13 Μαρ 2012

Συνέντευξη του Χρήστου Καρακέπελη

Στον Νέστορα Πουλάκο

Παρακολουθούσα την πορεία της “Πρώτης Ύλης” σε όλο το 2011. Από το περυσινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης όταν και την πρωτοείδα, τις Νύχτες Πρεμιέρας τον Σεπτέμβριο, και το Docfest Χαλκίδας όπου έλαβε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (συμμετέχοντας σε αυτήν τη διαδικασία), στην πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Καρλόβι Βάρι, και την ειδική μνεία που κέρδισε στο Φεστιβάλ Ζυρίχης, η ταινία τεκμηρίωσης του Χρήστου Καρακέπελη βρίσκει, επιτέλους, τη διανομή της στις αίθουσες του Μικρόκοσμου και της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, την ερχόμενη Πέμπτη.

Τη γνώμη μου, ήδη, την ξέρεις. Θεωρώ αυτό το ντοκιμαντέρ από τις αρτιότερες και, φυσικά, εντελώς κινηματογραφικές ταινίες καταγραφής που έχουν υπάρξει στην ελληνική παραγωγή των τελευταίων χρόνων. Ο Καρακέπελης, με σπουδές πολιτικών επιστημών, μπόλικη δουλειά στην τηλεόραση και με ένα ντεμπούτο αρκούντως πολυβραβευμένο (“Το Σπίτι του Κάιν”, με πρεμιέρα στη Μπερλινάλε του 2000), καταγράφει με συνέπεια την ανθρώπινη “πρώτη ύλη”. Τους λούμπεν ανθρώπους, που βρίσκονται στο περιθώριο μεν, όμως εκκινούν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής αλουμινίου και χάλυβα στη χώρα μας.

Φυσική απόρροια των παραπάνω είναι η συνέντευξη-ποταμός με τον Χρήστο Καρακέπελη, τον οποίο ευχαριστώ για τους ορίζοντες που ανοίγει με το ντοκιμαντέρ αυτό, για τις, εις βάθους, απόψεις του που ξεδιπλώνει όπως θα διαβάσεις, και φυσικά του εύχομαι κάθε επιτυχία στο μέλλον.

Το κυριότερο μου ερώτημα για το ντοκιμαντέρ σας αφορά την πρώτη σκέψη σας γι’ αυτό. Πως προέκυψε μια ταινία τεκμηρίωσης για την ανθρώπινη “πρώτη ύλη”; Για ένα φαινόμενο υπαρκτό, τόσο κοντινό μας, μα συνάμα και τόσο μακρινό;

Όσο κι αν φαίνεται υπερβολικό, η πρόσληψη του εαυτού μου με έχει οδηγήσει συχνά στη ζωή μου στη θέση να νιώθω κι εγώ μια ανθρώπινη "πρώτη ύλη" για κάποιους. Όταν αγωνιάς για να επιβιώσεις, ακόμα κι αν η μάχη που δίνεις φαίνεται πιο "πολιτισμένη", μετέχεις ως ένα βαθμό σε αυτό το συναίσθημα. Πιστεύω πως το λάθος της κοινωνίας μας είναι πως τέτοιες υπόνοιες που διαπερνούν την ψυχή πολλών ανθρώπων κάθε στιγμή τελικά εξορκίζονται, μειώνονται σε ένταση κάτω από την εικόνα ενός ορθολογικού πλαισίου και τελικά σιωπούν. Έτσι, αυτό που θα μπορούσε να γίνει ο σπόρος της επανάστασής μας αποδιώχνεται από φόβο από εμάς τους ίδιους. Αν σκεφτόμασταν όλοι πόσο είμαστε ανθρώπινη "πρώτη ύλη", ο κόσμος μπορεί και να άλλαζε. Η διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τους παράνομους μετανάστες, για παράδειγμα, ή τους ανθρώπους του περιθωρίου, οδηγεί σε έναν κατακερματισμό της συνείδησής μας.

