30 Νοε 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Jersey Girl" - No 112

The photo captured by an unknown photographer at Leykada in 2010.

Written by Tom Waits

I got no time for the corner boys
Down in the street making all that noise
Or the girls out on the avenue
`Cause tonight I wanna be with you
Tonight I'm gonna take that ride
Across the river to the Jersey side
Take my baby to the carnival
And I'll take her on all the rides

`Cause down the shore everything's all right
You and your baby on a Saturday night
You know all my dreams come true
When I'm walking down the street with you

Sha la la la la la la
Sha la la la la la la la la
Sha la la la la la la
Sha la la la I'm in love with a Jersey girl

You know she thrills me with all her charms
When I'm wrapped up in my baby's arms
My little girl gives me everything
I know that some day she'll wear my ring
So don't bother me man I ain't got no time
I'm on my way to see that girl of mine
`Cause nothing matters in this whole wide world
When you're in love with a Jersey girl

Sha la la la...

I see you on the street and you look so tired
I know that job you got leaves you so uninspired
When I come by to take you out to eat
You're lyin' all dressed up on the bed baby fast asleep
Go in the bathroom and put your makeup on
We're gonna take that little brat of yours and drop her off at your mom's
I know a place where the dancing's free
Now baby won't you come with me
`Cause down the shore everything's all right
You and your baby on a Saturday night
Nothing matters in this whole wide world
When you're in love with a Jersey girl

Όσκαρ Ουάιλντ

"Αυτοί που δεν βλέπουν καμία διαφορά ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, δεν διαθέτουν τίποτε από τα δύο."

"Αν λες την αλήθεια, ένα είναι βέβαιο: αργά ή γρήγορα θα σε ανακαλύψουν."

Ραντιγιάρντ Κίπλινγκ

Ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (30 Δεκεμβρίου 1865 - 18 Ιανουαρίου 1936) ήταν συγγραφέας και ποιητής. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το Βιβλίο της ζούγκλας (1894), το μυθιστόρημα Κιμ (1901) και το ποίημα "Αν..." (1895). Το 1907, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν ο πρώτος αγγλόφωνος συγγραφέας που κέρδιζε το βραβείο αυτό και μέχρι σήμερα αποτελεί το νεαρότερο κάτοχο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Κίπλινγκ γεννήθηκε στη Βομβάη της Ινδίας. Όταν ήταν 6 χρόνων, αυτός και η τρίχρονη αδερφή του στάλθηκαν στην Αγγλία υπό τη φροντίδα μιας γυναίκας ονόματι Χόλλογουεϊ. H άσχημη μεταχείριση και παραμέλησή του μέχρι τα 12 του χρόνια θα πρέπει να επηρέασε τη γραφή του, και πιο ιδιαίτερα τη συμπόνοιά του για τα παιδιά.
Αφού πέρασε μια μεγάλη περίοδο σε οικοτροφείο, ο Κίπλινγκ γύρισε το 1882 στη Λαχόρη της Ινδίας (πλέον η πόλη ανήκει στο Πακιστάν). Ξεκίνησε να εργάζεται ως συντάκτης σε μια μικρή τοπική εφημερίδα, την Civil & Military Gazette, και έκανε τα πρώτα του βήματα στο χώρο της ποίησης, εκδίδοντας τα πρώτα του επαγγελματικά έργα το 1883.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, ταξίδευε σε όλη την Ινδία σαν ανταποκριτής της εφημερίδας Allahabad Pioneer, ενώ δραστηριοποιήθηκε και στην πεζογραφία, εκδίδοντας έξι μικρά βιβλία το 1888. Από εκείνη την περίοδο είναι και η νουβέλα "Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς".
Τον επόμενο χρόνο, ο Κίπλινγκ ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι πίσω στην Αγγλία, περνώντας από τη Βιρμανία, την Κίνα, την Ιαπωνία και την Καλιφόρνια, διασχίζοντας τέλος τον Ατλαντικό και φτάνοντας στο Λονδίνο. Από τα πιο γνωστά ποιήματά του εκείνης της εποχής είναι η Μπαλάντα της Ανατολής και της Δύσεως.
Το 1892, ο Κίπλινγκ παντρεύτηκε την Καρολίν (Κάρι) Μπαλεστιέ. Κατά το μήνα του μέλιτος, η τράπεζα του Κίπλινγκ χρεωκόπησε. Εξαργυρώνοντας τα ταξιδιωτικά τους εισιτήρια, κατάφεραν να επιστρέψουν μέχρι το Βερμόντ. Ο Κίπλινγκ και η σύζυγός του έζησαν στην Αμερική για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, περίοδο κατά την οποία ο Κίπλινγκ στράφηκε στη συγγραφή παιδικών βιβλίων, για τα οποία είναι σήμερα και περισσότερο γνωστός (Το βιβλίο της ζούγκλας).
Το 1898, ο Κίπλινγκ άρχισε να κάνει ταξίδια χειμερινών διακοπών στην Αφρική και τα συνέχισε και τα επόμενα χρόνια. Της περιόδου αυτής είναι το ποίημα του Κίπλινγκ "Γκούνγκα Ντιν" (1892), ενώ το 1901 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Κιμ. Το 1907, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και το 1910, εκδόθηκε το γνωστότερο ποίημα του, "Αν...".
Πολλές παλιές εκδόσεις βιβλίων του Κίπλινγκ έχουν στο εξώφυλλο μια σβάστικα, κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τον Κίπλινγκ ως οπαδό των Ναζί. Ωστόσο, ο Κίπλινγκ χρησιμοποιούσε τη σβάστικα σαν αρχαίο ινδικό σύμβολο καλής τύχης και ευεξίας. Όταν το σύμβολο άρχισε να χρησιμοποιείται από τους Ναζί, ο Κίπλινγκ το αφαίρεσε από τα βιβλία του.

Φερνάντο Πεσσόα

"Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε."

"Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια."

Σαν σήμερα – 30 Νοεμβρίου

1667: Γεννιέται ο Τζόναθαν Σουίφτ, Άγγλος κληρικός, σατυρικός συγγραφέας και ποιητής, που συνέγραψε και το βιβλίο "Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ".

1800: Πεθαίνει από σύφιλη σε ηλικία 46 ετών, φτωχός και εξορισμένος στο Παρίσι, ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας και ποιητής, Όσκαρ Ουάιλντ.

1835: Γεννιέται ο Μαρκ Τουέιν, Αμερικανός συγγραφέας. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του "Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ".

1865: Γεννιέται ο Ινδός συγγραφέας Ραντιγιάρντ Κίπλινγκ.

1885: Πρώτη παράσταση στο Παρίσι της όπερας του Jules Massenet "Ο Σίντ" (Le Cid).

1928: Γεννιέται ο μουσικός της ροκ, Μπο Ντίντλεϊ.

1934: Μονογραφείται η σύμβαση για την ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού στην Ελλάδα.

1935: Πεθαίνει ο Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσόα.

1957: Γεννιέται ο τραγουδοποιός, Νίκος Πορτοκάλογλου.

1985: Σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ο μουσικός της ροκ, Ρικ Νέλσον.

1994: Οι νέοι περιμένουν τουλάχιστον τρεις ώρες έξω από τα καταστήματα δίσκων του Λονδίνου, προκειμένου να αγοράσουν το πρώτο άλμπουμ των "Μπιτλς", το "Live at the BBC". Το άλμπουμ περιέχει 56 τραγούδια, που είχαν ηχογραφήσει για το ραδιόφωνο μεταξύ των ετών 1962 και 1965.

1997: Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το βραβείο καλύτερης ταινίας μοιράζονται οι "Χαμένες Νύχτες" της Αγγελικής Αντωνίου και το "Μιρουπαφσίμ" των Κόρρα και Βούπουρα.

28 Νοε 2011

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΕΒΙΝ

Η ταινία ‘’ Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν ‘’ πέτυχε τον στόχο της. Όλοι αυτοί που την είδαν μίλησαν για τον Κέβιν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Γιατί πρώτα η σκηνοθέτης και η ταινία μίλησαν με έναν εξαιρετικό τρόπο για αυτό που παρουσίασαν στο κοινό.

Η νεαρή, ερωτευμένη και ανέμελη Εύα χωρίς να το καταλάβει και να το θέλει βρίσκεται να έχει ένα μωρό στην αγκαλιά –τον Κέβιν- και έτσι βάζει στην άκρη τα όνειρά της. Ξεκινά μια εφιαλτική σχεδόν σχέση με το παιδί της, που από νωρίς δείχνει συμπτώματα παθολογίας, μια εναγώνια αναμέτρηση με τον εαυτό της. Μετά την γέννηση ενός δεύτερου παιδιού, οι σχέσεις του ζευγαριού δυσκολεύουν και ο Κέβιν γίνεται ανησυχητικά δύσκολος και απόμακρος. Τελικά προβαίνει σε ειδεχθή μαζικά εγκλήματα σε κοντινά του πρόσωπα.

Η πορεία της μάνας και της γυναίκας από το νεανικό έρωτα, στην δύσκολη οικογενειακή ζωή, στην απαιτητική ανατροφή των παιδιών, στην απομόνωση και την κατακραυγή για την μάνα ενός δολοφόνου, την επιβίωση και την συμπόρευση με τον ανήλικο φυλακισμένο γιό της ενσαρκώνει με τρόπο αριστοτεχνικό η Τίλντα Σουίντον.

Πρόκειται για ερμηνεία με υφή αρχαίας τραγωδού, που ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στην εξωτερική δράση και την εσωτερική διαδρομή, αποφεύγοντας κάθε μελοδραματισμό και ελαφρότητα, που μιλάει με όλα τα εκφραστικά μέσα του ανθρώπου για ότι του συμβαίνει. Αλλά και όλες οι υπόλοιπες ερμηνείες ζωγραφίζουν ανάγλυφα, ίσως τα πρόσωπα καλύτερα και όχι τους χαρακτήρες. Προβληματίζει ίσως η ερμηνεία του ίδιου του Κέβιν που παρουσιάζεται ως μια δαιμονική καρικατούρα. Δεν νομίζω πως είναι μια αστοχία της εξαίρετης σκηνοθέτιδας αλλά μάλλον επιδίωξή της.

Η σκηνοθετικά ποιητική μαεστρία της Λίν Ράμσεϊ με ισορροπημένη αφαιρετικότητα αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν, δίνει έναν ωμό ρεαλισμό και συγχρόνως μια αυθεντική συναισθηματικότητα στα δρώμενα που περιγράφει, παίζοντας με τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ που είναι απόλυτα ταιριαστό με τα γεγονότα. Στα πλαίσια αυτά η ταινία δεν φλυαρεί καθόλου, λέει τα απολύτως απαραίτητα και ούτε καν άμεσα τα ερμηνεύει. Όμως, νομίζω σε δύο σκηνές η Ράμσεϊ αφήνει να φανεί το ανθρωπολογικό, κοινωνικό, αξιακό και υπαρξιακό της βλέμμα σε όσα περιγράφει.

Η μία είναι, όταν ταραγμένη η μητέρα βρίσκει ένα τεράστιο σε ποσότητα και άγριο σε εικόνες πορνογραφικό υλικό καθώς και υλικό new age, στην κατοχή του γιού της και τον ρωτά: Μα τι νόημα έχει όλο αυτό; Και αυτός απαντά: Κανένα νόημα. Αυτό είναι το νόημα ότι δεν έχει κανένα νόημα. Σε αυτό τον μικρό διάλογο παρουσιάζεται το πλαίσιο που ζει ο Κέβιν: το πλαίσιο της αποδόμησης του νοήματος της ζωής και της ύπαρξης των βάρβαρων σύγχρονων κοινωνιών μας. Ζώντας μια ζωή χωρίς νόημα οι άνθρωποι διαταράσσονται και ζουν στο κενό που αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Κέβιν.

Η άλλη σκηνή είναι η τελευταία του έργου, όπου δύο χρόνια μετά το αποτρόπαιο γεγονός, στην επέτειο εκείνη, η μητέρα επισκέπτεται τον γιο της στην φυλακή και μόνο τότε –δύο χρόνια μετά- τον ρωτά γιατί το έκανε αυτό. Εκείνος, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του σκεπτόμενος με περισυλλογή και βρισκόμενος σε αναμέτρηση με τον εαυτό του, λέει: Κάποτε νόμιζα πως ήξερα, τώρα δεν είμαι σίγουρος. Είναι συγκλονιστική η ομολογία γιατί δείχνει αυτοσυνειδησία- δείγμα ψυχικής υγείας-δείχνει ότι άλλο ήταν το πριν και άλλο το τώρα και άρα έχει επέλθει κάποια αλλαγή. Έχει συνειδητοποιηθεί αυτό που συνέβη και πλέον ο Κέβιν αναλογίζεται πάνω στη ζωή του. Αυτό είναι ένα άλλο μήνυμα βάθους από την σκηνοθέτιδα που διαμηνύει πως ακόμα και να ζήσεις στην κόλαση, την πιο βαθιά, μπορείς να υπάρξεις ως άνθρωπος.

Μια ταινία με λιτό αλλά εύγλωττο σενάριο, σφιχτοδεμένη και εξαιρετικά καλογυρισμένη, με μια αξιοπρόσεκτη ψυχογραφική φωτογραφία υψηλών προδιαγραφών, απαιτητική για τον θεατή , που όμως αξίζει να την δει κανείς ως έργο τέχνης και ως επιτομή στο αδιανόητο και ακατανόητο των συμβάντων του καιρού μας.

Διονυσία Ντάλιου

27 Νοε 2011

[SUNDAY] POETRY


Δεν περίμενα
Μόνο έλαμπα.
Δεν ήξερα
Μόνο ήλπιζα.

[Τζέλικα Ζουμπούλη, Αφαιρέσεις, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011]

Να μην ψάχνεις,
να μην αμφιβάλεις,
να μην ονειρεύεσαι.

[Ήρα Φελουκατζή, Μυθολογίες του έρωτα, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011]

Στο χρόνο που σ' αγαπήσα,
που σ' άφησα,
το παράθυρο ανοιχτό έχεις,
δε δάκρυσα, περπάτησα.

[Μαρια Τσιράκου, Εν πορεία..., Εκδ. Πικραμένος, 2010]

Υπάρχει
ένα κομμάτι
εντός
που κάνει
ό,τι θέλει.

