21 Φεβ 2012

Άδικες... ταινίες


Το πλέον σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε σ’ έναν άδικο κόσμο. Για παράδειγμα: θα ζούμε εφεξής, παιδιά, νέοι, μεσήλικες, γέροι, με ένα άδικο μνημόνιο ανάμεσα μας, πάνω από τα κεφάλια μας, που θα μας καταφάει και θα μας διαλύσει, θα μας σκοτώνει καθημερινά, θα βασανίσει, σταγόνα σταγόνα, εντελώς μα εντελώς άδικα τη ζωή μας. Καθότι, δεν τα φάγαμε μαζί τους.

Δυστυχώς, όταν καταπιάνεσαι με την αδικία διαπιστώνεις ότι βρίσκεται παντού, σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου, στην καθημερινότητα σου, από το πλέον μικρό, σε αξία, γεγονός, μέχρι το πιο μεγάλο, σε σημασία, περιστατικό. Και τότε πρέπει να συνομιλήσεις με το θυμικό σου, να μαλάξεις τον ψυχισμό σου, να τα πεις με τον εαυτό σου. Και να συγκρατήσεις τα νεύρα σου. Το κυριότερο. Καθότι η διαδικασία είναι ατέρμονη.

Κι όπως λεγόταν στην “Καντίνα” του Σταύρου Καπλανίδη, “ο κόσμος είναι κακός, ο κόσμος είναι άδικος”. Μια κουβέντα που όλο κι επαναλαμβανόταν, με έμφαση, για να τονίσει αυτό που θα πρέπει να σε κάνει πιο προσεκτικό, και να σε σπρώξει να το παλεύεις όλο και πιο πολύ: την αδικία. Μακριά από αυτό τον κόσμο…

Και στον πόνο μας: Η συντακτική ομάδα του SevenArt ετοίμαζε το αφιέρωμα αυτό, στον… άδικο κόσμο, από τα μέσα Δεκεμβρίου (!), αποτέλεσμα συμφωνίας που κατέληξε σε αδικία, μια στάση και συμπεριφορά εντελώς ακατανόητη. Δεν πειράζει. Γερό στομάχι να έχουμε, νέοι είμαστε. Θα φάμε κι άλλα σκατά, σίγουρα. Τελευταίο δεν θα είναι, καταπώς φαίνεται.

Γι’ αυτό λοιπόν, στα μέσα του Φλεβάρη (δυο μήνες μετά…), το SevenArt σου παρουσιάζει τις 10+5 ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, που ενέχουν την αδικία στο πετσί τους, στη ραχοκοκαλιά τους, στο ζουμί τους. Και συνδέει αυτή τη λίστα με τα γεγονότα των ημερών. Τα παντελώς άδικα. Τα όντως λυπηρά.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr

10 + 5 Άδικες... ταινίες

Νέμεσις (Fury), 1936

Είναι η πρώτη χολιγουντιανή παραγωγή του Φριτζ Λανγκ, και κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την καλύτερη ταινία του στην Αμερική. Μια δυνατή ιστορία… νέμεσης, η οποία αν είχε φτιαχτεί άλλη εποχή, μακριά από τα χολιγουντιανά κλισέ και τη λογοκριτική ματιά των χρόνων εκείνων, τότε θα είχαμε όντως ένα εκατό τοις εκατό κινηματογραφικό αριστούργημα. Εν ολίγοις, ο Λανγκ σκηνοθετεί τον Σπένσερ Τρέισι να θέλει την εκδίκηση του για το άδικο, δημόσιο λιντσάρισμα του, από το οποίο βγήκε κατά τύχη ζωντανός. Η ιστορία, που πιστεύω ότι στο τέλος γίνεται “σούπα” -ελέω και της λογοκρισίας της εποχής, μεταφέρει στην οθόνη ένα αληθινό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής, μια λαϊκή δήθεν (πολλές φορές) αγανάκτηση, που είχε οδηγήσει την κοινωνική αντοχή στα όρια της. Η ταινία είναι πραγματικό διαμάντι συμβολισμών και δύναμης και αντοχής των ανθρωπίνων σχέσεων.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Κλέφτης Ποδηλάτων (Ladri di biciclette), 1948

