25 Ιαν 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : America" - No 2

Written by Allen Ginsberg


America I've given you all and now I'm nothing.
America two dollars and twenty-seven cents January 17, 1956.
I can't stand my own mind.
America when will we end the human war?
Go fuck yourself with your atom bomb
I don't feel good don't bother me.
I won't write my poem till I'm in my right mind.
America when will you be angelic?
When will you take off your clothes?
When will you look at yourself through the grave?
When will you be worthy of your million Trotskyites?
America why are your libraries full of tears?
America when will you send your eggs to India?
I'm sick of your insane demands.
When can I go into the supermarket and buy what I need with my good looks?
America after all it is you and I who are perfect not the next world.
Your machinery is too much for me.
You made me want to be a saint.
There must be some other way to settle this argument.
Burroughs is in Tangiers I don't think he'll come back it's sinister.
Are you being sinister or is this some form of practical joke?
I'm trying to come to the point.
I refuse to give up my obsession.
America stop pushing I know what I'm doing.
America the plum blossoms are falling.
I haven't read the newspapers for months, everyday somebody goes on trial for
murder.
America I feel sentimental about the Wobblies.
America I used to be a communist when I was a kid and I'm not sorry.
I smoke marijuana every chance I get.
I sit in my house for days on end and stare at the roses in the closet.
When I go to Chinatown I get drunk and never get laid.
My mind is made up there's going to be trouble.
You should have seen me reading Marx.
My psychoanalyst thinks I'm perfectly right.
I won't say the Lord's Prayer.
I have mystical visions and cosmic vibrations.
America I still haven't told you what you did to Uncle Max after he came over
from Russia.

I'm addressing you.
Are you going to let our emotional life be run by Time Magazine?
I'm obsessed by Time Magazine.
I read it every week.
Its cover stares at me every time I slink past the corner candystore.
I read it in the basement of the Berkeley Public Library.
It's always telling me about responsibility. Businessmen are serious. Movie
producers are serious. Everybody's serious but me.
It occurs to me that I am America.
I am talking to myself again.

Asia is rising against me.
I haven't got a chinaman's chance.
I'd better consider my national resources.
My national resources consist of two joints of marijuana millions of genitals
an unpublishable private literature that goes 1400 miles and hour and
twentyfivethousand mental institutions.
I say nothing about my prisons nor the millions of underpriviliged who live in
my flowerpots under the light of five hundred suns.
I have abolished the whorehouses of France, Tangiers is the next to go.
My ambition is to be President despite the fact that I'm a Catholic.

America how can I write a holy litany in your silly mood?
I will continue like Henry Ford my strophes are as individual as his
automobiles more so they're all different sexes
America I will sell you strophes $2500 apiece $500 down on your old strophe
America free Tom Mooney
America save the Spanish Loyalists
America Sacco & Vanzetti must not die
America I am the Scottsboro boys.
America when I was seven momma took me to Communist Cell meetings they
sold us garbanzos a handful per ticket a ticket costs a nickel and the
speeches were free everybody was angelic and sentimental about the
workers it was all so sincere you have no idea what a good thing the party
was in 1935 Scott Nearing was a grand old man a real mensch Mother
Bloor made me cry I once saw Israel Amter plain. Everybody must have
been a spy.
America you don're really want to go to war.
America it's them bad Russians.
Them Russians them Russians and them Chinamen. And them Russians.
The Russia wants to eat us alive. The Russia's power mad. She wants to take
our cars from out our garages.
Her wants to grab Chicago. Her needs a Red Reader's Digest. her wants our
auto plants in Siberia. Him big bureaucracy running our fillingstations.
That no good. Ugh. Him makes Indians learn read. Him need big black niggers.
Hah. Her make us all work sixteen hours a day. Help.
America this is quite serious.
America this is the impression I get from looking in the television set.
America is this correct?
I'd better get right down to the job.
It's true I don't want to join the Army or turn lathes in precision parts
factories, I'm nearsighted and psychopathic anyway.
America I'm putting my queer shoulder to the wheel.


Στις 25 Ιανουαρίου του 1759 γεννήθηκε ο ποιητής Ρόμπερτ Μπερνς.