[Σοφία Ματιάτου, Οξύμωρα, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011]

Μέσα από το ελάχιστο της όρασης μου
συμμαζεύω εικόνες τ' ουρανού
μαρμαρωμένος βασιλιάς του τόπου μου
υπάρχω [Α.Γ.]

[Α.Β. Γκίτση - Κ.Β. Ζορμπάς, Λόγια ελπίδας, Εκδ. Μπαρμπουνάκης, 2011]

26 Νοε 2011

Η ΜΝΗΜΗ

Η στήλη Hellas Film επανέρχεται σήμερα με μια από τις πλέον χαρακτηριστικότερες ταινίες του Βασίλη Μαζωμένου. Οι αφορμές είναι δύο : αφενός η συμμετοχή του σκηνοθέτη στο αφιέρωμα “Ο ελληνικός κινηματογράφος του ‘90” του 24ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, το οποίο ξεκινά αύριο. Αφετέρου η πρόσφατη ανάρτηση των παλιότερων ταινιών του Βασίλη Μαζωμένου στο vimeo, για ελεύθερη προβολή, μέσα από το δίκτυο @rt Culture Internet TV. Τη “Μνήμη”, παραγωγής του αείμνηστου Γιώργου Κολόζη, μπορείς να τη βρεις και να την παρακολουθήσεις εδώ. Με τη “Μνήμη” o Μαζωμένος κάνει ουσιαστικά το ντεμπούτο του στην ταινία μυθοπλασίας, μια και είχαν προηγηθεί ντοκιμαντέρ και animation. Μόλις 65 λεπτών, χαρακτηρίζεται από ποιητικότητα και έντονη καλλιτεχνική διάθεση για τη μνήμη, τις αναμνήσεις, τις θύμησες, και τα πάθη του παρελθόντος. Με υποβλητική μουσική επένδυση (Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι, Χέντελ, Μπετόβεν κ.ά), ο Μαζωμένος κινηματογραφεί ένα θεατρικό μονόλογο της Αγλαΐας Παππά και τις παρελθοντικές εικόνες ενός ποιητή (του Τζιμ Αλεξίου) αναφορικά με τις σχέσεις του με τις γυναίκες (αληθινή ιστορία). Η ταινία του Μαζωμένου διατρέχει, μέσα από κείμενα και ποιήματα του Τζόυς, του Παπατσώνη, του Μπέκετ, του Λωτρεαμόν, του Πάουντ, του Τρακλ, του Αλεξίου τις ιστορίες μιας ηθοποιού και ενός ποιητή, και τη σχέση τους με τον έρωτα, την αγάπη, τη λαγνεία, το πάθος. Στοπ καρέ (από το προσωπικό αρχείο του Αλεξίου, μα και άλλες, διάφορες φωτογραφίες), εικόνες από ταινίες του παρελθόντος (οι περισσότερες ερωτικές και προπολεμικές), πολλά χρώματα, κινούμενα σχέδια, εκστατικές ερμηνείες σε έντονα σκηνικά και κουστούμια, περικλείονται στην ταινία του Μαζωμένου. Μια ταινία με σαφή καλλιτεχνικό προσανατολισμό, και διάθεση για εσωτερικότητα στον ανθρώπινο ψυχισμό, από έναν σκηνοθέτη που είναι και ο ίδιος ποιητής.

ΤΟ ΒΑΡΥ... ΠΕΠΟΝΙ

Υπάρχουν φορές που ο ακραιφνής ρεαλισμός σε αποστρέφει από την υπαρκτή πραγματικότητα, την οποία βιώνεις ή και έχεις δίπλα σου. Από την άλλη μεριά, μια ομάδα ανθρώπων, όχι συγκεκριμένη, αποδέχεται πλήρως αυτή την κατάσταση, και προσπαθεί να την αλλάξει ή να την αφουγκραστεί έστω, να τη σκεφτεί, να προβληματιστεί, και στο τέλος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Με το “Βαρύ… πεπόνι” ο αείμνηστος Παύλος Τάσιος κατάφερε να μιλήσει για εκείνα που έβραζαν στην ελληνική κοινωνία των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Όποιος τον κατανόησε, δεν έχασε, είναι το μόνο σίγουρο. Να, βλέποντας και ξαναβλέποντας τη συγκεκριμένη ταινία, τώρα μετά τον θάνατο του, συνειδητοποιώ πόσες και πόσες φορές έχω συναντήσει στη ζωή μου ανθρώπους σαν τον “Μίμη”, όπως και οικογένειες που φτιάχτηκαν υπό αυτές τις συνθήκες (ίσως και η δική μου). Αναρωτιέμαι, αν τελικά το σινεμά που αγαπώ μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όπως διατείνονται πολλοί, γιατί εντέλει δεν το κάνει. Ο Τάσιος έδειξε καταφανώς πόσο σάπια ήταν η αρχή της νέας Ελλάδας, και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι έκανε μια ταινία που σε ταρακούνησε. Καθότι η ιστορία του επαρχιώτη “Μίμη” είναι η Ιστορία της χώρας σου. Η μικροαστική μιζέρια που είδες καταρχάς, και προέβλεψε εν συνεχεία με ακρίβεια ο Τάσιος, είναι αυτή που επικράτησε στην ελληνική κοινωνία και στην οποία πάτησαν οι πολιτικοί τις επόμενες δεκαετίες, και που χωρίς καμιά δόση υπερβολής, επέφερε τη σοσιαλιστική παρωδία, την εκσυγχρονιστική παραζάλη, τη μεταολυμπιαδική λαμογιά, και την τωρινή ξεφτίλα (πρώτα-πρώτα στους εαυτούς μας). Νεαρός επαρχιώτης πουλάει το καφενείο του πατέρα του, μια και χτίστηκε ψυχαγωγικό συγκρότημα με όλα τα κομφόρ πλησιόν του, και με τα φρεσκότατα λεφτά του μεταβαίνει στην Αθήνα των ευκαιριών, ώστε να ζήσει το όνειρό του. Εκεί γνωρίζει μια νεαρή μοδίστρα και της προτείνει γάμο. Η καινούρια ζωή όμως, δεν θέλει νταηλίκια κι επαρχιωτισμούς, αλλά σκληρή δουλειά, το κεφάλι κάτω, μια ήσυχη, μονότονη καθημερινή ζωή που τα λεφτά είναι λίγα και οι ανέσεις μηδαμινές. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το βαρύ… πεπόνι, που είχε μάθει να είναι αφεντικό του εαυτού του, σπάει. Και θα κάνει ό,τι λάντζα βρει για να φέρει λεφτά στην οικογένεια, όπου η κακιά πεθερά καιροφυλακτεί και η γυναίκα περιμένει από αυτόν πράξεις κι όχι λόγια. Θα καταπιεί τη γλώσσα του στο αφεντικό, θα συνδικαλιστεί για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του (η συγκεκριμένη σκηνή του τέλους είναι και η πλέον χαρακτηριστική, μια και καταδεικνύει τη συνδιακαλαρία που κατάφαγε την Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια -και τώρα χάνει τα δικαιώματα της). Θα ξεχάσει το σπίτι με την ωραία θέα, και θα παραμείνει στο υπόγειο της αντιπαροχής μέχρι να ορθοποδήσει. Και θα είναι δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά, έως ότου καταφέρει να βάλει τη ζωή του σε μια σειρά. Και όπως πολύ σωστά ξέρεις, μετά από όλες αυτές τις “φάπες”, ήταν κι ο πρώτος που σε καταλήστεψε τα επόμενα χρόνια όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Όλα τα παραπάνω στα γεννά η ταινία του Τάσιου, με την εκπληκτική ερμηνεία του Χρυσομάλλη, και την Κατερίνα Γώγου στο ρόλο της μικροαστής μοδίστρας που θέλει να παντρευτεί και να κάνει μια σωστή οικογένεια. Τα λόγια αυτά φυσικά είναι προσωπική γνώμη, καθόλου αυθαίρετη, και χωρίς γενικεύσεις τύπου “όποιον πάρει ο χάρος”. Σίγουρα υπήρχαν οι εξαιρέσεις, μόνο που δεν επικράτησαν. Και τις οποίες, καταπώς φαίνεται, δεν τις είχε δει ο πολύ σημαντικός αυτός σκηνοθέτης, Παύλος Τάσιος.

ΑΝΤΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Σου γράφω για το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δημήτρη Αθανίτη, με αφορμή την προβολή της τελευταίας του ταινίας, “Τρεις μέρες ευτυχίας”, στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Το “Αντίο Βερολίνο” είναι από εκείνες τις σινεφίλ ταινίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά που μπήκαν γρήγορα στη σφαίρα του καλτ. Μινιμαλιστική προσέγγιση, ασπρόμαυρη φωτογραφία, χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή, μαύρο χιούμορ, παράξενοι χαρακτήρες, ατίθασες συμπεριφορές, σπασμένες επικοινωνίες, “θανατηφόρες” ατάκες, μπόλικοι ερασιτεχνισμοί στη δραματουργία. Σημαντικό ρόλο επίσης παίζουν και τα πρόσωπα. Από τον πρωταγωνιστή, Παναγιώτη Θανασούλη, που έγινε διάσημος στα σινεφίλ στέκια από τον ρόλο του στο “Singapore Sling” του Νίκου Νικολαΐδη. Στον ποιητή από το Σουδάν, Ντίντι, γνωστό στην αθηναϊκή καλλιτεχνική πιάτσα για τα performances του. Την ευθεία αναφορά στον παραγωγό ταινιών Μαξ Ρόμαν. Και φυσικά την παρουσία στο καστ, των σκηνοθετών Δημήτρη Αθανίτη και Νίκο Τριανταφυλλίδη, σε ρόλο γκάνγκστερ. Μεσήλικας σκηνοθέτης με μηδενική καριέρα στο Βερολίνο, και με μεγάλο του όνειρο την ταινία “Αντίο Βερολίνο”, αποδέχεται την πρόσκληση και έρχεται στην Αθήνα προκείμενου να τη γυρίσει εντέλει. Εδώ, όμως, θα βρεθεί μπλεγμένος με τη μαφία, την κοροϊδία, και την τρέλα του οποιουδήποτε. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις κάποιος, ότι η ταινία είναι αυτοαναφορική, αυτοσαρκαστική, σχεδόν αυτοκριτική, του Δημήτρη Αθανίτη. Παίζει με το μύχιο σύμπλεγμα του καλλιτέχνη, επιχειρεί το καυστικό του σχόλιο στη βιομηχανία του σινεμά και τα ντόπια κυκλώματα, ψυχαναλύει κι αυτοψυχαναλύει το άτιμο αυτό επάγγελμα. Πολύ γρήγορα το “Αντίο Βερολίνο”, μετά και τα βραβεία που έλαβε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μπήκε στα underground κυκλώματα και στέκια. Στις λέσχες και στις παρέες των σινεφίλ λατρεύεται. Χαρακτήρες όπως ο γκρουμ του ξενοδοχείου, η σερβιτόρα-ψώνιο, η Γερμανίδα ηθοποιός, ο ποιητής Ντίντι, οι δυο παραγωγοί, και πολλοί άλλοι, έγιναν “ήρωες” της εναλλακτικής διασκέδασης. Τέλος, μπορείς να βρεις ομοιότητες και με το μεταγενέστερο “No Budget Story” του Ρένου Χαραλαμπίδη.

*Τα παραπάνω κείμενα γράφτηκαν από τον Νέστορα Πουλάκο και δημοσιεύτηκαν στη στήλη Hellas Film του κινηματογραφικού portal www.sevenart.gr, από τις 21 Σεπτεμβρίου έως τις 26 Οκτωβρίου 2011.

25 Νοε 2011

Συνέντευξη του Ρόμπερτ Μπουντίνα

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Agon: Μια αλβανική ταινία με ελληνικά χρώματα

Από τη Δευτέρα 14 Νοεμβρίου έχει ξεκινήσει γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη η ταινία “Agon” [Dawn (eng), Αυγή (ελλ)] του Αλβανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντίνα, και το SevenArt βρέθηκε στο pre-production της ταινίας, στη διάρκεια του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αν θυμάσαι για την ταινία σου είχα ξαναμιλήσει το καλοκαίρι, όταν και είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο με τo πρόγραμμα Eurimages και την “εμπλοκή” του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για τη χρηματοδότηση της. Πλέον το ζήτημα φαίνεται κάπως να ξεπερνιέται, και το Ε.Κ.Κ. θα συμμετάσχει με ένα μικρό βέβαια ποσό στην παραγωγή της ταινίας.

Ας σου μιλήσω αρχικά για την υπόθεση : Δυο αδέλφια από την Αλβανία, ο Σαιμίρ και ο Βίνι, δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, μεταναστεύουν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να φτιάξουν τη ζωή τους από την αρχή. Ο Σαιμίρ, μάλιστα, ερωτεύεται την Ηλέκτρα, μια όμορφη Ελληνίδα που θέλει να παντρευτεί, και αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Ο πατέρας της Ηλέκτρας, Νίκος (τον ρόλο κρατά ο Αντώνης Καφετζόπουλος) καλοδέχεται τον Σαιμίρ, όχι όμως και τον μικρότερο αδερφό του Βίνι, με τον οποίο δεν τα πάνε και τόσο καλά. Σύντομα καταφτάνει στη Θεσσαλονίκη ο θείος των παιδιών για μια εγχείρηση, και μαζί με την οικογένεια του εγκαθίσταται στο σπίτι του Σαιμίρ και της Ηλέκτρας.