Ο “Κλέφτης Ποδηλάτων” είναι το διαχρονικό αριστούργημα του Ιταλικού Νεορεαλισμού, και μια από τις σπουδαιότερες στιγμές του σινεμά που γνώρισε παγκόσμια απήχηση. Ο συγκινητικός αγώνας του Αντόνιο Ρίτσι, που πασχίζει για την επιβίωση της οικογένειας του στην πληγωμένη μεταπολεμική Ρώμη, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα ν’ αγγίζει με την απλότητα και την ανθρωπιά του τις καρδιές εκατομμυρίων θεατών. Ο για καιρό άνεργος Αντόνιο, μαθαίνει ένα πρωί ότι επιλέχτηκε για τη δουλειά του αφισοκολλητή, με μοναδική προϋπόθεση να διαθέτει ποδήλατο.
Μην έχοντας άλλη λύση, ο Αντόνιο και η γυναίκα του Μαρία αποφασίζουν να πουλήσουν τα σεντόνια του κρεβατιού στο οποίο κοιμούνται. Με τα χρήματα που θα πάρουν από την πώληση καταφέρνουν να προμηθευτούν το πολυπόθητο δίκυκλο, και ο Αντόνιο ξεκινά τη δουλειά. Παρ’ όλα αυτά το χαμόγελο δεν αργεί να χαθεί στην απόγνωση όταν την πρώτη κιόλας μέρα, σε μια στιγμή απροσεξίας, του κλέβουν το ποδήλατο. Οι μελανές σελίδες μιας ιστορίας που δεν γνωρίζει από χρονολογικούς περιορισμούς, και ψυχρές γεωγραφικές συντεταγμένες.
Τα στιγμιότυπα μιας καθημερινής αναμέτρησης, που στα χέρια του Βιτόριο Ντε Σίκα, ενορχηστρώνονται κάτω από έναν κατακλυσμό συναισθημάτων. Το βλέμμα του Αντόνιο που προσπαθεί να ανακαλύψει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα το κλεμμένο του ποδήλατο, αναζητά πολλά παραπάνω από ένα αντικείμενο που αγοράζεται, πουλιέται, φθείρεται και αχρηστεύεται, ψάχνει τη χαμένη του ελπίδα που του έδωσε το δικαίωμα να ονειρεύεται και πάλι. “Κάθε Κυριακή βρέχει” ακούγεται να λέει κάποιος, και ο Ιταλός σκηνοθέτης βάζει το πλήθος να στριμώχνεται, να στοιβάζεται κάτω από σαθρά παραπετάσματα για να προφυλαχτεί από αυτό που πλέον τείνει να μοιάζει με θεϊκή καταδίκη.
Η αθωότητα στο πρόσωπο του μικρού Μπρούνο, που συμμετέχει στον αγώνα του πατέρα του, είναι η αγνή έκφραση ενός αβέβαιου αύριο που παραπατά αλλά έχει ακόμα το θάρρος να κρατά φυλαγμένο ένα χαμόγελο, για να το χαρίσει την κατάλληλη στιγμή.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

13 Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο (The Wrong Man), 1956

“Στο παρελθόν σας έχω δώσει πολλές ταινίες με σασπένς… Αυτή εδώ είναι μια πραγματική ιστορία… Και όμως περιέχει στοιχεία πιο παράξενα από όλη τη μυθοπλασία σε πολλά από τα θρίλερ που έχω κάνει μέχρι τώρα.”. Ο Χίτσκοκ απευθυνόμενος σε εμάς, με τον παραπάνω πρόλογο στην ταινία αυτή, με ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο μας προδιαθέτει για ένα αστυνομικό θρίλερ με την ένταση και ταύτιση που προσδίδει το πραγματικό των καταστάσεων.
Η ιδιαιτερότητα όμως της γραφής είναι ότι ο δαιμόνιος δημιουργός έχει γδύσει την ταινία από δραματισμούς. Μέσα από την κάμερα βλέπουμε την εξέλιξη των καταστάσεων όπως ο ίδιος ο Μάνυ Μπαλεστρέρο, και έτσι χωρίς ιδιαίτερα σκηνοθετικά τρικ βιώνουμε με φοβερή ένταση και άγχος την πλεκτάνη να τυλίγεται γύρω από τον ήρωα. Φοβερή σκηνή η πρώτη νύχτα του Μάνυ στη φυλακή.
Ο Μάνυ είναι ένας καλός καθολικός ο οποίος εργαζόμενος τα βράδια ως μπασίστας σε τζαζ κλαμπ προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του. Όμως η ομοιότητά του με ένα σεσημασμένο ληστή τον οδηγεί τελικά στη φυλακή. Αφού βγει με εγγύηση επιδίδεται μαζί με τη σύζυγο και το δικηγόρο του σε ένα κυνήγι στοιχείων προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του. Αυτή η αναζήτηση δεν είναι χωρίς κόστος όμως αφού η γυναίκα του σταδιακά οδηγείται στην τρέλα.
Ο φόβος του εγκλεισμού και η αντιπάθεια προς την αστυνομία είναι διάχυτα. Βέβαια αυτά δεν είναι καινούργια στοιχεία στον Χίτσκοκ αφού λόγω τραυματικών παιδικών εμπειριών τα παραπάνω μοτίβα εμφανίζονται συχνά στα έργα του. Από τις πιο παρεξηγημένες ταινίες του Βρετανού τα προηγούμενα χρόνια, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση που της αξίζει δίπλα στα αριστουργήματά του.

