17 Μαρ 2012

Ταινίες 15ης Μαρτίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες, ούτε λίγο ούτε πολύ, δέκα (!) ταινίες, εκ των οποίων, για να μη ξεγελιέσαι, αξίζουν παρά ελάχιστες. Προφανώς ξεκίνησε το ξεστοκάρισμα εν όψει θερινής σεζόν. Έτσι, λοιπόν, θα κυλήσει αυτή η εβδομάδα ώστε, προς το τέλος της, να υποδεχθούμε το 13ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, στο οποίο το SevenArt.gr είναι χορηγός επικοινωνίας. Ταινία της εβδομάδας είναι η “Πρώτη Ύλη”, παραγωγής 2010, το αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ του Χρήστου Καρακέπελη για τις “πρώτες ύλες” των Αθηνών, τους λούμπεν ανθρώπους που μαζεύουν τη σαβούρα από τους δρόμους, που καταλήγει στα εργοστάσια χάλυβα και αλουμινίου. Μπορείς και να διαβάσεις συνέντευξη του σκηνοθέτη. Επίσης, παραγωγής 2010, είναι το σερβικό δράμα “Άσπρος, άσπρος κόσμος”, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και ένα ιδιότυπο μιούζικαλ για τον έρωτα και τη μοναξιά. Αφού σεργιάνισε τα φεστιβάλ του κόσμου, προβλήθηκε και στην 1η Εβδομάδα Σύγχρονου Σερβικού Κινηματογράφου, που ολοκληρώθηκε χθες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Η “Πηγή των Γυναικών” του Ράντου Μιχαλεάνου, του οποίου συνέντευξη μπορείς να διαβάσεις αύριο στο SevenArt.gr, είναι ένα έθνικ δράμα για τη γυναικεία χειραφέτηση. Παρά τα προβληματικά σημεία του, και τη σχετικά μεγάλη διάρκεια του, το θέμα του σε συγκλονίζει. Το “W.E.” είναι μια ακόμη σκηνοθετική προσπάθεια του μουσικού ποπ ειδώλου Μαντόνα, η οποία επιδίδεται σε ένα επιδέξιο, φορμαλιστικό κι ανελέητο φλας μπακ που σε αφήνει μετέωρο. Κριτική σου γράφει ο Γωγάκης, καθώς το είδε στο περυσινό Φεστιβάλ Βενετίας. Η “Δεμένη Κόκκινη Κλωστή” είναι μια ακόμη ταινία που περίμενε για καιρό την έξοδο της στις αίθουσες. Σε γυρίζει στην ωμότητα και την αποκτήνωση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, αν και σε πετάει συχνά εκτός η αμφίσημη σκηνοθεσία της. Μπορείς και να διαβάσεις συνέντευξη της πρωταγωνίστριας Στεφανίας Γουλιώτη. Το κλασικό παραμύθι “Η Πεντάμορφη και το Τέρας” είχα αγαπήσει από μικρός, ενώ η ταινία της Ντίσνεϊ (του 1991) είχε κάνει πάταγο, εισιτήρια, κι είχε φτάσει μέχρι τα Όσκαρ. Επαναπροβάλλεται στις μέρες μας, μόνο και μόνο, για να τη δεις σε 3D! Για το “Ταξίδι 2: Το Μυστηριώδες Νησί” σου γράφει ο Γωγάκης, μη μπορώντας κι αυτός να πιστέψει τι ακριβώς είδε. Τα βάζει και με τον Μάικλ Κέιν, επιπροσθέτως. Τα “Κωλόπαιδα” είναι μια νεανική δραμεντί, που εκτυλίσσεται στα σύγχρονα Εξάρχεια. Η Σοφία Καλάγκα σου γράφει τις εντυπώσεις της, ενώ αύριο στο SevenArt.gr θα διαβάσεις και τη συνομιλία της με τον πρωταγωνιστή Γιώργο Καφετζόπουλο. Η ταινία “Κολλητοί με παιδί” ήθελε να είναι σαν μια ιστορία του Γούντι Άλεν, παρολαυτά πετύχε να γίνει “Όχι μόνο φίλοι” και μάλιστα πιο ανεπιτυχώς. Ενώ, το “Τελικό χτύπημα” είναι μια κοινότυπη περιπέτεια με πιστολίδι και τρεχαλητό, που –δυστυχώς- φέρει τη σκηνοθετική σφραγίδα του αξιόλογου Ισλανδού Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ.

