζοντα", το οποίο θα παιζόταν εκείνες τις ημέρες στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ρόδου (περιοδικό Γαλέρα, τχ. 45). Ένα χρόνο ακριβώς μετά, το ντοκιμαντέρ αυτό προβλήθηκε σε περιορισμένη διανομή στην Αθήνα και κέρδισε κοινό και κριτικούς. Τώρα, επιστρέφει με μια αλλιώτικη ιστορία όλο παραδόσεις, δοξασίες, ερωτισμό και μουσική (θυμίζοντας κάτι από το σινεμά του Γουίρ). Το SevenArt συνομίλησε μαζί του και σου παρουσιάζει τη νέα ταινία του.

Τι ήταν αυτό που σου κίνησε το ενδιαφέρον ώστε να γυρίσεις τη συγκεκριμένη ιστορία σε ταινία;

Η συγκεκριμένη ταινία δεν γυρίστηκε με δική μου πρωτοβουλία. Η Δήμαρχος του Σάο Βισέντε, η Ιζάουρα Γκόμεζ (Ο Δήμος είναι ο βασικός χορηγός της ταινίας), μετά τη διεθνή πορεία του ντοκιμαντέρ "Μιντέλο – πίσω από τον ορίζοντα" (12 φεστιβάλ, τρία βραβεία) μου πρότεινε να βοηθήσω να γυριστεί στο νησί για πρώτη φορά μια ταινία μυθοπλασίας. Το όραμά της μαζί με την τότε Υπουργό Πολιτισμού Φερνάντα Μάρκες ήταν να μπουν τα θεμέλια ενός εθνικού κινηματογράφου. Στη συνάντηση που ακολούθησε ζήτησα τη συμπαράσταση ενός σημαντικού ανθρώπου του πολιτισμού της χώρας και θεατρικού σκηνοθέτη του Φονσέκα Σοάρες ο οποίος και πρότεινε τον λαϊκό θρύλο πάνω στον οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας. Εδώ θα ήθελα να εξηγήσω ότι η πολιτισμική παράδοση αυτού του λαού που προέκυψε από την ανάμειξη αφρικανών σκλάβων με ευρωπαίους αποικιοκράτες είναι σχετικά πρόσφατη και ως εκ τούτου περιορισμένη. Ο θρύλος λοιπόν αυτός διαθέτει στοιχεία Εθνικής Ταυτότητας.

Αντιμετώπισες δυσκολίες με το γύρισμα και τη δραματουργική δουλειά σου με τους ηθοποιούς, στο Πράσινο Ακρωτήρι;

Δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα στα γυρίσματα και γενικά στη συνεργασία μου με τους ντόπιους ηθοποιούς που διαθέτουν μεγάλη θεατρική εμπειρία. Αντίθετα ήταν εξαιρετικά συνεργάσιμοι και μετά από ένα μικρό σεμινάριο που προηγήθηκε των γυρισμάτων αφομοίωσαν αμέσως τον τρόπο προσέγγισης ενός κινηματογραφικού ρόλου.

Ουσιαστικά είσαι ο εκπρόσωπος της χώρας αυτής στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα. Πόσο οξύμωρο φαίνεται αυτό για έναν Έλληνα κινηματογραφιστή όπως είσαι εσύ;

Δεν φιλοδοξώ τον τίτλο του κινηματογραφικού εκπροσώπου της χώρας. Αντίθετα προσπάθησα να εκπαιδεύσω κάποιους ανθρώπους από το καλλιτεχνικό δυναμικό του τόπου με απώτερο σκοπό να πάρουν το συντομότερο δυνατόν τη σκυτάλη. Σε αντίθετη περίπτωση αισθάνομαι πως θα ασκούσα "πολιτισμική αποικιοκρατία". Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως τον Φονσέκα Σοάρες τον είχα δίπλα μου συνεχώς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και αισθάνομαι πως τώρα πια είναι έτοιμος να συνεχίσει μόνος του. Παράλληλα εγώ απλά προσπάθησα να υπηρετήσω το σενάριο που μου δόθηκε, να σεβαστώ την πολιτιστική ταυτότητα του τόπου και για το λόγο αυτό ούτε στιγμή δεν έπαψα να συμβουλεύομαι τους ντόπιους συνεργάτες μου. Ήξερα πως αυτό που ήθελαν από μένα αυτοί που μου εμπιστεύτηκαν τα, λιγοστά έστω, χρήματα ενός φτωχού λαού ήταν όχι μια ταινία γι αυτούς έτσι όπως τους βλέπει ένας ξένος, αλλά όπως εκείνοι αισθάνονται τον τόπο τους και τον εαυτό τους.

Σκέφτεσαι να κάνεις ξανά σινεμά στην Ελλάδα;

Φυσικά και θα ήθελα να κάνω σινεμά στην Ελλάδα όμως εδώ και μια δεκαετία έχω χάσει την επαφή. Συμβαίνουν διάφορα όπως η κίνηση της "Ομίχλης", η Ακαδημία και ο καινούριος κινηματογραφικός νόμος για τα οποία δεν είμαι καλά ενημερωμένος, επίσης και τα πρόσωπα έχουν αλλάξει. Φυσικά υπάρχει και η οικονομική κρίση...

Μίλησε μου για τις εμπειρίες σου, επαγγελματικές ή διαπροσωπικές, που έχεις αποκομίσει κατά την παραμονή σου στο Πράσινο Ακρωτήρι;

Σίγουρα η εμπειρία "Πράσινο Ακρωτήριο" είναι πολύ σημαντική για μένα. Πιστεύω πως ζώντας σε μια τόσο φτωχή χώρα έγινα καλύτερος άνθρωπος. Παράλληλα εργαζόμενος εκεί, με τα λιγοστά μέσα που είχα στη διάθεση μου κατάλαβα πόσο σημαντικά είναι η καλή συνεργασία, η αλληλεγγύη και η αγάπη γι' αυτό που κάνεις. Αυτό είναι και ένα μήνυμα προς τους απογοητευμένους συναδέλφους μου στην Ελλάδα.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (24-10-11).

28 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Νίκου Θεοδοσίου..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Ψάχνοντας στο φετινό διαγωνιστικό τμήμα μεγάλου μήκους του 5ου Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες στη Χαλκίδα, και το SevenArt είναι χορηγός επικοινωνίας, ανακαλύπτω το πολύ ενδιαφέρον, και ιδιότυπο αυτό κινηματογραφικό masterclass του Ροβήρου Μανθούλη.

Το ντοκιμαντέρ του Νίκου Θεοδοσίου, “Αθέατος σκηνοθέτης”, 67 λεπτών, σε παραγωγή του Νεανικού Πλάνου, μετά την προβολή του στο 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, θα παρουσιάσει και στη Χαλκίδα (αύριο το μεσημέρι και μεθαύριο το βράδυ) ένα άκρως αποκαλυπτικό μάθημα κινηματογράφου του Ροβήρου Μανθούλη.

Ο πολύ σημαντικός Έλληνας σκηνοθέτης, με 122 ταινίες στη φιλμογραφία του, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι ντοκιμαντέρ, και φυσικά ταινίες μυθοπλασίας που άφησαν εποχή, όπως “Πρόσωπο με πρόσωπο”, “Ψηλά τα χέρια Χίτλερ” και “Lilly’s story”, αναγεννητής της κρατικής τηλεόρασης και πασίγνωστος στην Αμερική και τη Γαλλία, παρουσιάζει μέσα από 25 σκηνές ταινιών του, τη μαγεία και τη σημειολογία του σινεμά.

Ο Νίκος Θεοδοσίου, ο οποίος βρίσκεται πίσω και από την διοργάνωση Κάμερα Ζιζάνιο που διεξάγεται κάθε Δεκέμβριο στην Ολυμπία, μίλησε στο SevenArt για την ιδιαίτερη αυτή προσέγγισή του στον Ροβήρο Μανθούλη.

“Ο σκηνοθέτης πρέπει να παραμένει αθέατος. Σαν η ταινία να γυρίστηκε μόνη της”. Μια φράση που δεν συνοψίζει το σινεμά του δημιουργού, που υπηρέτησε ο ίδιος ο Ροβήρος Μανθούλης. Ποια η δική σας γνώμη;

Αυτή η φράση είναι η κατάληξη ενός συλλογισμού για το περιεχόμενο και τη μορφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αποκομμένη πιθανόν να δημιουργεί παρεξηγήσεις. Ο Μανθούλης υποστηρίζει ότι η μαγεία της δημιουργίας, που εμπεριέχεται σε κάθε καλλιτεχνικό έργο, πρέπει να περνάει στο υποσυνείδητο του θεατή χωρίς να γίνεται εμφανής η διαδικασία της “μεταφοράς”. Μορφή και περιεχόμενο να είναι δεμένες με τέτοιο τρόπο που να μην ξεχωρίζουν οι ραφές. Όπως συμβαίνει με τους αρχαίους ναούς. Θαυμάζουμε τους υπέροχους κίονες αλλά δεν βλέπουμε ότι αποτελούνται από πολλά κομμάτια. Γιατί όταν φαίνονται οι ραφές χάνεται η μαγεία. Αυτό συμβαίνει και με το κινηματογραφικό έργο που είναι φορτωμένο με σκηνοθετικά πυροτεχνήματα. Οι ραφές φαίνονται. Αρχίζουμε να ξεχωρίζουμε τα επιμέρους συστατικά της: σενάριο, φωτογραφία, μουσική, ερμηνεία κλπ. και το ένα να βαραίνει στο άλλο. Και τότε χάνεται η μαγεία. Η σφιχτή διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου είναι η ουσία της δημιουργίας κι αυτό κάνει να ξεχωρίζει τον κινηματογράφο του δημιουργού από το προϊόν των μεγάλων στούντιο όπου όλα ρυθμίζονται με έναν δοσομετρητή, με τελικό αποδέκτη την “αγορά” που οι ίδιοι διαμορφώνουν. Και μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδεικνύεται η ξεχωριστή ταυτότητα του κάθε δημιουργού κι όχι με “έξυπνες” παρεμβάσεις στη φόρμα. Κι αυτή η παρατήρηση έχει ξεχωριστή σημασία σήμερα, όπου που με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας οι σκηνοθέτες έχουν άπειρες, και με ελάχιστο κόστος, δυνατότητες παρέμβασης στη μορφή. Και δυστυχώς μένουν εκεί. Να εντυπωσιάζουν το κοινό. Με τις παρατηρήσεις του Μανθούλη συμφωνώ απόλυτα, κι αυτό ήταν άλλωστε ένα από τα πολλά κίνητρα ώστε να γίνει αυτή η ταινία. Να προωθήσω αυτή τη θέση.

Μέσα από τις 25 σκηνές ταινιών του κ. Μανθούλη, δεν φιλοτεχνείται κι ένα πορτρέτο του ίδιου; Ο σκοπός του ντοκιμαντέρ σας είναι βιογραφικός ή εκπαιδευτικός, σαν ένα μάθημα κινηματογράφου δηλαδή;

Η ταινία μου δεν είναι ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ. Δεν περιέχει κανένα στοιχείο αυτού του είδους. Άλλωστε άλλοι πριν από μένα έχουν κάνει πορτρέτα του. Άσε που έχει μια τόσο πλούσια σε εμπειρίες ζωή που είναι αδύνατο να τη συμπυκνώσεις σε μιας περιορισμένης διάρκειας ταινία. Αυτό θα φανεί καθαρά όταν κυκλοφορήσει, ελπίζω σύντομα, η αυτοβιογραφία του την οποία τώρα ολοκληρώνει. Η σκηνοθετική ταυτότητα του Ροβήρου Μανθούλη (γιατί διαθέτει τώρα κι ένα μεγάλο συγγραφικό έργο) είχε για μένα πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Είναι από τους ελάχιστους Έλληνες σκηνοθέτες που έχουν αναπτύξει μια θεωρητική, κριτική σκέψη πάνω στον κινηματογράφο και ιδίως στο ντοκιμαντέρ συνδυάζοντας τη θεωρία με την πράξη. Αυτό είναι ένα πολύτιμο κεφάλαιο, ειδικά για τους νεώτερους. Κι αυτό είναι εν μέρει μόνο γνωστό μέσα από κάποιες ομιλίες και γραπτά κείμενα δημοσιευμένα εδώ και εκεί. Μέσα από την ταινία μου ήθελα να συμβάλλω στην παραπέρα διάδοση αυτής της συσσωρευμένης και πολύτιμης γνώσης. Ναι, η ταινία μου είναι ένα μάθημα κινηματογράφου. Άλλωστε ο βασικός της κορμός στηρίζεται σε ένα masterclass του Μανθούλη χάρη στο οποίο συνεργαστήκαμε για δυο χρόνια περίπου.

Πείτε μου ένα σημαντικό λόγο, που πρέπει ένας σινεφίλ να δει το ντοκιμαντέρ σας στη διανομή; Και πώς πιστεύετε ότι μπορεί να επιλυθεί το συγκεκριμένο… άλυτο ζήτημα, της διανομής των ντοκιμαντέρ, στη χώρα μας;

Δεν κάνω ταινίες για σινεφίλ. Δεν μπορώ να έχω στο μυαλό μου ένα συγκεκριμένο κοινό όταν φτιάνω μια ταινία. Θα είναι σα να βάζω περιορισμούς, φίλτρα, όρια. Θέλω να είμαι ελεύθερος για να βγάλω αβίαστα αυτό που έχω μέσα μου. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει να πείσω κανέναν να δει την ταινία. Όποιος θέλει, θα την δει. Θα μου πεις πώς… Το ζήτημα της διανομής των ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα είναι τεράστιο. Δυστυχώς μόνο η τηλεόραση είχε μείνει, κι αυτή κουτσή, δηλαδή η ΕΡΤ. Τώρα με την κατάργηση και της ΕΤ1, το πρώτο θύμα θα είναι το ελληνικό ντοκιμαντέρ. Ίσως να μείνει κάποια ζώνη για το είδος των “μεγάλων ρεπορτάζ”, που στην Ελλάδα της γενικής θολούρας ονομάζουν ντοκιμαντέρ. Πιο πριν διαλύθηκε οικονομικά (αν και απέκτησε γενικό διευθυντή) το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, που χρηματοδοτούσε κάποια ντοκιμαντέρ. Ευτυχώς τα τεχνικά μέσα τώρα είναι φτηνά και μπορούμε να φτιάχνουμε πότε πότε καμιά ταινία με τη βοήθεια φίλων. Για να κρατηθούμε καλλιτεχνικά εν ζωή. Για τη διανομή μόνο εναλλακτικές λύσεις μπορούν να υπάρχουν σήμερα. Κυρίως μέσω ενός παράλληλου δικτύου (μικρές ίσως αίθουσες, σύλλογοι κλπ,). Στη Γερμανία το έχουν καταφέρει. Το διαδίκτυο παραμένει ένα άλυτο ζήτημα. Μπορεί μέσα από αυτό να διακινούνται οι ταινίες αλλά χάνεται η αμεσότητα του δημιουργού με τον θεατή. Έχω ανεβάσει την ταινία μου “Γράμμος, μαγικές εικόνες” στο ίντερνετ. Έχει κάνει γύρω στις 5 χιλιάδες προβολές. Δεν αξίζουν όμως τίποτα μπροστά σε μία προβολή των 30 ατόμων σ’ ένα καφενείο στο Χορτιάτη, ή σε 100 άτομα στη Φλώρινα. Δεν κάνουμε ταινίες για να τις πετάμε στη μούρη των θεατών αλλά για να επικοινωνούμε μαζί τους, να αναπτύσσουμε ένα διάλογο. Ν’ ανέβουμε ένα σκαλί παραπάνω.