ΘΩΜΑΣ ΧΑΡΙΤΑΚΗΣ

Σκιές και Σιωπή (To Kill a Mockingbird), 1962

Η γέννηση ενός έθνους και πιο συγκεκριμένα των Η.Π.Α έγινε με πολλούς πόνους, πόνους που κουβάλησε ο λαός τους, αυτός ο απίστευτα ιδιαίτερος, με εκρηκτικές αντιθέσεις λαός. Μεγαλύτερο θύμα ίσως (από τα πολλά) οι Αφρικανοί σκλάβοι, που πέρα από τη στυγνή εκμετάλλευσή τους στην εργασία, έγιναν και ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλα τα προβλήματα της πλειοψηφίας. Πάνω σε αυτό το ζήτημα λοιπόν προβληματίζονται η συγγραφέας Harper Lee και ο σκηνοθέτης Robert Mulligan.
Σε μια φανταστική πόλη του νότου, λίγο μετά το κραχ, δύο νέα παιδιά ζουν ανέμελα τη ζωή τους μαζί με το δικηγόρο πατέρα τους, Άττικους Φιντς. Μέσα από τη δουλειά του πατέρα τους αυτά έρχονται σε επαφή με το ρατσισμό και τις βίαιες αντιθέσεις που επικρατούν στην κοινωνία κάτι που τελικά τα ωριμάζει γρήγορα.
Ο Άτικους αναλαμβάνει μια υπόθεση βιασμού μιας νεαρής λευκής από ένα μαύρο κάτοικο της πόλης. Η αδικία είναι προφανής από την αρχή της υπόθεσης όμως η προκατάληψη αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αλήθεια και το δίκιο. Η ζωή ενός μαύρου αξίζει λιγότερο από την τιμή μιας λευκής οικογένειας (παρότι πάμπτωχης). Η ανάληψη της υπόθεσης δεν αφήνει στο απυρόβλητο τον Άτικους του οποίου τα παιδιά κινδυνεύουν. Όμως ο τρελός της πόλης (ο Ντυβάλ στο ντεμπούτο του) αναλαμβάνει δράση επαναφέροντας τις ισορροπίες και κατά ένα τρόπο φέρνοντας δικαιοσύνη εκεί που όλοι οι υπόλοιποι δεν μπόρεσαν.
Το δίδυμο Lee – Mulligan, με κέντρο μια δικαστική πλεκτάν,η προσπαθεί να δείξει ότι η έλλειψη σεβασμού, ίσων δικαιωμάτων και κατανόησης οδηγεί στον κανιβαλισμό και τη σύγκρουση η οποία λύνεται μόνο με τη βία. Η ταινία αποτέλεσε σταθμό στην, ας πούμε, στρατευμένη τέχνη της εποχής της αλλά και μετά. Μπορεί να μην είναι τόσο προφανές σήμερα αλλά το ότι γυρίστηκε στο μέσο της ταραγμένης περιόδου του κινήματος για τα πολιτικά-κοινωνικά δικαιώματα των αφροαμερικανών εξηγεί το θόρυβο γύρω από αυτή.