Πρώτη Ύλη (7/10)

Τσιγγάνοι, άνεργοι και αρκετά γερασμένοι κάποτε μεροκαματιάρηδες, μετανάστες εντελώς περιθωριοποιημένοι, είναι οι σύγχρονοι “άθλιοι” των Αθηνών που ζουν ανάμεσα μας. Παλιατζήδες και εργάτες του 15ώρου, κινούν ουσιαστικά τα νήματα της βιομηχανίας χάλυβα στην Ελλάδα, εντελώς παράνομοι από το κράτος. Είναι αόρατοι, σχεδόν εξαϋλωμένοι, κι όμως είναι εκείνοι που μαζεύουν κατά το ήμισυ τα υλικά εκείνα που καταλήγουν στα εργοστάσια των Αγγελόπουλων κι ακόμη δυο οικογενειών. Ζουν σε παραπήγματα, σε παράγκες, στο δρόμο κανονικά. Συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι σε αυθαίρετους οικισμούς στον Ταύρο, τον Βοτανικό, ζουν κάτω από την Ακρόπολη, κινούνται ανάμεσα μας. Ο Καρακέπελης, ακολουθεί μερικούς απ’ αυτούς και διηγείται τις προσωπικές οδύσσειες τους. Χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς και τη χρήση υποβλητικής μουσικής, με τον φυσικό ήχο παρόντα να σε συγκλονίζει, συνειδητοποιείς το δράμα ενός συνανθρώπου σου, που βρίσκεται τόσο κοντά σου.

Άσπρος, άσπρος κόσμος (6/10)

Στον "Άσπρο, άσπρο κόσμο" (White, white world, 121΄, 2010), μια τραγωδία παρακολουθείς σαν σε αρχαιοελληνικό σκηνικό, ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα συντίθεται και αποκαλύπτεται σιγά σιγά για να σου υπενθυμίσει την ανθρώπινη παραδοξότητα, και το πώς αυτή στρεβλώνει την πραγματικότητα, σπάζει τα θεμέλια εξ αίματος, παίζει με τα πιο τρυφερά συναισθήματα, διαλύει ψυχές, καίει τις καρδιές των πρωταγωνιστών της ιστορίας. Στην πόλη Μπορ της Σερβίας, μια βιομηχανική περιοχή στην απόλυτη παρακμή της (θυμίζει τα Άσπρα σπίτια Βοιωτίας, όπως τα παρουσίασε στο "Attenberg" η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη), ένας τόπος ορυχείων όπου οι περισσότεροι ανθρακωρύχοι είναι στο δρόμο και η ανεργία βρίσκεται στο κόκκινο, το δράμα το κλειστό μα το ευρύτερα οικογενειακό ξετυλίγεται. Ο Κινγκ είναι ο μάτσο ιδιοκτήτης μπαρ, ένας όμορφος και γοητευτικός άνδρας μα και σκληρός και αδυσώπητος με τους συνανθρώπους του. Ενδιαφέρεται μόνο για την πάρτη του και τον Ζλάταν, το μικρό αδερφό του Άνιμαλ, παλιού κολλητού του φίλου. Τον οποίο Άνιμαλ έχει σκοτώσει η γυναίκα του Ρούζιτσα, χρόνια πριν, μεταξύ άλλων και εξαιτίας της ερωτικής σχέσης της με τον Κινγκ. Η Ρούζιτσα βγαίνει από τη φυλακή και αποφασίζει να παντρευτεί τον καλό Ουάϊτι, που την αγαπάει υπερβολικά. Όμως τον παλιό της έρωτα δεν το ξεχνά. Στο μεταξύ η κόρη της Ρόζα, που έχει μεγαλώσει και έχει γίνει μια πολύ όμορφη γυναίκα, αν και εθισμένη στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ψάχνει να βρει διέξοδο στη ζωή της μέσω του έρωτα. Πρόκειται για ένα λυρικό δράμα, μελαγχολικό, πεσιμιστικό, σκοτεινό. Αποθεώνει το παράδοξο, περιπλέκει τα πιο αρχέγονα ζητήματα του ανθρώπου. Αυτό που, κυρίως, ξεχωρίζει τον "Άσπρο, άσπρο κόσμο" είναι η οπερετική του διάσταση. Ο καθένας από τους χαρακτήρες του (περί τους οχτώ μετράς) λέει το δικό του μοιρολόι, το δικό του τραγούδι, εν είδει μιούζικαλ αλλά όχι χαριτωμένο, ανάλαφρο, φωτεινό. Σαν σε τραγωδία, το τραγούδι και ο (μη) χορός συντελούν στο δράμα ώστε να πάρει διαστάσεις καθαρτικές. Ειδικώς στην τελευταία σκηνή, όπου όλοι οι άνεργοι ανθρακωρύχοι κλείνουν την τραγωδία με τρόπο σπαρακτικό. Αυτή η σερβική, γερμανική, σουηδική συμπαραγωγή του Όλεγκ Νόβκοβιτς, πολυβραβευμένου και ταλαντούχου νέου σκηνοθέτη, ενθουσίασε στο περυσινό Φεστιβάλ του Λοκάρνο, όπου απέσπασε το βραβείο CICAE (καλλιτεχνικής ταινίας) και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας η Γιάσνα Τζούριτσιτς (Ρούζιτσα). Το τραγούδι του Μπόρις Κόβατς και η ερμηνεία της εντυπωσιακής Χάνα Σελίμοβιτς (Ρόζα) προσδίδουν στην ιστορία της Μιλένα Μάρκοβιτς μια πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση. Η ταινία παίχτηκε και στο 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (3-12 Δεκεμβρίου 2010), στη τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια (του Δημήτρη Κερκινού).