Πιστεύετε ό,τι ο Ροβήρος Μανθούλης έχει λάβει τις τιμές, τις διακρίσεις, τις βραβεύσεις που του αξίζουν, για την προσφορά του και το έργο του, από το σημερινό ελληνικό κινηματογραφικό γίγνεσθαι;

Όχι. Μόνο το Νεανικό Πλάνο και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για παιδιά και νέους οργάνωσε στον κινηματογράφο Φιλίπ ένα σοβαρό αφιέρωμα στον Μανθούλη, με ταινίες που προβάλλονταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μόνο το Νεανικό Πλάνο εξέδωσε το μοναδικό βιβλίο για το κινηματογραφικό του έργο “Ροβήρος Μανθούλη, Μια ζωή ταινίες”. Μόνο η τηλεόραση της Βουλής κι όχι η ΕΡΤ της οποίας διετέλεσε διευθυντής, έκανε ένα μεγάλο αφιέρωμα με την προβολή των περισσότερων ταινιών του. Από κει και μετά, το χάος. Αποσπασματικές προβολές και κάποιες τιμητικές εκδηλώσεις εδώ κι εκεί. Αλλά ο Μανθούλης δεν πιστεύω ότι ζητά τιμές. Είναι ακόμα ζωντανός, ενεργός και δημιουργικός. Έχει ιδέες. Αν θέλανε να τον τιμήσουν θα έπρεπε να τον καλέσουν να σκηνοθετήσει ταινίες. Αυτό είναι το παράπονό του. Δεν θα έρθει να παρακαλέσει κανέναν. Να τον καλέσουν.

Το ντοκιμαντέρ σας “Ο αθέατος σκηνοθέτης” είχε κρατική στήριξη; Προσπαθήσατε; Και ποια είναι η άποψη σας για την εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή στις μέρες μας;

Δε ζήτησα λεφτά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου γι’ αυτή την ταινία. Νομίζω ότι θα ήταν χαμένος κόπος και άσκοπα έξοδα. Πιο πριν, μου είχαν απορρίψει τρεις διαδοχικές προτάσεις. Και μια ολοκληρωμένη ταινία μου που υπέβαλλα για ενίσχυση, την ταινία για τους πλανόδιους κινηματογράφους στην Ελλάδα “Ο κος Λεονάρδος και οι άλλοι”, αν κι έχει πίσω της δουλειά δέκα χρόνων, ενέκριναν το αστείο ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο δεν έχω πάρει κι ούτε πρόκειται να πάρω. Τώρα μάλιστα με την κατάσταση που βρίσκεται το Ε.Κ.Κ… Οπότε μπορώ να λέω ότι έχω ήδη μια τιμητική διάκριση στο ενεργητικό μου: δεν πήρα ποτέ χρήματα από το Ε.Κ.Κ. Αυτό δεν αποτελεί μομφή γι αυτούς που πήραν. Κι εγώ θα ήθελα. Αλλά δεν μπόρεσα. Όσον αφορά την κινηματογραφική παραγωγή. Με το νέο νόμο για τον κινηματογράφο κάναμε ένα μεγάλο άλμα… προς τα πίσω. Στην εποχή που ο κινηματογράφος ήταν αρμοδιότητα του υπουργείου βιομηχανίας. Τώρα μπορεί να είναι και χειρότερα. Το υπουργείο Πολιτισμού ουσιαστικά έχει αποσυρθεί, το κινηματογραφικό έργο δεν αντιμετωπίζεται σαν έργο τέχνης αλλά σαν εμπόρευμα και τα κανάλια που υποτίθεται ότι θα χρηματοδοτούσαν την παραγωγή βουλιάζουν στα χρέη. Όποια πορεία θα έχει η ελληνική βιομηχανία, αντίστοιχη θα έχει και ο κινηματογράφος. Εκτός αν έρθουν τα πάνω κάτω.

Έχετε στα υπόψη σας, ή στα σκαριά, καινούρια κινηματογραφικά σχέδια προς παραγωγή, στο άμεσο μέλλον;

Άμεσος στόχος είναι η ολοκλήρωση μιας ταινίας για το χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία. Για την ακρίβεια, για τις τελευταίες μέρες του μοναδικού χωριού στο εξωτερικό που στο κοινοτικό γραφείο κυματίζει ακόμα η ελληνική σημαία. Ήθελα να καταγράψω τις τελευταίες στιγμές ενός μαρτυρικού τόπου. Ειδικά μετά την πολιτική αλλαγή του 1989, όταν πήγαν στο νεκροταφείο για να καταστρέψουν τους τάφους που δεν είχαν σταυρό αλλά ένα κόκκινο αστέρι. Φαίνονται τα σημάδια. Ήθελα να καταγράψω την απίστευτη τραγωδία των ανθρώπων που για 60 χρόνια τώρα προσπαθούν να ριζώσουν, ή μάλλον πεθαίνουν χωρίς να ριζώσουν περνώντας από πάνω τους τα κύματα της ιστορίας (Εμφύλιος 1946-49, Ουγγρική Επανάσταση 1956, Δικτατορία στην Ελλάδα 1967, πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία 1989). Όπως ο Θωμάς που περίμενε μια ζωή τη Ρόζα να πάει να τον βρει στο χωριό Μπελογιάννης αλλά πέθανε χωρίς να μάθει ποτέ ότι τη Ρόζα την είχαν βιάσει και σκοτώσει στο δρόμο για εκεί οι παρακρατικοί. Να πω αυτά που δε χώρεσαν ή είναι μεταγενέστερα από την ταινία του Νίκου Ξανθόπουλου. Δυστυχώς αυτή η πρόταση απορρίφθηκε από το Ε.Κ.Κ. και τώρα θα πρέπει να την “κλείσω” με ότι υλικό κατάφερα να συγκεντρώσω μόνος μου. Αν μείνει θα βρικολακιάσει. Άλλη μια ημιτελής ταινία στην ατέλειωτη περιπέτειά μας.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (7-10-11).

27 Οκτ 2011

Ταινίες 27ης Οκτωβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, οι οποίες θα κονταροχτυπηθούν για το “μικρό” και “μεγάλο” κοινό όπου απευθύνονται. Τσεϊλάν, Λάνθιμος και Περάκης σου προσφέρουν σινεμά προδιαγραφών πριν “φύγει” ο μήνας, κι εν μέσω του 24ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Ταινία της εβδομάδας είναι το “Κάποτε στην Ανατολία”, η καινούρια ταινία του σημαντικότερου Τούρκου σκηνοθέτη (και εκ των πλέον αναγνωρισμένων διεθνώς) Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν. Σινεμά υψηλών ταχυτήτων, με άψογη σκηνοθεσία, καταπληκτική δραματουργία, και βαθιά ανθρώπινη ψυχοβγαλτική ιστορία. Την κριτική στη γράφει ο Δηράκης, για να μη με πουν και “καμπούρη”. Όπως αναμενόταν, διχασμούς και συζητήσεις προκαλούν κιόλας οι βραβευμένες “Άλπεις” του Γιώργου Λάνθιμου. Βιρτουοζιτέ σινεμά που όμως είναι κλινικά νεκρό όταν κι εφόσον ξαναδεί ο δημιουργός τους τι ακριβώς (δεν) λέει. Την τελευταία του “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στη Στεριά” σκηνοθετεί ο Νίκος Περάκης, συνεχίζοντας 27 χρόνια μετά αυτό το άκρως πετυχημένο franchise. Μια πετυχημένη σάτιρα είναι που καταλήγει σούπα όταν μπλέκεται η εμπορική του διάσταση.

Άλπεις (4/10)

Θα εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ. Ο Λάνθιμος είναι ένας μαθηματικός σκηνοθέτης, δηλαδή τόσο έξυπνος και υπολογιστικός, ώστε έχει καταφέρει να βρει εκείνη τη φόρμουλα-πατέντα που κάνει το σινεμά του ελκυστικό. Τουλάχιστον σε μια μερίδα ανθρώπων, που χαζεύουν στις γκαλερί, και λατρεύουν τις εικαστικές εγκαταστάσεις, και τα μεταμοντέρνα (χορό)θέατρα ακόμη. Με τον “Κυνόδοντα” μπόρεσε να μπει στο μάτι και μιας ευρύτερης πιάτσας σινεφίλ. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό. Ίσως να είναι και το θέμα της ταινίας, που είναι πολύ ελληνικό ακόμη κι ας μην κινηματογραφήθηκε έτσι. Με τις “Άλπεις” τώρα, την ταινία αίνιγμα, δηλαδή του τι ακριβώς θέλει να πει στον θεατή, το όλο εγχείρημα του Λάνθιμου αλλάζει. Το νοσοκομειακό, κλινικό, (ίσως και) δήθεν, καθάριο μα και ρετρό σινεμά του Λάνθιμου μεταφράζεται σε βιρτουοζιτέ άσκηση ύφους και στις “Άλπεις”. Για μάντεψε τι λείπει αυτή τη φορά, φέροντας στο μυαλό σου και την “Κινέττα”; Μα το σενάριο. Για το οποίο, λέει, βραβεύτηκε στη Μόστρα της Βενετίας (της οποίας η περυσινή κριτική επιτροπή έδωσε το Χρυσό Λιοντάρι στην Κόπολα και το βραβείο ερμηνείας στην Λαμπέντ κι όχι στην -οσκαρούχα- Πόρτμαν). Στα του σεναρίου: Δυστυχώς ένα μπόλικο τίποτα είναι. Έξυπνη η αρχική ιδέα, της μάζωξης δηλαδή περιθωριοποιημένων ανθρώπων για τη συγκρότηση ομάδας που υποκαθιστά νεκρούς. Ποντάρει για να καταλάβεις στην καταπιεσμένη, σχεδόν συντριμμένη προσωπικότητα, η οποία ζει μέσα από το νεκρό, και στο σπίτι του “πόνου”. Στο προκείμενο: Καμία ουσία. Καθώς ξετυλίγεται ο σεναριακός ιστός το καταλαβαίνεις ότι βαριανασαίνει μια και χωλαίνει. Και ψάχνοντας να βρει την τελική ανατροπή ώστε να αποθεώσεις την ταινία, τα κάνει σαλάτα. Εντέλει τι μένει από τη νέα ταινία του φαινόμενου Λάνθιμου, του σκηνοθέτη δηλαδή που “μας έδωσε” βραβεία στις Κάννες, τη Βενετία, υποψηφιότητα στα Όσκαρ, και διεθνή arthouse αναγνώριση; Αφενός η πολύ καλή ερμηνεία… ενός σκηνοθέτη. Του Σταύρου Ψυλλάκη. Χίλια μπράβο του. Αφετέρου, η αγωνιώδης προσπάθεια του Λάνθιμου να μιλήσει και πάλι για το άβατο, το απύθμενο της ψυχής, μέσα από μια ακόμη (κουλή) ιστορία, η οποία θα μπορούσε να γίνει και hit. Αλλά δεν έγινε. Η γνώμη μου λέει ότι ο Λάνθιμος είναι τόσο ταλαντούχος που δεν χωράει αμφισβήτηση (καμία). Το πνεύμα μου όμως δεν αντέχει άλλο αυτό το σινεμά του ουραγκοτάγκου. Έπηξε.

Λούφα και Παραλλαγή : Σειρήνες στη Στεριά (4/10)

Στην τελευταία του “Λούφα και Παραλλαγή” ο Περάκης παρουσιάζεται κάπως αμήχανος, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά. Ακόμη και το κομμάτι της “πώλησης”, το εμπορικό δηλαδή με τα ωραία κορίτσια, τα κουνήματα, τις ατάκες, την κρητική διάλεκτο, και τη δυνατή μουσική, παλατζάρει επίσης. Είναι εμφανές ότι ο Περάκης θέλει να (ξανα)γυρίσει την πρώτη “Λούφα και Παραλλαγή”, εκείνη του 1984, ώστε να καυτηριάσει, να σατιρίσει, και να διακωμωδήσει τα χίλια κακά, στραβά κι ανάποδα που συμβαίνουν στις μέρες μας. Δηλαδή, για να καταλάβεις, δεν θέλει να γυρίσει μια φανταστική ιστορία που θα έχει φλερτ, χάζι και διασκέδαση όπως στη “Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο” (άκρως πετυχημένη πάντως). Αντίθετα, από την τελευταία ταινία το μόνο που διατηρεί είναι τους χαρακτήρες, αν και κακώς κατά τη γνώμη μου. Βλέπεις, οι “ήρωες” έχουν χάσει εκείνη τη φρεσκάδα τους, και τα αστεία και τα παπατζιλίκια τους έχουν περάσει στο κοινό και δεν ψαρώνουν πια (βλέπε κρητική διάλεκτο του Αυγουστίδη και νταηλίκι του Σεϊταρίδη). Άσε που η Καγιά μιλάει παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται (σε αντίθεση με την παλιότερη ταινία). Εν ολίγοις στη νέα “Λούφα και Παραλλαγή” επικρατεί το απόλυτο μπάχαλο. Από τη μια μεριά, αυτό το… μπάχαλο μπορεί και αποτυπώνει πετυχημένα το ελληνικό μπάχαλο που υπάρχει γύρω σου. Μπράβο στον Περάκη. Από την άλλη μεριά όμως, το δέσιμο με το life style και σπινταριστό εξυπνακίστικο χάζι δεν πετυχαίνει. Γίνεται σούπα. Και αυτό κυρίως εντοπίζεται στα επιμέρους στοιχεία, από τους διαλόγους και τους χαρακτήρες, μέχρι την κεντρική ιστορία-πρόφαση και τα άχαρα καμιά φορά πλάνα. Η πετυχημένη σάτιρα πάντως μένει.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (27-10-11).

26 Οκτ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Billie Jean" - No 108

Written by Michael Jackson

She was more like a beauty queen from a movie screen
I said, don't mind, but what do you mean I am the one
Who will dance on the floor in the round

She told me her name was Billy Jean as she caused a scene
And every head turned with eyes that dreamed of being the one
Who would dance on the floor in the round

People always told me
Be careful what you do
Don't go around breaking young girls' hearts
And mama always told me
Be careful who you love
Be careful what you do
Because a lie becomes the truth

Billy Jean is not my lover
She's just a girl who
says that I am the one
But the kid is not my son
She says that I am the one
But the kid is not my son

For forty days and for forty nights
The law was on her side
But who could stand when she's in demand
With her schemes and plans
'Cause we danced on the floor in the round
So take my strong advice
Just remember to always think twice

She told my baby we danced 'til three
Then she looked at me
And showed a photo of my baby crying
His eyes were like mine
So we danced on the floor in the round

People always told me
Be careful what you do
Don't go around breaking young girls' hearts
But she came and stood right by me
I could smell her sweet perfume
I guess it happened way too soon
She called me to her room

Billy Jean is not my lover
She's just a girl who
Claims that I am the one
But the kid is not my son
Billy Jean is not my lover
She's just a girl who
Says that I am the one
But the kid is not my son

She says I am the one
But the kid is not my son

Billy Jean is not my lover

Νίκος Καζαντζάκης

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο,
καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο,
το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.

Σαν σήμερα – 26 Οκτωβρίου

1795: Γεννιέται στην Κέρκυρα ο μουσουργός του «Εθνικού Ύμνου» Νικόλαος (Χαλκιόπουλος) Μάντζαρος.