Ο θείος φέρνει μαζί του την αλβανική παράδοση και τα ήθη και έθιμα που αυτή περιλαμβάνει. Και φυσικά δεν αργεί η ώρα που συγκρούεται με την Ηλέκτρα σχολιάζοντας και κριτικάροντας τον ρόλο της ως γυναίκα της οικογένειας. Τόσο η Ηλέκτρα όσο και ο πατέρας της Νίκος θα ζητήσουν από τον Σαιμίρ να επιλέξει… Στο μεταξύ, ο Βίνι μην αντέχοντας την όλη κατάσταση θα μείνει σε ένα φίλο του, τον Μπεν, και γρήγορα μπλέκεται με την αλβανική μαφία της περιοχής. Ο έρωτας του για την κοπέλα του αφεντικού, την Μαλίντα, θα τον μπλέξει ακόμη περισσότερο. Η αναταραχή που φέρνει στην οικογένεια του, και η σύγκρουση με την οικογένεια του Νίκου και της Ηλέκτρας, δεν θα έχουν ευτυχή κατάληξη. Παρά την όποια αισιοδοξία που υπάρχει και τον βαθύ έρωτα του Σαιμίρ και της Ηλέκτρας, η τραγωδία θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Στο αλβανικό καστ περιλαμβάνονται οι Γκιλιέμ Κοτόρι, Μαρβίν Ταφάι, Χεβντέτ Γιασχάρι, Εγκλαντίνα Τσενοιμέρι, Μπλεντί Πετρίτι, Εργκίς Τσεκρέζι, Ισλάμ Βεχαπάι, Χαιρί Ρόντο, Γιον Μπουντίνα, Ρομίρ Ζαλά, Σουέλα Μπάκο, Ντανιέλ Μπουντίνα, Αντρέα Ξικάνι, Γκέρτι Φεράι, Μαρσίας Λίλα, Έλβις Ντογκάνα. Στο ελληνικό καστ περιλαμβάνονται οι Αντώνης Καφετζόπουλος, Ιζαμπέλλα Κογιεβίνα, Λαέρτης Βασιλείου, Νικόλαος Λάμπρου, Γιάννης Τσιακμάκης, Στάματης Στάμογλου, Δημήτρης Κολοβός, Στέλλα Ράπτη, Θανάσης Ντισλής, Χρήστος Αρώνης, Αργύρης Γκαγκάνης, Αγάπιος Αγαπίου, Κυριάκος Δανιηλίδης, Στάθης Παναγιωτόπουλος, Χάρης Πεχλιβανίδης, Μάκης Κιριλής, Ανδρονίκη Μερτίρη, Αλέξανδρος Μουκάνος.

Στην παραγωγή συνεργάζονται οι Σαμπίνα Κόντρα από την Αλβανία (Era Films), η Λιλέτ Μπόταση από την Ελλάδα (Inkas Films), ο Ντανιέλ Μπουρλάκ από τη Ρουμανία (Elefant Films) και ο Γκιγιόμ Ντεσέιγ από τη Γαλλία (Arizona Films). Επιπλέον η Λιλέτ Μπόταση έχει εξασφαλίσει τόσο τη συμμετοχή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου όσο και της Nova, τη διανομή της ταινίας στην Ελλάδα καθώς και το Eurimages παρά τις όσες τρικλοποδιές, όπως σου ανέφερα παραπάνω. Η ταινία άλλωστε γυρίζεται κατά 70% στην Ελλάδα (μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου θα διαρκέσουν τα γυρίσματα στη Θεσσαλονίκη, και μέχρι τα τέλη του μήνα συνεχίζονται στα ελληνοαλβανικά σύνορα), και η κύρια γλώσσα της ταινίας είναι η ελληνική. Ταυτόχρονα η παραγωγή φέρει και τη σφραγίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μια και είχε συμπεριληφθεί στο 4ο Φόρουμ Συμπαραγωγών Crossroads 2008 (με άλλο τίτλο βέβαια), όπου και έγινε η επαφή με την εταιρεία Inkas Films. Όσον αφορά τις υπόλοιπες εταιρείες παραγωγής, η γαλλική Arizona Films έχει συμμετάσχει σε ταινίες όπως το “Γάλα” του Σεμίχ Καπλάνογλου, την “Αμνηστία” του Μπουγιάρ Αλιμάνι, και την “Άλλη όχθη” του Τζώρτζι Οβασβίλι. Η ρουμάνικη Elefant Films έχει συμμετάσχει στην πολυβραβευμένη ταινία “4 μήνες, 3 εβδομάδες, 3 ημέρες” του Κριστιάν Μουνγκίου.

Βασικός συνεργάτης της ταινίας του Μπουντίνα, είναι ο διάσημος Ρουμάνος διευθυντής φωτογραφίας Μάριους Παντούρου, ο οποίος και έχει “φωτίσει” όλες τις μεγάλες επιτυχίες του νέου ρουμάνικου κινηματογράφου : “Εάν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω” του Φλορίν Σερμπάν, “Στις Παρυφές” του Μπόγκνταν Τζώρτζι Απέτρι, “Αστυνομία ταυτότητα” του Κορνέλιου Πορουμπόιου, “Πώς πέρασα στο τέλος του κόσμου” του Καταλίν Μιτουλέσκου, “12.08 Ανατολικά του Βουκουρεστίου” του Κορνέλιου Πορουμπόιου, κ.ά. Το συνεργείο συμπληρώνεται από έμπειρους τεχνικούς από την Ελλάδα, την Αλβανία και την Ρουμανία.

Το SevenArt συνάντησε τον Αλβανό σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντίνα στη Θεσσαλονίκη και συνομίλησε μαζί του για αυτή την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Έμπειρος στην τηλεόραση και το θέατρο, έχει μέχρι τώρα γυρίσει μόνο μικρού μήκους ιστορίες, και με αυτή τη φιλόδοξη ευρωπαϊκή συμπαραγωγή ευελπιστεί να κερδίσει κοινό και κριτικούς, όπως έκανε ο κολλητός φίλος και συνεργάτης του Μπουγιάρ Αλιμάνι.

Καθώς απορρέει από την ιστορία σου, πώς αντιμετωπίζεις τη σχέση Ελλήνων και Αλβανών; Συνεχίζει να υφίσταται κατά τη γνώμη σου, αυτό το μίσος και η έχθρα που υπήρχαν στη δεκαετία του 1990;

Για μένα όλη εκείνη η κατάσταση ήταν ένα μεγάλο κατασκεύασμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένα μίσος και καμία έχθρα μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων. Τα χρόνια προχωράνε, οι σχέσεις συσφίγγονται, και οι όποιες και όσες προκαταλήψεις οπισθοχωρούν. Νομίζω ότι οι σχέσεις μας είναι αρμονικές και αυτό θέλω να δείξω και στην ταινία. Όλα τα υπόλοιπα αρνητικά απορρέουν από τις ανθρώπινες πράξεις, που φυσικά και δεν χωρούν εθνικότητες. Είστε φιλόξενος λαός όπως κι εμείς. Οι πόρτες μας είναι ανοιχτές και είμαστε πάντοτε ζεστοί άνθρωποι. Μην ξεχνάς ότι ακόμη ζούμε όπως εσείς πριν πενήντα χρόνια, λόγω και του κομμουνισμού που είχαμε, ξέρεις είμαστε πιο μαζεμένοι και κοντά ο ένας με τον άλλο, πιο οικογενειακά. Από την άλλη μεριά θεωρώ ότι παντού υπάρχουν οι κακοί άνθρωποι που στιγματίζουν τον λαό τους. Ναι, υπάρχουν πέντε-δέκα κακοί Αλβανοί, μαφιόζοι, μπλεγμένοι με ληστείες, ναρκωτικά και γυναίκες, που έχουν παρασύρει το λαό τους με αυτή τη συμπεριφορά τους. Δεν είμαστε όμως όλοι ίδιοι.

Πολύ ενδιαφέρον έχει ο χαρακτήρας του Νίκου, που τον ερμηνεύει ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Τι άνθρωπος είναι; Ρατσιστικά στοιχεία έχει;

Αν και θεωρώ ότι δεν είναι και ο πλέον κλασικός τύπος του Έλληνα, ο Νίκος αγαπάει την οικογένεια του και κάνει τα πάντα γι’ αυτή. Δουλεύει πολύ στο συνεργείο αυτοκινήτων που έχει, και θέλει την ευτυχία της κόρης του. Θέλει να τη δει ευτυχισμένη, να είναι μαζί με ένα καλό παιδί, και να μην της λείπει τίποτα. Κάνει τα πάντα για αυτή. Και όχι, δεν είναι ρατσιστής. Έχει καλοδεχτεί τον Σαιμίρ, και του φτάνει το γεγονός ότι αρέσει και πληρεί την κόρη του. Αυτούς που δεν αντέχει είναι την οικογένεια και τους συγγενείς του Σαιμίρ, κι αυτό γιατί θέλουν να επιβάλλουν στο ζευγάρι τις αντιλήψεις και τις παραδόσεις τους. Αυτό βέβαια δεν τον κάνει και ρατσιστή…

Και το “J.A.C.E.” του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, που παίχτηκε στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, έχει να κάνει με την “επικίνδυνη” αλβανική μαφία. Εντέλει, πόσο δυνατή και με επιρροές είναι αυτή η μαφία, που εξετάζεις κι εσύ στην ταινία σου;

Κοίταξε να δεις, δεν ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαού μου, ή αν είναι ένα βαλκανικό φαινόμενο, όμως αυτοί που απαρτίζουν την αλβανική μαφία είναι πολύ επικίνδυνοι άνθρωποι. Σκοτώνουν για πλάκα. Είναι κυνικοί, αιμοσταγείς, δολοφόνοι. Μάλιστα ξέρω καλά αυτή τη συμπεριφορά τους γιατί τους έχω ζήσει, όταν ήμουν κι εγώ μετανάστης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι δρουν σε χώρες και περιοχές που ζουν μεγάλες κοινότητες Αλβανών, ώστε να τους ελέγχουν και να τους εξουσιάζουν. Δεν ξέρω τι μπορεί να φταίει… Το καταπιεστικό κομμουνιστικό καθεστώς μήπως που τους ρήμαξε τη ζωή, τις οικογένειες, τις γυναίκες και τα παιδία τους; Η εικόνα που υπάρχει για την αλβανική μαφία δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, και δυστυχώς χαλάει την εικόνα του λαού μου.

Εντέλει αφηγείσαι μια ιστορία αγάπης;

Ναι είναι μια ιστορία αγάπης. Άλλωστε και οι δυο αδελφοί είναι ερωτευμένοι με κοπέλες και “πεθαίνουν” για αυτές. Ο ένας μάλιστα και κυριολεκτικά. Ενώ ο άλλος, ο Σαιμίρ, ζει για την Ηλέκτρα και κάνει τα πάντα για να είναι ευτυχισμένη. Αυτές τις ιστορίες αγάπης προσπαθούν να τις διαλύσουν διάφοροι : συγγενείς, παραδόσεις, μαφία… Είναι μια ταινία για την αγάπη, αναμφίβολα.

Πόσο δύσκολο ήταν να βρεις χρήματα για την ταινία σου, η οποία διαβάζοντας την ιστορία και μόνο μου φαίνεται ακριβή παραγωγή;

Δεν ξέρω αν είναι ακριβή ταινία καθώς άφθονα χρήματα δεν υπάρχουν και το τελικό μπάτζετ συνεχώς αλλάζει. Αυτή η ταινία μπορεί να κοστίσει από 400 χιλιάδες έως ένα εκατομμύρια ευρώ. Δεν ξέρω, θα δούμε… Όσον αφορά αυτό που λες για την ανεύρεση χρημάτων. Ας μιλήσω μόνο για την Αλβανία, στην οποία δίνονται μόνο 500 χιλιάδες ευρώ ετησίως για το σύνολο της κινηματογραφικής παραγωγής. Όπως καταλαβαίνεις τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα… Άρα, αναγκαστικά στράφηκα σε παραγωγούς από το εξωτερικό, όπως είναι η Λιλέτ από την Ελλάδα που με έχει βοηθήσει πολύ.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (16-11-11).

24 Νοε 2011

Ταινίες 25ης Νοεμβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες εννέα ταινίες, όλων των ειδών, ξένες και ελληνικές, ακριβές και low budget παραγωγές, στουντιακές ή και diy. Ταινίες λοιπόν για όλα τα γούστα που εγκαινιάζουν το χειμώνα της ευρείας διανομής που διαρκεί μέχρι τα τέλη Μαρτίου. Ταινία της εβδομάδας είναι ο εγγλέζικος “Τυραννόσαυρος”, με τους εξαίσιους Πήτερ Μούλαν και Ολίβια Κόλμαν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αυτός ο αδυσώπητος αγώνας καλού και κακού επί της οθόνης συγκλόνισε στο Φεστιβάλ του Σάντανς, και βραβεύτηκε και στη δική μας Θεσσαλονίκη, πριν λίγες εβδομάδες. Οι “Υπηρέτριες” του Τέιτ Τέιλορ, με τις πολύ καλές ερμηνείες των Τζέσικα Τσάστειν και Οκτάβια Σπένσερ, μπορεί να “γλείφει” κάπως επιδερμικά το ζήτημα του ρατσισμού των μαύρων στη δεκαετία του 1960, όμως η εναλλαγή κομεντί, μελό και ταινίας εποχής, με το ευφυές “τέχνασμα” των υπηρετριών μπορεί και να σε συνεπάρει. Μπορεί να άργησε, όμως το “Tungsten” του Γιώργου Γεωργόπουλου αποτελεί το πλέον βραδυφλεγές diy σινεμά της εποχής. Ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι και πάλι η αποκάλυψη της ταινίας, στην οποία τρεις παράλληλες ιστορίες πνίγονται στη βιαιότητα της σύγχρονης Αθήνας. Κριτικές θα διαβάσεις από τον κάπως επιφυλακτικό Πετιμεζά και τον πολύ ενθουσιώδη Γωγάκη. Ο τελευταίος πάντως στα έγραψε κάπως επιφυλακτικά για την “Επικίνδυνη Μέθοδο” του εξαιρετικά άνισου Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, όταν την είδε στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Βενετίας. Την ταινία δεν την είδα και δεν έχω άποψη. Ατμοσφαιρικό θρίλερ μεν, γεμάτο κλισέ και τετριμμένα στοιχεία δε το “Σπίτι των Ονείρων” που μπορεί να έχει και Ντάνιελ Κρεγκ και Ρέιτσελ Γουάιζ και Ναόμι Γουότς, όμως τη διαφορά δεν την κάνει κι ας είναι -ακόμη- σκηνοθέτης του ο Τζιμ Σέρινταν, ο οποίος κι αν λέγεται άνισος μια και απέχει χιλιόμετρα από την εποχή του “Εις το όνομα του πατρός”. Μαζί με το “Tungsten” σε μια κοινή, ανεξάρτητη διανομή βγαίνει και ο “Ξεναγός” του Ζαχαρία Μαυροειδή, με τον Μιχάλη Οικονόμου στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μια ήσυχη, μινιμαλιστική εκδοχή της πνιγηρής Αθήνας, που φέρνει σε κομεντί. Τις δικές μου ενστάσεις τις έχεις διαβάσει στο περυσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και πλέον μπορείς να διαβάσεις και την ενθουσιώδη κριτική της Σοφίας Καλάγκα. Μαζί με τον “Ξεναγό” ήταν η αμέσως επόμενη καλύτερη ταινία του περυσινού Ελληνικού Πανοράματος-αχταρμά του Φ.Κ.Θ. Οι “Θετικές Ιστορίες” της ομάδας T-Short είναι σπονδυλωτές μικρού μήκους ταινίες γύρω από το Aids. Με αρετές και με προβλήματα πολλά. Μόνο με προβλήματα είναι η νέα ταινία του Νίκου Ζερβού “Σαπίλα, ξεφτίλα και τεκίλα”, που τη γύρισε μαζί με τον Γιάννη Παρασκευόπουλο, σαν ένα σύγχρονο ριμέικ του “Κουφώματα… Λαδώματα”, με πρωταγωνιστή πια τον Γιάννη Μποσταντζόγλου. “Κόπηκε” από το 52ο Φ.Κ.Θ., την πρόβαλλαν όμως στο video room... Άνευ κριτικής είναι η ταινία που θα κόψει και τα εισιτήρια καταπώς φαίνεται… Το “Happy Feet 2” είναι το κινούμενο σχέδιο που θα σκίσει, αν κρίνω από την επιτυχία του πρώτου, που το είχα δει και μου φτάνει… Δεν χρειάζομαι άλλο! Κι όπως αποδείχτηκε (και πάλι) στη “Χαραυγή - Μέρος 1o” δεν με χρειάζεσαι καθόλου για να τρέξεις να τη δεις.