A RED RED ROSE

As fair art thou, my bonnie lass
So deep in luve am I ;
And I will luve thee still,my dear,
Till a' the seas gang dry

AE FOND KISS

Ae fond kiss and then we sever,
Ae farewell and then for ever!
&
had we never lov'd sae kindly
had we never lov'd sae blindly
Never met or never parted
We had ne'er been broken - hearted


Στις 25 Ιανουαρίου του 1874 γεννήθηκε ο Άγγλος συγγραφέας Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ. Διάσημος για πολλά μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Γεννήθηκε στο Παρίσι κι ήταν το τελευταίο απ' τα έξι παιδιά ενός υπαλλήλου της βρετανικής πρεσβείας. Όταν σε ηλικία δέκα χρονών έχασε τους γονείς του γύρισε στην Αγγλία. Σπούδασε ιατρική, όμως μετά την επιτυχία των μυθιστορημάτων του την παράτησε. Το 1903 έγραψε το πρώτο του θεατρικό (A man of honour) κι ακολούθησαν κι άλλα. Το 1917 βρέθηκε στη Ρωσία ως βρετανός πράκτορας και κάλυψε τα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης ως ρεπόρτερ. Πέθανε στη Νίκαια της Γαλλίας σε ηλικία 91 χρονών.

Βιβλία

Ανθρώπινη Δουλεία - Of human bondage, 1915
Το φεγγάρι και μιά πεντάρα - The moon and the sixpence, 1919
Το βαμμένο πέπλο - The painted veil, 1925
Τσάι και ματαιοδοξία - Cakes and ale, 1930
Στην κόψη του ξυραφιού - The razor's edge, 1944

Θεατρικά

Λαίδη Φρέντερικ - Lady Frederik, 1907
Ο εξερευνήτης - The explorer, 1908
Οι καλύτεροί μας - Our betters, 1917
Ο κύκλος - The Circle, 1921
Ανατολίκα του Σουέζ - East of Suez, 1922
Η βροχή - Rain, 1923
Το γράμμα - The letter, 1927
Η σταθερή σύζυγος - The constant wife, 1927
Η ιερή φλόγα - The sacred flame, 1928
Η Θεατρίνα - Actress (Δημοσίευση στην Αθήνα 1957)


Στις 25 Ιανουαρίου του 1882 γεννήθηκε η Βρετανίδα συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ.

Ονειρεύομαι μερικές φορές πως τουλάχιστον όταν έρθει η Ημέρα της Κρίσης και τότε όλοι οι σπουδαίοι καταχτητές, οι δικηγόροι, οι πολιτικοί καταφτάσουν για να παραλάβουν τα έπαθλα τους, τα στέμματα τους, τις δάφνες τους, και τα ονόματα τους σκαλισμένα ανεξίτηλα πάνω σε άφθαρτο μάρμαρο, τότε ο Παντοδύναμος θα στραφεί στον Πέτρο και θα πει, με κάποιο ίχνος ζήλιας, όταν θα μας δει να καταφθάνουμε με τα βιβλία μας στα χέρια, «Ιδού κάποιοι που δεν χρειάζονται κανένα έπαθλο. Τίποτα φυσικά δεν μπορούμε να τους απονείμουμε εδώ. Αυτοί λατρέψανε το διάβασμα».

Έτσι λοιπόν εμείς —οι άνθρωποι— επιμένουμε πως το σώμα πρέπει να κρατιέται στη ζωή έστω και από μια κλωστή. Αφαιρούμε τα αυτιά και τα μάτια και την κρατούμε εκεί, με ένα μπουκάλι φάρμακο, μια κούπα τσάι, μια τρεμάμενη φωτιά που σιγοσβήνει σαν μια κουρούνα στην πόρτα του στάβλου. Μια κουρούνα που επιμένει να ζει παρ' ότι πληγωμένη.

Στις 25 Ιανουαρίου του 1925 γεννιέται ο λαϊκός συνθέτης Γιώργος Ζαμπέτας.

Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου.

Εκείνη μονάχη της,
έψησε ένα καφεδάκι,
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη της,
πήρε τον πρώτο τόμο από
τ' απομνημονεύματά της,
ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα.

Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά
πράγματα. Μα σαν έφτασε στη
σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια
εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι
έξι, κάθετος,παύλα και κάτι ψιλά,
έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν,
αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε
παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος εκ των υστέρων
απεδείχθη ακατάλληλος.
Κι έτσι "καθαρίσανε" ένα βράδυ
που το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.