Λέγοντας πως αυτοί είναι "πρώτη ύλη" κι εμείς όχι, απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από το όλο πρόβλημα. Εκπαιδευόμαστε από το σύστημα να θεωρούμε κάποιους τυχερούς και κάποιους άτυχους. Κάποιους με λυμένα τα προβλήματά τους και κάποιους άλλους στο πουθενά. Επειδή λοιπόν νιώθω "πρώτη ύλη", αλλά δεν μου επιτρέπεται σχεδόν από τις νόρμες να το αισθάνομαι και απ' όλο το ψεύδος των αντικειμένων, των δομών, των μύθων που περιβάλλουν τη ζωή μου, θέλησα να κάνω μια δουλειά που απελευθερωτικά να με ενώσει με όλους εκείνους τους ανθρώπους που τους νιώθω συγγενείς και ομοίους. Τουλάχιστον στις δικές τους ζωές υπάρχει μια συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που στ' αλήθεια είναι και σ' αυτό που ζουν. Εικόνα και αλήθεια συμπίπτουν. Είχα ανάγκη να ταξιδέψω προς αυτήν τη συνέπεια. Να δω ανθρώπους που μπορούν να μιλήσουν με τον πιο καθαρό τρόπο για εμάς και τον κόσμο που ζούμε.

Για τα γυρίσματα της ταινία σας αναμειχθήκατε με το πραγματικό λούμπεν κομμάτι της κοινωνίας μας. Συναντήσατε δυσκολίες; Κάνατε δεύτερες σκέψεις, εντελώς αποτρεπτικές, γι’ αυτό που σκοπεύετε να κάνετε;

Όταν κάθε προσωπική μας ηθική δοκιμάζεται σε πραγματικό πεδίο σημαίνει πως υπόκειται μοιραία όχι πια στην αυτοαξιολόγηση της μόνο αλλά και στην αξιολόγηση των άλλων. Όταν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με τη βία σημαίνει πως υπάρχει μια βαθιά επιθυμία να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη ξένων προσώπων. Δεν με εξανάγκασε κανείς να διαλέξω αυτό το θέμα, να πάρω από πίσω τους ήρωες μου και να θέσω τον εαυτό μου στη διάθεση του βλέμματός τους. Όμως, θεωρώ αυτόν τον συγχρωτισμό αναγκαία προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τα έργα που έχω κάνει είναι ταινίες αμοιβαίας θέασης ανάμεσα σ’ εμένα και τους ήρωες τους. Διαλέγω να δω αυτούς και εκείνοι διαλέγουν εξίσου να δουν εμένα. Οπωσδήποτε η πραγματικότητα απέχει από τα ιδεολογήματά μας. Κάθε άκρο εμπεριέχει αλλοτριώσεις συνειδήσεων, ωμότητα, κυνισμό. Πολλοί, μέσα στη βασανιστική επιβίωση εντός ενός κοινωνικού περιθωρίου, δεν βρίσκουν άλλον τρόπο από μια καθολική αναισθησία για να απαντήσουν στη ζωή.

Δουλειά μου είναι να ανατρέπω αυτή την αναισθησία προς κάθε κατεύθυνση. Να ακυρώνω τον κυνισμό με την ύπαρξή μου και το έργο μου. Το ν’ αντέχω είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο ρόλος μου και η αποστολή μου. Σε προσωπικό επίπεδο αποκαρδιώνομαι μέσα στη διαδικασία, πληγώνομαι και εισπράττω κάθε επίθεση οδυνηρά. Τίποτα δεν είναι αγιοποιημένο γύρω μας. Ούτε “οι φτωχοί” και “οι κατατρεγμένοι”. Μπαίνοντας στους χώρους που βλέπετε στο ντοκιμαντέρ είχα να αντιμετωπίσω καχυποψία για τα κίνητρα μου και φυσικά μίσος για τη θέση του προνομιούχου που σχηματικά φαίνεται να κατέχω μέσα στην κοινωνική κλίμακα. Προσπαθώ να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου πως όταν δουλεύω πάνω σε κάτι τέτοιο δεν είμαι ένας ιδιώτης αλλά ένας δημιουργός και ό,τι δεν πρέπει να μεταφράζω προσωπικά τις επιθέσεις της πραγματικότητας. Οφείλω να την αντέχω και να παλεύω για να την αλλάξω.