Τυραννόσαυρος (7/10)

Αυτή είναι μια πραγματικά σημαντική ταινία που αντικατοπτρίζει πλήρως και τη σαθρότητα που ενέχει η βρετανική κοινωνία, μιλώντας βέβαια ανθρωποκεντρικά κι όχι με γενικότητες, και το άβατο του ανθρώπινου ψυχισμού για το τι είναι καλό και κακό εντέλει. Οι εξαιρετικές ερμηνείες των Πήτερ Μούλαν (έχει παίξει και σε άλλες αντίστοιχες ταινίες, όπως είναι η “Ασυμβίβαστη γενιά” και το “Boy A”) και Ολίβια Κόλμαν σε συγκλονίζουν, για την εναλλαγή καλού και κακού που συντελείται μέσα τους. Και οι δυο είναι χιλιοταλαιπωρημένοι από τους ανθρώπους, συγγενείς, φίλους, συντρόφους, γνωστούς ή απλώς περαστικούς, τους θανάτους, την κατήφεια, τη μιζέρια και την επιθετικότητα που κυριαρχούν γύρω τους, πάνω τους, στο μυαλό και την ψυχή τους. Εντέλει, το έγκλημα ή την αποστροφή μπορείς να την περιμένεις από τον οποιονδήποτε. Πολλά μπράβο πρέπει να δοθούν και στον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη και πολύ καλό ηθοποιό Πάντι Κόνσινταιν, ο οποίος έχει παίξει από τον κατάσκοπο “Μπορν” μέχρι το πρόσφατο “Blitz” (πολύ καλός στον ρόλο του ομοφυλόφιλου μπάτσου). Άλλωστε γι’ αυτή την προσπάθεια του, που συνεχίζει επάξια το σινεμά της προβληματικής που έχει αναπτυχθεί στη Βρετανία την τελευταία δεκαετία με κορυφώσεις όπως το “Fish Tank”, κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στο Σάντανς, όπως και διάκριση στη Θεσσαλονίκη πριν μερικές εβδομάδες.

Υπηρέτριες (6/10)

Κλασικό μελόδραμα που θυμίζει το αρχετυπικό Χόλιγουντ, εποχών βγαλμένων από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Εντυπωσιακό στη σκηνογραφία του, τα κουστούμια του, και κυρίως τη δραματουργία του, ο όχι και τόσο έμπειρος Τέιλορ κατευθύνει ένα πολύ καυτό (αν και ξεπερασμένο) θέμα κάπως ακαδημαϊκά, γραμμικά, βαρετά. Παρολαυτά σε κερδίζουν δύο συγκεκριμένα στοιχεία στις “Υπηρέτριες” του : αφενός οι ερμηνείες και προφανώς η δραματουργική δουλειά στους ηθοποιούς. Τις μισητές κυρίες τις… μισείς, για τους απεχθείς συζύγους όντως αναγουλιάζεις, τις κακόμοιρες υπηρέτριες τις συμπονάς ή και εκνευρίζεσαι με αυτά που τραβάνε, ενώ με τους χαρακτήρες της Τζέσικα Τσαστέιν και της Οκτάβια Σπένσερ ξετρελαίνεσαι. Όλο αυτό αν μη τι άλλο, λέγεται επιτυχία. Το άλλο στοιχείο είναι φυσικά το θέμα της ταινίας. Πίσω στη δεκαετία του 1960 με τον ρατσισμό των μαύρων στο Μισισιπή ζήτημα τραγικό, και το κίνημα της Μαύρης Δύναμης να ανεβαίνει σιγά σιγά, παρακολουθείς τη ζωή και τα θέλω των μαύρων υπηρετριών στα σπίτια των πλούσιων λευκών, και κυρίως της συμπεριφορές των λευκών συζύγων γυναικών. Εντέλει, οι “Υπηρέτριες” είναι μια ταινία άκρως συγκινητική αν και γεμάτη με κλισέ και τετριμμένα στοιχεία. Θα δεις παλιό Χόλιγουντ σε μια ιστορία που μπορεί να σου μιλήσει. Ταινία για προβληματισμό.

Το Σπίτι των Ονείρων (5/10)

Για να σε βάλω κατευθείαν στο προκείμενο, μια κι αυτό το σίγουρα ατμοσφαιρικό θρίλερ κάπου το έχεις ξαναδεί και φυσικά δεν σου προκαλεί και καμιά μεγάλη εντύπωση. Πατώντας στο χιλιοειπωμένο μεν σαθρό δε αμερικανικό όνειρο, η ομάδα της Morgan Creek μάζεψε ένα σκασμό αστέρια ώστε να σε διασκεδάζει… ψιλοτρομάζοντας κάποιο βράδυ σου. Παρά τα μεγάλα ονόματα στο καστ της, δεν θα δεις καμία φοβερή ερμηνεία. Όλα στέκονται στο ύψος τους. Από τους χαρακτήρες, τη δομή του σεναρίου και το απλό σκηνοθετικό στυλ του Σέρινταν, του άλλοτε τρομερού Ιρλανδού που σε είχε εντυπωσιάσει με το “Αριστερό μου πόδι” και το “Εις το όνομα του πατρός”, όμως άπαξ κι έμπλεξε με το Χόλιγουντ θα τον δεις να γυρίζει τόσο τον 50 Cent όσο και τη Νάταλι Πόρτμαν στο εξαιρετικό “Brothers”. Εν ολίγοις έχεις στις προτιμήσεις σου ένα στέρεο θρίλερ όχι και τόσο πρωτότυπο, άλλωστε ιστορίες στοιχειωμένων σπιτιών έχεις δει και πρόσφατα στο “Μη φοβάσαι το σκοτάδι”. Μην περιμένεις όμως να σκίσεις και τα ρούχα σου. Πιθανότατα θα το ξεχάσεις σύντομα…

Θετικές Ιστορίες (4/10)

Οι "Θετικές Ιστορίες" των Χ. Σταθόπουλου, Δ. Αντζού, Θ. Τσότσικα, Δ. Μπαβέλλα, Δ. Παπαθανάση, παραγωγής της t-short, είναι μια σπονδυλωτή ταινία με ιστορίες για τον ιό του Aids. Οι μικρού μήκους που την αποτελούν είναι δράματα και κωμωδίες πλην ενός θρίλερ, που είναι μεν κάπως παράταιρο αλλά σου κλείνει και το μάτι στο θέμα. Η προσπάθεια έχει ενδιαφέρον, είναι καλογυρισμένη αλλά διαθέτει και πολλές αδυναμίες στο δέσιμο των ιστοριών. Στα σίγουρα η καλύτερη είναι αυτή με τους Κώστα Ξυκομηνό και Ερρίκο Λίτση.

Σαπίλα, Ξεφτίλα και Τεκίλα (2/10)

Η “Σαπίλα, ξεφτίλα, τεκίλα” των Νίκου Ζερβού και Γιάννη Παρασκευόπουλου είναι ένα βιντεοκλιπίστικο, δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, που θυμίζει το καλτ “Κουφώματα… Λαδώματα” με τον Γιάννη Ζουγανέλη. Πλέον πρωταγωνιστής είναι ο Γιάννης Μποσταντζόγλου. Κακοφτιαγμένη ταινία, με την ξεπερασμένη αισθητική και τη σάτιρα των ‘80s.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (24-11-12).

23 Νοε 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Comfortably numb" - No 111

Written by Roger Waters & David Gilmour

Hello?
Is there anybody in there?
Just nod if you can hear me.
Is there anyone at home?
Come on, now,
I hear you're feeling down.
Well I can ease your pain
And get you on your feet again.
Relax.
I need some information first.
Just the basic facts
Can you show me where it hurts?

There is no pain you are receding
A distant ship, smoke on the horizon.
You are only coming through in waves.
Your lips move but I can't hear what you're saying.
When I was a child I had a fever
My hands felt just like two balloons.
Now I've got that feeling once again
I can't explain you would not understand
This is not how I am.
I have become comfortably numb.

I have become comfortably numb.

O. K.
Just a little pin prick.
There'll be no more AHHHHHHHHHHHHH!
But you may feel a little sick.
Can you stand up?
I do believe its working. Good.
That'll keep you going through the show
Come on it's time to go.

There is no pain you are receding
A distant ship, smoke on the horizon.
You are only coming through in waves.
Your lips move but I can't hear what you're saying.
When I was a child
I caught a fleeting glimpse
Out of the corner of my eye
I turned to look but it was gone
I cannot put my finger on it now
The child is grown,
The dream is gone.
I have become comfortably numb.

Σαν σήμερα – 23 Νοεμβρίου

1859: Γεννιέται Γουίλιαμ Μπόνεϊ, γνωστός ως Billy the Kid, διαβόητος φυγόδικος για το φόνο 27 ανθρώπων στην αμερικανική Δύση.

1874: Εκδίδεται το Far from the Madding Crowd, από τον Thomas Hardy.

1887: Γεννιέται ο Βρετανός ηθοποιός Μπόρις Καρλόφ, ο πρώτος "Φραγκενστάιν" της μεγάλης οθόνης

1979: Βγαίνει ένα από τα θρυλικά άλμπουμ της ροκ, το "The Wall" των Pink Floyd και πουλάει μέσα σε δύο εβδομάδες 6 εκατομμύρια δίσκους.

22 Νοε 2011

Συνέντευξη του Αλμπάν Ουκάι

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Απόψε το βράδυ στις 22.30 (στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη) είναι η δεύτερη και κυριότερη προβολή του υπέρ-φιλόδοξου “J.A.C.E.”, σε σκηνοθεσία Μενέλαου Καραμαγγιώλη. Το SevenArt συνομίλησε τηλεφωνικά με τον πρωταγωνιστή της ταινίας Alban Ukaj, ο οποίος αυτή την περίοδο κάνει πρόβες για το επόμενο θεατρικό έργο που θα παίξει.

Ο μόλις 31 χρόνων Αλβανός ηθοποιός ερμηνεύει στην ταινία του Καραμαγγιώλη τον λιγομίλητο J.A.C.E., ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει από τα παιδικά του τραύματα και να κυνηγήσει μια καλύτερη ζωή στην Ελλάδα, μακριά από τις χίμαιρες του παρελθόντος και την αλβανική μαφία.

Ο Ukaj θεωρείται αυτή τη στιγμή ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς στην Αλβανία. Με μπόλικη θεατρική εμπειρία στις πλάτες του, έχει συνεργαστεί και με σημαντικούς σκηνοθέτες του κινηματογράφου, όπως τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ (“Η δική μας μουσική”) και τους αδελφούς Ζαν Πιερ και Λυκ Νταρντέν (“Η σιωπή της Λόρνα”).

Εντέλει το “J.A.C.E.”, αυτή η ταινία με τον μυστηριώδη και παράξενο τίτλο, τι σημαίνει για σένα; Ποιες εσωτερικές σκέψεις σου έχει γεννήσει η ταινία;

“J.A.C.E.” σημαίνει η ταινία που είχε μια υπέροχη πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τόκιο… Πέρα από την πλάκα, το πιο σημαντικό σε αυτή την ταινία ήρθε στο τέλος, με ένα απίστευτο αποτέλεσμα έπειτα από όλα όσα ζήσαμε. “J.A.C.E.” για μένα σημαίνει ζωή, αγώνας, θέληση για αγάπη, να μην τα παρατάς, πόνος και ελπίδα. O J.A.C.E. δεν είναι ένας μυστηριώδης τύπος. Περισσότερο είναι ντροπαλός, πολύ γενναίος κι ευαίσθητος. Όμως η ταινία ήταν πολύ δύσκολο να φτιαχτεί, με πολλές θυσίες και προκλήσεις. Είναι μια ιστορία με πολλούς χαρακτήρες που ο καθένας από αυτούς κουβαλά το δικό του σταυρό και μια αμφισβητούμενη μοίρα, η οποία κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις πολύ έντονες και ενδιαφέρουσες στην ταινία.

Πες μου για τον χαρακτήρα σου. Μήπως είσαι ένας σύγχρονος Όλιβερ Τουΐστ και η ζωή του μια αντίστοιχη Οδύσσεια;

Το “J.A.C.E.” είναι ένα ταξίδι και μια πραγματικά σύγχρονη Οδύσσεια. Ήταν πολύ δύσκολο να ανακαλύψω τον χαρακτήρα αυτόν μέσα στις σιωπές του. Όμως πολλές φορές η σιωπή φτιάχνει τη δική της μουσική. Η σιωπή αυτή μπορεί να φτιάξει μια μεγάλη συμφωνία σε συνεργασία με τους άλλους χαρακτήρες της ιστορίας. Για μένα, μερικές φορές, ήταν σαν τον Ισάακ Μπάμπελ που τιμώρησε τον κόσμο με τη σιωπή του, επειδή μετά από όλο αυτό τον πόνο στιγμάτισε τον κόσμο ως κακό και ήταν δύσκολο μετά να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη του.