Η Πηγή των Γυναικών (5/10)

Αυτή κι αν είναι ταινία που σε προβληματίζει. Καθότι, από τη μια πλευρά, ο Μιχαλεάνου προσπαθεί, εμφανώς, να μιλήσει για τη δυσχερή θέση της γυναίκας στις παραδοσιακές κοινωνίες της Αφρικής, που διέπονται ακόμη από τους “νόμους” του Ισλάμ. Αυτό από μόνο του είναι ένα θέμα που συγκινεί, προβληματίζει, συγκλονίζει. Από την άλλη μεριά όμως, φλυαρεί ασυστόλως. Προφανώς και η ταινία θέλει αρκετό κόψιμο. Κατά τη γνώμη μου πάντα, βρίσκω πολλά περιττά πλάνα που θα μπορούσαν να αφαιρεθούν χωρίς να πειράξουν την αφήγηση. Στο συγκεκριμένο σημείο, βέβαια, τίθεται κι ένα ακόμη ερώτημα. Η έξοχη κινηματογράφηση, η έντονη φωτογραφία, τα παραδοσιακά τραγούδια, οι χοροί και οι φορεσιές, απαστράπτουν, κεντρίζουν το μάτι, και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον, αποσπώντας σε από το βασικό κορμό της ιστορίας. Εντέλει, βλέπεις μια ταινία για τη γυναικεία χειραφέτηση (;) ή ένα ιλουστρασιόν δράμα έντονα φωτισμένο, που αναδεικνύει τις ομορφιές ενός προβληματικού τόπου; Είναι το ίδιο δίλλημα που είχα και με το “Λουλούδι της ερήμου”. Δυο ταινίες με παρόμοιες θεματικές, που όμως αποπροσανατολίζονται, δίνοντας έμφαση στις ομορφιές των τόπων που διαδραματίζονται, διερωτώμενες, μάλλον, πως γίνεται μια τόσο ωραία περιοχή να έχει τέτοιες συμπεριφορές. Η ταινία έχει ενδιαφέρον και αρκετό “ψωμί” για συζήτηση.

Η Πεντάμορφη και το Τέρας (5/10)

Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του “Star Wars”, δεν ξέρω αν πρέπει να κρίνω την πρώτη ταινία (του 1991), που σημείωσε επιτυχία, πήγε στα Όσκαρ, κι έγινε κλασσική, ή αυτήν την επαναπροβολή της μόνο και μόνο για να τη δει όποιος νομίζει στο 3D. Εξαρχής έχω αναφέρει ότι το 3D περισσότερο με κουράζει παρά με διασκεδάζει (με ελάχιστες εξαιρέσεις), και δεν καταλαβαίνω, σε λογικά πλαίσια, γιατί πρέπει ο μικρός φίλος με τον μπαμπά του και τη μαμά του, να δει ή να ξαναδεί την Πεντάμορφη, και τίμια, και το, άλλοτε εκνευρισμένο, Τέρας σε 3D διάσταση; Θα αλλάξει γνώμη μήπως; Προφανώς και μιλάμε για διασκέδαση, και μόνον αυτός είναι ο σκοπός. Κατά τα λοιπά, το κλασικό παραμύθι, όχι έτσι όπως το διασκεύασε ο Κοκτώ αλλά όπως αποθεώθηκε από την Ντίσνεϋ στις αρχές των ‘90s, παραμένει αξεπέραστο και αγαπημένο όλων. Άλλωστε, μεγαλώσαμε (και) με αυτήν την ιστορία.