Πείτε μου τις εμπειρίες σας αναφορικά με τη “συμβίωση” σας με τους ανθρώπους “ήρωες” του ντοκιμαντέρ σας; Για τις σκέψεις και την ψυχοσύνθεση τους; Την καθημερινότητα και την επιβίωση τους; Τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ή… τις χαρές που απολαμβάνουν;

Η συμβίωση ανάμεσα σε εκείνους και εμένα είναι το μέτρο που μόνιμα έχω ανάγκη να ζητώ. Στην αρχή η συμβίωση αυτή ήταν απλώς μια ταυτόχρονη παρουσία στους ίδιους χώρους. Ήμουν απλώς εκεί που ήταν κι εκείνοι. Αυτή η υλική διάσταση της σχέσης μας, το ότι απλά βλεπόμασταν, ανταλλάσσαμε μια κουβέντα, παρατηρούσαμε ο ένας τον άλλο, δημιούργησε ένα κοινό χώρο για τις ψυχές μας. Η συνέπεια έκανε αυτόν το χώρο να μεγαλώνει. Κυκλοφορούσα μέσα στα πόδια τους και άφησα τον εαυτό μου να γίνει το θέαμά τους, αντί να είναι εκείνοι το θέαμα για εμένα. Αυτοί ήταν πολλοί, είχαν όλοι μια κοινή ταυτότητα, ενώ εγώ ήμουν ένας και πολύ διαφορετικός. Όντας σαν τη μύγα μες στο γάλα, μοιραία τους προκαλούσα να με γνωρίσουν, να με πειράξουν, να με κοροϊδέψουν, να γελάσουν με την εκκεντρική μου επιλογή να τριγυρνώ ανάμεσά τους. Έτσι γνώρισαν πρώτα εκείνοι εμένα και μετά εγώ αυτούς. Έπρεπε να απαντώ ατέρμονα για το τι κάνω στην άλλη ζωή μου, τι σημαίνει μια ταινία, γιατί θέλω να την κάνω, πού βρίσκω τα λεφτά, αν έχω οικογένεια, πού μένω... Από τις συνθήκες που ζουν και μόνο οι άνθρωποι αυτοί θα έλεγα πως είναι σχεδόν διάφανοι. Δεν έχουν αναπτύξει, όπως εμείς οι αστοί, μηχανισμούς “παραλλαγής” για να κρύβουν τις υπάρξεις τους. Δεν κρύβονται πίσω από κώδικες καλής συμπεριφοράς, πίσω από καμία πολιτική ορθότητα, πίσω από το στιλ των ρούχων τους, την διακόσμηση των σπιτιών τους ή τις παραστάσεις που επιλέγουν να δουν. Οι δρόμοι για να μπεις στις ζωές τους είναι ευθείς και ορθάνοιχτοι.

Οι μόνοι που μπορούν να τους κλείσουν είναι εκείνοι οι ίδιοι με ένα σκέτο “όχι” και όχι με έμμεσα αποτρεπτικά φράγματα σαν αυτά που στήνουμε όλοι εμείς γύρω μας. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν έχουν άλλη κατάταξη αν τις δει κανείς με τα δικά τους ή με τα δικά μας κριτήρια. Με τα δικά τους κριτήρια οι κυρίαρχες δυσκολίες έχουν να κάνουν με πολύ απτά ζητήματα: το πώς θα χορτάσουν, το πώς θα ξεδιψάσουν, το τι θα κάνουν αν αρρωστήσουν. Ο ρατσισμός που βιώνουν, ο νόστος για τις πατρίδες και τους συγγενείς που άφησαν πίσω τους είναι καημοί, αλλά μέσα στη συμφιλίωσή τους με τη μοίρα της φτώχιας και της ανάγκης βάζουν μέσα τους φράγματα που δεν επιτρέπουν σε κανένα συναίσθημα να υπερβαίνει τις αντοχές που επιβάλλει η κατάστασής τους. Οι χαρές τους είναι όλες χειροπιαστές. Είναι συγκεκριμένα πράγματα, καθημερινά: η αγάπη μέσα στην οικογένεια, μία μπύρα που θα μοιραστούν με κάποιον φίλο, μια μέρα που βγήκε καλό μεροκάματο, η γέννηση ενός παιδιού, ένα γλέντι. Ο Χουσείν είναι χαρούμενος όταν μπορεί να πάρει μία σοκολάτα ή ένα παιχνίδι στα εγγόνια του, ο Πλούμπι όταν πίνει τσίπουρα με φίλους τουκαι παίζει κλαρίνο, ο Γκουρντέρβ όταν μαθαίνει για τους βαθμούς του γιου του στο σχολείο, στην Ινδία. Οι χαρές, οι λύπες, ο θυμός, ο πόνος έχουν γι' αυτούς πάντα ταυτότητα. Ξέρουν από πού έρχονται, γιατί έρχονται, πού τελειώνουν, πότε τελειώνουν. Είναι η κατάσταση που τα κάνει όλα τόσο κάθετα. Ακόμα και οι λέξεις στα χείλη τους δεν είναι λόγια. Είναι ευθείες αποτυπώσεις της πραγματικής τους ζωής. Αυτή η καθαρή επικοινωνία ανάμεσα στο νόημα και την έκφρασή του είναι και ο λόγος που διάλεξα να τους ακούσω όλους στις μητρικές τους γλώσσες, αν και λίγο πολύ τα καταφέρνουν με τα ελληνικά. Οι δικές τους λέξεις είναι αλλιώτικες από τις δικές μας. Γιατί είναι γυμνές από το περιττό, όπως και οι ζωές τους.

