26 Ιαν 2012

Ταινίες 26ης Ιανουαρίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, εκ των οποίων άλλες φέρουν οσκαρική στάμπα κι άλλες αποτελούν ουσιαστικά ντεμπούτο νέων Ελλήνων σκηνοθετών. Καθώς και μια επανέκδοση, εν είδει ταινιοθήκης στο διαχρονικό έργο του Παμπστ. Στο μεταξύ, η Ελλάδα θρηνεί τον ξαφνικό χαμό του Θόδωρου Αγγελόπουλου, κι ευελπιστεί να πάρει βραβεία το “L” του Μπάμπη Μακρίδη είτε στο Φεστιβάλ Σάντανς είτε στο Φεστιβάλ Ρότερνταμ (ξεκίνησε χθες), όπου διαγωνίζεται. Ταινία της Εβδομάδας είναι το “Champions: Μια αστεία ιστορία”, το ντοκιμαντέρ και ταυτόχρονα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 26χρονου Γαβριήλ Τζάφκα, πολυβραβευμένου μικρομηκά μέχρι τώρα. Η (ανύπαρκτη) κινηματογραφική παιδεία στην Ελλάδα, το θέμα της. Φρέσκο, διεισδυτικό, διαχρονικό κι επίκαιρο, ζωντανό, ατόφια αυθεντικό ντοκιμαντέρ. Μια σημαντική ταινία τεκμηρίωσης. Οι “Απόγονοι” του Αλεξάντερ Πέιν, με τη μεστή -αλλά όχι την καλύτερη του- ερμηνεία του Τζωρτζ Κλούνεϊ, σε μπάζουν στον οσκαρικό χορό του μήνα. Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας και πέντε οσκαρικές υποψηφιότητες, γι’ αυτή την γλυκόπικρη κομεντί ενηλικίωσης… ενός ενήλικα. Στον “Παράδεισο” του Παναγιώτη Φαφούτη θα δεις τέσσερις ιστορίες σχέσεων που περνάνε κρίση και βρίσκονται στην αναζήτηση της ταυτότητας τους. Με φόντο το πατρινό καρναβάλι, ο Έλληνας σκηνοθέτης παραγεμίζει την ταινία του με τη σπινταριστή μουσική του G Pal, ξεχνώντας την ουσία του θέματος του. Ο Γωγάκης είδε τα “Στενά Περιθώρια”, στα οποία ο Σαμ Γουόρθινγκτον απειλεί ν’ αυτοκτονήσει σε όλη τη διάρκεια τους, μια και είναι απεγνωσμένος και τον πνίγει η αδικία. Στο τέλος βέβαια, ένα μειδίαμα χαράζεται στα χείλη σου… Δεν είδα ένα ακόμη σίκουελ του “Underworld” καθότι ποτέ μου δεν συμπάθησα αυτή τη σειρά ταινιών, ούτε την πήρα στα σοβαρά, και φυσικά δεν προτίθεμαι να το κάνω ούτε και τώρα. Μη με ακούς, κάνε ότι νομίζεις. Συνεχίζονται οι προβολές ταινιών του σπουδαίου Παμπστ. Αυτή τη φορά θα δεις την καλύτερη –κατ’ εμέ- ταινία του, το “Κουτί της Πανδώρας”, που έχει αφήσει εποχή στο παγκόσμιο σινεμά (και στις κομμώσεις των κοριτσιών, διαχρονικά). Παραγωγή του 1929, βωβή, που φυσικά κυκλοφορεί “ελεύθερη” έτσι κι αλλιώς…

Champions: Μια αστεία ιστορία (7/10)