ΘΩΜΑΣ ΧΑΡΙΤΑΚΗΣ

Η Δίκη (The Trial), 1962

Ίσως η καλύτερη ταινία του Orson Welles, αν θεωρήσουμε πως δεν είναι το “Άγγιγμα του Κακού”. Ζοφερή και κλειστοφοβική, η “Δίκη” είναι ένα σουρεαλιστικό ταξίδι στους κόσμους του νόμου, της εργασίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Μια σύγχυση εφιαλτικών συνόλων που επεκτείνονται στο άπειρο, μια μελαγχολική και κρύα διάθεση απαλλαγμένη από την τροφοδότηση σε αυτό τον κόσμο, της απειροελάχιστης πολυπλοκότητας που στερείται μια καρδιά.
Ο Anthony Perkins είναι μια μάζα αντιφάσεων. Είναι συμπονετικός, αθώος, παρανοϊκός, ρητορικός, άγριος, και κυρίως βρίσκεται σε μια παντελή σύγχυση από τη ματαιότητα της προσπάθειας να αντιμετωπίσει μια κοινωνία που απαιτεί τη μηχανιστική του τελειότητα και συγχρόνως εκθέτει μια επίμονη απάθεια προς τη συνεχή του ύπαρξη καθώς επίσης και μια γραφειοκρατική προσπάθεια με στόχο την καταστροφή της. Χωρίς να το θέλει πληγώνει όποιον έρχεται σε επαφή μαζί του.
Οι καλές και αγαθές προθέσεις και πράξεις του, σε οποιοδήποτε λογικό κόσμο, δεν θα συνδέονταν με τις τραγωδίες που με κάποιον τρόπο εμφανίζεται να δημιουργούν. Όμως στην κοινωνία του Kafka και του Welles, οδηγούν ακριβώς στο φταίξιμο και την κατηγορία. Ένα επιδέξια επεξεργασμένο χάος εικόνων και συμβόλων που στοχεύουν σε ένα βαθύτερο επίπεδο από το συνειδητό.
Μια εφιαλτική απεικόνιση της γραφειοκρατίας, του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, της δίωξης του ατόμου, του αδύνατου της εξέγερσης και των εναλλακτικών λύσεων. Με την αίσθηση του λαβύρινθου, του εφιάλτη και της σύγχρονης ερήμου, ενός κόσμου εγκαταλειμμένου από κάθε Θεό, στο καταπληκτικά οπτικό πλαίσιο της ταινίας, με παραισθησιακά κομμάτια, και αποπροσανατολιστική κωμωδία, χτίζεται η λογική σύγχυση.
Μια απεικόνιση της κοινωνίας, ξεκομμένης από άλλους ανθρώπους, ιδέες, πολιτισμούς, όπου δεν υπάρχει κανένας ερχομός ή μετάβαση, δεν υπάρχει καμία διαφυγή. Η προσπάθεια ερμηνείας από τη σκοπιά της “δυτικής” προπαγάνδας είναι τουλάχιστον άστοχη.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Σάκο και Βαντσέτι (Sacco e Vanzetti), 1971

ΗΠΑ, 1920. Σχεδόν 100 χρόνια πριν, στα πλαίσια του πολέμου ενάντια στους «κόκκινους», οι αρχές της Αμερικής βρίσκουν έναν συμβολικό εχθρό στο πρόσωπο των ιταλών μεταναστών Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, αναρχικών και ενεργών συνδικαλιστών εργατών, οι οποίοι κατηγορούνται για μια ένοπλη ληστεία μετά φόνου που ποτέ δεν διέπραξαν. Οι διώκτες τους, αν και γνωρίζουν καλά ότι οι Σάκο και Βαντσέτι είναι αθώοι, καταδικάζουν τις «εξτρεμιστικές» τους ιδέες και ξορκίζουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο, σε μια δίκη-παρωδία με προσχεδιασμένο αποτέλεσμα. Και στο όνομα του λαού, προστατεύουν την κοινωνία από τους «επικίνδυνους τρομοκράτες» αναρχικούς, μέσα από την «τυφλή» δικαιοσύνη της «γης της ελευθερίας». Ευτυχώς, έναν αιώνα μετά, μπορούμε να είμαστε περήφανοι που ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ούτε πουθενά στον πολιτισμένο δυτικό κόσμο δεν υπάρχει κατασκευή ενόχων, φυσική και ηθική εξόντωση αγωνιστών με ανατρεπτικές ιδέες και δράση, δημιουργία «εχθρών του λαού». Η δικαιοσύνη άλλωστε σήμερα βασιλεύει. Και κανείς δεν υποφέρει στο όνομά μου, στο όνομά σου, στο όνομά μας. Σωστά;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Στη Φωλιά του Κούκου (One Flew Over the Cuckoo's Nest), 1975

"Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από το πώς συμπεριφέρεται στα πιο αδύναμα μέλη της", μια φράση που πιθανότατα είχε στο μυαλό του ο Τσέχος Μίλος Φόρμαν καθώς γύριζε την ταινία του "Στη φωλιά του κούκου". Η ταινία περιγράφει τη ζωή σ’ ένα άσυλο, όπου η καθημερινότητα των εκούσια ή μη εγκλείστων διαταράσσεται με την άφιξη του Τζακ Νίκολσον. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας βρίσκεται στο άσυλο ύστερα από θητεία στις φυλακές και κανείς, ούτε ακόμη οι γιατροί του, δε γνωρίζει αν είναι πράγματι τρελός.
Ο Φόρμαν ωστόσο είναι σίγουρος πως υπάρχει, πέρα από το άφθονο υποκριτικό ταλέντο του Νίκολσον, κι αρκετή δυστυχία στην ιστορία που αναπαριστά. Έτσι, οι τρόφιμοι του ασύλου είναι τα πειστήρια της αδικίας κι ο Νίκολσον δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Πολύ περισσότερο, η κοινωνία γίνεται κάτι παραπάνω από άδικη στους ψυχικά ασθενείς Αμερικάνους και το μόνο που φαίνεται να γνωρίζει είναι η καταστολή είτε μέσα από φάρμακα είτε από την ίδια τη βία.
Ωστόσο, ο Φόρμαν ενώ δημιουργεί μια αρκετά δυνατή ταινία, δίνει τόση βαρύτητα στο συναίσθημα ώστε βλέποντας το δέντρο χάνει το δάσος. Στη ταινία η ψυχρή νοσοκόμα Ρέιτσεντ, γίνεται η προσωποποίηση του κακού, μεταβάλλοντας την πολιτική κριτική σε ηθικολογία, μέσα από ένα κλασικό, για τα αμερικάνικα γούστα, μανιχαϊστικό σχήμα. Ή διαφορετικά είναι πιθανό να παρακολουθήσει κανείς την ταινία και να καταλάβει πως αν υπήρχε άλλο προσωπικό στο άσυλο τίποτα από τα παραπάνω δε θα είχε συμβεί.
Ένα συμπέρασμα που ενδεχομένως λειτουργεί σαν υπόθεση εργασίας στο σενάριο της ταινίας, μα απέχει παρασάγγας από τη ζοφερή πραγματικότητα που υπήρχε στα περισσότερα άσυλα και ψυχιατρεία της εποχής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ματωμένη Αμερική (Matewan), 1987

Μια ταινία του John Sayles γεμάτη δύναμη, που απεικονίζει τόσο τους όρους υπό τους οποίους οι περισσότεροι ανθρακωρύχοι εργάστηκαν, όσο και τους κοινωνικούς όρους που υπήρχαν στην Αμερική τη δεκαετία του '20. Απεικονίζει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο τα ισχυρά βιομηχανικά συμφέροντα χειρίστηκαν την οικονομική εξάρτηση του εργαζόμενου και έλεγξαν την απόκτηση των πρώτων αναγκών του, όπως η στέγη, το φαγητό, και η ένδυση.
Με την “ιδιοκτησία” των καταστημάτων, ελέγχοντας την απασχόληση-εργασία, απειλώντας τη φυσική ευημερία των εργαζομένων, και με τη μίσθωση κακοποιών που είχε ως στόχο τον εκφοβισμό του κόσμου και της δυνατότητάς τους να εφαρμόσουν οποιαδήποτε οργανωμένη αμοιβαία βοήθεια ή διαμαρτυρία, αυτές οι πλούσιες και ισχυρές επιχειρήσεις επιδίωξαν (και πέτυχαν) τη μεγιστοποίηση των κερδών τους με τη χρησιμοποίηση της εργασίας των φτωχών και ανίσχυρων χωρίς σχεδόν κανένα κόστος στις επιχειρήσεις τους. Κάποιος θα πρέπει να ψάξει πολύ για να μπορέσει να μάθει τελικά την αληθινή ιστορία της περιόδου εκβιομηχάνισης της χώρας της “ελευθερίας”, της Αμερικής.
Είναι πολύ ελπιδοφόρο η ύπαρξη παραγωγών και σκηνοθετών τέτοιων ταινιών όπως η “Ματωμένη Αμερική”, στις οποίες μπορούμε να δούμε πεντακάθαρα την ιστορία αλλά και τη μεγάλη μάχη της εργατικής τάξης ενάντια στην πλούσια ελίτ προκειμένου να πάρει στα χέρια της τα “κέρδη” που της ανήκουν. Μια ταινία που ίσως κάποιος θα ήθελε να δει για να διασκεδάσει. Καθώς τελειώνει όμως, ο οίκτος και η προσβολή αυξάνεται μέσα του, ίσως γιατί του υπενθυμίζει ότι υπάρχει μια ανθρώπινη τιμή που καταβάλλεται για το οικονομικό κέρδος. Μας υπενθυμίζει ότι ο καπιταλισμός πατάει πάνω στα κεφάλια και το αίμα της εργατικής τάξης.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ο Φυγάς (The Fugitive), 1993