Θεωρείτε ότι μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα γι’ αυτούς τους ανθρώπους; Υπάρχει κρατικός ή άλλος φορέας που μπορεί ή θέλει να τους (επαν)εντάξει στην κοινωνία; Εν γένει, διαφαίνονται περιθώρια βελτίωσης της ζωής τους;

Στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη του σήμερα, τα δεδομένα δεν πρόκειται να αλλάξουν ούτε γι’ αυτούς, ούτε και για κανέναν άλλο, εφόσον προσδιορίζονται από τον πολιτικό αυταρχισμό που δυναστεύει σήμερα όσους δεν έχουν κανένα μερίδιο σε καμία εξουσία. Το ενδιαφέρον είναι πως, καθώς η πλειοψηφία της κοινωνίας βιώνει πια ένα μαζικό διωγμό από κάθε κεκτημένο και χορεύει στο ρυθμό της επιβίωσης, καθώς η εξαθλίωση των εργαζομένων θεσμοθετείται με νόμους, καθώς η φτώχεια και η αδικία γίνονται κοινή μοίρα, αυτοί οι πρώην ανένταχτοι δεν είναι πια μόνοι. Είναι πλέον, μάλλον ενταγμένοι, αφού συνυπάρχουν και θα συνυπάρχουν στο μέλλον μαζί με εκατομμύρια άλλους που μόλις έμαθαν και θα μαθαίνουν όλο και πιο πολύ τι σημαίνει να είσαι “πρώτη ύλη”. Μια κοινωνία που παρέμενε για δεκαετίες αναίσθητη στη θέα των σκλάβων της τώρα μετατρέπεται ολόκληρη σε ένα πληθυσμό σκλάβων. Η ζωή τους και η ζωή μας θα βελτιωθεί πια μόνο ταυτόχρονα. Πλέον, είμαστε όλοι συγχρονισμένοι στον ίδιο εφιάλτη.

Τα νούμερα για την παραγωγή χάλυβα που αναφέρονται στο ντοκιμαντέρ σας, και οφείλεται ένα μέρος τους σε αυτούς τους ανθρώπους, είναι σοκαριστικά. Δηλαδή μιλάμε για “μαύρη” εργασία, και με κρατική βούλα;

