11 Φεβ 2012

Συνέντευξη του Γαβριήλ Τζάφκα

Στον Νέστορα Πουλάκο

Την περίοδο αυτή μελετάω το “ταλαιπωρημένο” ελληνικό ντοκιμαντέρ, από την αρχή του. Από τα “Μέγαρα” του 1974 στην “Αγέλαστο Πέτρα” του 2000 και τούμπαλιν, καταλήγεις στο "Champions" του Γαβριήλ Τζάφκα. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών είναι η καταγραφή με συνέπεια, που ενοχλεί.

Τον Τζάφκα τον έχω γνωρίσει μέσα από τις μικρού μήκους ταινίες του στο Φεστιβάλ Δράμας, τα τελευταία χρόνια. Είναι δεν είναι 26 χρονών και έχει εντυπωσιάσει Έλληνες και ξένους με τη διεισδυτικότητα και το βάθος ποιότητας της δουλειάς του.

Από την άλλη μεριά, με το “Champions” επιλέγει να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στη μεγάλη φόρμα, ενοχλώντας άπαντες. Το ντοκιμαντέρ αυτό εισχωρεί στον αμαρτωλό πυθμένα της κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα, καταδεικνύοντας τη σαπίλα του συστήματος, κι αναδεικνύοντας τη βλακεία της φυλής μας.

Ο νεαρός σκηνοθέτης σπάζει τους κανόνες και βγάζει τη γλώσσα του στους κρατούντες με το μαχαίρι και το πεπόνι, στους καρεκλάκηδες πάσης φύσεως, και τους θεσμικούς της πλάκας. Στην αντίστιξη, ο Τζάφκας κάνει μια εξαιρετική ερευνητική δουλειά και συνομιλεί με την πρώτη γραμμή της ελληνικής κινηματογραφίας.

Αυτοαναίρεση, υπεκφυγές, ανευθυνότητες, επιβεβαίωση, διάψευση, αυτοδιάψευση, καταγγελίες και αποστροφές, εντέλει ξεμπρόστιασμα κάθε είδους. Ειρωνεία, θυμός, νευρά, δήθεν σκληράδες, εμφυλιακές και ανεξήγητες κόντρες, όλα μα όλα βράζουν στο ίδιο καζάνι, και περνούν μπροστά από το φακό του νεαρού κινηματογραφιστή.

Ο Γαβριήλ Τζάφκας ξέρει καλά το θέμα, καθότι υπήρξε στην πρώτη γενιά αποφοίτων της περίφημης αλλά παραπαίουσας και αδύναμης πια (μέσα σε 7 χρόνια!) κινηματογραφικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και η δημόσια καταγγελία του τη Δευτέρα το βράδυ στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας:

Η προγραμματισμένη εκδήλωση-συζήτηση του ακυρώθηκε, αφού μια τρομερή συγκυρία οδήγησε σε αδυναμία τους Θόδωρο Αγγελόπουλο, Μάνο Ζαχαρία και Κατερίνα Ευαγγελάκου!! Πάντως, επίσημη ανακοίνωση δεν βγήκε ποτέ…

Από την άλλη μεριά οι Περικλής Χούρσογλου και Αντουανέττα Αγγελίδη (σκηνοθέτες και καθηγητές στο ΑΠΘ), παρά τα χρόνια και τις εμπειρίες που κουβαλούν στις πλάτες τους, έλαβαν το μήνυμα της νέας γενιάς μέσα από τον Γαβριήλ Τζάφκα: οι μικρότητες του παλιού ελληνικού σινεμά τελειώνουν. Τα κακώς κείμενα πρέπει να καταγγέλλονται και ο κάθε κατεργάρης να γυρίζει στον πάγκο του.

Ο Γαβριήλ Τζάφκας μίλησε στο SevenArt για όλα αυτά που έζησε και δεν θέλει να ξαναντικρίσει ποτέ στο μέλλον.

Έβλεπα την καταγραφή σου, κι εκεί που ήθελα να γελάσω την άλλη στιγμή νευρίαζα με τα τραγελαφικά που άκουγα. Εντέλει είναι για γέλια ή για κλάματα η ιστορία της κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα;

Κάποτε ο Χατζiδάκις είπε πως η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Σήμερα θα προσέθετα και τα Βαλκάνια. Αντιλαμβάνομαι την κινηματογραφική παιδεία ως μια ιστορία άκρως βαλκανική λοιπόν και ως τέτοια δεν θα μπορούσε να είναι σκληρή και μαζί συναισθηματική, τρομακτική και ταυτόχρονα ανεκδοτολογική.