1877: Πραγματοποιείται η πρώτη εγχείριση σε σπασμένο γόνατο από τον Άγγλο χειρουργό Τζόζεφ Λίστερ. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1865, ο Λίστερ ανακάλυψε τα αντισηπτικά, που συνέβαλαν στη μείωση των θανάτων από μολύνσεις.

1879: Γεννιέται, ο Λέων Μπρονστάιν, γνωστότερος ως Τρότσκι, από τις ηγετικές μορφές της Οκτωβριανής Επανάστασης.

1944: Απελευθερώνεται η Θεσσαλονίκη από τη ναζιστική Κατοχή.

1952: Πεθαίνει η Αμερικανίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός Χάτι ΜακΝτάνιελ, η πρώτη Αφροαμερικανίδα, που βραβεύτηκε με Όσκαρ.

1957: Πεθαίνει στο Φράιμπουργκ ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς.

1990: Πολιτικό άσυλο στη Γαλλία ζητά ο Αλβανός συγγραφέας και υποψήφιος για Νόμπελ, Ισμαήλ Κανταρέ.

23 Οκτ 2011

ΟΜΑΔΑ ΑΠΟ ΠΟΙΗΣΗ/ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ/ΡΑΟΥΖΑΙΟΣ


Πού πήγαν οι παλιές κουβέντες

τώρα μόνο λεφτά και δουλειές

Τα αλλοτινά ξενύχτια
είχαν αίγλη ανεκπλήρωτου έρωτα

Τώρα ο έρωτας έγινε σύζυγος

Χάθηκε η γοητεία της απελπισίας

Τώρα πια ξέρουμε ότι
δε θα πεθάνουμε έτσι εύκολα

(Παλιές κουβέντες, Ιουλία Λειβαδίτη)

[Ομάδα Από Ποίηση, Αν. Αθανασιάδου/Αγ. Γαβρίλη/Λ. Καλλέργη/Μ. Κοντογιώργης/Ιουλ. Λειβαδίτη/Π. Μηλιά/Αγ. Μητσολίδου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010]

Κίτρινα τσιγάρα, χείλη αδοκίμαστα. Πρέπει να
Μιλήσουμε. Δεν πειράζει που δεν μου μιλάς πιά.

(Homophobic greeklish ή Το δικό της σώμα, Ασημίνα Χασάνδρα)

[Συνέδριο Αναισθησιολογίας, Γ. Αλισάνογλου/Ασ. Χασάνδρα/Ν. Αργυρόπουλος, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2008]


Ο άνθρωπος είναι σκέψεις γραμμένες πάνω
σε χαοτικές κυματομορφές

Προτίμησαν εκείνοι οι πρώτοι
μια λάμψη παλιά
ζητώντας μία απόσβεση για τα διλήμματα του είναι.

[Δοκίμια για κατασκευαστές μιας μίνιμουμ πραγματικότητας, Γιάννης Ραουζαίος, Εκδόσεις Κενότητα, 2011]

22 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Είναι μόλις 43 χρονών και οι ταινίες του, που έχουν συγκινήσει το ισπανικό σινεφίλ κοινό, όλο και συχνότερα προβάλλονται στο εξωτερικό, και κυρίως στους κινηματογράφους των περισσοτέρων χωρών της Ευρώπης. Ο Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα με το άκρως ιδιαίτερο και βαθιά ουμανιστικό δράμα “Η ζωή που θα έρθει”, σου θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του, όταν το 2002 συγκλονιζόσουν με τις “Δευτέρες με Λιακάδα”, μια ταινία-σταθμό στη φιλμογραφία του Χαβιέ Μπαρδέμ.

Στην ταινία “Η ζωή που θα έρθει”, η σκληρή πραγματικότητα της Μαρσέλα, μιας φτωχής μετανάστριας από το Περού στο σύγχρονο αστικό τοπίο της Ισπανίας, περιπλέκει την ειλικρινή αγάπη της για τον γέρο και κατάκοιτο Αμαδόρ με την ανάγκη της για επιβίωση. Ο ξαφνικός θάνατος του τελευταίου, την αναγκάζει να αποκρύψει το γεγονός από τους συγγενείς του ώστε να εξακολουθεί να λαμβάνει το μισθό της αποκλειστικής νοσοκόμας του.

Ο Ισπανός σκηνοθέτης βρέθηκε στην Αθήνα, στη διάρκεια του 17ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, όπου η ταινία του, “Η ζωή που θα έρθει”, πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της σε μία κατάμεστη αίθουσα. Ο Αρανόα μίλησε στο SevenArt για τη νέα του ταινία και τις σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις που αυτή έχει.

Συμπεριφορές σαν αυτήν της πρωταγωνίστριας, συμβαίνουν μόνο σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή πρόκειται για ένα φαινόμενο διαχρονικό που είναι βαθιά ριζωμένο στον ανθρώπινο ψυχισμό;

Η πάλη για την επιβίωση είναι ριζωμένη στον άνθρωπο, και επομένως τα πάντα κινούνται γύρω απ’ αυτή. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, προκειμένου να ζήσει, να επιβιώσει. Από κει και πέρα όμως, το συγκεκριμένο θέμα με έχει απασχολήσει πολύ. Σε όλες τις ταινίες μου, και στις ιστορίες μυθοπλασίας και στα ντοκιμαντέρ, τοποθετώ πάντοτε τον ήρωα μου να βρίσκεται σε κρίση οικονομική. Πρόσεξε, δεν μιλάω για εκείνους τους ανθρώπους που συναντούν το φαινόμενο συγκαιριακά, αλλά για αυτούς που βρίσκονται σε κρίση από τη γέννηση τους. Για παράδειγμα, μεγάλωσαν σε φτωχή οικογένεια, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, με ελάχιστα αγαθά και μηδαμινές ανέσεις. Είναι άνθρωποι “ενός κατώτερου θεού”, που βέβαια έχουν να μάθουν πολλά σε όλους εμάς που βιώνουμε ξαφνικά την οικονομική κρίση, ειδικά αυτή την περίοδο, οι Ισπανοί και οι Έλληνες αντίστοιχα.

Εντέλει, αυτό που ώθησε την πρωταγωνίστρια σας να επιστρέψει στο σπίτι της, ήταν μόνο το παιδί; Και ποιος ο λόγος να μη μιλήσει στον άντρα της για την εγκυμοσύνη της;

Η Μαρσέλα επιζητά εμφανώς την ανεξαρτησία της. Από τον γάμο της δεν είναι ευχαριστημένη, με τον σύζυγο της δεν τα πάει καλά, και φυσικά αυτή η απρόσμενη εγκυμοσύνη της “χαλάει” τα όποια σχέδια φυγής που είχε. Το παιδί βέβαια το θέλει, και θα κάνει τα πάντα για αυτό. Άρα, ο λόγος ο σημαντικός που κρύβει γενικά την εγκυμοσύνη της, και από τον άντρα της και από τον Αμαδόρ που φροντίζει, είναι και πάλι η επιβίωση. Από τον έναν θέλει να απαλλαγεί μα δεν έχει πού να μένει. Ενώ από τον δεύτερο, ακόμη και που έχει διαμορφωθεί μια σχέση τρυφερή μεταξύ τους, ζητά φυσικά να παίρνει το μισθό της. Πεθαίνει όμως…

Τι είναι αυτό που κάνει πιο ελκυστικό τον γέρο Αμαδόρ από τον Νέλσον, τον άντρα της;

Πρώτα πρώτα νιώθει καλύτερα, πιο άνετα και φιλικά στο σπίτι του Αμαδόρ από το δικό της με τον Νέλσον. Εν συνεχεία, ο γέρο Αμαδόρ είναι ο μοναδικός που έχει παρατηρήσει την εγκυμοσύνη της, έχει νιώσει τη θλίψη της, κι έχει καταλάβει τους προβληματισμούς της. Ίσως κι επειδή βρίσκεται κοντά στο θάνατο, έχει μια διαφορετική, πιο όμορφη ματιά στη ζωή, μια εγγύτητα που αρέσει στην Μαρσέλα και την γοητεύει. Όλα αυτά δεν τα έχει ο άντρας της, γι’ αυτό και πλέον δεν τον θέλει. Εν γένει, πρόκειται για δυο ιστορίες μοναξιάς, του Αμαδόρ και της Μαρσέλα, που συναντιούνται σε ένα σπίτι, μακριά από τους συγγενείς τους που αγνοούν τα θέλω και τις ανησυχίες τους, και ουσιαστικά δεν τους γνωρίζουν.

Το μαύρο χιούμορ της ιστορίας σας μπορεί εντέλει να περιγράψει τόσο ανάγλυφα την πραγματική ζωή, όσο σκληρή κι αν είναι;

Πάντοτε το χιούμορ απαιτείται ακόμη και στις πιο θλιβερές ιστορίες. Να φανταστείς ότι στα ντοκιμαντέρ που έχω γυρίσει για ανθρώπους θλιβερούς, περιθωριοποιημένους, που ζουν ένα μεγάλο γολγοθά στη ζωή τους, οι ίδιοι επιλέγουν από εσωτερική ανάγκη στα σίγουρα, να πουν μερικά αστεία, να αυτοσαρκαστούν και να γελάσουν ώστε να μετριάσουν αυτό που βιώνουν. Είμαι της άποψης ότι το χιούμορ πάει δίπλα δίπλα με τον πόνο και το δράμα. Στην ιστορία της ταινίας μου βέβαια, ο θάνατος του Αμαδόρ και η απόκρυψη του, έχει αρκετές δόσεις μαύρου χιούμορ. Συμφωνώ. Σκοπός μου βέβαια ήταν να μη γυρίσω μια μαύρη κωμωδία, παρά μια ιστορία για τη δύναμη της ζωής πάνω στο θάνατο, και την όρεξη, τη θέληση γι’ αυτή κάτω από τις οποιεσδήποτε αντιξοότητες.

Αν σας ζητήσω μια μόνο φράση που να συνοψίζει την ταινία σας…

Προσπάθησα να κάνω μια ταινία για τη δύναμη της ζωής, που ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει, να την ανακόψει. Είναι ουσιαστικά μια ταινία για το μεγαλείο της ζωής ακόμη και στις πιο ακραίες καταστάσεις.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (12-10-11).

21 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Γιαν Κορνέτ..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Ο Γιαν Κορνέτ, εκ των πρωταγωνιστών της νέας ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ “Το Δέρμα που κατοικώ”, βρέθηκε στην Αθήνα τόσο για ένα ιδιότυπο masterclass που δόθηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση όσο και για την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας που προβλήθηκε στον ίδιο χώρο.

Το SevenArt τον συνάντησε και μίλησε μαζί του για την πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία, της συνεργασίας του με τον πολύ σημαντικό και ιδιόρρυθμο Ισπανό σκηνοθέτη. Ο ίδιος άλλωστε, μόλις 29 χρονών, και Καταλανός στην καταγωγή, τα τελευταία χρόνια κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στον κινηματογράφο και την ισπανική τηλεόραση.

Φέτος, θα τον ξαναδεις στο σινεμά, στο “There be dragons”, τη νέα ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη Ρόλαντ Τζόφε (“Κραυγές στη σιωπή”, “Η αποστολή”), ενώ αμέσως μεταβαίνει στο Βερολίνο για να πρωταγωνιστήσει στην πρώτη ταινία της Άνα Ροντρίγκεζ με τίτλο “Looking For Emmys”.

Κρατάς έναν πολύ ιδιαίτερο και περίεργο ρόλο στο “Δέρμα που κατοικώ” του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Ναρκωτικά, αλκοόλ, γυναικεία ρούχα, (ίσως) σεξ, απαγωγή κ.ά. Ήταν όντως τόσο “απολαυστικός” όσο έδειχνε;

Ήταν απλώς καταπληκτικά. Λες και ήμουν σε ένα ξέφρενο πάρτι ήταν αυτός ο ρόλος. Είναι από τις φορές που θεωρώ τη δουλειά του ηθοποιού ευλογία, και χαίρομαι που την κάνω. Κατά τα άλλα, μπορώ να πω ότι έγινε μια πολύ καλή δουλειά. Έμπειρος σκηνοθέτης, ιδιαίτερο σενάριο, πολύ καλό υλικό, όλα αυτά με βοήθησαν να κάνω τη δουλειά μου καλύτερα. Νιώθω ότι “μεγάλωσα” σαν ηθοποιός, με αυτό τον ρόλο.

Από τον χαρακτήρα σου πηγάζουν όλες εκείνες οι έννοιες και οι συμβολισμοί, που αποδίδονται στην ιστορία του Αλμοδόβαρ. Πώς αντιμετώπισες τον ρόλο σου;

Πρώτα απ’ όλα, τα πάντα βρίσκονται στο μυαλό του Πέδρο. Κι όντως, είναι ένας δραματικός ρόλος που, από ένα λάθος, γίνεται το εξιλαστήριο θύμα στις ορέξεις ενός παρανοϊκού επιστήμονα. Πιο έντονες εικόνες που μου έχουν μείνει στο μυαλό, είναι εκείνες της απαγωγής στις οποίες έτρωγα και έπινα σαν ζώο, έτσι νηστικός και διψασμένος που ήμουν. Ήταν μια φρίκη, μια τραγωδία.

Κατά τη γνώμη σου, πόσο ενδιαφέρων και συναρπαστικός είναι ο πολύχρωμος, όλο εξτραβαγκάντσα κόσμος του Πέδρο Αλμοδόβαρ, για το ευρύ κοινό;

Ο Πέδρο είναι μια ιδιοφυία. Είναι καταπληκτικός, Ξέρει να λέει μοναδικά μια ιστορία, τόσο διαφορετικά από οποιονδήποτε άλλον. Ξέρει πώς να χειρίζεται τα χρώματα, και να φτιάχνει χαρακτήρες μοναδικούς που σου μένουν στο μυαλό. Αν και δύσκολος για το ευρύ κοινό, θεωρώ ότι ταινίες του Αλμοδόβαρ μπορεί να δει ο καθένας, αρκεί να είναι διατεθειμένος να μπει στο σύμπαν που αυτός έχει φτιάξει. Άλλωστε, όλοι περιμένουν την επόμενη ταινία του, εδώ και πολλά χρόνια. Ενώ, όπως καλά ξέρεις κι εσύ, το σινεμά του Αλμοδόβαρ είναι πλέον γνωστό. Μια σκηνή τυχαία να δεις, λες αμέσως “αυτή τη γύρισε ο Αλμοδόβαρ”. Όπως συμβαίνει και με τον Γούντι Άλεν, και τον Φρανσουα Τρυφώ κάποτε, και τόσους άλλους.

Παίζεις σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ή όλα αυτά συμβαίνουν κάποια στιγμή;

Κοίταξε, έτσι όπως το θέτεις μπορεί και να είναι μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Όμως, ο Πέδρο κάνει ένα ευρύτερο κοινωνικό σχόλιο. Μιλάει για όλες αυτές τις επεμβάσεις, τις πλαστικές εγχειρήσεις, ξέρεις, αλλαγής φύλου, προσώπου, και σώματος, που οι άνθρωποι όλο και περισσότερο κάνουν πλέον. Λειτουργούν σαν μικροί θεοί, δηλαδή μπορούν όταν θέλουν να αλλάξουν τα πάντα πάνω τους. Βέβαια, όπως σωστά λέει πάλι ο Πέδρο, δεν μπορούν να αλλάξουν την ψυχή τους, την προσωπικότητα τους, αυτό που πραγματικά είναι. Επομένως, αυτά που λέει η ιστορία συμβαίνουν κιόλας στην αληθινή ζωή.