Το ελληνικό κράτος έχει συγκεκριμένες δεσμεύσεις απέναντι στην Ε.Ε σε σχέση με την ανακύκλωση. Υπάρχουν στόχοι που πρέπει να “πιάνει” και ελέγχεται κατά διαστήματα για το τι κάνει σε αυτόν τον τομέα. Οι στόχοι πάνε μια χαρά και όταν έρχονται απεσταλμένοι από τις Βρυξέλλες για επιτόπιους ελέγχους, οι κρατικοί λειτουργοί τους συνοδεύουν σε μία, δύο πρότυπες μονάδες ανακύκλωσης. Εκεί βλέπουν τους εργαζόμενους να δουλεύουν με μάσκες και ειδικές στολές, βλέπουν χώρους καθαρούς σαν φαρμακεία, ορθό διαχωρισμό υλικών κ.λ.π. Φεύγουν ικανοποιημένοι. Δε νομίζω ότι τους πηγαίνουν σε μάντρες σαν αυτή του Ταύρου που κινηματογραφήσαμε και που είναι ακριβώς δίπλα σε ένα δημοτικό σχολείο. Ούτε τους ενημερώνουν για το πώς και από ποιους συλλέγονται τα ανακυκλώσιμα υλικά. Ούτε τους δείχνουν το κουτί από nescafe που παίζει το ρόλο ταμείου και στο οποίο βουτάει μέσα το χέρι ο μαντράς και πληρώνει τους τσιγγάνους με όσα ευρώ τύχει να πιάσει.

Πέρα από μετρημένους στα δάχτυλα δήμους, μηχανισμός συλλογής άλλος δεν υπάρχει. Όλες οι ελληνικές χαλυβουργίες τροφοδοτούνται από τα χέρια αυτών των ανθρώπων. Οι ποσότητες είναι τεράστιες και τα κέρδη υπέρογκα και ανεξέλεγκτα. Το κράτος βγαίνει ασπροπρόσωπο και οι βιομήχανοι εξασφαλίζουν την πιο φτηνή πρώτη ύλη. Οι τιμές αλλάζουν κάθε μέρα ακολουθώντας την κίνηση των διεθνών χρηματιστηρίων, για την οποία φυσικά δεν είναι ενήμερος αυτός που κλέβει το νερό του από πλατείες. Είναι μια επιχείρηση που δουλεύει ρολόι, μια παραοικονομία που κινείται χωρίς έλεγχο και κυρίως χωρίς να υπάρχουν μάρτυρες, καθώς αυτοί που θα μπορούσαν να εξεγερθούν είναι μη-πρόσωπα, παράνομοι μετανάστες , οι οποίοι τυπικά δεν υπάρχουν.

Στον ατέρμονο διάλογο περί τηλεοπτικού και κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ, ποια είναι η θέση σας; Όντως υφίσταται τέτοιος διαχωρισμός, ή πρόκειται για μια “ενδοοικογενειακή” κόντρα;

Αν δεχτούμε πως δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε μια κινηματογραφική ταινία και ένα σήριαλ, τότε μπορούμε να δεχτούμε πως δεν υπάρχει και καμία διάκριση ανάμεσα σε ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ και ένα τηλεοπτικό. Κάνω ντοκιμαντέρ με τις ίδιες εκφραστικές αναζητήσεις που θα είχα κι αν έκανα ταινίες fiction. Με τις ίδιες απαιτήσεις και προκλήσεις σε όλα τα επίπεδα. Από το να εξασφαλίσω τα χρήματα που χρειάζονται έως το να αφήσω το ίχνος μου πάνω στην πραγματικότητα. Υπερασπίζομαι ένα είδος που κοινωνεί εξίσου στα εκφραστικά μέσα τα οποία έχει στη διάθεσή της μία οποιαδήποτε κινηματογραφική ταινία.

Είμαι δημιουργός και ως εκ τούτου είναι αυτονόητο να εργάζομαι με δεδομένη την προσωπική μου γραφή. Δεν διακρίνω γραφή και δεν βλέπω ποια περιθώρια δίνονται για γραφή σε δουλειές που υιοθετούν έναν κατεστημένο κώδικα αφήγησης. Τι μπορεί να συνδέει ένα προσωπικό βλέμμα και ταυτόχρονα έναν τεράστιο κόπο να εκφραστεί αυτό το βλέμμα με μια δουλειά που δεν αποκαλύπτει καμιά τέτοιου είδους αναζήτηση; Τη στιγμή που εγώ εξαντλούμαι για να εκφράσω με εικόνες και ήχους τη ζωή γύρω μου και μάλιστα επιδιώκοντας να μην περιχαρακώσω καμία βεβαιότητα, αλλά να δημιουργήσω ένα χώρο συνάντησης ανάμεσα στους ήρωες μου και στους θεατές, κάποιος επιλέγει απλώς να βάλει έναν αφηγητή να λέει διάφορα.