Κατά τη γνώμη σου, πόσο σημαντική είναι η οικογένεια για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός ατόμου, κάτι που φαίνεται να συμβαίνει και στην περίπτωση του J.A.C.E.;

Πιστεύω πώς είναι πολύ σημαντικός παράγοντας. Τα πάντα ξεκινούν από την οικογένεια. Και είναι επίσης πολύ ιδιαίτερη η συμβολή της για την ανάπτυξη του ατόμου, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην κοινωνία, το έθνος, και το κράτος.

Στην πραγματική σου ζωή, όπως και ο J.A.C.E. θα έκανες τα πάντα για την αγάπη κι αυτόν που θέλεις τόσο πολύ;

O άνθρωπος είναι ένα πολύ εγωιστικό ον. Κάνει πράγματα γιατί τον τρομάζει η μοναξιά, και έπειτα τα ονοματίζει αγάπη. Σε αυτή την περίπτωση, είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα. Η ερώτηση σου είναι, εάν πιστεύω στην αγάπη; Φυσικά και πιστεύω. Δεν υπάρχει κάτι ανώτερο.

Ποια είναι τα όνειρα και οι φιλοδοξίες σου στην υποκριτική, έπειτα κι από την πετυχημένη συνεργασία σου με τους αδελφούς Νταρντέν;

Οι αδελφοί Νταρντέν είναι κάτι σαν σχολή κινηματογράφου, μπορείς να μάθεις από αυτούς πολλά πράγματα. Οι φιλοδοξίες μου είναι φυσικά η πολλή δουλειά με διαφορετικούς σκηνοθέτες, ώστε να έρθω σε επαφή και να εξερευνήσω ποικίλες ιστορίες και κουλτούρες. Μια καλή ταινία είναι πάντοτε καλή οπουδήποτε κι αν παίζεται.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (11-11-11).

21 Νοε 2011

Συνέντευξη της Λουκίας Τζωρτζοπούλου

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Σήμερα το απόγευμα (17.30, αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη) είναι η δεύτερη και τελευταία προβολή στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του “F.L.S.”, της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Θάνου Τσαβλή (την κριτική για την ταινία τη διαβάζεις εδώ). Το SevenArt που από την πρώτη στιγμή στήριξε αυτή τη φιλόδοξη ταινία των… 100 ευρώ (μπορείς να κερδίσεις και προσκλήσεις), συνάντησε τη συμπρωταγωνίστρια του Θάνου Τσαβλή στην ταινία, τη νεαρή ηθοποιό και animator Λουκία Τζωρτζοπούλου.

Ο ρόλος της, πλέον, είναι και ο διασημότερος της ταινίας μια και υποδύεται την άκρως ερωτική Γιαπωνέζα δολοφόνο που μαγεύει τους αντιπάλους της για να τους “καθαρίσει”, με βασικό φετίχ της το αρκουδάκι της. Μιλήσαμε με τη Λούσι, κατά τους φίλους της, στην Αποθήκη Γ’ του λιμανιού της Θεσσαλονίκης για την ταινία και τα… κινηματογραφικά της όνειρα. Να σημειώσω εδώ ότι οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από την Αγγελική Στελλάκη.

Πόσο μακριά από τη δική σου πραγματικότητα απέχει η παρανοϊκή πλην σεξουαλική Γιαπωνέζα δολοφόνος που ενσαρκώνεις στο “F.L.S.”;

Πολύ ευτυχώς. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πρόκειται για έναν χαρακτήρα που ουσιαστικά αποτελεί έναν άτυπο φόρο τιμής στις χαριτωμένες πλην διεστραμμένες ασιατικές (και όχι μόνο) παρουσίες του σινεμά, όπως η Gogo Yubari του “Κill Bill”, οι κακές μαθήτριες του “Battle Royale”, το εξίσου νοσηρό (ξανθό όμως) κορίτσι του “Toby Dammit” κ.ά. Συνεπώς, πρόκειται για έναν μάλλον ακραίο και μη-ρεαλιστικό anime χαρακτήρα, σαν και τους υπόλοιπους “κακούς” της ταινίας.

Όταν σου ζήτησε ο Θάνος Τσαβλής να παίξεις αυτό τον ρόλο πως αντέδρασες;

Με τον Θάνο κάνουμε παρέα αρκετά χρόνια και τον είχα βοηθήσει κατά καιρούς στις μικρού μήκους ταινίες του, όχι όμως ως ηθοποιός, αφού δεν είμαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα εξαρχής πληροφορίες για το τι ακριβώς θα έκανα και τι θα ήταν το “F.L.S.”, μια και είχα κατά νου ότι θα έφτιαχνε μια εντελώς διαφορετική ταινία εκείνο τον καιρό. Αρχικά, θεώρησα ότι ο χαρακτήρας θα κινούταν σε πιο κωμικά και χαριτωμένα και λιγότερο “αρρωστημένα” μονοπάτια. Άλλωστε, οι πληροφορίες για τον ρόλο δίνονταν σταδιακά, όσο προχωρούσαν τα γυρίσματα. Τελικά πιστεύω ότι φτιάξαμε ένα, αν μη τι άλλο, αξιομνημόνευτο χαρακτήρα.

Δηλαδή ο χαρακτήρας σου κατέληξε δολοφόνος από την ενδοοικογενειακή βία και τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη σε μικρή ηλικία; Πόσο ρεαλιστικό βρίσκεις αυτό τον ρόλο;

Πιστεύω ότι η ταινία το αφήνει λίγο στην κρίση του κοινού. Βλέποντας την σκηνή που αναφέρεται στο παρελθόν της, ο θεατής θα παρατηρήσει μια ενδιαφέρουσα αμφισημία για το πόσος εξαναγκασμός και πόση συναίνεση υπάρχει απ' τη μεριά της ηρωίδας. Φαντάζομαι ότι είναι μια αρκετά ενοχλητική σκηνή για διάφορους λόγους, αλλά σκοπός της εντέλει ήταν να τονίσει τη διαταραγμένη έως σαδιστική φύση της Μιζούνo. Δεν γνωρίζω όμως κατά πόσο η αναφορά στην παιδική της ηλικία δικαιολογεί τον psycho χαρακτήρα και τις μετέπειτα πράξεις της Μιζούνο στη συνείδηση του θεατή.

Είναι η πρώτη σου παρουσία στο σινεμά. Πώς σου φάνηκε; Για πες τις εμπειρίες σου... Θα το ξανακάνεις;

Η εμπειρία του φεστιβάλ είναι καταπληκτική και όλοι μας είμαστε πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που βρισκόμαστε εδώ με μια ταινία που γυρίστηκε χωρίς χρήματα και μεταξύ φίλων. Όταν ξεκινούσαμε γυρίσματα (αν δεν κάνω λάθος, οι πρώτες-πρώτες σκηνές που γύρισε ο Θάνος για το “F.L.S.” ήταν οι φόνοι της Μιζούνο στο δάσος) δεν ξέραμε ότι η ταινία θα έφτανε μέχρι το πιο σημαντικό φεστιβάλ των Βαλκανίων. Σίγουρα όσο φτιάχνονται ταινίες μεταξύ φίλων, θα συνεχίσουμε να αλληλοβοηθιόμαστε από διάφορα πόστα, ωστόσο πιστεύω ότι δεν θα ξαναέπαιζα κάπου, μια και η υποκριτική δεν είναι το αντικείμενό μου. Θα ήθελα πλέον να συμμετάσχω κάποια στιγμή σε μικρά ή μεγαλύτερα φεστιβάλ με τις δικές μου ταινίες, πίσω από την κάμερα και φορώντας απλά τζιν και φούτερ και όχι μαθητικές μίνι φούστες και κάλτσες…

Με ποιον αγαπημένο σου σκηνοθέτη θες να συνεργαστείς;

Μου αρέσει πολύ αυτή η βαλκανική παλαβομάρα που έχουν οι ήρωες (και το σύμπαν γενικότερα) του Εμίρ Κουστουρίτσα. Βρίσκω ότι οι ήρωές του έχουν αυτή την αξιολάτρευτη καρτουνίστικη υπερβολή. Λατρεύω επίσης τις ταινίες του Sylvain Chomet και του Adam Elliot, μιλώντας πλέον για καθαρόαιμες ταινίες animation.

Τα γιαπωνέζικα σου στην ταινία με έπεισαν. Ποια η “σχέση” σου με την απωανατολίτικη κουλτούρα;

Ρεαλιστικά, η μόνη μου σχέση με την ιαπωνική κουλτούρα περιορίζονταν στο να παρακολουθώ anime, να διαβάζω περιστασιακά manga και να έχω μαύρα ίσια μαλλιά. Βέβαια, τόσο ο Θάνος που δημιούργησε τον χαρακτήρα της Μιζούνο όσο κι εγώ, ξέραμε ότι θα μπορούσαμε να δουλέψουμε τον ρόλο ώστε να καταφέρουμε να πείσουμε για την καταγωγή της ηρωίδας. Προφανώς, το όλο concept της σέξι δολοφονικής “μαθήτριας” δεν μου ήταν άγνωστο λόγω των ταινιών και των κόμικς, οπότε μεταφράσαμε της ατάκες μου στα γιαπωνέζικα προσέχοντας να είναι γραμματικά και συντακτικά σωστές, και μετά μοιράσαμε πόνο που λένε… Θέλω να πιστεύω ότι δεν τα πήγαμε κι άσχημα.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (9-11-11).

20 Νοε 2011

Συνέντευξη του Κονσταντίν Μπογιάνοφ

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Αν και γνωστός ως σκηνοθέτης και παραγωγός στην εθνική κινηματογραφία της Βουλγαρίας, ο Κονσταντίν Μπογιάνοφ με το “Αβέ” κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλου μήκους ταινία. Αυτό το ιδιότυπο road trip όπου δυο ανήλικα παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, το σκάνε από τα σπίτια τους για διαφορετικούς λόγους ο καθένας και μπλέκουν τις μοίρες τους ακροβατώντας σε μια κλωστή.

Πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες βουλγαρικής παραγωγής του 2011, που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Σεράγεβο, κι αυτές τις ημέρες προβάλλεται στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου περιλαμβάνεται στο τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια του Δημήτρη Κερκινού.

Συνάντησα τον Κονσταντίν Μπογιάνοφ στην Αποθήκη Γ’ του λιμανιού της Θεσσαλονίκης και συνομιλήσαμε για σχέσεις, ψέματα και ακραία περιστατικά.

Πόσο δύσκολη είναι η στάση κι η οπτική των εφήβων στον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων;

Στα σίγουρα είναι κάπως άβολη και με αρκετό στρες, μια και είναι εντελώς απροετοίμαστοι για όλα αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο των μεγάλων. Στην ιστορία της ταινίας, η Αβέ και ο Κάμεν ζουν απομονωμένοι από τον κόσμο αυτό μα προσπαθούν να τον αντιμετωπίσουν και να επιβάλουν τη θέληση τους και την στάση τους. Είναι δύσκολο το ξέρω. Κι ασυνήθιστο, και κάπως βαρύ. Όμως προσπαθούν και κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Στην ιστορία σας, ποια είναι η κύρια αιτία που η Αβέ και ο Κάμεν το σκάνε από το σπίτι τους;

Και τα δυο παιδιά ζούσαν απομονωμένα από το περίγυρο τους. Οικογένεια, παρέες, συμμαθητές. Ουσιαστικά προσπαθούνε να αποδράσουν από μια πραγματικότητα που τους πνίγει. Θέλουν να ζήσουν το όνειρο τους, τις σκέψεις τους, πάρα την ευαισθησία της ηλικίας τους και τις δυσκολίες που σίγουρα θα αντιμετωπίσουν. Όπως και γίνεται φυσικά. Ψάχνουν, λοιπόν, να βρουν την ταυτότητα τους, ποιοι πραγματικά είναι, και τι θέλουν στη ζωή τους. Γι’ αυτό το σκάνε και ξεκινάνε το ταξίδι, γι’ αυτό κιόλας έχουν το “όνειρο” της Ισπανίας και της ζωής τους εκεί.

Το ψέμα κυριαρχεί στην ιστορία σας. Ειδικώς από την πλευρά της Αβέ που το χρησιμοποιεί συχνά για το οτιδήποτε την περιβάλλει. Εντέλει, είναι τόσο σημαντικό το ψέμα στις ανθρώπινες σχέσεις;

Το ψέμα είναι μια πολύ ανθρώπινη συνήθεια. Και λέγεται για διαφορετικούς λόγους. Καμιά φορά είναι τόσο βολικό για καταστάσεις που έρχεσαι αντιμέτωπος. Στην περίπτωση της Αβέ το ψέμα έχει δύο όψεις. Είναι αθώο, δεν έχει δηλαδή να κερδίσει κάτι το υλικό από αυτό. Και είναι ζήτημα ταυτότητας της. Ακόμη διαμορφώνει την προσωπικότητά της και το “χρειάζεται” για τα διάφορα πρόσωπα που παίρνει, για τις ιστορίες που φτιάχνει και βάζει τον εαυτό της ως πρωταγωνίστρια. Ξέρεις, νομίζω ότι ένα τεράστιο ψέμα μας περιβάλλει. Οι κυβερνήσεις λένε ψέματα σε εμάς, κι εμείς μετά σε αυτές… Ένα ατελείωτο παιχνίδι είναι μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο καταπώς φαίνεται το χρειάζονται.

Οι έφηβοι της ταινίας σας βλέπουν τα πάντα γύρω τους σαν ένα παιχνίδι. Γιατί να συμβαίνει αυτό ενώ είναι αντιμέτωποι με τόσες δραματικές καταστάσεις;

Μοιάζει να αντιμετωπίζουν τη ζωή ως παιχνίδι μα δεν είναι έτσι. Η αυτοκτονία του κολλητού φίλου του Κάμεν, ο εθισμός στα ναρκωτικά του αδερφού της Αβέ, οι οικογενειακές και φιλικές καταστάσεις που βιώνουν και τους ωθούν στην “απόδραση”, δεν είναι αστεία ούτε παιχνίδια προφανώς. Έχουν μια διάθεση περιπαιχτική μα ζουν ένα βαθύ δράμα και μια υπαρξιακή κρίση ταυτότητας. Το παιχνίδι μπαίνει σαν συμπληρωματικό στοιχείο, ίσως και της ηλικίας τους. Άλλωστε έφηβοι είναι ακόμη.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (7-11-11).