Μια και μιλάμε για αλλαγή, πιστεύεις ότι μπορεί το σινεμά του Αλμοδόβαρ να αλλάξει τον κόσμο;

Ω, θεωρώ ότι είναι υπερβολικό αυτό. Οι ταινίες του Αλμοδόβαρ να αλλάξουν τον κόσμο… Κοίταξε, ο Αλμοδόβαρ με το σινεμά του ανοίγει προοπτικές, διαφορετικές οπτικές της καθημερινότητες, και προσφέρει διόδους στη ζωή του καθενός μέσα από τις ιστορίες του. Αυτό μπορεί να το κάνει, ναι. Άλλωστε, ο κόσμος αλλάζει με τα μικρά πράγματα. Όχι διαφορετικά. “Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο”, είχε πει ο Γκάντι. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, και το σινεμά μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

**SPOILER**

Εντέλει, στο τέλος της ιστορίας απελευθερώνεται και σκοτώνει ο Βισέντε ή η Βέρα;

Δύσκολο να απαντήσω. Έτσι κι αλλιώς δυο χαρακτήρες γίνονται ένας. Κι όπως είπα παραπάνω η ψυχή του ατόμου παραμένει, όσο και να αλλάξει το σώμα του, ή το πρόσωπο του. Γίνεται, στο τέλος, μια ιστορία εκδίκησης. Σαν να νικάει η λογική κι όχι η τρέλα του γιατρού δηλαδή.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (21-10-11).

20 Οκτ 2011

Ταινίες 20ης Οκτωβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες οκτώ ταινίες, εκ των οποίων οι καινούριες δουλειές των Πέδρο Αλμοδόβαρ και Στήβεν Σόντερμπεργκ σαφώς ξεχωρίζουν. Με καινούριο ντοκιμαντέρ εμφανίζεται η Λουκία Ρικάκη. Ταινία της εβδομάδας είναι το κοινωνικό θρίλερ “Contagion”, η πρώτη από τις τρεις ταινίες του Σόντερμπεργκ που θα δεις φέτος. Με τη γνωστή ντοκιουντράμα διάθεση του σε κάνει κοινωνό της τρομο-πραγματικότητας της παγκόσμιας μετάδοσης ενός θανατηφόρου ιού. Βέβαια, για μερικούς άλλους, ταινία της εβδομάδας μπορεί να είναι “Το δέρμα που κατοικώ” του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα ακόμη αναμάσημα του Ισπανού σκηνοθέτη, που διαθέτει όλες τις απαραίτητες σινεφίλ και λογοτεχνικές αναφορές του (ή αντιγραφές, ή και επιρροές του). Κατά τον Τάιλερ Ντέρντεν του blog Cinεπιβάτες όμως, είναι μια σπουδαία ταινία. Με την περιπέτεια “Killer Elite” και πρωταγωνιστές τους Τζέισον Στέιθαμ και Ρόμπερτ Ντε Νίρο, θα ταξιδέψεις στο δολοφονικό σύμπαν των μπαμ μπουμ. Διασκεδαστική ταινία εκατοντάδων πυροβολισμών και άφθονης βίας. Το “Χρέος” με την πολυβραβευμένη Έλεν Μίρεν, είναι ένα αρκετά συμπαθητικό κατασκοπευτικό θρίλερ, που αποτελεί ριμέικ ισραηλινής ταινίας του 2007. Χωρίς να είναι απαραίτητα κακό, θα το ξεχάσεις κιόλας. Το ντοκιμαντέρ “Σχέδιο Σωτηρία” είναι η καταγραφή της εικαστικής έκθεσης του (παλιού) νοσοκομείου Σωτηρία από την Λουκία Ρικάκη. Μια τίμια προσπάθεια, με αρετές, και πολλά προβλήματα όμως. Το “Καναρίνι μου γλυκό”, σκηνοθεσίας του Ισραηλινού Ρόι Σερ, είναι ένα πολύ ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ για τη μεγάλη ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ, της οποίας τραγούδια έχεις ακούσει, σιγοψιθυρίσει, και τραγουδήσει στα σίγουρα. Ενδιαφέρον μόνο για τα παιδιά (και κυρίως τα κορίτσια) έχει το σίκουελ της πετυχημένης σειράς κινουμένων σχεδίων εξ Ιταλίας, “Winx Club”. Φανταχτερό, μοντέρνο, τρυφερό. Για το τέλος σου αφήνω το δεύτερο σίκουελ της σειράς homemade -υποτίθεται- θρίλερ “Μεταφυσική δραστηριότητα”. Δεν σου γράφω κριτική, μια και δεν ασχολήθηκα καν. Στο πρώτο μέρος έπιασα την “απάτη”, στο δεύτερο παρατήρησα μια κάποια εξέλιξη αλλά μέχρι εκεί, ενώ το τρίτο το αφήνω στα… χέρια σου.

Contagion (7/10)

Μια και μιλάω για άνισους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, δεν υπάρχει πιο τρανό παράδειγμα από τον Στήβεν Σόντερμπεργκ. Το άλλοτε παιδί θαύμα του αμερικανικού σινεμά (με το ντεμπούτο “Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες” και τον Χρυσό Φοίνικα του 1989), και πετυχημένος παραγωγός σήμερα, έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη του σινεμά (όχι πάντα με επιτυχία), ενώ το σκηνοθετικό του στυλ έχει κιόλας σταμπαριστεί. Με το “Contagion”, την πρώτη από τις τρεις ταινίες του που θα δεις φέτος, η γνωστή ντοκιμαντερίστικη αφήγηση του Σόντερμπεργκ δίνει υποβλητικές διαστάσεις στον τρόμο της παγκόσμιας μετάδοσης ενός ιού που σπέρνει τον θάνατο και τον πανικό. Αυτή η, κατά τα άλλα, fiction ιστορία του Αμερικανού σκηνοθέτη δεν απέχει και πολύ από την τρομο-πραγματικότητα που έχεις ζήσει ή παρακολουθήσει σε περιπτώσεις όπως η μετάδοση της γρίπης των χοίρων κ.ά. Κατά τα λοιπά, ο Σόντερμπεργκ αυτή τη φορά με εξέπληξε μια και με είχε απογοητεύσει με το διπλό, αρκούντως αποτυχημένο, σκηνοθετικό του “χτύπημα” το 2009 : οι ταινίες “Συνοδός Πολυτελείας” και “Αληθοφανή Ψέματα” απέδωσαν την εντελώς άνιση καριέρα ενός τόσο σημαντικού σκηνοθέτη. Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών του είναι εξίσου καλές, είτε παρακολουθείς την ολιγόλεπτη συμμετοχή της Πάλτροου είτε (κυρίως) την πολύ σημαντική στην εξέλιξη της ιστορίας ερμηνεία του Τζουντ Λο. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης χωρίς να ηρωοποιεί χαρακτήρες, χρησιμοποιεί διάσημους ηθοποιούς ως γρανάζια μιας καλοδουλεμένης ιστορίας. Εντέλει, αυτό που απομένει από το “Contagion” είναι μια άρτια ιστορία, πολύ ενδιαφέρουσα κι ως προς τους συμβολισμούς της. Βέβαια την “αμερικανιά” του την αποπνέει και λόγω της αισθητικής του, όμως τι να κάνεις, αυτό είναι το στυλ του Σόντερμπεργκ, με αυτό τον αγάπησες, κι αυτό είναι που τελικά έγινε μόδα στο αμερικανικό σινεμά.

Καναρίνι μου γλυκό (6/10)

Το “Καναρίνι μου γλυκό”, σκηνοθεσίας του Ισραηλινού Ρόι Σερ, ήταν μια πολύ πετυχημένη επιλογή της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του περυσινου ΦΝΘ για την τελετή έναρξης του, καθώς σου έγραφα. Πολλά μπράβο, εκεί, πολύ εύστοχη κίνηση. Μουσικό ντοκιμαντέρ για τη μεγάλη ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ, της οποίας τραγούδια έχεις ακούσει, σιγοψιθυρίσει, και τραγουδήσει στα σίγουρα. Την ξέρουν και οι πέτρες, που λέει ο λόγος. Ένα ντοκιμαντέρ και με θεσσαλονικιώτικο ενδιαφέρον, μια και η πόλη ήταν ένας από τους σταθμούς ζωής και καριέρας αυτής της φοβερής αρτίστας, της Εσκενάζυ. Οι άλλες ήταν, η Κωνσταντινούπολη και η Αθήνα. Μουσικό ντοκιμαντέρ, λοιπόν, που θα ζήλευαν πολλοί. Καταρχάς, με μπόλικο αρχειακό υλικό, και -κυρίως- συνεντεύξεις με ανθρώπους που και γνώριζαν την Ρόζα (πέθανε στα 1980) και την ήξεραν απ' έξω απ' έξω, και την είχαν μελετήσει. Επίσης, με γνώστες του ρεμπέτικου και με παλιούς μουσικούς. Ανθρώπους της παλιάς Αθήνας, που στα έλεγαν τα πράγματα με το όνομα τους. Ταυτόχρονα μια ομάδα μουσικών, διαφόρων εθνικοτήτων, έπαιζε μουσική σε όλες τις πόλεις σταθμούς της Εσκενάζυ, για να κλείσει την περιοδεία της με μια μεγάλη συναυλία στη Θεσσαλονίκη. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα πολύ ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ. Διανθισμένο με όλα εκείνα τα παλιά ρεμπέτικα που έχεις αγαπήσει. Μια ταινία που το αξίζει και εσύ πρέπει να την δεις. Θα σου αρέσει.

Σχέδιο Σωτηρία (4/10)

Στο τελευταίο ντοκιμαντέρ της, η Λουκία Ρικάκη καταγράφει την αναβίωση, ουσιαστικά, του παλιού κτιρίου του νοσοκομείου Σωτηρία μέσα από μια αρκετά ευρεία και μεγάλη εικαστική έκθεση που πραγματοποιήθηκε εκεί το περασμένο καλοκαίρι. Οι διοργανωτές, οι καλλιτέχνες, οι υπάλληλοι του νοσοκομείου, οι επισκέπτες της έκθεσης (άνθρωποι κάθε ηλικίας), και συγγενείς νοσηλευμένων στο νοσοκομείο, περνούν από την κάμερα της Ρικάκη. Ακόμη, τα έργα, οι εσωτερικοί και προαύλιοι χώροι, μερικά ντοκουμέντα, διατρέχονται μέσα από την ποίηση της Πολυδούρη και του Ρίτσου που είχαν νοσηλευτεί εκεί ως φυματικοί, και συμπληρώνουν το μωσαϊκό της αναπαράστασης ενός χώρου συγκίνησης και μνημών. Δυστυχώς, η άναρχη κινηματογράφηση (έλλειψη σεναριακού ιστού;) και η ατυχής επιλογή ορισμένων προσώπων, χαλάνε αυτό το κλίμα γεμάτο από θύμησες και μνήμες άλλων εποχών.

Killer Elite (5/10)

Είναι από εκείνες τις “θορυβώδεις” ταινίες που έχεις δει με το τσουβάλι μεν, μα σε “κρατάνε” δε γιατί σε διασκεδάζει όλη αυτή η βαβούρα που κάνει το πιστολίδι, η γρήγορη δράση, και η πολεμική των απανταχού σκοτεινών τύπων που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στα όπλα και τη βία παγκοσμίως. Κλασική ταινία αγγλοσαξονικής σχολής δράσης, που έχει όλους εκείνους του μάτσο τύπους οι οποίοι υπηρετούν πιστά το είδος : πρώτα απ’ όλα του Τζέισον Στέιθαμ ο οποίος έχει ήδη γίνει ο νέος Βαν Νταμ ή Μπρους Γουίλις σε πιο ιλουστρασιόν εκδοχές βίας. Και φυσικά ο γερόλυκος πια Ντε Νίρο, που σου ξαναδείχνει πόσο μάγκας ηθοποιός είναι. Απόστρατοι στρατιωτικοί, πληρωμένοι δολοφόνοι, τρομοκρατικές οργανώσεις, απαγωγές, σκοτωμοί, μπλεγμένες κυβερνήσεις μικρών χωρών, όλα μπαίνουν στην μπαγκέτα-αχταρμά του πρωτοεμφανιζόμενου ΜακΚέντρι. Ταινία που σε σπιντάρει ένα βράδυ στα multiplex κι αμέσως φυσικά την ξεχνάς. Έχεις μετρήσει πόσες φορές το έχεις “κάνει” αυτό;

To Xρέος (5/10)

Η ταινία του Μάντεν είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που όμως έχει αυτό το “κουσούρι” ό,τι σε αφήνει μετέωρο. Πρόκειται για ένα στέρεο κατασκοπευτικό θρίλερ, που έχει έντονα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα, και σε παρασέρνει μάλιστα με αρκετή ακρίβεια στο παιχνίδι των μνημών. Ριμέικ πετυχημένης ισραηλινής ταινίας του 2007, το “Χρέος” του αρκετά άνισου μπλοκμπαστερά Μάντεν (από το “Ερωτευμένος Σαίξπηρ” έως το “Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι”) πετυχαίνει να σε βάλει στην ατμόσφαιρα που φτιάχνει, μα στο τέλος αναρωτιέσαι τι τελικά είδες. Άρα λοιπόν, αυτή η περυσινή παραγωγή που βγαίνει στα σινεμά ένα ολόκληρο χρόνο μετά, μπορεί να διαθέτει μια ακόμη πολύ καλή ερμηνεία της Μίρεν, όμως εντέλει σε κάνει να απορείς τι στόχο έχουν όλες αυτές οι, ικανοποιητικού επιπέδου, ταινίες (ή νερόβραστες) που εν ολίγοις, δεν έχουν να πουν ή να μεταδώσουν τίποτε το συγκεκριμένο και ιδιαίτερο στο σημερινό σινεφιλ.

Winx Club - Μαγική Περιπέτεια (4/10)

Με την περίπτωση του “Winx Club” αποδεικνύεται ότι δεν έχει μόνο το Χόλιγουντ μυαλό αλλά και πολλές ευρωπαϊκές κινηματογραφίες, αρκεί να δουλεύουν σωστά το μάρκετινγκ τους (άντε και την κατασκευή τους). Φυσικά ούτε λόγος για εμπορικό κινούμενο σχέδιο στην Ελλάδα, εμείς όλα αυτά τα θεωρούμε φαιδρά άλλωστε (φευ!). Το σίκουελ του “Winx Club”, του κινουμένου σχεδίου που σκίζει στην Ιταλία, και θεωρείται ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα εξαγώγιμα κινηματογραφικά προϊόντα της, έρχεται να πατήσει στην επιτυχία της πρώτης ταινίας (και της τηλεοπτικής σειράς, και του μιούζικαλ, και της ιντερνετικής κοινότητας που έχει στηθεί, και άλλων πολλών “τεχνασμάτων). Ταινία καθαρά παιδική, ούτε λόγος δηλαδή για έξυπνο animation που θα αρέσει και σε μεγάλους, με φανταχτερά χρώματα, γρήγορη αφήγηση, και συνεχή δράση, που μιλάει για νεράιδες, μάγισσες, κακές Trix και καλές Winx, σε ένα πακέτο που φέρνει και σε Μπάρμπι (απευθύνεται κυρίως σε κορίτσια). Η ταινία προβάλλεται σε 3D, έτσι για το εντυπωσιακό, και ποντάρει τουλάχιστον στο να κόψει τα εισιτήρια της πρώτης ταινίας, παραγωγής 2007, που στη χώρα σου έφτασε κοντά στις 34 χιλιάδες.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (20-10-11).