Δε νομίζω ότι ανάμεσα σε αυτά τα δύο δεν υπάρχει διάκριση. Κάνω τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και γνωρίζω από τα μέσα, τα περιθώρια που αφήνει η τηλεόραση στις αναζητήσεις. Περιθώρια έρευνας, χρόνου γυρισμάτων, εμβάθυνσης, σεβασμού εντέλει των ζωών μέσα στις οποίες ζητάς να μπεις. Γνωρίζεις κάποιον χθες και μετά από μια εβδομάδα κάνεις μαζί του γύρισμα. Γίνεται. Αλλά για εμένα απλώς δεν είναι το ίδιο. Υπάρχουν δημιουργοί που λειτουργούν με πολύ άμεσα αντανακλαστικά, διαφορετικά από τα δικά μου. Με άλλους τρόπους. Δεν μιλώ γι’ αυτούς. Μιλώ για εκείνους που κρύβουν πίσω από την πραγματικότητα και το θέμα που επιλέγουν, την ανυπαρξία τους.

Αφού το ντοκιμαντέρ είναι κινηματογράφος, γιατί συνήθως γίνεται τόσο πρόχειρα, κακότεχνα, και “φτηνά”;

Μεγάλη ευθύνη σε αυτό έχει η τηλεόραση. Πρώτα απ’ όλα σε επίπεδο μεθοδολογίας υλοποίησης αναγκάζει σε μια προχειρότητα προσβλητική για την ίδια την τέχνη, για τον δημιουργό και τα πρόσωπα που εκείνος κινηματογραφεί. Δεν γίνεται μέσα σε τρεις μέρες να ολοκληρώσεις ένα ημίωρο ντοκιμαντέρ, ειδικά ανθρωποκεντρικό. Κι όμως, αυτός είναι ο μέσος χρόνος. Όλοι έχουμε ανάγκη την δυνατότητα της έκφρασης, θέλουμε να είμαστε ενεργοί στο χώρο που έχουμε επιλέξει, πρέπει από κάπου να κερδίζουμε τη ζωή μας και έτσι προσαρμοζόμαστε σε αυτά τα δεδομένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να εθελοτυφλούμε και να ισοσκελίζουμε αυτό με την έννοια του έργου. Σε όλη την ιστορία της τέχνης, το έργο έχει άλλες συνισταμένες εργασίας, σε ηθικό και πρακτικό επίπεδο. Είναι το αποτέλεσμα μιας απαιτητικής σύνθεσης και δεν είναι τυχαίο πως ό,τι αγαπάμε και ό,τι έχουμε δει και ό,τι βλέπουμε σπανιότατα προκύπτει κάτω από τέτοιες συνθήκες εργασίας.

Πέρα όμως από αυτήν την ηττοπαθή συμφιλίωση, υπάρχουν και πάρα πολλοί που γι' αυτούς το ντοκιμαντέρ είναι μια εύκολη λύση να κάνουν κάτι, να έχουν μία παρουσία, να αποκτήσουν μία ταυτότητα, να υπογράψουν κάτι. Η ζωή είναι γεμάτη από ιστορίες και από εκατομμύρια ανθρώπους πρόθυμους να σταθούν μπροστά σε ένα φακό. Κρυμμένοι πίσω από το μεγάλο άλλοθι “της καταγραφής της πραγματικότητας” και με το μηδενικό πια κόστος των μέσων καταγραφής, το όλο πράγμα μπορεί να στηθεί εύκολα. Προτάσσοντας την ιστορία σαν συγχωροχάρτι, ενεργοποιώντας και αξιοποιώντας κάθε πιθανή κοινωνική ευαισθητοποίηση γύρω από την συγκεκριμένη ιστορία, πολλοί, σε επικοινωνιακό επίπεδο φροντίζουν να μετατοπίζουν συστηματικά το ενδιαφέρον από την αξιολόγηση του έργου σαν καλλιτεχνική μαρτυρία σε αξιολόγησή του έργου σαν κοινωνική παρέμβαση. Δεν είμαστε όμως κοινωνικοί λειτουργοί, κομματικά όργανα, οικολογικές οργανώσεις ή ενώσεις καταναλωτών για να κάνουμε “παρεμβάσεις”.