Πολύ χαίρομαι όταν βλέπω το παρεξηγημένο ντοκιμαντέρ να αγκαλιάζει την οθόνη, να σε κρατάει προσηλωμένο εκεί και να μη θες να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού, ώστε να ρουφήξεις το καθετί που θα ειπωθεί. Χαίρομαι ακόμη, όταν βλέπω νέους κινηματογραφιστές ν’ αναδιαμορφώνουν το ντοκιμαντέρ: η καθιερωμένη φόρμα της καταγραφής σπάει, και το σενάριο έχει υπόσταση και μάλιστα σημαντική. Είχα ενθουσιαστεί τόσο με το “Directing Hell” του Χουλιάρα, πριν λίγους μήνες αν θυμάσαι, μέχρι που έπαθα ακριβώς το ίδιο με το “Champions” του Γαβριήλ Τζάφκα. Και σιχτιρίζω τον εαυτό μου, που το προσπέρασε στα Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και Χαλκίδας τον περασμένο χρόνο. Είναι μια φρέσκια καταγραφή, που χτίζει γέφυρες τεκμηρίωσης και σπάζει τα δεδομένα που έχει στα χέρια της, και ακόμη αποκωδικοποιεί και αποδομεί ότι περιδιαβαίνει το οπτικό πεδίο της. Ο πολυβραβευμένος μικρομηκάς Τζάφκας, για τον οποίον σου έχω γράψει ουκ ολίγες φορές στις ανταποκρίσεις μου από το Φεστιβάλ Δράμας, θίγει ένα ακόμη καυτό ζήτημα της ελληνικής κινηματογραφίας: την αόριστη, νεφελώδη, και τραγελαφική παιδεία της. Κι όντας ο ίδιος ο σκηνοθέτης απόφοιτος της πρώτης γενιάς της σχολής κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τότε κάπως καλύτερα κι εκ των έσω γνωρίζει τα πράγματα. Και ναι, είναι ένα ντοκιμαντέρ για τους σινεφίλ και την πιάτσα. Σίγουρα όχι για το ευρύ κοινό. Καθότι το θέμα της έχει να κάνει με τη μικρή μας, προβληματική και αμαρτωλή κοινότητα… των 1000 ανθρώπων, όπως λέει στο ντοκιμαντέρ ο αείμνηστος Κατσουρίδης. Παρολαυτά, το “Champions” του Τζάφκα τα έχει όλα: αστεία και κωμικά σκετς που σπάνε τη μονοτονία των καταιγιστικών συνεντεύξεων. Κοφτό, δυνατό, εντελώς to the point μοντάζ που ξεμπροστιάζει πρόσωπα και θεσμούς. Και φυσικά ένα άρτιο, αυστηρά δομημένο και συμπαγές σεναριακό ιστό, που ξετυλίγει το νήμα της αμαρτίας της κινηματογραφικής παιδείας. Σχολή Σταυράκου, Νόμος Μερκούρη, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, New York College, ΙΕΚ Ακμή, Σχολή Κινηματογράφου ΑΠΘ, Νόμος Γερουλάνου, κ.ά. Ο Τζάφκας και η ομάδα του συνομιλούν με τους γνώστες του θέματος, διακεκριμένους Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, ακαδημαϊκούς και παλιούς κινηματογραφιστές, φοιτητές και καθηγητές κρατικών και ιδιωτικών σχολών, συνδικαλιστές και συμβούλους του ΥΠΠΟ, “ομιχλιστές” και αγωνιστές, κ.ά. Ο “ανθρώπινος” Αγγελόπουλος νευριάζει, ο Βούλγαρης δεν ξέρει και πολλά, ο αείμνηστος Κακογιάννης μειδιά με τη λέξη παιδεία, η Ευαγγελάκου ψάχνει την παιδεία στην Ομίχλη αποστρεφόμενη την ΕΑΚ (που τώρα είναι πρόεδρος της), φοιτητές γελούν με τα λεφτά που δίνουν στις ιδιωτικές σχολές και τον τζάμπα χρόνο που ξοδεύουν στις δημόσιες, συνδικαλιστές που ορέγονται να αλλάξουν τον κόσμο και παλιοί αγωνιστές που βλέπουν τη ματαιότητα ελληνικού τύπου. Άνθρωποι από όλες τις βαθμίδες, τις πτυχές, τα πόστα και τις θέσεις του ελληνικού σινεμά, αναιρούνται, αυτοαναιρούνται, επιβεβαιώνονται, διαψεύδουν και διαψεύδονται, ξεμπροστιάζονται και λοιδορούν, εμφανίζουν τα πραγματικά τους πρόσωπα κρύβοντας αυτά που ήδη βλέπουμε. Η σκηνοθεσία του Τζάφκα και η δουλειά της ομάδας του είναι χάρμα ιδέσθαι. Πολλά μπράβο στα παιδιά, και πολλά νεύρα γι’ αυτά που είδα κι άκουσα. Ντοκιμαντέρ με πυγμή, τσαγανό και ζωντάνια, που με όρους ριάλιτι στα λέει χύμα και τσουβαλάτα.

Οι Απόγονοι (6/10)