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΛΤΟ ΣΑΧΤΟΥΡΗ

«ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ»

Τα «ρολόγια γυρίζουν πίσω» στο Μοναστηράκι

Οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης και η Ελληνική Ραδιοφωνία αφήνουν πίσω τα στερεότυπα του 20ού αιώνα και φωτίζουν, από την πλευρά του 21ου, το πλούσιο και πρωτοποριακό έργο σημαντικών ποιητών που βρίσκονται σήμερα στη σκιά των «μεγάλων». Ο κύκλος εκδηλώσεων «Ποιητές στη σκιά», την επιμέλεια του οποίου έχει ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας, δίνει δικαιωματικά το λόγο στους νέους ποιητές, τους ποιητές του 21ου αιώνα, για να φέρουν με τον δικό τους τρόπο στο προσκήνιο τους μεγάλους «ξεχασμένους»: Ποια θέση κατέχουν σήμερα στη συνείδηση των νέων; Συνεχίζουν να διαβάζονται; Πόσο επηρεάζει η ευαισθησία και το ύφος τους τον σημερινό ποιητικό λόγο; Τι έχουν ακόμα να μας δώσουν ποιητές, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Νίκος Καρούζος, ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, η Ελένη Βακαλό, ο Κλείτος Κύρου, ο Μιχάλης Κατσαρός και άλλοι;

Η πρώτη εκδήλωση είναι αφιερωμένη στον Μίλτο Σαχτούρη. Θα γίνει στο Βιβλιοπωλείο Καφέ Μπαρ «Ποιήματα & Εγκλήματα» των Εκδόσεων Γαβριηλίδης (Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι) την Πέμπτη 20/10/2100 – 8.30 μ.μ., και θα ηχογραφηθεί για μετάδοση από την Ελληνική Ραδιοφωνία.

Ο Νέστορας Πουλάκος θα μιλήσει για την επικαιρότητα του έργου του Σαχτούρη και θα παρουσιάσει τους ποιητές Γιάννη Αντιόχου, Λένα Καλλέργη και Βασίλη Ζηλάκο, οι οποίοι θα καταθέσουν την προσωπική τους σχέση με το έργο του τιμώμενου ποιητή, πλαισιωμένοι από απαγγελίες ποιημάτων του από τον ηθοποιό Γιώργο Γιαννακάκο.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ 17, ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ, 10551 ΑΘΗΝΑ | 210 3228839 | info@gavrielidesbooks.gr

19 Οκτ 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : You Never Can Tell" - No 107

Scene from the movie “Pulp Fiction”

written by Chuck Berry

It was a teenage wedding, and the old folks wished them well
You could see that Pierre did truly love the madamoiselle
And now the young monsieur and madame have rung the chapel bell,
"C'est la vie", say the old folks, it goes to show you never can tell

They furnished off an apartment with a two room Roebuck sale
The coolerator was crammed with TV dinners and ginger ale,
But when Pierre found work, the little money comin' worked out well
"C'est la vie", say the old folks, it goes to show you never can tell

They had a hi-fi phono, boy, did they let it blast
Seven hundred little records, all rock, rhythm and jazz
But when the sun went down, the rapid tempo of the music fell
"C'est la vie", say the old folks, it goes to show you never can tell

They bought a souped-up jitney, 'twas a cherry red '53,
They drove it down to Orleans to celebrate the anniversary
It was there that Pierre was married to the lovely madamoiselle
"C'est la vie", say the old folks, it goes to show you never can tell

Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι
(1917-2008)

«Μην πολεμάς το σκοτάδι. Φέρε το Φως και το σκοτάδι θα εξαφανιστεί»

Στις 5 Φεβρουαρίου 2008 στις 7.00 έφυγε από την ζωή, σε ηλικία 91 ετών, ένας από τους πλέον γνωστούς σύγχρονους πνευματικούς δασκάλους: Ο Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι. Ο Μαχαρίσι γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1917 στην πόλη Τζαμπαλπούρ στην Ινδία. Σπούδασε Φυσική και Χημεία στο Πανεπιστήμιο Allahabad, ενώ παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Μπραχμανάντα Σαρασβάτι ή Γκουρού Ντεβ. Μετά τον θάνατο του δασκάλου του αποσύρθηκε στα Ιμαλάια και παρέμεινε σε σιγή για δύο χρόνια. Στην συνέχεια πήγε στην Δύση και άρχισε να διαδίδει τις διδασκαλίες του. Γρήγορα γνώρισε την αποδοχή του κόσμου και απέκτησε εκατομμύρια μαθητές, μεταξύ των οποίων πολλά διάσημα ονόματα, με πιο γνωστό αυτό του συγκροτήματος των Beatles.
Ο Μαχαρίσι ήταν από τους πρώτους που μετέφεραν την ανατολική παράδοση και σκέψη στην Δύση, ενώ υπήρξε ίσως ο πρώτος πνευματικός δάσκαλος που προσπάθησε να ‘παντρέψει’ την εσωτερική θεώρηση με την σύγχρονη επιστήμη.
Τρεις υπήρξαν οι μεγαλύτεροι σταθμοί του πνευματικού του έργου. Ο πρώτος το 1957 όταν δημιούργησε την τεχνική του Υπερβατικού Διαλογισμού (ΤΜ). Πρόκειται για μια μέθοδο στην οποία ασκούμενος κανείς δύο φορές την ημέρα για είκοσι λεπτά μπορεί με απλό τρόπο να βιώσει τα πιο λεπτά επίπεδα της συνείδησής και έτσι να αποβάλλει κάθε τι που τον βαραίνει εμπνεόμενος ταυτόχρονα για την ίδια του την ζωή.
Στην συνέχεια ο Μαχαρίσι προσπάθησε να συνδέσει την μέθοδο του Υπερβατικού Διαλογισμού με την σύγχρονη επιστήμη. Για τον σκοπό αυτό δημιούργησε δύο πανεπιστήμια – ερευνητικά κέντρα. Το ένα στην Ευρώπη, στην Ελβετία, και ένα στην Άιοβα των ΗΠΑ. Η μέθοδος προκάλεσε το ενδιαφέρον επιστημονικών κέντρων και πολλές έρευνες ασχολήθηκαν με την μελέτη του Υπερβατικού Διαλογισμού και την επίδρασή του στην κοινωνία παρουσιάζοντας εκπληκτικά αποτελέσματα.
Η πρώτη μάλιστα από αυτές τις μελέτες πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες το 1968 και τα συμπεράσματά του δημοσιεύθηκαν στα επιστημονικά περιοδικά Science και Scientific American προκαλώντας μεγάλη αίσθηση εκείνη την εποχή.
Μετά την μέθοδο του Υπερβατικού Διαλογισμού ο Μαχαρίσι παρουσίασε στην Δύση και άλλες προχωρημένες πνευματικές τεχνικές που και αυτές είχαν τις ρίζες τους στην διδασκαλία μεγάλων Ινδών Γκουρού.
Από τις πιο σημαντικές ήταν οι TM- Sidhi (που βασίζονται στις Σούτρες του Patanjali) με την πλέον διάσημη από αυτές την άσκηση της ‘αιώρησης’. Στην συνέχεια παρουσίασε την παραδοσιακή θεραπευτική ayurveda, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική stapatiaveda και πολλές άλλες πρακτικές τεχνικές.
Ο Μαχαρίσι εφάρμοσε αυτά τα προγράμματα για αρκετά
χρόνια πριν προτείνει την ‘Θεωρία του Ενοποιημένου Πεδίου Όλων των Δυνατοτήτων’, την Τρίτη πνευματική του προσφορά. Την θεωρία αυτή προσπάθησε να την αποδείξει πειραματικά εφαρμόζοντας αρχές της σύγχρονης φυσικής και της κβαντικής μηχανικής. Σύμφωνα με την θεωρία του, η εφαρμογή των αναφερθέντων τεχνικών (Υπερβατικός Διαλογισμός και TM- Sidhi) από συγκεκριμένο αριθμό ατόμων για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα συγκεκριμένο τόπο, επηρεάζει το κοινωνικό περιβάλλον του τόπου αυτού, βελτιώνοντας τους δείκτες ποιότητας ζωής των κατοίκων του.
Με βάση έρευνες των πανεπιστήμιων που παρουσιάστηκαν σε διεθνή συνέδρια ο αριθμός των μελών της ομάδας είναι μετρήσιμος και ορίζεται ως η τετραγωνική ρίζα του ένα τα εκατό του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι γνωστό ως ‘φαινόμενο Maharishi’.
Για τον λόγο αυτόν πρότεινε την δημιουργία μιας ομάδας 400.000 ατόμων που θα εκτελούσαν τις τεχνικές TM- Sidhi ώστε να αποκατασταθεί η ειρήνη, η υγεία, η ποιότητα ζωής και οι διαπροσωπικές σχέσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ωστόσο δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να σχηματίσει αυτή την ομάδα.
Το σημαντικότερο γραπτό έργο του είναι το βιβλίο ‘Η Επιστήμη του Είναι και η Τέχνη της Ζωής’ ενώ έχει γράψει σχόλια για την Μπαγκαβάντ –Γκίτα και τις Βέδες.
Ένας από τους ανθρώπους που συνάντησε τον Μαχαρίσι λίγο πριν πεθάνει ο Σπύρος Ασημάκης υπεύθυνος για την Ελλάδα του φορέα της διδασκαλίας του Υπερβατικού Διαλογισμού που ονομάζεται ‘Κίνηση Πνευματικής Αναγέννησης’. Ο ίδιος παρακολουθούσε ένα σεμινάριο διάρκειας ενός μήνα τον Δεκέμβριο του 2007 στην Ολλανδία. Στο σεμινάριο αυτό ο Μαχαρίσι αφού έδωσε νέες τεχνικές και ανέλυσε διάφορες αρχές της διδασκαλίας του, είπε κάποια στιγμή: «Έχω ολοκληρώσει την προσφορά μου στον Γκουρού Ντέβ, τον Δάσκαλό μου και τώρα θα είμαι σε σιγή».
Την επομένη, ημέρα των γενεθλίων του, παρακολούθησε την τελετή που είχαν ετοιμάσει οι συνεργάτες του για τα γενέθλιά του και τους ευχαρίστησε. Λίγες μέρες αργότερα έφυγε από την ζωή για να συναντήσει τον Δάσκαλό του.
Η τελετή αποτέφρωσης του σώματός του έγινε στο ιερό ποταμό της Ινδίας, Γάγγη, κοντά στην πόλη Αλαχαμπάντ, εκεί όπου δίδασκε, εκεί απ’ όπου άρχισαν όλα. Η σορός του, πριν αποτεφρωθεί, είχε τοποθετηθεί για λαϊκό προσκύνημα, ντυμένη στα λευκά, σε θέση διαλογισμού, καλυμμένη με πέταλα λουλουδιών από τους μαθητές του που πήγαν να τον
αποχαιρετήσουν.

Οδυσσέας Ελύτης

Το τραγούδι του Αρχιπελάγους (Έρωτας)

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι.
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

Σαν σήμερα – 19 Οκτωβρίου

1842: Ο Αμερικανός εφευρέτης Σάμιουελ Μορς, ο «πατέρας» του κώδικα Μορς, θέτει σε λειτουργία τον πρώτο τηλέγραφο.

1851: Εκδίδεται για πρώτη φορά το μυθιστόρημα «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ, με τίτλο «Η φάλαινα».

1911: Γεννιέται ο Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι, διάσημος γκουρού και συγγραφέας. Μεταξύ των μαθητών του υπήρξαν και οι «Μπιτλς».

1922: Ιδρύεται το BBC, η βρετανική δημόσια ραδιοφωνία-τηλεόραση.

1926: Γεννιέται ο Αμερικανός ρόκερ Τσακ Μπέρι.

1926: Γεννιέται ο διάσημος Γερμανός ηθοποιός Κλάους Κίνσκι. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το Νοέμβριο του 1991.

1931: Πεθαίνει στις ΗΠΑ, σε ηλικία 84 ετών, ο Τόμας Έντισον, ένας από τους σημαντικότερους εφευρέτες της ιστορίας αφού δημιούργησε πάνω 1000 επαναστατικές εφευρέσεις, μεταξύ των οποίων την ηλεκτρική λάμπα, το φωνόγραφο και τη μηχανή προβολής.

1961: Γεννιέται ο Γουίντον Μαρσάλις, Αμερικανός τρομπετίστας της τζαζ, βραβευμένος με Γκράμι και Πούλιτζερ.

1961: Κάνει πρεμιέρα η ταινία «West Side Story», που βασίζεται στο ομώνυμο επιτυχημένο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ. Κέρδισε 10 Όσκαρ μεταξύ των οποίων και του β’ Αντρικού Ρόλου, που απενεμήθη στον Έλληνα Γιώργο Τσακίρη.

1979: Τιμάται από την Σουηδική Ακαδημία με το Νόμπελ Λογοτεχνίας ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης.

18 Οκτ 2011

Συνέντευξη του Θάνου Τσαβλή..

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Η ταινία των 100 ευρώ & η φιλία μας

Σε αυτή τη δουλειά υπάρχουν και στιγμές, που η προσωπική σχέση υπεισέρχεται στην επαγγελματική. Όταν λοιπόν, την περασμένη εβδομάδα πληροφορήθηκα από το γραφείο τύπου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τις ελληνικές πρεμιέρες της επερχόμενης 52ης διοργάνωσης του (4 έως 13 Νοεμβρίου), πετάχτηκα από την καρέκλα μου και πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Θάνο.

Βλέπεις, τον σκηνοθέτη του “F.L.S.” (Forest of Lost Souls σημαίνει, παρόλο που παρακάτω στο αποκρύπτει, ενώ το έχει τυπώσει σε όλες τις φωτογραφίες του ο μπαγάσας), της πρώτης ελληνικής ταινίας πολεμικών τεχνών, της οποίας το μπάτζετ φτάνει με το ζόρι τα 100 ευρώ (!), τον γνωρίζω από τα μικράτα του καθώς λένε, όντας ακόμη φοιτητής κινηματογραφικής σχολής και φανατικός σινεφίλ anime ταινιών.

Με τον Θάνο τα έχουμε πει, και διασκεδάσει (ξενυχτώντας), και αναλύσει κινηματογραφικά και μη θέματα, και μιλήσει επί παντός επιστητού. Μου έχει δείξει όλες τις ταινίες του, από τις πειραματικές και τις σκηνοθετικές ασκήσεις του στη σχολή, μέχρι τις πρώτες μικρού μήκους και τις σπουδαστικές του, που έχουν προβληθεί και βραβευθεί στα Φεστιβάλ της Δράμας, της Νάουσας, του Φανταστικού στην Αθήνα κ.ά (μια μικρή γεύση μπορείς να πάρεις εδώ)

Και συνεχίζω, κι ας σε κουράζω, μια και η χαρά μου είναι τόση. Για τη μικρού μήκους ταινία του “One Way”, είχα γράψει στο μηνιαίο περιοδικό Γαλέρα (τεύχος 48, Οκτώβριος 2009), ενώ ο ίδιος για καιρό αρθρογραφούσε στο Vakxikon.gr για ταινίες και θέματα περί anime (ενδεικτικά δες εδώ).