Δεμένη Κόκκινη Κλωστή (4/10)

Ξεκινάω με την αμφισημία της σκηνοθεσίας, που γίνεται και της ταινίας. Από τη μια μεριά, απεικονίζονται ανάγλυφα η ωμότητα, η αποκτήνωση, η βιαιότητα του ανθρώπου, απόρροια ενός ακατανόητου εμφυλίου πολέμου. Και από την άλλη μεριά, αυτή η έντονα πολεμική ταινία με ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον, κουράζει με τον… ακατανόητο αργό ρυθμό της, και την εμφανώς προβληματική δραματουργία της. Δηλαδή, δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να παρακολουθήσεις αυτήν την ενδιαφέρουσα ιστορία με τα παραπάνω προβλήματα. Η επικεντρωμένη ματιά του σκηνοθέτη στον ιδιαίτερο ανθρώπινο ψυχισμό της εποχής εκείνης, παρά τον ελλιπή σεναριακό ιστό, προσκρούει σε αυτήν τη σκηνοθετική δυσλειτουργία και σε πετάει πολλές φορές εκτός της ιστορίας, μια και το παλαντζάρισμα του ρυθμού σε κουράζει. Όσον αφορά το θέμα, και το αν είναι πραγματικό ή αναληθές, ποσώς με ενδιαφέρει γιατί ακριβώς πιστεύω, μέσα από τα διαβάσματα και τις μαρτυρίες, ότι ο Χαραλάμπους βρίσκεται κοντά σε αυτό που θέλησε να γυρίσει. Δεν κάνει στρατευμένο σινεμά, δεν σηκώνει παντιέρα πολέμου εναντίον της μιας ή της άλλης παράταξης, αλλά προσπαθεί με τη, μετρίως, αποστασιοποιημένη ματιά του ν’ αναρωτηθεί “γιατί;” έγινε όλη αυτή η τραγωδία τότε. Από τον Χαραλάμπους δεν θα ήθελα περισσότερη ιστορική ακρίβεια. Όσο μια πιο συγκροτημένη σκηνοθετική κατεύθυνση. Είναι μια καλή ταινία, αλλά μέχρι εκεί.

Κολλητοί με παιδί (3/10)

Δυο τα τινά για τη συγκεκριμένη ταινία: από τη μια μεριά θέλει να μοιάσει στις ταινίες του Γούντι Άλεν, Προφανώς, ανεπιτυχώς. Το σενάριο δεν ξετυλίγεται σαν μια κλασική κομεντί του Χόλυγουντ, αλλά ποντάρει στο διάλογο και την ανάλυση της ψυχολογίας φίλων, εραστών, κολλητών, πάντα με παιδιά. Από την άλλη μεριά βέβαια, μπορεί να επιδιώκει το παραπάνω, όμως εντέλει καταλήγει σαν μια κλασική κομεντί του Χόλυγουντ, και μοιάζει σε πρόσφατες παραγωγές όπως “Όχι μόνο φίλοι” ή “Μόνο το σεξ δεν φτάνει”, όπου το θέμα από ένα σημείο και μετά (και σχετικά γρήγορα) έχει εξατμιστεί, και εσύ παρακολουθείς μια γουστόζικη κομεντί που δεν σε προσβάλλει, αλλά είναι άνευ ουσίας. Οι δυο πρωταγωνιστές είναι στιβαροί στους ρόλους τους, όμως κι αυτοί χάνονται στην αδιάφορη σκηνοθεσία, που δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να δώσει στην ταινία, και βέβαια στο σενάριο, το οποίο όσο περνάει η ώρα φυλλοροεί… στους πέρα κάμπους. Θα μπορούσε να είναι μια καλή προσπάθεια, με αξιώσεις, όμως χάνεται στην αναζήτηση ταυτότητας.

Το Τελικό Χτύπημα (4/10)

Το “Τελικό Χτύπημα” μου τράβηξε το ενδιαφέρον για ένα και μόνο λόγο: στη σκηνοθετική καρέκλα κάθεται ο Ισλανδός Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ, υπεύθυνος για ενδιαφέρουσες ταινίες όπως “101 Ρέικιαβικ”, “Διπλή Απάτη”, “Jar City”, “Λευκή Νύχτα Γάμου”, κ.ά. Όμως, σε αυτήν την ξενόγλωσση προσπάθεια του απέτυχε παταγωδώς. Κλασικότατη ταινία δράσης άνευ ενδιαφέροντος. Το έργο το χεις δει να εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια σου μυριάδες φορές. Άντρας, πρώην κακοποιός, δεν τον αφήνουν ν’ αγιάσει, και μάλιστα, πλέον, του απειλούν και την οικογένεια. Και φυσικά θα σκοτώσει άπαντες για να τη σώσει. Η αρχή και το τέλος, που είναι εντελώς προβλέψιμα, δίνουν τη θέση τους σε ένα δαιδαλώδες βασικό κορμό, ο οποίος όχι μόνο δεν σε κρατά σε αγωνία, εντούτοις σε κουράζει αφόρητα. Στην ταινία αυτή, βλέπουμε και το σκηνοθετικό χάος του Κορμάκουρ, ο οποίος, έτσι και δεν του βάλανε “χέρι” οι παραγωγοί, τα κάνει σαλάτα. Όχι, δεν θα διασκεδάσεις και πολύ με το “Το Τελικό Χτύπημα”.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (15-3-12).