Ο Harrison Ford υποδύεται τον αγγειοχειρουργό Dr. Richard Kimble, του οποίου η ειδυλλιακή ζωή ανατρέπεται άρδην όταν κατηγορείται άδικα για το φόνο της συζύγου του, Helen. Καλείται για ανάκριση, δικάζεται και πολύ σύντομα καταδικάζεται ως δολοφόνος. Στο δρόμο προς τη φυλακή κατά τη μεταφορά του θα συμβεί ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, τυχερή γι' αυτόν συγκυρία καθώς στη διάρκειά του θα καταφέρει να δραπετεύσει κι έκτοτε θα μπορεί να αναζητήσει με πρωτοφανή επιμονή τον αληθινό δολοφόνο.
Κατά τη διάρκεια της αναζήτησής του αυτής και της αναζήτησής του από την αστυνομία, ο Kimble θα ανακαλύψει όχι μόνο ποιοι είναι πραγματικοί φίλοι και ποιοι οι αληθινοί εχθροί, αλλά και μία συνωμοσία μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας. Θα καταλάβει ακολουθώντας τις ενδείξεις που παρέλειψαν οι αστυνόμοι ότι ο δολοφόνος είναι ένας μονόχειρας άνδρας. Περίπου 100 λεπτά αργότερα η αδικία θα αποκατασταθεί και η αλήθεια θα λάμψει για άλλη μία φορά.
Όσο κι αν ακούγεται γεμάτη κλισέ η αφήγηση της υπόθεσης, η αλήθεια είναι ότι ο "Φυγάς" είναι μία από τις πολύ καλές κινηματογραφικές περιπέτειες που έχουν γυριστεί, χωρίς να κατατρύχεται από γνωστούς αμερικανικούς μελοδραματισμούς και φαντασιακές εξάρσεις. Μία ταινία έντονης δράσης, με ωραία πλάνα της πόλης του Chicago, με μία ομάδα καλών ηθοποιών, Harrison Ford, Tommy Lee Jones, Sela Ward και Julianne Moore, ωραία μουσική και την αρμονική σκηνοθεσία του Andrew Davis.
Μία ταινία που πολύ δύσκολα δεν θα σε παρασύρει στον κόσμο της, στην αγωνία των ηρώων της και κυρίως στην έντονη επιθυμία τους για την απονομή της προσωπικής και κοινωνικής δικαιοσύνης με το όποιο κόστος.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Τυφώνας: Η Αληθινή Ιστορία (The Hurricane), 1999

Είναι μια ιστορία αδικίας. Αληθινής κιόλας, πέρα για πέρα, άσχετα αν ο Νόρμαν Τζιούισον της δίνει διαστάσεις μυθικές, μελοδραματικές, ηθικοπλαστικές, όλο τυχαιότητες και συμβολισμούς. Άλλωστε, το σινεμά υπηρετεί τη μυθοπλασία ακόμη και σε πραγματικά γεγονότα. Με μια εξαίρετη ερμηνεία του Γουάσινγκτον, για την οποία κέρδισε Χρυσή Σφαίρα και Αργυρή Αρκούδα στη Μπερλινάλε, ο Τζιούισον σκηνοθετεί την άδικη φυλάκιση του μποξέρ “Τυφώνα” για δολοφονίες που ποτέ δεν έκανε, πέφτοντας θύμα ρατσιστικής αντιμετώπισης και συμπεριφοράς, και τον δικαστικό αγώνα του μετά από δεκαετίες για την απόδειξη της αθωότητας του. Παρόλο που η ταινία πέφτει σε κλισέ και χολιγουντιανές εξτραβαγκάντσες, η στιβαρή ερμηνεία του Γουάσινγκτον και το καλοδουλεμένο σενάριο σε κρατούν σε αγωνία για το αποτέλεσμα αυτής της κατάφωρης αδικίας. Κι όλα αυτά στην Αμερική της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, η οποία βέβαια εθελοτυφλεί όταν έχει να κάνει με μαύρο και πετυχημένο στο επάγγελμα του.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Το Πράσινο Μίλι (The Green Mile), 1999


Ακόμη μια εξαίσια μεταφορά ιστορίας του Στήβεν Κινγκ στη μεγάλη οθόνη, και πάλι από τον Φρανκ Νταραμπόντ ("Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ"). Σε φυλακή υψίστης ασφαλείας μεταφέρεται ένας αγαθός γίγαντας, για τον φόνο δύο μικρών κοριτσιών. Γρήγορα θα τον δει με συμπάθεια ο μεσήλικας δεσμοφύλακας, ειδικότερα όταν συνειδητοποιήσει ότι ο κρατούμενος διαθέτει ψυχικά, θεραπευτικά χαρίσματα. Τομ Χανκς και Μάικλ Ντάνκαν σε δυο όμορφες, αισθαντικές ερμηνείες, υπό τη μουσική του Νιούτον, και την χρυσίζουσα φωτογραφία του Τέιτερσολ. Η ταινία αυτή, πάνω απ’ όλα, θα σε συγκινήσει.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Χορεύοντας στο Σκοτάδι (Dancer in the Dark), 2000