Το “F.L.S.” είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Θάνου Τσαβλή. Βρίσκεται ανάμεσα στις 12 ελληνικές ταινίες που θα κάνουν πρεμιέρα στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Το SevenArt είναι χορηγός επικοινωνίας της διοργάνωσης). Αμέσως μετά θα ψάξει τόσο τη φεστιβαλική διαδρομή του όσο και τη διανομή του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Όσον αφορά την υπόθεσή του, θα παρακολουθήσεις το παιχνίδι F.L.S., στο οποίο, κι εν μέσω οικονομικής κρίσης, μαχητές από όλο τον κόσμο λαμβάνουν μέρος για τη δόξα και το χρήμα. Ο τελικός νικητής είναι και ο μοναδικός επιζών. Πρωταγωνιστούν οι Θάνος Τσαβλής, Γιάννης Καρύτσας, Λουκία Τζωρτζοπούλου, Πραξιτέλης Μάστορας, Δήμητρα Μπαμπαδήμα, Ιάκωβος Βρούτσης, Άκης Ρίζος κ.ά.

Φυσικά και ο Θάνος Τσαβλής απάντησε σε 10 DIY ερωτήσεις του SevenArt, στο οποίο παραχώρησε και αποκλειστικό τρέιλερ της ταινίας του.

10 ερωτήσεις τύπου DIY

Δεν βαρέθηκες να σου κολλάνε τη στάμπα DIY και έτσι να καθαρίζουνε;

Το DIY με εκφράζει απόλυτα. Σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ, χορογραφίες μάχης, διεύθυνση φωτογραφίας. Θεωρώ ότι είναι ένας δύσκολος, αλλά ιδιαίτερα δημιουργικός τρόπος να κάνεις ταινίες. Βέβαια, πολύτιμη ήταν και η υποστήριξη που είχα από τους συνεργάτες και βοηθούς σκηνοθέτη, Γιάννη Καρύτσα και Δήμητρα Μπαμπαδήμα (με τον Γιάννη να βοηθάει και στην παραγωγή), με τους οποίους αλληλοβοηθιόμαστε σε όλα μας τα projects, από τα πρώτα χρόνια στη σχολή. Με τον Οδυσσέα Dreyer, συνεργαζόμαστε επίσης από τις πρώτες μου μικρού μήκους (κερδίσαμε μάλιστα βραβεία ηχοληψίας, σε ταινίες που ο ήχος είχε γίνει στο post production!) και τώρα, στο “F.L.S.”, δημιούργησε τα πάντα απ’ το μηδέν, χωρίς τη χρήση σύγχρονου ήχου, κάνοντας εκπληκτική δουλεία. Τέλος ο Thomas Lis, ο οποίος αποτελεί το πιο πρόσφατο μέλος της ομαδας, συνέθεσε μουσική για την ταινία. Θεωρώ ότι είμαστε όλοι μαζί μια όμορφη DIY κινηματογραφική οικογένεια.

Πώς νιώθεις τώρα που είσαι ο πρώτος σκηνοθέτης στην Ελλάδα ο οποίος ασχολήθηκε με τις πολεμικές τέχνες;

Πολύ χαρούμενος! Με το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, μεγάλωσα και είναι αγαπημένο μου. Ελπίζω να ακολουθήσουν και άλλες ταινίες πολεμικών τεχνών στην Ελλάδα, τώρα που με το “F.L.S.” έγινε η αρχή.

Πώς νιώθανε οι καθηγητές σου στη σχολή όταν τους έδειχνες τις “πολεμικές” ταινίες σου, ενώ οι υπόλοιποι συμφοιτητές σου γυρίζανε “σοβαρά” θέματα;

Η αλήθεια είναι ότι είχα γυρίσει κι εγώ αρκετές ταινίες με “σοβαρά” θέματα και μόνο η περσινή πτυχιακή μου, το “Vigilante”, είχε πολεμικές τέχνες. Η ταινία βραβεύτηκε στο εσωτερικό φεστιβάλ της σχολής, όποτε μάλλον ήταν θετικοί σε κάτι τόσο καινούριο.

Με τι τρόπο σκέφτεσαι να παρουσιάσεις την ταινία σου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης; Με κίνηση καράτε ας πούμε;

Με ιπτάμενες κλοτσιές. Πέρα από την πλάκα, ανυπομονώ και πιστεύω ότι θα είναι απίστευτη εμπειρία! Θεωρώ ότι είμαι πολύ τυχερός που συμμετέχω στο φεστιβάλ και μετράω τις μέρες αντίστροφα, για την πρεμιέρα.

Γιατί πιστεύεις δεν ασχολούνται οι Έλληνες κινηματογραφιστές με αυτού του είδους το σινεμά;

Πιστεύω πώς σαν είδος δεν είναι δημοφιλές στους Έλληνες κινηματογραφιστές, επειδή θεωρούν πως ταινίες δράσης και πολεμικών τεχνών ή θα είναι κωμικές ή πολύ χαμηλής ποιότητας. Ελπίζω με το “F.L.S.” να αναθεωρήσουν.

Είναι διψήφιο ή τριψήφιο το συνολικό μπάτζετ της ταινίας σου;

Κάπου ανάμεσα στο τέλος των διψήφιων και στην αρχή των τριψήφιων. Για να το στρογγυλοποιήσουμε, είναι γύρω στα 100 ευρώ, τα οποία σπαταλήθηκαν σε κάποια props, σε υλικά για μακιγιάζ και τρόφιμα. Όλα τα παιδιά, ηθοποιοί και συνεργείο, δούλεψαν αφιλοκερδώς, καθώς πίστευαν στο project, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε. Αναγκαστικά βέβαια, υπήρχαν μήνες προσωπικής μου δουλειάς σε όλα τα στάδια παραγωγής της ταινίας. Πραγματικό DIY.

Αν σου προτείνανε να μεταφέρεις στο σινεμά ένα διήγημα του Θεοτόκη (όπως έκανε πρόσφατα συμφοιτητής σου και βραβεύτηκε) πώς θα το γύριζες;

Χμμ, μάλλον θα κινιόμουν σε δρόμους επιστημονικής φαντασίας.

Προτιμάς να δεις ιαπωνικό manga ή ταινία του Αγγελόπουλου, ένα μοναχικό βράδυ σου;

Νομίζω ότι το anime θα με κέρδιζε, ειδικότερα τα μοναχικά βράδια, που η διασκέδαση πρέπει να είναι πιο ανάλαφρη.

Θες να αποκαλύψεις τι σημαίνει “F.L.S.” ή θα χαθεί η μαγεία της ταινίας σου;

Αν και η ουσία της ταινίας δεν εξαντλείται στο μυστήριο του τίτλου, θα προτιμούσα να το ανακαλύψετε όλοι βλέποντας την ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Εντέλει ποιος θα είναι ο τελευταίος επιζών, κατά τη γνώμη σου, στο σεληνιακό κινηματογραφικό τοπίο της Ελλάδας;

Είμαι αισιόδοξος κι έχω την αίσθηση πως υπάρχει χώρος για όλους, ειδικά από τη στιγμή που τόσες πολλές φετινές παραγωγές, είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Η τεχνολογία βοηθάει ειδικότερα εμάς, τους ανεξάρτητους κινηματογραφιστές, να κάνουμε τις ταινίες που θέλουμε χωρίς περιορισμούς ή εκπτώσεις στην ποιότητα. Πιστεύω πως σύντομα το κινηματογραφικό τοπίο θα αλλάξει προς το καλύτερο.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (17-10-11).

16 Οκτ 2011

Κακή (;) εκπαίδευση

Τα σχολεία ξεκινήσανε (;) και η παιδεία πάλι βράζει. Νέος νόμος, καινούριοι κανόνες, διαφορετικά πλαίσια. Ξανά μανά τα ίδια. Κάθε που αλλάζει ένας υπουργός, διαφοροποιείται και το σύστημα παιδείας. “Ωραία” που είναι η Ελλάδα, καθώς σου έγραφα και λίαν προσφάτως, με τους πολιτευτές που μπορούν και “συνεννοούνται” πάνω στις πλάτες και στο μέλλον των παιδιών. Και έκτοτε απορούν για τις επαγγελματικές επιλογές, που μάλλον τυχαία γίνονται κι από κεκτημένη ταχύτητα, την ανεργία και την καταναγκαστική (ψυχολογικά) απασχόληση. Βιβλία δεν υπάρχουν, ελλείψεις παρατηρούνται στο εκπαιδευτικό προσωπικό και πολλά από τα σχολεία έχουν καταλήψεις. Αυτή τη φορά, στο στόχαστρο είναι η Διαμαντοπούλου, και στην εποχή μου, αν θυμάμαι καλά, ήταν ο Αρσένης. Σε επανάληψη παίζεται το ίδιο έργο, λες και πρόκειται για τους “Απαράδεκτους”, το “Ρετιρέ”, το “Ταύρος με Τοξότη”, και τους “Δύο ξένους”. Επίσης, σε έναν, μάλλον, ατυχή συγκερασμό, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε όνομα στην πολιτική με τις μαθητικές αναταραχές του 1991, κι ο Μάλκολμ ΜακΝτάουελ έγινε γνωστός στον κινηματογράφο με το (μαθητικό) άκρως επαναστατικό “Εάν…” του Λίντσει Άντερσον. Η μετέπειτα καριέρα και των δυο, με μια μικρή έκλαμψη, πήρε την κάτω βόλτα. Κατά τα λοιπά, η συντακτική ομάδα του SevenArt φρόντισε να σου παρουσιάσει τις 10 + 5 (κλασικές) ταινίες για την κακή (;) εκπαίδευση, ώστε να έχεις μια όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική λίστα προς θέαση.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr


Η ζούγκλα του μαυροπίνακα (Blackboard jungle), Ρίτσαρντ Μπρουκς, 1955

Είναι η εποχή του ροκ εν ρολ, της αλητείας, του τέντι μπόι, και της τσάμπα μαγκιάς. Οι έφηβοι της εποχής είναι οι “επαναστάτες χωρίς αιτία”, που βρίσκονται μονίμως μανουριασμένοι, ζοχαδιασμένοι, σε έναν συνεχή πόλεμο με τον εαυτό τους και το κάθε είδους σύστημα. Πρώτος στόχος τους είναι η οικογένεια και μετά το σχολείο. Στο δεύτερο ειδικά, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, βγάζουν ότι εσώψυχα έχουν, σπάζοντας και τρομοκρατώντας τα πάντα και τους πάντες. Με το “Rock Around the Clock” να γίνεται νούμερο ένα άκουσμα στους νέους της εποχής, η “Ζούγκλα του μαυροπίνακα” του μετρ Ρίτσαρντ Μπρουκς (“Λυσσασμένη γάτα”) γυρίστηκε, κατά τους παραγωγούς της, ώστε να πιέσει την αμερικάνικη κυβέρνηση να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα κάτι που θα αποτρέψει τον τεντιμποϊσμό και τον βανδαλισμό που επικρατούσε τότε, με πρώτα θύματα τους καθηγητές. Είναι ακόμη, και η ταινία εκείνη που επηρέασε ένα σκασμό ιστορίες που γυρίστηκαν στο σινεμά το υπόλοιπο μισό του αιώνα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την “Ασυμβίβαστη γενιά” (παραγωγής 1995), με την Μισέλ Φάιφερ να κρατά τον αξεπέραστο ρόλο του Γκλεν Φορντ. Στην ταινία του Μπρουκς, κάνει την εμφάνιση του ως μαθητής (άκρως σκεπτόμενος για τη βία που επικρατεί) ο Σίντνει Πουατιέ, ο οποίος μια δεκαετία μετά θα πάρει τη θέση του… καθηγητή, στην ταινία “Στον κύριο μας με αγάπη”.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Στον Κύριό μας με αγάπη (To Sir with love), Τζέιμς Κλάβελ, 1967

Το μόνο έγκλημα που διαπράττει η ταινία του James Clavell είναι ότι κρατά την καρδιά της στο μανίκι της. Ο Sidney Poitier, σε έναν από τους πιο διάσημους ρόλους του, ως εκπαιδευόμενος καθηγητής, στην προσπάθειά του να βρει μια σταθερή εργασία, βρίσκεται να διδάσκει μια ομάδα ατίθασων λευκών, που παρουσιάζουν, κατά τους εξουσιαστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας, παραβατική και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Με “αυτούς” λοιπόν, εκεί, μέσα στις τρώγλες του ανατολικού Λονδίνου, αναπτύσσεται μια σχέση μεταξύ των μαθητών γυμνασίου και του μαύρου καθηγητή, η οποία θα τον αναγκάσει να εξετάσει την πίστη του στο επάγγελμα. Γρήγορα θα καταλάβει ότι οι μαθητές του χρειάζονται ένα διαφορετικό είδος εκπαίδευσης από αυτό ενός εγχειριδίου. Ότι χρειάζονται να επικοινωνήσουν μαζί του και μεταξύ τους σαν ενήλικοι. Να μιλούν για θέματα που έχουν απορίες. Να μην χρησιμοποιούνται από τον καθηγητή στα πλαίσια μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας που αναπαράγει σχέσεις εξουσίας, για να μπορέσουν τα άγρια νιάτα, τα αλητάκια και τα “παλιοθήλυκα” να εξελιχθούν σε ώριμους ενηλίκους που μπορούν και σκέφτονται. Η αίσθηση σεβασμού προς το δάσκαλο που προκύπτει, είναι πολύ πιθανό να είναι η πρώτη φορά που τη νιώθουν για έναν ενήλικο. Στο τέλος της ταινίας, ο καθηγητής τολμά να χορέψει με τη γλυκιά μαθήτρια την οποία υποδύεται η Judy Geeson. Είναι η στιγμή που φυλετικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά εμπόδια συνθλίβονται, και η ελπίδα αναπηδά στην αιωνιότητα.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ο κύκλος των χαμένων ποιητών (Dead poets society), Πήτερ Γουέιρ, 1989

“Oh captain, my captain!”. Σου χαρίζω μια γιορτή αφιερωμένη στην εποχή της αθωότητας… Όταν η δύναμη της προσδοκίας για τα όσα υπόσχεται το αύριο, κάνει τους τοίχους να μοιάζουν χάρτινοι και τους φραγμούς κούφιες προφάσεις. Μια ομάδα εφήβων, με οδηγό την ποίηση τολμούν να αναζητήσουν τον προσωπικό τους βηματισμό, με τον οποίο θα διασχίσουν τη ζωή και θα παραμείνουν όρθιοι. Προστάτης τους μέχρι την ελευθερία, ένας καθηγητής (Ρόμπιν Γουίλιαμς) που εκτός από τις γνώσεις των σχολικών εγχειριδίων, αναλαμβάνει αυτοβούλως να τους εκπαιδεύσει πως να στέκονται στο ύψος όλων εκείνων, που δεν μετριούνται με μηδενικά και προεξαργυρωμένες βραβεύσεις, αλλά με όνειρα και πίστη. Ο καθένας ξεχωριστά θα αντλήσει δύναμη από τον ενθουσιασμό του διπλανού του, και όλοι μαζί θα σπάσουν μερικά από τα δεσμά που τους κληροδότησε το παρελθόν, και τους κρατούσαν καταδικασμένους σε ένα γκρίζο μέλλον. Η συνοχή της παρέας θα διασπαστεί όταν ένα από τα μέλη δεν θα αντέξει την πίεση που θα του ασκηθεί από την οικογένεια του και θα αυτοκτονήσει. Ο διευθυντής της αυστηρής ακαδημίας στην οποία φοιτούν τα παιδιά, θα πάρει το ρόλο του δικαστή και θα καταδείξει ως ένοχο το νεοφερμένο καθηγητή με τις αντισυμβατικές μεθόδους, που αμφισβήτησε την παράδοση και χάρισε στους μαθητές του το επικίνδυνο δώρο του στοχασμού. “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών” δεν θα κλείσει ούτε όταν αναπόφευκτα, θα έρθει η ώρα που θα πρέπει πληρωθεί το τίμημα... Λίγο πριν το τέλος κάτι θα τους υπενθυμίσει ότι το ταξίδι γίνεται λιγότερο τρομακτικό μόνο όταν έχεις χαράξει ο ίδιος τη διαδρομή.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