Στα σίγουρα δεν έχει ερμηνεία καριέρας ο Κλούνει σε αυτή την ταινία. Μια γλυκόπικρη κομεντί του (κάποτε) ανεξάρτητου (υποτίθεται) Χόλιγουντ είναι “Οι απόγονοι” του Αλεξάντερ Πέιν. Όπου ένας δικηγόρος στη Χαβάη, κάπως μακριά χρόνια τώρα από τη γυναίκα και τις δυο κόρες του, ξαναβρίσκει τον κόσμο που… είχε αφήσει όταν η σύζυγος του πέφτει σε κώμα από ατύχημα. Ξαναφτιάχνει τις σχέσεις με τις κόρες του, ανακαλύπτει όσα λησμονούσε, ψάχνει σε ένα κόσμο απ’ όπου απείχε συνειδητά και τώρα θέλει να γυρίσει. Με τον βέβαιο εντέλει θάνατο της γυναίκας του και ο ίδιος αλλάζει, κάνει την ενδοσκόπηση του, αναθεωρεί σχέδια και αποφάσεις ζωής, τοποθετεί σε προτεραιότητα άλλους ανθρώπους που είχε αφήσει στην άκρη. Πιστός στο κινηματογραφικό του όραμα, ο Πέιν, αυτός ο δαιμόνιος Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης του “Πλαγίως”, φτιάχνει μια ακόμη ανθρωποκεντρική ταινία που διαπνέεται από φιλοσοφίες, υπαρξισμούς και ενδοσκοπήσεις. Το τελικό αποτέλεσμα των “Απόγονων” είναι βέβαια χλιαρό. Παρόλο που και σε συγκινεί και σε κάνει να γελάς σε στιγμές του, εντέλει χάνεται στα κλισέ του, τις άνευρες… νευρώσεις του, και γίνεται ακαδημαϊκό. Μια ταινία πεϊνική μα όχι η καλύτερη του.

Παράδεισος (5/10)

Στο ατελείωτο πάρτι που στήνει ο Φαφούτης κατά τη διάρκεια του πατρινού καρναβαλιού, τέσσερις ιστορίες σχέσεων ξεκινούν και τελειώνουν με την κρίση τους να παραμένει. Ένας gay μάγειρας ερωτεύεται το αφεντικό του, ο οποίος τον έχει ως κολλητό του φίλο. Μια νεαρή κοπέλα καταφτάνει από το Λονδίνο για να δει το αγόρι της, που όμως εθισμένος πια στα ναρκωτικά έχει χάσει κάθε έλεγχο. Απεγνωσμένος σύζυγος θέλει διακαώς πίσω τη γυναίκα του που τον παράτησε, όμως παθαίνει ένα μικρό εγκεφαλικό. Και ένα νεαρός άνδρας διατηρεί σχέση με μια μεγαλύτερη του γυναίκα, της οποίας η κόρη είναι ερωτευμένη μαζί του. Ο Φαφούτης χτίζει τις ιστορίες του με hype, εκστατική διάθεση. Όμως και οι τέσσερις εντέλει καταλήγουν στο κενό. Δηλαδή, πλην της ιστορίας του Λίτση, που υποδύεται τον απεγνωσμένο σύζυγο, όλες οι υπόλοιπες σε αφήνουν κάπως μετέωρο, μια και είναι εντελώς άδειες. Θέλω να πω ότι το όποιο πρόβλημα δείχνεται επιδερμικά, και αυτό το κενό παραγεμίζεται με τη μουσική και τον καρναβαλικό παροξυσμό. Έντιμη είναι η προσπάθεια του Φαφούτη, όμως θα μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο και να δώσει κι άλλο βάθος στους χαρακτήρες του.

Το Κουτί της Πανδώρας (8/10)

Από τα διαμάντια του βωβού κινηματογράφου, και μάλιστα στα τελειώματα του, το 1929, είναι αυτή η ταινία του σπουδαίου Γκέοργκ Παμπστ, η τρίτη του που μας συστήνει η New Star την τελευταία χρονιά. Παρεμπιπτόντως κυκλοφορεί κι αυτή “ελεύθερη”… Στο “Κουτί της Πανδώρας”, που έχει γίνει παγκοσμίως γνωστό ως “Lulu” εξαιτίας της ερμηνείας και της εμφάνισης (το μαλλί της είναι πια μόδα διαχρονική) της Λουίζ Μπρουκς (τελευταία στιγμή πήρε τη θέση της Μάρλην Ντίτρηχ), θα δεις τις περιπέτειες της “αμαρτωλής” Λουλού, μιας κυρίας πολυτελείας που αρέσκεται να παίζει ερωτικά με τους άνδρες και τις γυναίκες. Με εμφανή τα κατάλοιπα του γερμανικού εξπρεσιονισμού στην κινηματογράφηση του, ο Παμπστ σκηνοθετεί τον ολέθριο πόθο ανδρών και γυναικών (με τις λεσβιακές ορέξεις να εμφανίζονται στο σινεμά), και το τραγικό τέλος να είναι και η λύτρωση του δράματος από τα πνιγηρά και ασφυκτικά δεσμά του έρωτα. Η Λουλού διατρέχει περιοχές κι εποχές, κορμιά καίγονται γι’ αυτήν και μυαλά σαλεύουν για τη σεξουαλικότητα της. Ηθογραφία εποχής, ανθρωπογεωγραφία πόλεων, και έθιμα και συμπεριφορές σωστά δομημένες και δοσμένες, συμπληρώνουν το μεγαλείο της ταινίας του Παμπστ. Εν είδει ταινιοθήκης, ένα μάθημα κινηματογράφου κανονικό αυτή η ταινία.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (26-1-2012).