18 Νοε 2011

Ελληνικός Κινηματογράφος: Quo Vadis?

Toυ Νέστορα Πουλάκου

Η συζήτηση για την πορεία του ελληνικού κινηματογράφου είναι ατέρμονη. Είναι μια πάγια θέση που κρατώ εδώ και χρόνια. Και τη στηρίζω, μια και ανά τακτά χρονικά διαστήματα κι όταν παρουσιάζονται σπασμωδικές εκλάμψεις εξωστρέφειας, ξεκινά και πάλι μια τέτοια συζήτηση ανταλλαγής απόψεων και πρόβλεψης του μέλλοντος.

Όμως μάντης δεν είσαι και στο μυαλό του κάθε καλλιτέχνη (σκηνοθέτη) δεν μπορείς να βρίσκεσαι. Έτσι κι αλλιώς ούτε και ο ίδιος δεν είναι σίγουρος (;) για την επόμενη ταινία του και την ενδεχόμενη επιτυχία της ή όχι. Αυτά συμβαίνουν κάπως τυχαία, πόσω μάλλον που στην Ελλάδα παιδεία και βάσεις δεν υπάρχουν ώστε να ισχυριστείς ότι μια στέρεη εθνική κινηματογραφία μπορεί να προσφέρει σε δόκιμους χρόνους καλό σινεμά, πολλά εισιτήρια, διεθνή αναγνώριση, και φυσικά βραβεία σε φεστιβάλ και ακαδημίες. Το μόνο αδιαπραγμάτευτο είναι το ταλέντο.

Στο προκείμενο τώρα. Καταλαβαίνεις φυσικά ότι μια τέτοια περίοδος είναι αυτή που ζεις τώρα. Μετά την έκρηξη της φούσκας των (τηλε)ταινιών και την αθρόα προσέλευση θεατών σε αυτές, ήταν φυσικό επακόλουθο να ανανήψει το καλλιτεχνικό σινεμά και να αναδυθεί για πολλοστή φορά από τις στάχτες του. Οικονομίδης, Κούτρας, Λάνθιμος, Τσίτος, Τζουμέρκας, Παπαδημητρόπουλος, Τσαγγάρη κ.ά, είναι μερικοί από τους δημιουργούς που συμμερίστηκαν ένα διαφορετικό σινεμά, το οποίο και στο εσωτερικό συγκινεί και στο εξωτερικό συζητιέται.

Φυσικά και είναι άδικο να μιλάς με όρους κινηματικούς. Το “νέο ρεύμα” ή το “νέο αίμα” είναι δημοσιογραφικές εξυπνακίστικες μπαρούφες εντυπωσιασμού και μόνο. Μη θέλεις ντε και καλά να ξαναζήσεις ένα Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, ή μια εγχώρια Nouvelle Vague (Γαλλία), ένα Free Cinema (Αγγλία) ή ένα Cinema Novo (Βραζιλία). Αυτά τα είδη κινηματογράφου αναπτύχθηκαν σε πολιτικά ταραγμένες εποχές (πόλεμοι, δικτατορίες, συντηρητικά συστήματα εξουσίας) και σε χώρες που η ανάγκη για αλλαγές ουσίας ήταν μεγάλη. Τότε και σε όλες τις περιοχές, η κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, και ο πολιτισμός είχαν βαλτώσει. Χρειαζόντουσαν μια επανάσταση.

Ευτυχώς ή δυστυχώς στις μέρες μας, οι καταστάσεις δεν είναι ίδιες. Μπορεί να βρισκόμαστε εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής χούντας, όμως κοινωνία και πολιτισμός βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, σε μια αναμόχλευση ιδεών και μια δραστηριοποίηση άνευ προηγουμένου. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την “εξέλιξη” έχει φυσικά το ίντερνετ και όλα τα μέσα δικτύωσης που βγάζουν τον καλλιτέχνη από το καβούκι του ευκολότερα, και έτσι αυτός δεν χάνεται μες στο σκοταδισμό της μη πληροφόρησης και μη δημοσιοποίησης.

Ζεις στην εποχή του ιδιωτικού οράματος, ένας όρος που έχει χρησιμοποιηθεί και για την ελληνική ποίηση. Στο ελληνικό σινεμά της εποχής ο σκηνοθέτης λειτουργεί ατομικά. Μπορεί να υπάρχει η μεταξύ τους συζήτηση και εκτίμηση, όμως πάντοτε μιλάμε για καλλιτέχνες που οραματίζονται και πράττουν κατά μόνας. Δεν υπάρχει δηλαδή εκείνη η σύμπνοια κι αλληλοβοήθεια που συνάντησες στο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο των αρχών της δεκαετίας του 1970. Η όλη αυτή τάση στηρίζεται στο πνεύμα της εποχής, στον ατομισμό δηλαδή που για άλλους είναι θετικός και για άλλους αρνητικός. Το ζήτημα είναι ότι έτσι έχουν πλέον μάθει όλοι.

Ξεκινώντας λοιπόν να μιλάς για ατομικές επιτυχίες, αναγνωρίσεις, και βραβεία των παραπάνω σκηνοθετών κι άλλων, ταυτοχρόνως γελάς με όρους τύπου “νέο ρεύμα”. Για ξεχωριστές περιπτώσεις και μεμονωμένα περιστατικά μιλάς, τα οποία άντε να χαρακτηρίσεις και παρεΐστικα (τύπου Τσαγγάρη-Λάνθιμος-και τελεία, μέχρι εδώ).

Βασικά συστατικά στην παραπάνω εικόνα είναι τα ψηφιακά μέσα. Είτε ξενίζει είτε όχι, η ψηφιακή κινηματογράφηση είναι κατά πολύ φτηνότερη και λύνει τα χέρια του σκηνοθέτη ώστε να κάνει ευκολότερα και γρηγορότερα μια ταινία. Δηλαδή, αν έχεις την ανάγκη του εδώ και τώρα, όπως την αισθάνθηκαν οι Παπαδημητρόπουλος-Vogel στο “Wasted youth” και φυσικά δεν έχεις χρήμα άμεσα διαθέσιμο, πετάς στην άκρη τη χρονοβόρα λαίλαπα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, βρίσκεις χορηγούς για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες, και προχωράς στο γύρισμα με digi κάμερες. Στην πλειοψηφία τους, οι περισσότεροι κινηματογραφιστές κάνουν στη συνέχεια transfer σε φιλμ ώστε να παίξει η ταινία τους σε μεγάλα φεστιβάλ και φυσικά στον κινηματογράφο (δεν είναι όλες οι αίθουσες εξοπλισμένες με video προτζέκτορα).

Και που οδηγείται ο Ελληνικός Κινηματογράφος; Στην d(o).i(t).y(ourself) κινηματογράφηση, και τη διεθνή συμπαραγωγή. Η οικονομική χούντα δεν δίνει παρά ελάχιστα πλέον στον πολιτισμό. Μάλιστα, ο κινηματογράφος είναι από τους πλέον άμεσα θιγόμενους, αφού πρόκειται για ένα ακριβό “σπορ” που όλο και λιγότερο χρηματοδοτείται, ή και να γίνεται αυτό παίρνει ψίχουλα (μέχρι το πολύ 150 χιλιάδες ευρώ). Με τον “τρύπιο” νέο νόμο να εξυπηρετεί ημέτερους και να στηρίζει μεγαλοπαραγωγούς, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σε ακόμη κακή κατάσταση, και τους χορηγούς να τους κυνηγάς με το τουφέκι, οι Έλληνες σκηνοθέτες που έχουν χαράξει την προσωπική τους πορεία και μακριά από συμφέροντα και παρέες, με όπλο το ταλέντο τους και χωρίς να συνθλίβονται σε ρεύματα και… αίματα, μπορούν να κάνουν καλές ταινίες ακολουθώντας το ιδιωτικό τους όραμα.

Συζήτηση για τον Ελληνικό Κινηματογράφο στο βιβλιοπωλείο IANOS (24o Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου)

Τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, στις 12 το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24), το 24ο Πανόραμα και η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου θα πραγματοποιήσουν συζήτηση με θέμα: "Ελληνικός κινηματογράφος: Quo Vadis?". Θα συμμετάσχουν οι σκηνοθέτες Βασίλης Βαφέας, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Τριανταφυλλίδης και Γιάννης Φάγκρας και οι κριτικοί κινηματογράφου Νέστορας Πουλάκος και Ανδρέας Τύρος. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο διευθυντής του Πανοράματος Νίνος Φένεκ Μικελίδης.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (31-10-11).

17 Νοε 2011

Ταινίες 17ης Νοεμβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τρεις ταινίες, χωρίς και πάλι καμία από αυτές να ξεχωρίζει. Βαμπίρ, Σαίξπηρ και ερωτικά τριολέ δεν φέρνουν την "άνοιξη" στην κινηματογραφική ποιότητα καθώς φαίνεται, αν και τα βαμπίρ με τους λύκους και τις όμορφες θνητές θα φέρουν σίγουρα τα εισιτήρια. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι το “Τρίο”, η νέα ταινία του Τύκβερ για τα ελληνικά δεδομένα, μια και έχει κυκλοφορήσει κοντά ενάμιση χρόνο τώρα και ήδη ο άνθρωπος ετοιμάζει την καινούρια ταινία του. Θα δεις ένα arthouse τριολέ με βερολινέζικο σεξουαλικό και ελευθεριακό αέρα. Αν δεν μπεις στο κλίμα την πάτησες… Πολλά θα μπορούσε να είχε κάνει ο Ρόλαντ Έμμεριχ αναφορικά με την πατρότητα των έργων του Σαίξπηρ, παρολαυτά βολέψου με τον “Ανώνυμο”, που σε πάει πίσω στην ελισσαβετιανή Αγγλία και σε εντυπωσιάζει με τα σκηνικά του και μόνο. Για το τέλος σου αφήνω το πρώτο μέρος του τελευταίου επεισοδίου ενός ακόμη πετυχημένου φραντσάιζ για το οποίο παραληρούν κοριτσόπουλα και λοιποί βαμπιρο-φαν, τη “Χαραυγή - Μέρος 1ο”. Ειλικρινά δεν έχω λόγια… Πάντως γέλασα είναι η αλήθεια, αν και δεν θα έπρεπε νομίζω.

Χαραυγή - Μέρος 1ο (3/10)

Στα πρότυπα του Χάρι Πότερ είναι το τελευταίο μέρος ενός φραντσάιζ που κιόλας με κούρασε, και το οποίο έτσι για να βγάλει κι άλλα λεφτά και να επιτείνει το σασπένς (;) σπάζει σε δύο μέρη. Σε αυτό το πρώτο μέρος θα δεις τον κούκλο βαμπίρ να παντρεύεται τη γλυκιά θνητή, τον λύκο εραστή να τσαντίζεται, και εντέλει άπαντες να συσπειρώνονται στον αγώνα να μην πεθάνει η θνητή μετά το δάγκωμα. Η τρέλα βέβαια ξεκινάει όταν κυοφορείται το μωρό – σκέτος διάβολος που θα αφανίσει την ανθρωπότητα… Να με συγχωρείς αγαπητέ φαν της σειράς αλλά γέλασα με την ψυχή μου σε αυτό το κατά τα άλλα νεανικό δράμα που θα κόψει ένα σκασμό εισιτήρια, καθότι ναι ξέρω, αυτά τα ταραχώδη και ιδιαίτερα love stories αρέσουν στον κοσμάκη, και ειδικότερα στα κορίτσια που κοιμούνται με τη φωτογραφία του Πάττινσον κάτω από το μαξιλάρι τους. Επίσης, κρίμα και για τον σκηνοθέτη Μπιλ Κόντον, ο οποίος μέχρι στιγμής είχε στο βιογραφικό του δύο αξιοπρόσεχτες δουλειές, το "Dreamgirls" και το "Kinsey - Ας μιλήσουμε για το σεξ". Όμως, δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι η θέση στο σύγχρονο σινεμά μιας ταινίας που αξίζει μόνο για μεταμεσονύχτια προβολή σε dvd home theater με μεγάλη παρέα και μπόλικα ποπ κορν συν κόκα κόλα;

Ανώνυμος (4/10)

Είναι ο σκηνοθέτης των εντυπωσιακών πλην αφελών μπλοκμπάστερ του Χόλυγουντ, που ξαφνικά αποφάσισε ότι πρέπει να “γυρίσει” στην ελισσαβετιανή Αγγλία και να αποδομήσει τον Σαίξπηρ, ν’ ανακαλύψει το μυστήριο γύρω από τα έργα του, να ξαναγράψει τον μύθο του, και να μιλήσει για την απάτη του ή όχι. Ο Έμμεριχ κάνει μια ταινία για το τίποτα. Εντυπωσιακά σκηνικά και κουστούμια, καλαισθησία και ατμοσφαιρική φωτογραφία, και μερικά εφέ που επιτείνουν τη δράση και το μυστήριο, δεν συνθέτουν απαραιτήτως μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία και θα μπορούσε να είναι αν… Κι όμως δεν ξέρω το αν. Καταρχάς προσωπικά δεν με συγκινεί το θέμα της πατρότητας των έργων του Σάιξπηρ. Και να με συγκινούσε όμως, ο τρόπος που το συνθέτει και εντέλει το προβάλει ο Έμμεριχ δεν μου λέει και τίποτα. Δηλαδή δεν με ιντριγκάρει για να τον ακολουθήσω σε αυτό το λαβυρινθώδες και μακρόσυρτο φλας μπακ που στο τέλος και σε μπερδεύει και σε κάνει να απορείς. Ο “Ανώνυμος” είναι εντέλει μια καλή ιδέα και μόνο. Κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει ενδιαφέρον.

