3 Φεβ 2012

Θόδωρος Αγγελόπουλος: Η Τριλογία της Σιωπής (1984-1988) [Αναθεωρημένο]

Του Νέστορα Πουλάκου

Σύμφωνα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου ήταν “ποιητικά ιστορικές”.

Αυτή η ποίηση δια της ιστορίας ήταν ένα στοιχείο υπαρκτό και εκστατικά επαναλαμβανόμενο σε κάθε ταινία του, από την “Αναπαράσταση” του 1970 μέχρι την “Σκόνη του Χρόνου” του 2008.

Συνάμα αποτελούσε βασικό συστατικό της φιλμικής δημιουργίας και της καλλιτεχνικής ύπαρξης του πλέουν βραβευμένου και πολύ σημαντικού Έλληνα κινηματογραφιστή, που μας άφησε πριν λίγες ημέρες στα 77 του χρόνια.

Το 1984, ο Τεό αποφάσισε να στρέψει αλλού το βλέμμα του κοινού. Η Τριλογία της Ιστορίας (“Μέρες του ’36”, “O Θίασος”, “Οι Κυνηγοί”) έκλεισε οριστικά τον κύκλο και με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας της ταινίας ”Ο Μεγαλέξανδρος” (1980).

Είχε φτάσει, λοιπόν, η ώρα για σιωπή…

Σιωπά η Ιστορία...

Το “Ταξίδι στα Κύθηρα” αντικατοπτρίζει την προσωπική ουτοπία του Αγγελόπουλου. Όπως ο ζωγράφος Βατό και ο ποιητής Μπωντλέρ, έτσι και ο Έλληνας σκηνοθέτης “ανακάλυψε” τα δικά του Κύθηρα, ένα πραγματικό νησί με μυθολογικές και φανταστικές προεκτάσεις, ώστε να μιλήσει για το πώς και το γιατί η Ιστορία, την οποία ο ίδιος ύμνησε, υπέδειξε και δίδαξε μέσα από τις τέσσερις προηγούμενες ταινίες του, πλέον σιωπά.

Ο Σπύρος από την Τασκένδη, αυτοεξόριστος μετά τον εμφύλιο και παλιός κουμουνιστής, επιστρέφει στην πατρίδα του και εργάζεται ως πλανόδιος πωλητής αρωμάτων. Παράλληλα παρατηρεί την πατρίδα του, τη γη του, το χωριό του, το οποίο υπερασπίστηκε στον πόλεμο, να ξεπουλιέται, να αλλάζει, να αλλοτριώνεται. Εκείνος αντιστέκεται, δεινοπαθεί, εναντιώνεται και στο τέλος απομονώνεται γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, της αντιπαροχής, του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ε.Ο.Κ., αποσαθρώνεται.

Πιστή του σύντροφος και συνοδοιπόρος η Πηνελόπη, η σύζυγος του, που του συμπαραστέκεται, τον συμπονά και, πάνω απ’ όλα, τον καταλαβαίνει – κάτι που ούτε τα παιδιά του δεν κάνουν. Στη ζωή του Σπύρου παραμένει στοιχειωμένο το παρατημένο όραμά του, ενώ ως πνοή στην καθημερινότητά του μπαίνει ένας σκηνοθέτης (αυτοβιογραφικό στοιχείο του Αγγελόπουλου που το συναντάμε και στο “Βλέμμα του Οδυσσέα”), ο Αλέξανδρος (…”Ο Μεγαλέξανδρος”), ο οποίος κουρασμένος από τις μυθοπλασίες, τα μελό και τα καθιερωμένα τερτίπια του σινεμά ψάχνει κάτι το καινούριο…

Η περίπτωση, η ιστορία και η ζωή του Σπύρου του μοιάζει ιδανική: Η ιστορία ενός λαού, από το 1945 ως τη Μεταπολίτευση, μέσα από τα μάτια ενός κουρασμένου και καταπονημένου ανθρώπου, ενός από τα χιλιάδες θύματα μιας μαύρης, σκοτεινής εποχής για την Ελλάδα.

Σιωπά ο έρωτας...

Ο μελισσοκόμος Σπύρος (η προσωποποίηση της ήττας και της διαβρωτικής φθοράς του αριστερού στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης) θα κάνει την επανάστασή του, θα πάρει τις κυψέλες του και - όπως έκαναν ο πατέρας και ο παππούς του παλαιότερα - θα ακολουθήσει το δρόμο της άνοιξης, το δρόμο των μελισσών. Πάνω απ’ όλα θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αυτόν που ήθελε μια ζωή και επιθυμούσε στα όνειρά του, στις συζητήσεις και τους κουβέντες που είχε με φίλους, γνωστούς, συνάδελφους, γυναίκες.