Στην τρίτη ταινία της τριλογίας του “Golden Heart Trilogy” o Lars Von Trier θα μας μεταφέρει στην Αμερική για να μας θέσει αντιμέτωπους με τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από την επιβολή της θανατικής ποινής. Συνιδρυτής με τον έτερο μεγάλο σκανδιναβό σκηνοθέτη Thomas Vinterberg του “Δόγματος 95”, στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” θα διατηρήσει ορισμένα από τα στοιχεία δόγματος. Τελικά, θα δημιουργήσει ένα δράμα που δανείζεται στιγμές από το μιούζικαλ, θα μας παρουσιάσει μια ψυχροπολεμική Αμερική που θεωρητικά έχει πάψει να υπάρχει και θα αναφερθεί σε μια προσωπική ιστορία που μπορεί να πάρει διαφορετικές διαστάσεις μέσα από αλληγορικά σχήματα.
Η γυναίκα που θα χορέψει στο σκοτάδι είναι η Selma Jezkova που την υποδύεται η Ισλανδή τραγουδίστρια Bjork. Μεγαλωμένη στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία η Selma, αποφασίζει να έρθει στην Αμερική όταν θα φέρει στον κόσμο τον γιό της. Τα κίνητρα της απόφασης θα είναι οι προηγμένες ιατρικές μέθοδοι που εφαρμόζονται στην Αμερική. Στην Selma φαίνονται ως οι μόνες που μπορούν να σώσουν τον γιο της από την ασθένεια που κληρονόμησε από την ίδια και θα τον οδηγήσει μεγαλώνοντας στην τύφλωση. Στην Αμερική θα εργαστεί σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής αντικειμένων οικιακής χρήσης με μόνο σκοπό να συγκεντρώσει το υπέρογκο ποσό της εγχείρησης.
Στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” την αλήθεια της Selma δεν την γνωρίζει κανένας, ούτε ακόμη κι η πιο κοντινή της φίλη Kathy που την υποδύεται η Catherine Deneuve. Θα την εμπιστευτεί στον μόνο άνθρωπο, τον Bill Houston που θα της ανοιχτεί για ένα προσωπικό του πρόβλημα. Ο Bill είναι αστυνομικός κι ο ιδιοκτήτης του μικρού τροχόσπιτου στο οποίο διαμένουν η Selma με τον γιό της. Στους υπόλοιπους πέρα από τον Bill, η Selma θα υποστηρίζει πως τα χρήματα που συγκεντρώνει τα στέλνει πίσω στον πατέρα της, μη θέλοντας να γνωστοποιήσει το κληρονομικό, οικογενειακό τους πρόβλημα.
Η Selma θέλει να προλάβει, να καταφέρει να μαζέψει το απαραίτητο ποσό για την εγχείρηση. Ωστόσο, έχει αρχίσει ήδη να χάνει το φως της, γεγονός που θα καταλάβει πρώτα ο Bill και θα το εκμεταλλευτεί κλέβοντας τις οικονομίες της. Στην συνέχεια, η πλοκή θα ακολουθήσει μια πορεία που υιοθετεί θα λέγαμε την χειρότερη εκδοχή του σεναρίου. Η Selma θα σκοτώσει τον Bill χωρίς την πρόθεση της, θα συλληφθεί από την αστυνομία, θα καταδικαστεί σε θάνατο από την δικαιοσύνη και τελικά θα απαγχονιστεί στο τέλος της ταινίας. Η μόνη στιγμή που η Selma εμπιστεύτηκε την κοινωνία και εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημα της όταν μίλησε με τον Bill είναι η στιγμή που δρα καταλυτικά διαμορφώνοντας την εξέλιξη.
Κατά την άποψη μου, ίσως το σημείο που είναι περισσότερο χρήσιμο να σταθεί κανείς σ’ αυτήν όπως και στις περισσότερες ταινίες του Δανού σκηνοθέτη είναι οι προεκτάσεις που έχουν. Πέρα από την επαναδιαπραγμάτευση κεφαλαιώδους σημασίας ζητημάτων όπως είναι εν προκειμένω το άδικο μέτρο της θανατικής ποινής, ο Lars Von Trier ηθελημένα με σεναριακές νύξεις ή σκηνοθετικές εστιάσεις κάνει τα ερωτήματα πιο πολύπλοκα. Στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” έχουμε μόνο την απεικόνιση της ιστορίας μιας μετανάστριας που γνωρίζει την χειρότερη εκδοχή του κατ’ ευφημισμόν αμερικάνικου ονείρου; Ή μήπως είναι η τραγική κατάληξη της Bjork, η πορεία της εργατικής τάξης σε μια χώρα που στο παρελθόν επιφύλασσε αυτήν την μοίρα για πολλούς από τους πολίτες της;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Η Ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ (The Life of David Gale), 2003