Ο Αρχάριος (Rushmore), Γουές Άντερσον, 1998

Πρώτα έρχεται η ενηλικίωση. Έπειτα, η εξέγερση χρωματισμένη με τη μελαγχολία για όλες εκείνες τις ολοκληρώσεις ή τις συμμετοχές που ο διανοούμενος τόσο συχνά αποφεύγει. Κατόπιν, γίνεται μια ταινία για την πρώτη αγάπη, για το ξεπέρασμα της παιδικής ηλικίας, και τη συγχώνευση με τα κέρατα που καίγονται στην κυκλοφορία του ενήλικου κόσμου. Με το θαυμάσιο soundtrack του Wes Anderson και την επιείκειά του, παρατηρούμε την πρόοδο ενός λαμπρού σπουδαστή, ο οποίος βρίσκει την λύτρωση στην χωρίς αντάλλαγμα αγάπη και σε μια ύπαρξη πέρα από τη δομή που ο ακαδημαϊκός κόσμος και το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο εύκολα παρέχει. Τι είναι ζωή εκτός από την αμοιβαία επιείκεια στη φιλία, στην προδοσία, και στην ύστατη ανακάλυψη του εαυτού; Σκοτώνουμε το παιδί για να γίνουμε ο ενήλικος, για να γίνουμε σοφότεροι από ό,τι πραγματικά είμαστε. Βρισκόμαστε σε μια μαζική επίθεση ενάντια στις καταπιεσμένες επιθυμίες και τα εγκλεισμένα “εγώ” στο σχολείο. Πόσα δημοφιλή παιδιά έχουν γίνει τυπικοί άνθρωποι της επαρχίας; Πόσοι “λούζερς” έχουν βρει το μέσο της επιτυχίας τους, μέσω των πολλαπλών αποτυχιών; Ο λόγος που αγαπώ αυτήν την ταινία είναι γιατί απεικονίζει την αγάπη στην πιο τρωτή μορφή της, στην πιο ολέθρια. Ο φίλος που προδίδει το φίλο. Η συμφιλίωση με τον εαυτό, και η συνειδητοποίηση ότι η αγάπη είναι παροδική και ένα κατασκεύασμα της ανδρικής ψυχής που ποθεί την κυριαρχία, την κατοχή που βρίσκει απαραίτητη, λειτουργεί μόνο για να προλαμβάνεται από την ακριβή πραγματικότητα της πραγματικής αγάπης που βασίζεται στον μη-ανταγωνισμό και στην συμπόνοια. Μια ταινία του Wes Anderson με τη συμμετοχή στο σενάριο και του Owen Wilson. Bill Murray, Jason Schwartzman, Olivia Williams, Seymour Cassel, Luke Wilson, Andrew Wilson, Brian Cox, Connie Nielsen. Μια από τις καλύτερες ταινίες του εικοστού αιώνα.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ούτε ένας λιγότερος (Not one less), Ζανγκ Γιμού, 1999

Σ’ ένα χωριό ξεχασμένο από τον θεό, ο δάσκαλος θα πρέπει να φύγει για ένα μήνα και στο πόδι του αφήνει μια 13χρονη απόφοιτο… δημοτικού. Μα της εξηγεί καλά: “Θα πληρωθείς μόνο όταν γυρίσω κι έχεις καταφέρει να κρατήσεις όλους μου τους μαθητές. Δε θέλω ούτε έναν λιγότερο». Η μικρή μπαίνει στην τάξη και γράφει το μάθημα στον πίνακα. Λέει στους μαθητές να το αντιγράψουν, αλλά βλέποντας ότι ο καθένας κάνει ό,τι θέλει βγαίνει από την αίθουσα και κάθεται μπροστά στην πόρτα για να μη φύγει κανείς. Όμως, όπως ακούγεται και μέσα στο φιλμ “τη σήμερον ημέρα είναι πιο δύσκολο να κρατάς τα παιδιά στο σχολείο από το να τα διδάσκεις”. Και αρχίζουν οι διαρροές. Μία μαθήτρια που είναι καλή στο τρέξιμο πηγαίνει σε αθλητικό σχολείο και το πειραχτήρι της τάξης πηγαίνει στην πόλη για να δουλέψει και να βοηθήσει την οικογένειά του να ξεχρεώσει. Αμέσως ξεκινά ολόκληρο σχέδιο μέσα στην τάξη ώστε η δασκάλα να τον φέρει πίσω. Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το φιλμ είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα σε πολλές χώρες του κόσμου: τη σχολική διαρροή. Στη μεγάλη Κίνα κοντά, ενάμιση εκατομμύριο παιδιά παρατούν κάθε τόσο το σχολείο για να πιάσουν δουλειά. Και η κατάσταση αρχίζει να στρέφεται προς τα εκεί και στον πολιτισμένο κόσμο. Το θάρρος, το πείσμα και ο τσαμπουκάς της νεαρής που ζει το δικό της "The Straight Story", στην αναζήτηση του μαθητή της, παρουσιάζεται με τη γνωστή χρωματική παλέτα του Γιμού, η κάμερα του οποίου σε κάνει να νιώθεις τη φτώχεια και την εξαθλίωση των παιδιών, βάζοντας σε εντελώς μέσα στο κλίμα. Και σίγουρα μια ταινία που σε κάνει να καταλάβεις την αξία μιας κιμωλίας.
ΝΑΤΑΛΙΑ ΦΥΤΡΟΥ

Ένα σχολείο πολύ ροκ (The School of Rock), Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, 2003

Ιστορία. Μαθηματικές πράξεις. Ξένες γλώσσες. Λέξεις που κάνουν τους περισσότερους από μας να βγάζουμε σπυράκια. Κι, όμως. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ αποδεικνύει ότι το σχολείο μπορεί να είναι... ροκ. Αποτυχημένος ροκ σταρ χρειάζεται άμεσα χρήματα. Αποφασίζει λοιπόν να κάνει τον αναπληρωτή καθηγητή μουσικής και βρίσκει την ευκαιρία να φτιάξει με τους μαθητές του μια ροκ μπάντα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η ταινία αυτή δεν έχει σχέση με την εκπαίδευση. Και όμως. Έχει μεγάλη σχέση με την εκπαίδευση. Έχει σχέση με τις δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ δασκάλου και μαθητή, έχει σχέση με το πώς επιλέγει κάποιος να προσεγγίσει ένα νεαρό μυαλό, ενώ δίνει ένα απλό μάθημα -που δεν χρειάζεται σχολείο για να το καταλάβεις: δάσκαλος είναι αυτός που διδάσκει, που μπορεί να μεταδώσει κάτι. Κι ας μην είναι αστροφυσική. Ας είναι (απλά) ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα. Αρκεί να πιστεύει σε αυτό. Σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο Λινκλέιτερ, ένας από τους ανθρώπους που κατέγραψε στη μεγάλη οθόνη τις νεανικές νευρώσεις (“Dazed and Confused”, “Πριν το Ξημέρωμα”), ενώ το σενάριο έχει γράψει ο Μάικ Γουάιτ (“Orange County”, “The Good Girl”). Ο κουλ Τζακ Μπλακ αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι αστείος (δυστυχώς την πληρώσαμε την ικανότητά του αυτή σε άλλες, όχι και τόσο επιτυχημένες ταινίες), αλλά στο “School of Rock” είναι απόλαυση να τον βλέπεις. Οι μαθητές του διατηρούν τον χαρακτήρα τους, φοβούνται, αγχώνονται, δεν είναι τέλειοι και δεν γίνονται “χαζοπιόνια” σε ένα one man show. Μαθαίνουν και μαθαίνουν με τρόπο ροκ. Η ροκ μουσική “θα τεστάρει το κεφάλι σας. Και το μυαλό σας. Και τον εγκέφαλό σας επίσης” υπόσχεται ο Ντουάι, συνοψίζοντας με τρεις φράσεις όλη τη θεωρία της εκπαίδευσης.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Τα παιδιά της χορωδίας (Les choristes), Κριστόφ Μπαρατιέ, 2004

Βρισκόμαστε στη Γαλλική επαρχία, και συγκεκριμένα, στο Fond de l' Etang, σχολείο για τα ατίθασα και ορφανά αγόρια. Στα μέσα του 20ου αιώνα, διευθυντής είναι ο αυστηρός κύριος Ρασίν, μότο του οποίου είναι το “Δράση - Αντίδραση”, ότι, δηλαδή, κάθε αταξία θα ακολουθεί μια σκληρή τιμωρία. Φυσικά, η απειλή δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα στους μικρούς μαθητές. Γι' αυτό, θα καταφθάσουν ενισχύσεις. Η άφιξη του δασκάλου και μουσικού Ματιέ, το 1949, θα ανατρέψει τα πάντα στο σχολείο. Ο ευγενικός δάσκαλος βλέπει σε κάθε παιδί ένα σύνολο άπειρων δυνατοτήτων, σε αντίθεση με το διευθυντή του σχολείου. Δημιουργώντας μια χορωδία προσπαθεί να μεταμορφώσει τους μαθητές και να τους πειθαρχήσει χωρίς τη χρήση της βίας. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί πρόκληση μόνο για τα παιδιά, αλλά και για τον ίδιο τον Ματιέ, αφού καλείται να φέρει εις πέρας ένα πολύ δύσκολο έργο, καθώς είναι ένας αποτυχημένος μουσικός. Μέσα από τη χορωδία γεννιούνται απρόσμενες φιλίες, όπως αυτή του δασκάλου με τον μικρό Πεπινώ, ο οποίος περιμένει κάθε Σάββατο την επίσκεψη από τον πατέρα του, χωρίς να γνωρίζει ότι έχει σκοτωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μέσα από τη μουσική, ο Ματιέ αλλάζει τη ζωή των παιδιών, αλλά παράλληλα ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Μια πολύ γλυκιά και τρυφερή ταινία, η οποία, με τη βοήθεια της υπέροχης μουσικής, συγκινεί και βάζει σε σκέψεις. Οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, ερμηνεύοντας τους ρόλους καταπληκτικά. Αν και το σενάριο είναι απλό, “Τα Παιδιά της Χορωδίας” είναι μια από τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι ακόμα υπάρχει ανθρωπιά στον κόσμο που ζούμε.

ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΑΓΚΑ

Like Stars on Earth (Taare Zameen Par), Ααμίρ Κχαν, 2007

Μπορεί οι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες να έχουν κάνει δριμύτατη κριτική στον εκπαιδευτικό μηχανισμό και να έχουν πειραματιστεί περισσότερο κινηματογραφικά, οι εκ της Ινδίας συνάδελφοι τους ωστόσο ελκύονται από την Αμερική. Πώς αλλιώς άλλωστε αφού το Μπόλυγουντ, είναι ινδικό προϊόν και επιπλέον πάει πολύ καλά στην αγορά της Ινδίας. Ο Ααμίρ Κχαν στο “Like stars on earth”, όχι μόνο αξιοποιεί τις καλύτερες στιγμές του Χόλυγουντ αλλά μας δίνει μια σοβαρή εναλλακτική για ανάλογου ύφους ταινία. Τα αστέρια που βρίσκονται στη γη και είναι το θέμα της ταινίας του είναι τα παιδιά με δυσλεξία. Μια ιδιομορφία ορισμένων παιδιών, η οποία όπως δείχνει η ταινία στην Ινδία, εκλαμβάνεται από δασκάλους και γονείς ως ένδειξη τεμπελιάς ή χαμηλής ευφυΐας. Χωρίς να έχει να επιδείξει κάτι πρωτότυπο σκηνοθετικά, ο Κχαν σκηνοθετεί με ρυθμό παρακολουθώντας συναισθήματα κι υιοθετώντας αρκετές σκηνοθετικές τεχνικές από μεγάλες παραγωγές. Έτσι, τα αρκετά αργά πλάνα έρχονται σε αντίθεση με σκηνές που έχουν γυριστεί στο fast forward. Το πιο δυνατό σημείο του “Like stars on earth”, θα έλεγα πως είναι τα ζωντανά χρώματα κι η ερμηνεία του μικρού πρωταγωνιστή της Ίσχααν. Κατ' άλλα, στο στόχαστρο του σκηνοθέτη μπαίνουν οι πατροπαράδοτες αξίες για τη γνώση και τη μόρφωση. Πράγματα για τα οποία ευθύνη έχουν οι δάσκαλοι κι οι γονείς στο βαθμό που είναι ανενημέρωτοι. Δημιουργούν ένα αδιαπέραστο τοίχος αποκλείοντας πολλά παιδιά από την εκπαιδευτική διαδικασία.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Το Κύμα (Die Welle), Ντένις Γκάνσελ, 2008

Η εκπαίδευση είναι ζήτημα κοινωνικό. Δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση, εκ-παιδεύεσαι συνήθως μαζί με άλλους και μέσα από τους άλλους. Στο "Κύμα" του Ντένις Γκάνσελ ένας προοδευτικός δάσκαλος (Γίργκεν Φόγκελ) με αφορμή την δυσπιστία των μαθητών του ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα θα μπορούσαν να έχουν δύναμη στη σύγχρονη κοινωνία, αποφασίζει να κάνει ένα πρωτότυπο πείραμα, με στόχο να δείξει στους μαθητές του τι σημαίνει ένα δικτατορικό καθεστώς. Υπό τον “δικτάτορα”-δάσκαλο τα παιδιά υιοθετούν ομοιόμορφο ντύσιμο, κοινό χαιρετισμό, όνομα και έμβλημα. Επειδή όμως στην εκπαίδευση το κακό μάθημα μπορεί να αποδειχθεί πιο καταστροφικό από το καλό, το πείραμα ξεφεύγει από τον έλεγχο και γίνεται βίωμα. Εξουσία και χειραγώγηση βαδίζουν πλάι πλάι με την εκπαίδευση, ενδεχομένως και να εμπεριέχονται σε αυτήν, μοιάζει να λέει η ταινία. Άλλωστε και ο ναζισμός στις μαθητικές νεολαίες άνθισε, σε ηλικίες που το ανθρώπινο μυαλό εξελίσσεται και αφομοιώνει. Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό (πιο... light από αυτό που παρουσιάζεται στην ταινία). Το 1967 σε σχολείο της Καλιφόρνια, καθηγητής έκανε ένα κοινωνικό πείραμα με στόχο να αποδείξει ότι οι άνθρωποι μετατρέπονται εύκολα σε όχλο που χειραγωγείται. Το πείραμα πέτυχε, με τρομακτικά συμπεράσματα. Προς το τέλος η ταινία εξαντλείται σε κλισέ που θυμίζουν θρίλερ, μέχρι εκεί όμως έχει καταφέρει να κάνει τον κοινωνικό σχολιασμό της και να εντυπωσιάσει με τις ερμηνείες της.