Τρίο (5/10)

Μοιάζει πολύ προσωπική αυτή η νέα (;) ταινία του Τύκβερ, γι’ αυτό υποθέτω και άργησε να προβληθεί στα μέρη μας, άλλωστε κοντά τον ενάμιση χρόνο συμπληρώνει. Βλέπεις, φέρνει κάτι από το βερολινέζικο ελευθεριακό κλίμα που περικλείει την τέχνη, το σεξ και τον ερωτισμό με το απαραίτητο μπουρδούκλωμα στις ανθρώπινες σχέσεις. Τώρα, αν κάποιος συλλογιστεί τι δουλειά έχει όλο αυτό το hype και φιλοσοφημένο στυλ στην Ελλάδα της μιζέριας, δεν θα έχει κι άδικο στην αποστροφή του. Ο γερμανικός αέρας της ευδαιμονίας και της ανακάλυψης των σωμάτων παραγεμίζεται με μουσική, κοφτό μοντάζ, έντονες ερωτικές σκηνές, γρήγορη κινηματογράφηση και προβληματισμούς και αμπελοφιλοσοφίες για τη ζωή, το σεξ, τον θάνατο (τις απαραίτητες δόσεις καρκίνου τις παίρνεις κι εδώ). Έτσι και δεις διασκεδαστικά και μόνο αυτό το τριολέ του Τύκβερ, στο οποίο ένα άκρως ελευθεριάζον ζευγάρι ερωτεύεται τρίτο άντρα και μπλέκουν κυριολεκτικά τα μπούτια τους, τότε μπορεί και να απορροφηθείς και να βυθιστείς στο πολύχρωμο και έντονο σύμπαν που χτίζει το άλλοτε τρομερό παιδί του γερμανικού σινεμά (που γυρίζει πλέον και χολιγουντιανά πρότζεκτς). Στην ουσία της δεν πρόκειται και για καμία βαθυστόχαστη ταινία, μα για ένα σεξουαλικό κινηματογραφικό arthouse υβρίδιο που μπορεί και να σε παρασύρει στο… Βερολίνο από τον επόμενο μήνα.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πορταλ www.sevenart.gr (17-11-11).

16 Νοε 2011

"Τα πάντα ρή-τος / This history of music and poetry : Khala my friend" - No 110

Written by Amanaz

Hello, Khala my friend
Where do you think you're going to?
And the road you're taking
It has no end
Khala my friend come back to me
Khala my friend, cause I'm gonna miss you

Khala my friend...

The world is full of misery
and the road you've taken
there is no end
khala my friend, come back to me
khala my friend, cause I'm gonna miss you

Hello, Khala my friend
Where do you think you're going to?
And the road you're taking
There is no end
Khala my friend, come back to me
Khala my friend, cause I'm gonna miss you

Khala my friend...

The world is full of misery
And the road you're taking
There is no end
Khala my friend, come back to me
Khala my friend, cause I'm gonna miss you

Oscar Greeley Clendenning Hammerstein II

The last time I saw Paris
A lady known as Paris, Romantic and Charming
Has left her old companions and faded from view
Lonely men with lonely eyes are seeking her in vain
Her streets are where they were, but there's no sign of her
She has left the Seine
The last time I saw Paris, her heart was warm and gay,
I heard the laughter of her heart in every street café
The last time I saw Paris, her trees were dressed for spring,
And lovers walked beneath those trees and birds found songs to sing.
I dodged the same old taxicabs that I had dodged for years.
The chorus of their squeaky horns was music to my ears.
The last time I saw Paris, her heart was warm and gay,
No matter how they change her, I'll remember her that way.
I'll think of happy hours, and people who shared them
Old women, selling flowers, in markets at dawn
Children who applauded, Punch and Judy in the park
And those who danced at night and kept our Paris bright
'til the town went dark.

Σαν σήμερα – 15 Νοεμβρίου

ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

1776: Στις ΗΠΑ ακούγεται ο πρώτος πυροβολισμός στον αέρα προς τιμήν νεκρού στρατιώτη.

1841: Ο Ναπολέων Γκουερίν δημιουργεί το πρώτο σωσίβιο, κατασκευασμένο από φελλό.

1849: Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι καταδικάζεται σε θάνατο για αντικυβερνητική δραστηριότητα, που σχετίζονταν με μία ριζοσπαστική ομάδα διανοούμενων. Η εκτέλεσή του ματαιώνεται την τελευταία στιγμή.

1889: Γεννιέται ο Τζορτζ Κάουφμαν, συγγραφέας, παραγωγός και εκδότης βιβλίων.

1922: Γεννιέται ο Πορτογάλος συγγραφέας, που το 1998 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, Χοσέ Σαραμάγκο.

1924: Γεννιέται ο χαρακτήρας του Βρετανού κατασκόπου του Ίαν Φλέμινγκ, Τζέιμς Μποντ.

1943: Γεννιέται ο σκηνοθέτης του κινηματογράφου, Μάικλ Τσιμίνο. Έργα του "Η χρονιά του Δράκου" και ο "Ελαφοκυνηγός".

1959: Πρώτη παράσταση στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης του μιούζικαλ "Η Μελωδία της Ευτυχίας"(The Sound of Music), το οποίο έπλασε ο Richard Rodgers μελοποιώντας τον ποιητικό λόγο του Oscar Hammerstein II.

1973: Οι φοιτητές κλείνονται στα Πολυτεχνεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και καλούν το λαό σε εξέγερση εναντίον της δικτατορίας.

15 Νοε 2011

Όλα για τον Πέδρο

Είναι ο κορυφαίος Ισπανός σκηνοθέτης. Μόνο ο Μπουνιουέλ μπορεί να συγκριθεί μαζί του, όχι φυσικά για το σινεμά που έχουν κάνει, μα για την δημοφιλία που διαθέτουν στο σινεφίλ κόσμο. Το φτωχόπαιδο από τη Μάντσα (ως άλλος Δον Κιχώτης), με το κάκιστο πατρικό πρότυπο (ως άλλος Τσαρλς Μπουκόφσκι), την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία που από ένα σημείο και μετά ξεσάλωσε επί της οθόνης, και τον πολύχρωμο, ιλουστρασιόν, κιτς (ή μπαρόκ, κατά ορισμένους) κόσμο, πραγματικό και κινηματογραφικό, σκηνοθέτησε την, κατά σειρά, 19η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του (το “Δέρμα που κατοικώ”), προκαλώντας για ακόμη μια φορά σούσουρο γύρω από το όνομα του.

Έχοντας κιόλας φτάσει τα 62 του χρόνια, με τα Όσκαρ σεναρίου και ξενόγλωσσης ταινίας (“Μίλα της”, “Όλα για τη μητέρα μου”), τις δυο Χρυσές Σφαίρες Ξενόγλωσσης Ταινίας (“Όλα για τη μητέρα μου”, “Γύρνα πίσω”), τα τρία βραβεία στις Κάννες (Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Οικουμενικής Επιτροπής, για το “Όλα για τη μητέρα μου” και το “Γύρνα πίσω”), το βραβείο Τέντι στη Μπερλινάλε (“Ο νόμος του πόθου”), το βραβείο σεναρίου στη Μόστρα (“Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης”), και δεκάδες ακόμη σε φεστιβάλ και θεσμούς όλου του κόσμου, ο Αλμοδόβαρ έχει να υπερηφανεύεται για την μετεξέλιξή του από περιθωριακό, underground κινηματογραφιστή σε παγκόσμιας εμβέλειας σκηνοθετικό κατεστημένο (με την καλή έννοια της λέξης).

Μιλάω βέβαια για τον σκηνοθέτη των πολυπρόσωπων, και δαιδαλωδών κινηματογραφικών ιστοριών, που αγαπά την πλέον απόκρυφη, σκοτεινή, ψυχωτική πλευρά της γυναίκας, και υπερθεματίζει το αρρενωπό αντρικό πρότυπο, που έκανε το σύγχρονο μελόδραμα (ή και σαπουνόπερα, μπορείς να πεις) μόδα, ως άξιος συνεχιστής του Ντάγκλας Σερκ, του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, του Τζωρτζ Κούκορ κ.ά. Είναι όμως κι ο κινηματογραφιστής των αναρίθμητων κινηματογραφικών (και λογοτεχνικών) αναφορών, των αναμασημάτων, των επιρροών και των αντιγραφών (τζιζ!).

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, έπειτα από έντεκα μικρού μήκους ταινίες σε τέσσερα χρόνια, γυρίζει το 1978 την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Το “Folle, folle, fólleme, Tim” (Fuck Me, Fuck Me, Fuck Me, Tim) είναι μια κομεντί, στην οποία η Κάρμεν Μάουρα ερμηνεύει ένα φτωχό κορίτσι που εργάζεται σκληρά και ζει με το αγόρι της, ο οποίος είναι τυφλός και κιθαρίστας ταυτόχρονα. Όσο εκείνος γίνεται δημοφιλής, τόσο εκείνη τυφλώνεται… Είναι η εποχή του glam rock, του καρακιτσαριού και της εξαλλοσύνης, στην οποία αλκοόλ, σεξ, ναρκωτικά, με γκέι, τραβεστί και μπόλικες υστερίες, ανακατεύονται στις “χειρότερες ταινίες του ισπανικού σινεμά”, που είναι μεν ξεπερασμένες, έχουν δε τεράστιο ενδιαφέρον.

Παρακάτω, η συντακτική ομάδα του SevenArt σου αναλύει την πλήρη φιλμογραφία του Πέδρο Αλμοδόβαρ.

Νέστορας Πουλάκος

Για τις ταινίες αναλυτικά δες εδώ.

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (2-11-11).

13 Νοε 2011

Συνέντευξη του Νέστορα Πουλάκου...

Στον Γιάννη Παπαδημητρίου

Μία συζήτηση με τον Νέστορα Πουλάκο, μέλος της κριτικής επιτροπής FIPRESCΙ του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και αρχισυντάκτη του SevenArt.gr

Κύριε Πουλάκο, πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να επικεντρωθείτε στο φεστιβάλ, τη στιγμή που καθημερινά οξύνεται η πολιτική κρίση; Η πολιτική εκπαραθυρώνει την τέχνη από την καθημερινότητα ή η τελευταία έχει μηχανισμούς για να αντιστέκεται;

"Μιζέρια θέλουν από εμάς, μιζέρια δεν θα έχουν όμως. Τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε". Με αυτή την πρόταση ξεκίνησα την πρώτη μου ανταπόκριση στο SevenArt.gr για το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Όλοι εδώ στην πόλη λέμε το εξής : ευτυχώς που τουλάχιστον αυτές τις ημέρες βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη, κι όχι στη μιζέρια, το άγχος, και τη γκρίνια της Αθήνας. Ξεχνιόμαστε με το φεστιβάλ, μπαίνουμε σε ένα άλλο κόσμο. Άλλωστε αργά ή γρήγορα θα ξαναβρεθούμε στα σκατά που μας έχουν σερβίρει. Τώρα όσον αφορά την τέχνη, την πολιτική και τη σχέση τους; Διαχρονικό ερώτημα κι αιωνίως αναπάντητο. Και οι δυο είναι πυλώνες της κοινωνίας, που εκ των πραγμάτων δεν "εκπαραθυρώνονται". Θα συνυπάρχουν μέχρι να νικήσει, αν γίνει ποτέ αυτό, ο καλύτερος.

Φέτος, παρά την οικονομική κρίση, είναι εντυπωσιακή η παρουσία των ελληνικών ταινιών στο πρόγραμμα. Συλλογική αντίδραση απέναντι στην κρίση ή συγκυριακό φαινόμενο;

Όντως είναι εντυπωσιακή η παρουσία των ελληνικών ταινιών, και να φανταστείτε ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί άλλες τόσες που έχουν παίξει σε προηγούμενα φεστιβάλ της χώρας. Συμβαίνουν και τα δύο που λέτε. Από τη μια μεριά, πολλοί κινηματογραφιστές επιλέγουν την d.i.y. παραγωγή χωρίς να μπλέκουν με κρατική και τηλεοπτική οικονομική στήριξη που τους κρατά πίσω για καιρό (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το "Forget me not" του Γιάννη Φάγκρα). Από την άλλη μεριά βέβαια, να έχετε υπόψη σας ότι η φετινή παραγωγή ταινιών είναι η τελευταία τόσο μαζική μια και η κάνουλα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, βασικού παραγωγού κάθε ελληνικής ταινίας, έχει κλείσει εδώ και καιρό. Κάτι που σημαίνει ότι ο καθένας σκηνοθέτης παίρνει το ρίσκο του και ξεκινά γυρίσματα με ότι μέσα και χρήματα διαθέτει. Παράγοντας ανασταλτικός για τους όχι και τόσο τολμηρούς.

Θεωρείτε ότι ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί με αξιώσεις να ακολουθήσει τα βήματα του ρουμάνικου ή του τούρκικου;

Ζούμε μια εποχή που έχουν πάψει να υφίστανται κινηματογραφικά ρεύματα όπως εκείνα της Νουβέλ Βανγκ, του Cinema Novo, του Free Cinema, ή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Πλέον, οι κινηματογραφιστές λειτουργούν ως μονάδες, επενδύουν στο ιδιωτικό τους όραμα και χαράζουν την πορεία τους. Καμιά φορά, όπως στις πρόσφατες περιπτώσεις του ρουμάνικου και του τούρκικου κινηματογράφου, συμβαίνει συγκυριακά να βγουν στην επιφάνεια πολλές "φωνές" μαζί. Ίσως και να γίνεται από μια κοινωνική ορμή της στιγμής. Στα σίγουρα όμως δεν φέρει την επαναστατικότητα και τον αναβρασμό των '60s και των '70s. Το σημαντικό ρόλο πλέον παίζουν οι προγραμματιστές των φεστιβάλ. Αυτοί έκαναν "μόδα" τους Ρουμάνους και τους Τούρκους. Τώρα προσπαθούν να κάνουν τους Έλληνες. To ελληνικό σινεμά που συν τοις άλλοις δεν έχει ούτε υποδομές κινηματογραφίας ούτε κάποια υψηλών αξιώσεων παιδεία, αυτή την περίοδο βιώνει μια άνθηση. Νομίζω ότι είναι συγκυριακή.