Ο βολεμένος Σπύρος, παλιός κουμουνιστής και διορισμένος δάσκαλος σε μικρή επαρχιακή πόλη (μια δήλωση μετάνοιας – αποδοχής των νικητών του εμφυλίου,) που πέρασε όλη του τη ζωή μαζί με την οικογένειά του, μετά το γάμο της κόρης του και τη φυγή του γιου του για σπουδές, κάνει το μπαμ. Το δικό του μπαμ... Θέλει να φύγει, να φύγει μακριά, να νιώσει. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ερμηνεύει εξαιρετικά τον σιωπηλό Σπύρο, ο οποίος ποθεί να ζήσει και να ρουφήξει τη ζωή που δεν έζησε. Η Νάντια Μουρούζη είναι ο Μπουνιουελικός εξολοθρευτής άγγελος, ή καλύτερα ο άγγελος του Παζολίνι που εμφανίζεται, ελκύει τον Σπύρο και μετά εξαφανίζεται... Ώσπου να ξαναμπεί στο μονοπάτι του Σπύρου.

Η συνάντησή τους, η σχέση που δομείται και ξεδιπλώνεται, θα ανασύρει μνήμες, θα επαναφέρει καταστάσεις, θα αναγεννήσει ψυχές και θα ζωντανέψει πάθη στον φυγά δάσκαλο. Το παρελθόν είναι η ζωή του όλη. Για τον άγγελο τα πάντα είναι παρόν και μέλλον. Αλλά φεύγει... Και έτσι, αφημένος στην επίθεση των ίδιων του των μελισσών, ο Σπύρος αυτοκτονεί, σκοτώνοντας μαζί και τον έρωτα που ήθελε τόσο να ζήσει. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου και το “άγγιγμα” του Μαστρογιάνι σε αποσυντονίζουν.

Σιωπά ο Θεός...

Ο Πατέρας – Θεός δεν είναι εδώ. Είναι απών... Και τα παιδιά του τον αναζητούν. Ο μικρός Αλέξανδρος (ο δημιουργός επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και βλέπουμε τον κόσμο απαισιόδοξο μέσα από τα μάτια του) και η αδελφή του Βούλα ταξιδεύουν προς τα σύνορα. Θέλουν να πάνε στη Γερμανία όπου ζει ο πατέρας που δεν γνώρισαν ποτέ και τον οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη να δουν, να νιώσουν, για να ζήσουν μαζί του. Η πορεία τους ένα ατέρμονο ταξίδι είναι. Το όνειρό τους κρατημένο από το χέρι, χτισμένο από φλεγόμενη καρδιά και μ’ ένα παγωμένο βλέμμα για τον κόσμο, πρέπει να πραγματοποιηθεί. Ο πατέρας όμως είναι απών. Τους έχει αφήσει στο έλεος των γεγονότων, στο δικό τους χαμό.

Ο πατέρας στη Γερμανία ενσαρκώνει τον – τότε – Έλληνα, που έφευγε από τη μίζερη Ελλάδα για μια καλύτερη τύχη και για περισσότερα χρήματα. Η Γερμανία εκείνης της εποχής ήταν ότι και η Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα. Οι διψασμένοι Έλληνες έτρεξαν να προλάβουν το ζεστό χρήμα και την υπέροχη ζωή. Ο πατέρας στη Γερμανία - υπαρκτό ή μη πρόσωπο...- είναι η ουτοπία αυτών των παιδιών. Σε εκείνο το σημείο εμφανίζεται ο Ορέστης, καθώς ο Αγγελόπουλος μπερδεύει το μύθο των Ατρειδών με την ελληνική πραγματικότητα (στο σενάριο συνεργάστηκαν ο Τονίνο Γκουέρα και ο Θανάσης Βαλτινός), κι επιδιώκει τη σωτηρία της ψυχής των μικρών ηρώων.

Στο ρόλο του Ορέστη ο Στράτος Τζώρτζογλου, ο οποίος από τη στιγμή που συναντά τη Βούλα και τον Αλέξανδρο τους καλοδέχεται σαν αδέλφια του, τους αγαπά και προσπαθεί να τους βοηθήσει να βρουν το δρόμο τους. Εδώ μπαίνει και την ίδια στιγμή αποχωρεί μια για πάντα από την “κεντρική σκηνή” ο περιπλανώμενος θίασος, ο οποίος μετά από ταξίδι δεκατριών χρόνων στη διάρκεια των οποίων παίζει μόνο “Γκόλφω”, εμφανίζει τα σημάδια της οριστικής διάλυσής του. Ο “θίασος” του Αγγελόπουλου είναι ο ελληνικός λαός και τα βάσανά του, στο σύνηθες τέμπο της ζωής και της καθημερινότητάς του, με την προσκόλληση στην παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα του, παρά τις μεταβολές της φυλής του, τα δεινά που πέρασε αλλά και συνεχίζει να περνά, και η μάταιη κατάληξή του.

Μια κατάληξη που θυμίζει το τραγικό τέλος του “Μελισσοκόμου”. Τα σύμβολα και οι αναφορές του Αγγελόπουλου: Το μουντό τοπίο, η ομίχλη που σκεπάζει τα πάντα, η απαισιοδοξία των καιρών στις ψυχές των ανθρώπων, η διάλυση των ιδεολογιών, των καθεστώτων, η αποδόμηση των πολιτικών.

Παρόλα αυτά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά την Τριλογία της Σιωπής δεν σιώπησε…

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (27-1-12)