ΚΕΛΛΥ ΜΠΙΛΛΙΝΗ

Ανάμεσα στους τοίχους (Entre le murs), Λωρέν Καντέ, 2008

Βρισκόμαστε σε μια τάξη μαθητών γύρω στα 13 με 15, στη Γαλλία, και καθηγητής είναι ο Φρανσουά, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει διάφορες νοοτροπίες, κουλτούρες, χούγια από παιδιά που προέρχονται από διαφορετικές χώρες, θρησκείες, ηλικίες και έχουν διαφορετικές συνήθειες. Αυτό που διαχωρίζει το Φρανσουά από τους υπόλοιπους καθηγητές είναι η ειλικρίνειά του. Τους τη λέει, αλλά ταυτόχρονα τους σέβεται, τους κάνει πλάκα και ταυτόχρονα προσπαθεί να τους καταλάβει. Δεν λείπουν όμως οι συγκρούσεις τόσο των μαθητών μεταξύ τους όσο και μεταξύ καθηγητή και μαθητών. Φυσικά ο Φρανσουά δεν παρουσιάζεται σαν άγιος. Απαιτεί να του μιλούν στον πληθυντικό αλλά και βρίζει δύο μαθήτριες. Έτσι τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο. Ε, λοιπόν, όσο κι αν λέμε πόσο διαφορετική είναι η κατάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη σε σχέση με εμάς εδώ πέρα σφάλλουμε. Η ταινία έρχεται πανηγυρικά να μας αποδείξει πως ακριβώς τα ίδια σκηνικά με τους Έλληνες μαθητές βιώνουν και οι Γάλλοι. Και μπορούμε να πιστέψουμε την ταινία 100%, μιας και ο καθηγητής και οι μαθητές υποδύονται τους εαυτούς τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για ηθοποιούς, αλλά για τα πραγματικά πρόσωπα (και γεγονότα) που έζησε ο Φρανσουά σαν καθηγητής, τα κατέγραψε στο βιβλίο του και τα γύρισε σε ταινία. Παρακολουθούμε πως γίνονται κανονικά τα μαθήματα στην τάξη (πρώτη φορά ίσως που είναι τόσο ρεαλιστικά τα πράγματα), βλέπουμε τους μαθητές “του τελευταίου θρανίου”, τους καλούς μαθητές, τους μετανάστες (από την Κίνα ως το Μάλι), μια μικρογραφία της σημερινής Γαλλίας με λίγα λόγια. Ο Φρανσουά προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με όλους αυτούς αλλά δεν είναι πάντα εύκολο. Στην τάξη ξεκινάνε συζητήσεις για ποδόσφαιρο, σεξουαλικότητα, την “Πολιτεία” του Πλάτωνα, κ.ά. Ταυτόχρονα ο καθηγητής τους βάζει σαν εργασία να σχηματίσουν τα πορτρέτα τους. Δηλαδή να περιγράψουν τους εαυτούς τους, τα χόμπι τους, τις φιλοδοξίες τους. Προσπαθεί να τους κάνει να επικοινωνήσουν μεταξύ τους αλλά και μαζί του. Προσπαθεί να τους νιώσει. Αλλά τα εμπόδια είναι η αντίληψη που έχουν οι μαθητές για τη σχέση μαθητή -δασκάλου, η ηλικία, αλλά και η αντίδραση σε όλο το σύστημα που βγάζουν οι μαθητές, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε το ρόλο του καθηγητή. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η Κούμπα του αντιμιλά και όταν τη ρωτά για ποιο λόγο τα έχει μαζί του φέτος, ενώ πέρσι τα πήγαιναν μια χαρά εκείνη του απαντά πως πλέον είναι μεγάλη και δε μπορεί να μείνει για πάντα κοριτσάκι. Το φιλμ κλείνει με το Φρανσουά να ρωτά τους μαθητές του τι αποκόμισαν από αυτή τη σχολική χρονιά πριν τους αποχαιρετήσει για το καλοκαίρι. Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα αλλά δε θα το κάνω. Θα προσθέσω μόνο πως ο Σων Πεν, που ήταν ο Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής που έδωσε το Χρυσό Φοίνικα στο φιλμ δήλωσε πως η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα. Και εκτός αυτού πραγματικά νομίζεις ότι βρίσκεσαι και ο ίδιος μέσα στην τάξη. Θα πρέπει να τη δουν οπωσδήποτε όλοι οι παιδαγωγοί.

ΝΑΤΑΛΙΑ ΦΥΤΡΟΥ

+ Λίγη ακόμα *κλασική* Κακή (;) εκπαίδευση

Διαγωγή μηδέν (Zero de Conduite), Ζαν Βιγκώ, 1933

Μόλις ένα χρόνο πριν γυρίσει το αριστούργημα του, την "Αταλάντη", η οποία κι αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του στο σινεμά (και τη ζωή), ο Βιγκό σκηνοθέτησε την αντιεξουσιαστική "Διαγωγή μηδέν". Στην οποία, σε μόλις 41 λεπτά, χτίζει αριστοτεχνικά βήμα βήμα την εξαγριωμένη εξέγερση των παιδιών που είναι έγκλειστα σε οικοτροφείο. Η αντίδραση τους σε όλες τις μορφές εξουσίας που τους περιβάλλουν, τον δάσκαλο, τον διευθυντή, τον φύλακα κ.ά, που όλοι τους κινούνται ωσάν καρικατούρες από το χέρι του Βιγκό, αποπνέει εντέλει ένα αίσθημα ελευθερίας και εξαγνισμού από το κακό. Ο Βιγκό έκανε μια ταινία βιωματική, αλλά και από τις διηγήσεις του αναρχικού και έντονα κυνηγημένου πατέρα του. Εάν η "Διαγωγή μηδέν" ήταν μεγαλύτερης διάρκειας, θα ήταν στα σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου σινεμά.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Το σκασιαρχείο (L’ ecole buissonniere), Ζαν Πωλ Λε Σανουά, 1949

Ταινία εποχής, που βασίστηκε στην αρχή της διδασκαλίας του διάσημου Γάλλου παιδαγωγού Σελεστέν Φρενέ. Μια παραγωγή με παιδιά. Που αφορά όλους βέβαια. Ανακάλυψη του Νεανικού Πλάνου και του Δημήτρη Σπύρου, που ειδικεύονται στον κινηματογράφο για παιδιά. Το "Σκασιαρχείο" έχει και ιστορική αξία, ενώ είναι και επίκαιρο στη χώρα μας, τώρα που θα αλλάξει καταπώς φαίνεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η ιστορία ουσιαστικά είναι το πώς ένας δάσκαλος πηγαίνει σε ένα ορεινό χωριό της Γαλλίας και φτιάχνει το σχολείο πρότυπο της περιοχής. Από άποψη διδασκαλίας και φροντίδας του περιβάλλοντος, φυσικά. Δηλαδή, πώς αλλάζει την παλιά, απαρχαιωμένη αντίληψη περί μάθησης και την προσφέρει πιο φρέσκια, πιο ελκυστική στα παιδιά. Αν κάνετε όρεξη για τέτοιο σινεμά παιδευτικό, μην τη χάσετε την ταινία του Λε Σανουά.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Τα 400 Χτυπήματα (Le 400 coups), Φρανσουά Τρυφώ, 1959

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που πέρα από την υψηλή τους αισθητική αξία και την τεράστια επίδραση που άσκησαν στον κινηματογράφο, αποτελούν μια ιδιαίτερη προσωπική στιγμή για τον καθένα μας. Ένα τέτοιο παράδειγμα για τον γράφοντα είναι "Τα 400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ. Μια ταινία ύμνος στη εφηβεία, τα πάθη και την αθωότητα της που την συνοδεύουν, που στρέφεται ενάντια σε κάθε εξουσιαστικό μηχανισμό, χωρίς να καταλήγει στον εύκολο διδακτισμό και δίχως να κλείνεται σε κάποιο ιδεολογικό σχήμα. Παράλληλα, "τα 400 χτυπήματα" είναι μια ταινία που ορίζει με την ποιητική γραφή της το νέο κινηματογραφικό κόσμο που στο επίκεντρο του βρίσκεται ο σκηνοθέτης και ταυτόχρονα δείχνει το δρόμο στο νεογέννητο κίνημα της εποχής, τη nouvelle vague. Το κίνημα που στην κυριολεξία έφερε τα πάνω κάτω στην έβδομη τέχνη κι αποδείχτηκε καθοριστικό όσο οποιοδήποτε άλλο κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Τα "400 χτυπήματα" διαθέτουν ακριβώς αυτό το πνεύμα ανατροπής. Την ίδια στιγμή που "χτυπούν" την ηθική της εποχής, καταφέρνουν να δώσουν ένα ακόμη "χτύπημα" σ' έναν κινηματογράφο που από χρόνια είχε χάσει την έμπνευση του. Ο Τρυφώ στην πρώτη του ταινία έχει ένα και μόνο σκοπό: να πιάσει ξανά το νήμα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου της δεκαετίας του '30 που φαίνεται να χάθηκε μετά τον πόλεμο και την καθολική επικράτηση του Χόλυγουντ. Ο πρωτότυπος τίτλος της ήταν "faire les quatre cents coups" που σημαίνει να ζεις άγρια και ασυμβίβαστα. Σημασία που αποδίδει πολύ καλύτερα το νόημα της ταινίας και της ιστορίας του έφηβου Αντουάν που παρακολουθούμε. Ο Αντουάν που ήρθε στον κόσμο χωρίς πατέρα, μεγαλώνει με τη μητέρα του και το θετό του πατέρα και βιάζεται να ανακαλύψει τον κόσμο και την τέχνη. Οι γονείς του, πέρα από την αδιαφορία, σε κάθε του λανθάνουσα συμπεριφορά γίνονται ιδιαίτερα σκληροί. Ο χρόνος κυλά γρήγορα στο Παρίσι κι ο Αντουάν το μόνο που δε θέλει να κάνει είναι να πηγαίνει στο βαρετό σχολείο του. Η άρνηση του να πειθαρχήσει σ' έναν κόσμο που δεν τον ευχαριστεί, θα τον οδηγήσει στο κρατητήριο κι από εκεί σ' ένα ίδρυμα που στόχο έχει την αναμόρφωση του. Σε μια κοινωνία που γεννά την καταπίεση, η μόνη διέξοδος είναι η ασυμβίβαστη εναντίωση σε κάθε μέσο πειθάρχησης και με την τελευταία σκηνή της ταινίας ο Τρυφώ μας κάνει όλους κοινωνούς του μηνύματός του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Εάν... (If...), Λίντσει Άντερσον, 1968

Μπορεί να θεωρηθεί και η ταινία που σηκώνει την επαναστατική παντιέρα απέναντι σε κάθε μορφής κατεστημένο, όπως και σε κάθε λογής εξουσιαστικό παράλογο. Ο Λίντσει Άντερσον, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής Βρετανίας, χτυπάει τα χρηστά ήθη της πατρίδας του: τα βάζει με το κράτος, το στρατό, την εκκλησία, τη σάπια οικογένεια και κυρίως την τρύπια παιδεία. Έτσι, χτίζει μια αλληγορική ταινία, γεμάτη συμβολισμούς. Σε ένα δημόσιο σχολείο στη Βρετανία, που ζουν εσωτερικοί οι μαθητές του, ο τρόπος εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τα παιδιά είναι καθ’ όλα βάρβαρος και ακατανόητος: οι ιεραρχίες του, ο τρόπος διδασκαλίας του, και η εν γένει στάση του, έχουν να κάνουν περισσότερο με στρατό παρά με σχολείο. Μέσα από τα διαδοχικά κεφάλαια στα οποία έχει χωρίσει την ταινία του ο Άντερσον, βλέπουμε το λεπτομερές μωσαϊκό του παραλογισμού ενός συστήματος εκπαίδευσης, την αλόγιστη βία που χρησιμοποιεί, την αντίδραση των πιο ανήσυχων πνευμάτων του και την, εντέλει, αιματηρή εξέγερση τους. Η τελευταία σκηνή, από τις πλέον χαρακτηριστικές του κινηματογράφου, είναι μια αντιεξουσιαστική, αντικαθεστωτική, αντιδραστική πράξη εκδίκησης σε ένα σύστημα που έχει σαπίσει και πλέον μόνο βρωμίζει. Ο Άντερσον σύστησε στο κοινό τη νοσηρή φάτσα του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, την οποία αργότερα εξέλιξε ο Κιούμπρικ ("Κουρδιστό πορτοκάλι"), κι απογείωσε ο Τίντο Μπρας ("Καλιγούλας"). Στην ταινία αυτή εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη, ο εκ των σημαντικότερων, αυτή τη στιγμή, σκηνοθετών στη Βρετανία Στέφεν Φρήαρς.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Μάθε παιδί μου γράμματα, Θόδωρος Μαραγκός, 1981

Θέμα της ταινίας, η μόρφωση των νέων στην Ελλάδα μέσα από την ιστορία μιας μικρής ορεινής πόλης που μαραζώνει τις τελευταίες δεκαετίες μετά τον πόλεμο λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Ο Μαραγκός δημιουργεί μια ταινία που επιφανειακά φαίνεται να διακωμωδεί τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, στο βαθύτερο πυρήνα της και ειδικά προς το τέλος της βλέπουμε πως η ταινία αξιοποιεί την κακή κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα για να μας μιλήσει για ένα θέμα ταμπού στην εποχή της: τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Μια ιστορία που όπως πάντα τη γράφουν οι νικητές και όπως παντού έτσι και στην Ελλάδα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τη νίκη της δεξιάς παράταξης η ιστορία θα χαλκευτεί. Το πρόβλημα δεν παρουσιάζεται με ακαδημαϊκούς όρους, αντίθετα με ό,τι ίσως περίμενε κανείς. Έτσι, στην πόλη της ταινίας, βλέπουμε πως στο μνημείο που γίνεται για τους πεσόντες κατά την γερμανική κατοχή δε αναγράφεται το όνομα του Καναβού γιατί ήταν κομμουνιστής. Στην πραγματικότητα της ταινίας, η εκτέλεση όσων αντιστάθηκαν στο σχολείο παρουσιάζεται σα μια πράξη που έμπνευση της ήταν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Κάτι που όπως παρακολουθούμε απέχει έτη φωτός από την αλήθεια, αφού οι σκοτωμένοι από τους Γερμανούς ήταν μέλη της ΕΠΟΝ, οργάνωση που συμμετείχε και καθοδηγούσε το ΚΚΕ. Τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει όμως κανείς από την παράταξη που νίκησε δεν είναι διατεθειμένος να συνθηκολογήσει με τους ηττημένους και να συμβιβαστεί. Ο Μαραγκός όχι μόνο φαίνεται πειστικός με την αλήθεια που μας προτείνει αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια υψηλού κινηματογραφικού ενδιαφέροντος ταινία. Με το μοντάζ να δίνει το ρυθμό και τα λαογραφικά στοιχεία που συμπεριλαμβάνει στις καλύτερες στιγμές τους να θυμίζουν τις ταινίες των αδελφών Ταβιάνι. Σπουδαία κι ακόμη επίκαιρα τα μηνύματα της ταινίας, αγγίζουν τους σημερινούς άνεργους που έχουν περάσει αρκετά χρόνια στα θρανία. Επίσης, μεγάλο ατού της ταινίας η επιλογή των ηθοποιών στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: Διαμαντόπουλος, Καλογερόπουλος και Τσάκωνας δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο προτέρημα της, η ίδια της η φύση, μια διασκεδαστική κωμωδία που δε διστάζει να γίνει αιχμηρή στα σημεία που πρέπει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (5-10-11).