Είναι ένα μείγμα από καταστάσεις άκρως αντιθετικές όπου η μια προσπαθεί να επικρατήσει της άλλης χωρίς κριτήρια ορθολογικά. Και αποδεικνύεται αυτό από την εξαιρετική πορεία που είχε ανά καιρούς ο ελληνικός κινηματογράφος σε εμπορικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, παρά την έλλειψη σχολών, μηχανημάτων, μεγάλων στούντιο, χρηματοδότησης και τα λοιπά.

Δεν έχω καταφέρει ακόμα μέσα μου, να αποκρυπτογραφήσω την καταγραφή αυτή, αν και έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ξεκίνησα. Είμαι παραπάνω από βέβαιος ωστόσο, πως πρόκειται για ένα φαινόμενο μοναδικό στο χωρόχρονο, άξιο μελέτης και άλλων επιστημών!

Γιατί ένας νεαρός σκηνοθέτης, που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στο χώρο, να θέλει να τεκμηριώσει αυτά που έζησε ή είδε στη διάρκεια των σπουδών του; Και φυσικά ν’ αναζητήσει την αλήθεια για την “αμαρτία”, που και ο ίδιος αντιμετώπισε;

Υπάρχει ανάμεσα στα παρακλάδια της Ιατρικής και η λεγόμενη Ομοιοπαθητική. Κάπως έτσι νομίζω πως λειτούργησε η ενασχόλησή μου με αυτό το ντοκιμαντέρ. Θεραπευτικά! Έπρεπε να αναζητήσω αλήθειες που δεν κατάφερα να μου απαντηθούν όσο ήμουν στη Σχολή. Ένιωσα ότι βίωσα μια πρόωρη ολοκλήρωση του κύκλου της.

Ξεκινήσαμε να ζούμε κάτι πολύ δυνατό και πολύ ωραίο το οποίο ανακόπηκε μεμιάς. Φυσικά ως φοιτητές αντιδράσαμε. Ωστόσο στα κέντρα αποφάσεων δεν ίδρωσε το αυτί τους. Έτσι η πρώτη φουρνιά αποχώρησε με τα πρώτα επίσημα κρατικά κινηματογραφικά πτυχία, τα οποία συνοδευόντουσαν με μια γεύση πικρή στην ψυχή, άκρως μοναχική.

Από την άλλη το ντοκιμαντέρ μας προσέφερε ένα ταξίδι υπέροχο και περιπετειώδες που έφτασε ως τις πραγματικές ρίζες του προβλήματος. Η επαφή με όλους αυτούς του ανθρώπους, το ταξίδι στην Ιστορία μέσα από το πρίσμα της κινηματογραφικής παιδείας, τα σκαμπανεβάσματα στις διαθέσεις μας και οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε μας γέμισαν με πλούσιες ιστορίες που θα διηγούμαστε για πολύ καιρό. Ένα ιδιαίτερου τύπου μεταπτυχιακό αν θες.

Μπορείς να φανταστείς ποιος είναι ο λόγος ώστε κανένας από τους σκηνοθέτες όποιας ηλικίας και εμπειρίας, με λίγες ή πολλές ταινίες, με βραβεία και διακρίσεις στα φεστιβάλ, δεν ασχολήθηκε με αυτό το τόσο καυτό θέμα; Πιστεύεις πως δεν τους απασχόλησε ποτέ;

Όσο υπήρχε η σχολή Σταυράκου ή οι ιδιωτικές σχολές, η ποιότητα των σπουδών δεν είναι ήταν αυτονόητη ούτε στόχος για να διεκδικηθεί. Οι σχολές αυτές έλεγαν και λένε “αυτό έχουμε, τόσο κοστίζει, αν θες το αγοράζεις”. Με την δημιουργία του Τμήματος Κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, οι ισορροπίες αυτές αλλάζουν συλλήβδην.

Μιλάμε πια για δημόσια δωρεάν παιδεία όπου οι φοιτητές έχουν δικαιώματα και συμμετοχή στις όποιες αποφάσεις που λαμβάνονται. Υφίσταται επίσης η δυνατότητα της κρίσης των καθηγητών και της ελεύθερης έκφρασης. Πιστεύω πως ήταν αυτές οι ποιότητες που τροφοδότησαν την απόφαση και ταυτόχρονα μου έδωσαν το σθένος να ασχοληθώ με ένα ζήτημα σαν κι αυτό.

Συχνά με κατηγορούν ότι εκθέτω την Σχολή μου και ότι την κακολογώ. Η σχολή είναι ένας θεσμός. Πως θα μπορούσα να εκθέσω έναν θεσμό; Είναι άλλο πράγμα να θίγεις τα κακώς κείμενα για να διορθωθούν και άλλο να αποποιείσαι μια ολόκληρη σχολή από την οποία προέρχεσαι και την οποία γαλουχήθηκες. Το ντοκιμαντέρ αυτό έχει πολύ αγάπη μέσα του και ας μη του φαίνεται.

