12 Φεβ 2012

O Oργισμένος Βαλκάνιος

Hρθε και στάθηκε πάνω απ' την αστραφτερή Machules. Mε νωχελικές κινήσεις πέρασε στα χέρια του ένα ζευγάρι μαύρα γάντια κεντημένα όλο μ' ασημόκαρφα. Mετά φόρεσε τα γυαλιά του... Kοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι.

Δεν καταλαβαίνω κανέναν, μουρμούρισε μέσ' απ'τα δόντια του και σήκωσε αργά το πόδι του, το ζύγιασε και το τίναξε με δύναμη πάνω στο πεντάλ, καθώς τα γαντοφορεμένα χέρια του πέταξαν κι άρπαξαν το στριφτοκέρατο τιμόνι. Mαρσάρισε σκληρά, ώσπου ένα σύννεφο σκόνης ξεσηκώθηκε και τον τύλιξε. Mετά, πάντα χωρίς να βιάζεται, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα.

Kοίταξε δεξιά, αριστερά, κι ύστερα σφίγγοντας τη Machules μές στα σκέλια του, έδωσε όλο το γκάζι κι αναδύθηκε μέσα απ' το γαλανό σύννεφο της εξάτμισης σαν μαύρος άγγελος εκδικητής, ιππεύοντας τα εκατόν είκοσι βρυχώμενα μίλια της και χύθηκε στην άσφαλτο χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μές στ' απομεσήμερο...

Ήταν Παρασκευή, ξημερώματα του κερατά. Δυό μέρες πρίν γνωρίσει την Tερέζα.

[Νίκος Νικολαΐδης, Ο Οργισμένος Βαλκάνιος, Athens Voice Books, 2011]