Είμαστε ή δεν είμαστε δημιουργοί. Εννοείται πως σε μια “παρέμβαση” ο ήχος, η φωτογραφία, τα κάδρα δεν μετράνε και δεν υπολογίζονται γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν, δεν τη συνιστούν. Από την άλλη μεριά όμως συνιστούν την τέχνη του κινηματογράφου. Και αυτή η τέχνη, όπως και κάθε άλλη, επικοινωνεί με αισθητικούς όρους. Και αυτούς τους καταργούν μόνο αυτοί που τους αγνοούν. Όποιος τους γνωρίζει δεν μπορεί παρά να τους θεωρεί εργαλεία του και να ενδιαφέρεται αυτά τα εργαλεία να τα εξελίσσει ώστε να παραχθεί ένα άξιο έργο.

Πιστεύετε ότι μπορεί να στηθεί ένα ανεξάρτητο δίκτυο διανομής ντοκιμαντέρ; Είναι εφικτό αυτό, και μπορεί να πραγματοποιηθεί στην κινηματογραφία μας;

Εφόσον το μη ανεξάρτητο δίκτυο διανομής αποδεικνύεται ανέφικτο (είναι σαφέστατα αδιάφορο για το ντοκιμαντέρ), τότε το ανεξάρτητο πρέπει να γίνει εφικτό. Αυτό που οφείλει να είναι το ταλέντο κάποιου διανομέα, το ένστικτό του δηλαδή, δεν αισθάνομαι ότι κατοικεί στα γραφεία διανομής. Ένστικτο για αυτό που διαμορφώνεται, που αλλάζει στον κόσμο. Ποιες επιλογές γίνονται με βάση το ένστικτο; Το να βλέπουμε ταινίες σινεφίλ μεν αλλά με βραβεία στις Κάννες ή στη Βενετία δεν μαρτυρά για εμένα κανένα άλλο ένστικτο πέρα από εκείνο της επιβίωσης. Η κατάρτιση ενός εστιασμένου προγράμματος, με συγκεκριμένη συνισταμένη, με την προσωπική υπογραφή ενός ανθρώπου, την αφοσίωση σε ένα τόσο ξεχωριστό είδος που έχει επηρεάσει τη μυθοπλασία των τελευταίων χρόνων και διαρκώς την τροφοδοτεί ανοίγοντας νέους δρόμους στην κινηματογράφηση, τη θεματολογία ακόμα και τη διεύθυνση των ηθοποιών, πιστεύω πως έχει τη δύναμη να κλέψει την καρδιά ανθρώπων που αγαπάνε το σινεμά. Παράγονται θαυμάσια ντοκιμαντέρ σε όλο τον κόσμο που θα άρεσε πολύ στο κοινό να τα γνωρίσει.

Η πραγματικότητα θα γιγαντώνεται όλο και πιο πολύ γύρω μας, η σκέψη πάνω σε αυτήν κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο μέσα στο νου των ανθρώπων και η ανάγκη να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας δεν είναι πλέον μια προαιρετική επιλογή αλλά προϋπόθεση της ίδιας μας της ύπαρξης. Σε ένα τέτοιο τοπίο το ντοκιμαντέρ έχει θέση και θα έχει όλο και μεγαλύτερη. Όμως, όλα τα σπουδαία πράγματα είναι μια προσωπική υπόθεση κάποιου, μια αγάπη, μία εμμονή. Δυστυχώς και στο χώρο της διανομής, συμβαίνει ότι και στο χώρο της τηλεόρασης. Οι άνθρωποι που επιλέγουν συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν πως "αυτά θέλει ο κόσμος", κρύβοντας πίσω από τις προβλέψιμες επιλογές τους την δική τους έλλειψη τόλμης και την απροθυμία τους να κοπιάσουν πάνω σε κάτι καινούργιο. Δεν πιστεύω σε κατεστημένες δομές "επιχειρήσεων". Ελπίζω μόνο σε συγκεκριμένους ανθρώπους που θα αντέξουν να σηκώσουν πάνω τους το βάρος κάποιου ονείρου.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (12-3-12).