Μπορούμε να δώσουμε μία συγκεκριμένη ταυτότητα στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο; Ποια δηλαδή είναι τα προεξέχοντα στοιχεία του και τι έχει να προσδώσει στο διεθνές σινεμά;

Ακούστε τώρα το παράδοξο. Το πιο εξαγώγιμο προϊόν μας είναι αυτή τη στιγμή το σινεμά του Λάνθιμου ("Κυνόδοντας", "Άλπεις") και της ομάδας του (το "Attenberg" της Τσαγγάρη). Πρόκειται για σινεμά γκαλερίστικο και παγκόσμιο. Δεν έχει κανένα στοιχείο εθνικής ταυτότητας. Άρα μόνο ελληνικό δεν το λες. Για το Moma της Νέας Υόρκης καλό είναι. Παρόλο που θα έπρεπε λόγω κρίσης (οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής) να έχει μια ανάλογη ταυτότητα το ελληνικό σινεμά, εντούτοις δεν την έχει διαμορφώσει. Μακάρι να το κάνει. Επιμένω όμως στο ιδιωτικό όραμα των σκηνοθετών. Μετά τον ρεαλισμό των Ρουμάνων και τον νατουραλισμό των Τούρκων, περιμένω και κάτι από τους δικούς μας...

Πόσο διαφοροποιούνται τα κριτήρια ενός κριτικού όταν ζει σε μία εποχή κρίσης αξιών; Στρέφεται δηλαδή η ματιά περισσότερο προς επίκαιρους προβληματισμούς ή δεν επηρεάζεται καθόλου από τους εξωτερικούς παράγοντες;

Η κρίση αξιών έχει επηρεάσει πολύ σημαντικά την κριτική τέχνης (όπως και την πολιτική και κοινωνική αρθογραφία). Στη γενικότερη φούσκα του τύπου και της αποκαθήλωσης θεσμών και αξιών, ο κόσμος προτιμά ένα οδηγό πόλης και μια τηλεοπτική ατάκα, από το να διαβάσει κριτική σκέψη και πολιτική ανάλυση σε έντυπο και ηλεκτρονικό μέσο. Σε κάποιο ξεσκαρτάρισμα θα οδηγήσει κι αυτό, για να δούμε... Τώρα όσον αφορά την "ματιά" του κριτικού. Αναλόγως το θέμα προβληματίζεσαι κιόλας. Για παράδειγμα θα χρησιμοποιήσω όρους κοινωνικούς και πιο επίκαιρους για το "Wasted youth" των Παπαδημητρόπουλου-Vogel, και θα κρίνω με όρους ψυχαγωγίας τη νέα ταινία "Χάρι Πότερ" και "Λυκόφως". Στα σίγουρα όμως η θεωρητική και κριτική μπροσούρα που άνθισε στην Ελλάδα των '80s έχει πεθάνει. Λίγα λόγια και απλά φτάνουν και περισσεύουν πλέον.

Αν ήσασταν καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, τι θα διορθώνατε, τι θα θέλατε να προσθέσετε και τι θα αφήνατε ίδιο;

Οι περισσότερες επιλογές του Δημήτρη Εϊπίδη με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Το Φ.Κ.Θ. χρειαζόταν αυτή την αλλαγή από τη δήθεν γκλαμουριά και το b χολυγουντιανό στυλ που είχε επιβάλει η Δέσποινα Μουζάκη επί πενταετίας, στις ένδοξες και παχιές εποχές του άφθονου ευρώ (που άφησε εκατομμύρια χρέη όμως). Όμως, θα πρόσθετα τουλάχιστον ένα όνομα κράχτη, για παράδειγμα τον Σων Πεν ή τον Τζωρτζ Κλούνει (για να μιλήσω με ονόματα που πρωταγωνιστούν σε σημαντικές ταινίες του φεστιβάλ, και φυσικά έχουν κάτι να πουν, διαθέτουν δημόσιο λόγο αρκούντως στιβαρό). Και θα αφαιρούσα δηθενιές σινεφίλ που και λίγο κοινό αφορούν, και γραφικοί έχουν καταντήσει, και κλισέ έχουν γίνει (για παράδειγμα στη φετινή διοργάνωση δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον στο αφιέρωμα και το όλο ντόρο για τη Σάρα Ντράιβερ).

Πως βλέπετε μέχρι στιγμής το κοινό της Θεσσαλονίκης να έχει υποδεχθεί το φεστιβάλ; Πιστεύετε ότι αφήνει το αποτύπωμά του στη ζωή της πόλης ή κινείται αποκλειστικά μέσα στις αίθουσες;

Το Φ.Κ.Θ. κάποτε άφηνε το αποτύπωμα του στην πόλη, σίγουρα στη δεκαετία του '80. Μετά έγινε διεθνές και σιγά σιγά το ελληνικό σινεμά υποχώρησε (μαζί και η ποιότητα των ταινιών βέβαια), τα βλέμματα στράφηκαν στην Αθήνα, κι η μετοίκηση πολλών Σαλονικιών του σινεμά στην πρωτεύουσα έφερε και το αντίστοιχο κενό. Από φέτος εγκαινιάζεται μια στροφή. Τουλάχιστον συμβολική, μια και τοποθετήσανε τον Μπουτάρη ως πρόεδρο του φεστιβάλ. Επιζητούν και πάλι την εντοπιότητα του θεσμού. Όμως υπάρχει πολύς δρόμος. Ο κόσμος της Θεσσαλονίκης κάπως ενδιαφέρεται για το φεστιβάλ μόνο στη διάρκεια του. Τότε στήνεται ένα πανηγύρι στην πόλη, κάτι σαν το πατρινό καρναβάλι αλλά στο πιο low profile. Μετά σβήνουν τα φώτα και πάμε πάλι πίσω στην καθημερινότητα. Κοιτάξτε, δεν φταίνε οι Θεσσαλονικείς, αυτοί που τους οδηγήσανε σε αυτό το σημείο φταίνε. Και θα σας πω ένα περιστατικό : Πριν τέσσερα χρόνια, στη διάρκεια του 48ου Φ.Κ.Θ., παίρνω ταξί από την Περαία που είχα πάει για φαγητό, με προορισμό το λιμάνι και τις αίθουσες προβολής. Ο ταξιτζής, ο επαγγελματίας που οργώνει καθημερινά όλη την πόλη και πρέπει να έχει κέρδος από το φεστιβάλ, απλώς το αγνοούσε. Δεν ήξερε καν ότι γινόταν...

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ειδησεογραφικό portal www.protagon.gr (9-11-11).

10 Νοε 2011

Ταινίες 10ης Νοεμβρίου 2011

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα τρεις ταινίες, χωρίς καμία από αυτές να είναι και η πλέον αξιόλογη. Πιθανότατα οι εταιρείες διανομής επέλεξαν την περίοδο του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να μη βγάλουν τα δυνατά τους χαρτιά. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι το “Τζέιν Έιρ” του Κάρι Φουκουνάγκα, ο οποίος με είχε εκπλήξει με την προηγούμενη ταινία του. Την κλασική αυτή λογοτεχνική μεταφορά δεν την έχω δει, η αγαπητή όμως Σοφία που την είδε στο 24ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου τη βρίσκει αρκούντως συμπαθητική. Ενδιαφέρον έχει όμως εντέλει είναι μια χλιαρή πολιτική σάτιρα μετρίως σκηνοθετημένη, “Ο Κατακτητής” του Ντιρινζέ τα βάζει με τον Πρόεδρο της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί. Νερόβραστη ιστορία που διαθέτει μια αξιόλογη ερμηνεία. Μπλοκμπάστερ για πολλά εισιτήρια είναι οι “Αθάνατοι”, που ξαναφέρνουν στη μόδα τον αρχαιοελληνικό ντόρο των “300”. Θα εντυπωσιαστείς από τη φωτογραφία, το δυναμισμό, και τα εφέ, θα απογοητευτείς από το σενάριο.

Ο Κατακτητής (4/10)

Πολιτική σάτιρα για το πώς απέκτησε τη δύναμη και τη δημοφιλία του ο, εντέλει, κακός πρωθυπουργός και μετέπειτα πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί. Έχει την αξία της γιατί ο, όχι και με τόσο αξιόλογη καριέρα, Ντιρινζέ την γύρισε εν μέσω της θητείας του Σαρκοζί κι όχι με το ιστορικό βάθος χρόνου (ίδιας δυναμικής με το “W.” του Στόουν). Παρολαυτά, ο Ντιρινζέ δεν πετυχαίνει κι ακριβώς το στόχο του. Μπορεί να έχει την πολύ καλή ερμηνεία του Πανταλιντές στο ρόλο του Σαρκοζί, όμως ο σεναριακός του ιστός είναι χαλαρός και προβλέψιμος, και τα περισσότερα γεγονότα είναι κλισέ που βασίζονται σε αληθινά περιστατικά. Η σάτιρα του δηλαδή κινείται σε χλιαρά επίπεδα και σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει το γεγονός ότι δεν σχολιάζει κάτι το πολύ σπουδαίο. Περιορίζεται μόνο και μόνο στο ότι κάνει μια ταινία για τον Σαρκοζί στη μέση της παρακμής του κι αυτό του φτάνει. Δεν αρκεί όμως.

Αθάνατοι (4/10)

Τι είδα σε αυτό το καινούριο χολιγουντιανό μπλοκμπάστερ που ποντάρει στο αρχαιοελληνικό ρεύμα το οποίο όλο και αρέσει στην αγγλοσαξονική πιτσιρικαρία; Μα φυσικά τα δυνατά οπτικά εφέ της, την έντονη και αρκούντως εντυπωσιακή φωτογραφία της, καθώς και το κυριότερο, τον δυναμισμό των μαχών. Σε αυτό το ανιστόρητο μυθολογικό αχταρμά που συνεχίζει επάξια το ντόρο των “300”, και παρακάμπτοντας τις όντως μπούρδες “Τιτανομαχία” και “Πέρσι Τζάκσον”, πραγματικά θα το διασκεδάσεις με την ψυχή σου. Κεντρικός ήρωας είναι ο Θησέας που κάνει τα πάντα για να σώσει τους… Έλληνες από τον… Μίκι Ρουρκ. Τελοσπάντων, μες σε αυτά τα εντελώς ανόητα νοήματα που υπάρχουν στην ταινία, καθώς και στο παιδικό σενάριο της, θα βρεις εκείνη τη φόρμουλα διασκέδασης για να περάσεις καλά. Πέραν τούτου ουδέν. Για τους ηθοποιούς μην περιμένεις να σου πω και τίποτα.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό portal www.sevenart.gr (10-11-11).

8 Νοε 2011

Το Κουμπί, του Γιώργου Δουατζή

Με το μονόπρακτο του Γιώργου Δουατζή “Το κουμπί” αρχίζει την Τρίτη 8 Νοεμβρίου στις 8΄30 το βράδυ, η σειρά των Θεατρικών Αναλογίων του Ιωνικού Κέντρου, στην οδό Λυσίου 11 στην Πλάκα.Μετέχουν οι ηθοποιοί: Αριστοτέλης Αποσκίτης, Ανδρέας Μαριανός και Ράνια Πρέβεζα. Σκηνοθετική επιμέλεια: Νάντια Μουρούζη. Μουσική επιμέλεια: Έμυ Πανάγου. Εικαστικά: Μιχάλης Αμάραντος

Ένα μικρό κουμπί αποτελεί δικαιολογία ύπαρξης για έναν άνθρωπο. Κάποιος φυλακίζεται για έναν φόνο, παρότι οι δικαστές του γνωρίζουν ότι δεν τον διέπραξε. Ο φυλακισμένος – πειραματόζωο ανατρέπει κανόνες που έχουν επιβληθεί υπό κλίμακα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο ήρωας δεν ανέχεται τον εαυτό του, και τέλος ένας νεκρός χαρακτηρίζεται... υγιέστατος. Μια σκληρή κριτική, εαυτού και αλλήλων, για όσα ζει και κυρίως ανέχεται ο σύγχρονος Έλληνας, και ο κάθε άνθρωπος.

Μετά την παρουσίαση του έργου και τη συζήτηση με το κοινό ακολουθεί μουσική βραδιά στο καφέ - εστιατόριο του Ιωνικού Κέντρου.

Είσοδος: 8 ευρώ. Φοιτητές, σπουδαστές: 4 ευρώ
Κρατήσεις: Ιωνικό Κέντρο, Λυσίου 11, Πλάκα - τηλ 210 32 46 614
epikoinonia@ionic.gr www.ionic.gr/politismos

7 Νοε 2011

ΠΑΡΤΥ

Την Τρίτη 8 Νοεμβρίου, μετά τις 10 το βράδυ, το SevenArt.gr, το Vakxikon.gr και το blog Cinεπιβάτες εν μέσω του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, διοργανώνουν ένα πάρτυ με πολλή μουσική από κινηματογράφο. Στην μπυραρία Αρκούδα, Κωνσταντίνου Μελενίκου 20 Θεσσαλονίκη. Dj ο Δάνης Κουμασίδης.

6 Νοε 2011

ΚΟΥΝΤΕΡΑ/ΔΟΥΑΤΖΗΣ/ΚΑΚΙΣΗΣ

...συνάντηση των σκέψεων μου και των αναμνήσεων μου / των παλιών μου θεμάτων (υπαρξιακών και αισθητικών) και των παλιών μου ερώτων (Ραμπελαί, Γιάνατσεκ, Φελλίνι, Μαλαπάρτε...)...

Συνάντηση, Κείμενα Μίλαν Κούντερα, μτφρ। Γιάννης Χάρης, Εκδόσεις Εστία, 2010

*

Οι ωδές στην κόκκινη φωτιά
στα κόκκινα παπούτσια

δεν έχουν τέλος

Τα κόκκινα παπούτσια, ποίηση, Γιώργος Δουατζής, Εκδόσεις Εξάντας, 2004


*
είναι φορές που θέλω η ζωή να περάσει να περάσει, να περάσω κι εγώ, να τελειώσουμε. όμως τότε ακριβώς η ζωή δεν λέει να φύγει, τότε ακριβώς δεν σταματάει, τότε ακριβώς δεν χάνεται. όλες τότε οι έννοιες, όλα τα ρήματα, περνάω, πάω, χάνομαι, ένα και μοναδικό τότε άλλο ρήμα γίνονται, μιά λέξη σαν τη ζωή άγνωστη, όλο ροή κι όλο ακινησία ταυτόχρονα, όλο εδώ κι όλο εκεί πάλι...

Τίγρεις, ποίηση, Σωτήρης Κακίσης, Εκδόσεις Ερατώ, 2007