Ο δρ. David Gale είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Τέξας και πολέμιος της θανατικής ποινής, με την οποία έρχεται αντιμέτωπος μετά την καταδίκη του για το βιασμό και τη δολοφονία μιας φοιτήτριάς του. Τότε έρχεται η Bitsey Βloom, η δαιμόνια δημοσιογράφος, η οποία συγκινείται από τη βαρύγδουπη ιστορία του καθηγητή και αποφασίζει να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το έγκλημα.
Η ταινία - φλασμπάκ αποτελεί τη συνέντευξη του Gale στη δημοσιογράφο, τρεις μέρες πριν την εφαρμογή της θανατικής ποινής. Με τη βοήθεια πολλών κινηματογραφικών “τρικ”, το φιλμ καταφέρνει να πλανεύσει το μυαλό του θεατή, αν και ορισμένες φορές καταντά κουραστικό. Αρκετά καλές ερμηνείες από τον Spacey και την Winslet, ολίγον τι επιτηδευμένες σε αρκετά σημεία, βέβαια.
Τελικά, ο David Gale είναι αθώος; Ή ο ακτιβισμός και οι πεποιθήσεις του αποτελούν προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβονται οι αληθινές πράξεις του; Η συνέχεια επί της οθόνης.

ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΑΓΚΑ

Old Boy (Oldeuboi), 2003


Ο Ο-Νταε-Σου βρίσκεται κλειδωμένος σε ένα σπίτι, χωρίς να γνωρίζει αυτούς που τον κρατούν, ούτε και τον λόγο της φυλάκισής του. Με μοναδικό σύνδεσμο με τον έξω κόσμο μια τηλεόραση, προσπαθεί να κρατήσει το σώμα του και το πνεύμα του σε εγρήγορση. Μέχρι την ώρα που μαθαίνει ότι η γυναίκα του είναι νεκρή. Όταν βγαίνει έξω, 15 χρόνια μετά, αποφασίζει να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του, να ψάξει για τον απαγωγέα του και να πάρει εκδίκηση για τα χρόνια που έχασε. Κι όμως. Στο σύμπαν του Παρκ Τσαν-Γουκ δεν υπάρχει διέξοδος. Οι ήρωες -φιγούρες τραγικές- κινούνται ακολουθώντας τα πάθη τους (εκδίκηση, πόθος) νομοτελειακά προς την καταστροφή τους.
Ο Κορεάτης σκηνοθέτης κατασκεύασε έναν κλειστοφοβικό και βίαιο μύθο (έναν εναλλακτικό Οιδίποδα) και μια αριστουργηματική ταινία, της οποίας οι εικόνες εγχαράσσονται στον εγκέφαλο. Η ταινία που βραβεύτηκε το 2004 στις Κάννες με το ειδικό βραβείο της Επιτροπής (Grand Prix Prize) και έχει φανατικούς θαυμαστές, διεθέτει ένα συγκλονιστικό τελευταίο 20λεπτο. Μετά από αυτήν την τελική αποκάλυψη, τίποτα δεν είναι το ίδιο, η έννοια του δίκαιου και του άδικου μπερδεύονται ανεπανόρθωτα και γίνονται τόσο ασαφείς, όσο και είναι στην πραγματικότητα (και όχι όπως παρουσιάζονται στις ταινίες).
Για την ιστορία να πούμε ότι ο Σπάικ Λι ετοιμάζει το αμερικανικό ριμέικ (όχι που δεν θα ετοιμαζόταν και αυτό), με πρωταγωνιστή τον Τζος Μπρόλιν.

ΤΑΪΛΕΡ ΝΤΕΡΝΤΕΝ

Σκοτεινό Ποτάμι (Mystic River), 2003

Από τις καλύτερες ταινίες της περασμένης δεκαετίας, κι από εκείνες που έχουν σημαδέψει την, έτσι κι αλλιώς, μεγάλη καριέρα του Κληντ Ίστγουντ. Τρεις παιδικοί φίλοι συναντιούνται έπειτα από 25 χρόνια εξαιτίας ενός εγκλήματος. Το βάρος των ενοχών παραμένει. Η αυτοδικία παραμένει στην γωνία. Όπως κι εκδίκηση που είναι έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Αυτή την καταAlign Rightπληκτική ιστορία την έκανε ταινία ο Ίστγουντ, αν και κάπως ηθικοπλαστικά θα έλεγα. Προσεγγίζοντας με τρόπο κομ ιλ φο το έγκλημα και την απόδοση ευθυνών, ο Ίστγουντ εντούτοις καταφέρνει να σε συγκλονίσει με την άψογη δραματουργική δουλειά που έχει κάνει στους ηθοποιούς του. Γι’ αυτό άλλωστε, Σων Πεν και Τιμ Ρόμπινς έλαβαν τα αντίστοιχα Όσκαρ ερμηνειών.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

*To αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (20-2-12).