Σελίδα 9 του εβδομηκοστού
τετάρτου τόμου.
Έγραφε οτι ήτανε καλοκαιριά
κι οτι είχε βγει στην παραλία
να κάνει το μπάνιο της.
Εκεί γνώρισε ένα νεαρό,
τον επλησίασε, ανταλλάξανε
μερικές κουβέντες και τον
ρώτησε για τ' όνομά του.
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι
Φριτς. Τον αγάπησε τρελά. Αλλά
σαν μπήκε το φθινόπωρο, αυτός
την πούλεψε για την πατρίδα του
και κείνη ξέμεινε μόνη της,
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε,
ράιτ θρου.

Σελίδα 6, Άρθρο Βου,
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου.
Έγραφε οτι πήγε και τον
εσυνάντησε και του είπε οτι
θα έπρεπε να γίνει ο γάμος.
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση και
προσδιορίστηκε Πέμπτη ώρα μηδέν
και τριάντα τρία πρώτα και
σαράντα εννέα δεύτερα.

Η μέρα πλησίασε,
εκείνη για να πάει να παντρευτεί,
μπήκε στο μπάνιο της,
έριξε τα αποσμητικά της,
τα απορρυπαντικά της, ντύθηκε,
φόρεσε το νυφικό ενώ απ' όξω
το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.

Αυτή είναι
η ιστορία μιας κυρίας.

Αποσπάσματα από Έρωτες Πάρτη Του
Συστημένη επιστολή

Μετά το γάμο, δεν πέρασε πολύς καιρός
αυτός ένα βράδυ, πήρε δρόμο κι εξηφανίσθη
Οι λόγοι, της εξαφανίσεώς του
ήτανε τελείως μυστικοί
Εκείνη, πάλι ξέμεινε μόνη της
άναψε ένα τσιγαράκι, κίνγκ σάιζ
σηκώθηκε, πήγε ετάισε τους κύνας
τάισε και τας γαλάς
και καθήμενη στο ράντζο
απολάμβανε τη φύση
η οποία εκείνη τη βραδιά
ήτανε θλιμμένη, πολύ θλιμμένη
σκοτεινή και μαύρη
και η βρόχα έπιπτε ράι θρου

Πέρασαν χρόνια και χρόνια, κι αυτή τον περίμενε
κι όλο τον περίμενε, ξαπλωμένη στην ντιβανοκασέλα της
σηκώθηκε πήγε στο γκάρντεν, βγήκε απ' το γκάρντεν
ξαναπήγε ξαναξάπλωσε, όταν ξαφνικά άκουσε να χτυπάει το κουδούνι

Βγήκε και ήρθε αντιμέτωπη με τον ταχυδρόμο
Της έφερε ένα γράμμα συστημένο, από τα μακρινά
Το πήρε με λαχτάρα, υπόγραψε στο κιτάπι του
ταχυδρομικού διανομέα, το άνοιξε κι άρχισε να το διαβάζει:
Κεντρική Ευρώπη του μηνός τάδε
ημέρα τάδε και ώρα τάδε και κάτι ψηλά, κάθετος και παύλα
σου έρχομαι μετά από χρόνια, να σου πω το γκουντ μόρνινγκ μου
με το χάου αρ γιου μου, να σου ρίξω κι ένα
αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου, αϊ λαβ γιου
για να καταλάβεις ότι μέχρι τώρα δεν σε ξέχασα
αλλά οι ασχολίες μου με τα τέσσερα παιδιά μου
δεν μου επέτρεψαν να επικοινωνήσω τόσα χρόνια μαζί σου
διότι ο ένας μου γιος σπουδάζει στην Ελβετία πολιτικές επιστήμες
ο άλλος μου γιος είναι στο Μπερναμπούκο σπουδάζει δερματολογία
η κόρη μου αντικιτέρρρρρρρρρ στη Γαλλία
και το μεγαλύτερο μου παιδί απ' όλα
πάει από την Ουρακοτάγκα στην Ουγκάντα
κι έχει ο Θεός κάποτε ίσως σε συναντήσω, αμήν
Εκείνη δάκρυσε για το χαμένο έρωτα
έκλεισε το γράμμα, αποκοιμήθηκε απάνω στο γράμμα
με τις παλιές αναμνήσεις
ένα βράδυ που το φεγγάρι δε βγήκε
και η βρόχα έπεφτε ράι θρου.