Το ζήτημα λοιπόν αυτό απασχόλησε πολλούς και κατά τα παλαιότερα χρόνια. Η έγνοιά τους όμως να κάνουν τις δικές τους ταινίες ήταν πολύ μεγαλύτερη. Από την άλλη ο πρώτος σοβαρός, νομικά χώρος, όπου στεγάστηκε η κινηματογραφική παιδεία είναι το ΑΠΘ και από κει και πέρα μπορούμε να συζητάμε σε άλλη βάση.

Ως απόφοιτος της μοναδικής δημόσιας κινηματογραφικής σχολής, πες μου τις προβλέψεις σου… Τι θ’ απογίνει αυτή η σχολή; Έχει ελπίδα, μέλλον, στόχους, οράματα;

Όπως είπα και πριν η Σχολή αυτή έκλεισε τον πρώτο κύκλο της, δυστυχώς με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είναι ένας κρατικός θεσμός. Δεν χάνεται. Τίθεται βέβαια το δύσκολο έργο της επανεκκίνησης και οι νέοι όροι λειτουργία της, οι άνθρωποι που θα φέρουν εις πέρας μια τέτοια αποστολή και η εν γένει νοοτροπία τους.

Θα αλλάξουν τα πράγματα όταν θα αλλάξουν οι άνθρωποι, γεγονός αναπόφευκτο. Και τότε θα αρχίσουμε πάλι από την αρχή. Είμαστε πολύ νέοι για να τρώμε το θανατικό παραμύθι. Αυτή η σχολή μου θυμίζει λίγο το “Θα ανατέλλω” του Γιάννη Αγγελάκα.

Συμφωνείς με την απαισιοδοξία της αποτίμησης των συνεντευξιαζόμενων στο ντοκιμαντέρ σου; Θεωρείς κι εσύ ότι είμαστε όντως ανίκανοι για μια ακαδημία τεχνών ή έστω κινηματογραφική σχολή;

Η απαισιοδοξία προέρχεται κυρίως από την προηγούμενη γενιά. Μας έχουν κληρονομήσει ανάμεσα σε όλα τα άλλα και λίγη από αυτή. Είμαι της άποψης πως όπου γκρεμίζονται σάπια οικοδομήματα φυτρώνουν νέα λουλούδια!

Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε ανίκανοι. Το αντίθετο θα έλεγα. Το πρόβλημα είναι ότι εφαρμόζουμε τις ικανότητές σε μη υγιείς κατευθύνσεις. Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα μέχρι την δεκαετία το ‘70 είχε την ρετσινιά του λαϊκού θεάματος. Αργότερα την αποδέχτηκαν και ως τέχνη.

Έπρεπε να φτάσουμε το 2004 για να μπει στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Κατά τη γνώμη μου τα πάντα είναι θέμα προσώπων. Ε, λοιπόν, υπήρχε η ατυχία να μην βρίσκονται στις κατάλληλες θέσεις τα κατάλληλα πρόσωπα ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις.

To ντοκιμαντέρ έτσι κι αξιοποιηθεί σωστά είναι ένα ισχυρό μέσο μετάδοσης, χειραγώγησης, δυναμικής καταγραφής και αδιαμφισβήτητης τεκμηρίωσης δεδομένων;

Σαν σκηνοθέτης δεν κρύβω πως προτιμώ την μυθοπλασία. Έτσι λοιπόν στο μυαλό μου δεν υφίσταται διαφορά στο ρόλο που παίζουν οι ταινίες μυθοπλασίας και τα ντοκιμαντέρ. Έχει να κάνει πάντοτε με τον διάλογο. Οι ταινίες ανοίγουν παράθυρα σε άλλους κόσμους. Εκεί ταξιδεύεις και στο τέλος γυρίζεις πίσω πλουσιότερος σαν άνθρωπος.

Δεν είμαι της άποψης η τέχνη να στρατεύεται και να εξυπηρετεί άλλους σκοπούς πέρα από την εμπλουτισμό των αόρατων ποιοτήτων του ανθρώπου. Οι ταινίες όπως και όλα τα έργα τέχνης έχουν μεγάλη ζωή και λειτουργίες απρόοπτες από στον καθένα μας. Μας επηρεάζουν αθόρυβα όπως κάνουν και όλα τα όνειρά μας!

Τι πιστεύεις ότι μπορείς να καταφέρεις με το “Champions”;

Να ανοίξω ένα παράθυρο για να μπει καθαρός αέρας!

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (25-1-12).