16 Μαρ 2012

Συνέντευξη της Στεφανίας Γουλιώτη

Στον Νέστορα Πουλάκο

Μόλις 31 ετών, με μεγάλη θεατρική εμπειρία και μπόλικη τηλεόραση, η Στεφανία Γουλιώτη κάνει τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο, και φέτος παρουσιάζεται με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο ταινίες. Μάλιστα, για τη συμμετοχή της στο “J.A.C.E.” του Μενελάου Καραμαγγιώλη, που θα παιχτεί στις αίθουσες τη σεζόν 2012-3 από την Audio Visual, κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Νοέμβριο.

Στη “Δεμένη Κόκκινη Κλωστή” του Κώστα Χαραλάμπους, που θα παίζεται από αύριο στις αίθουσες σε διανομή Odeon, η Στεφανία Γουλιώτη ερμηνεύει τη σύζυγο του αντάρτη Θάνου Σαμαρά, η οποία βιώνει το δράμα και το βαθύ τραύμα του ελληνικού εμφυλίου το 1945, που στο τέλος βλέπει το χωριό της να διχάζεται, το σπίτι της να διαλύεται, την οικογένεια της να κατακερματίζεται και την ίδια να βρίσκει ένα τραγικό τέλος.

Η Στεφανία Γουλιώτη μιλάει στο SevenArt.gr γι’ αυτόν το ρόλο της.

Πιστεύεις ότι μια ακόμη ταινία για τον ελληνικό εμφύλιο έχει θέση στη σύγχρονη κινηματογραφία; Μπορεί δηλαδή να βρει το κοινό της; Τη δεκαετία του 1980 ήταν της “μόδας”, υπήρχε ρεύμα. Τώρα;

Νομίζω πως στην τέχνη δεν εξαντλούνται τα θέματα. Αν ήταν έτσι δεν θα ξαναμιλούσαμε για τον έρωτα, παραδείγματος χάρη. Στην τέχνη δεν έχει σημασία τι παρουσιάζεις αλλά το πώς το παρουσιάζεις, και η ανάγκη που σε οδηγεί να το κάνεις αυτό και να το μοιραστείς. Και στην περίπτωση του Κώστα Χαραλάμπους τα δύο τελευταία είναι εξαιρετικά αυθεντικά.

Θεωρείς ότι η “Δεμένη Κόκκινη Κλωστή” του Κώστα Χαραλάμπους είναι στρατευμένη ταινία; Παίρνει ξεκάθαρη θέση ή “κοιτάζει” τα γεγονότα ως παρατηρητής;

Σίγουρα δεν είναι στρατευμένη ταινία αλλά, ξέρεις, τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Είναι μια ταινία που περνάει από την εξαιρετική ευαισθησία σε στιγμές ακραίας και στυγνής βίας, στην οποία δεν μπορείς να μείνεις συναισθηματικά αμέτοχος όταν μάλιστα γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας ούτε καν για μυθοπλασία. Είναι προϊόν αληθινών ιστοριών που μπορούν να σε κάνουν να ντρέπεσαι για την ανθρώπινη υπόσταση σου. Όταν πρωτοδιάβασα το σενάριο αρρώστησα, και νομίζω ότι είναι πολύ σπάνιο μία ταινία να σε εμπλέκει τόσο πολύ ως άνθρωπο. Σε κάνει να θυμάσαι τις ευθύνες που φέρεις επειδή καλείσαι Άνθρωπος.

Την τελευταία δεκαετία όλο και εκλείπουν οι ιστορικές ταινίες από το ελληνικό σινεμά. Οι περιπτώσεις είναι ελάχιστες, όπως για παράδειγμα η “Ψυχή Βαθιά” του Παντελή Βούλγαρη. Ποια η γνώμη σου γι’ αυτήν τη στάση των κινηματογραφιστών;

Νομίζω πως ένας κινηματογραφιστής για να παρουσιάσει μια ταινία, και μάλιστα ιστορική, χρειάζεται ή να έχει μια προσωπική εμπειρία σε σχέση με το γεγονός (όπως έχει ο Κώστας λόγω του παππού του) ή να ξεκινήσει μια πολυετή και επίμονη έρευνα για το θέμα. Επειδή το δεύτερο είναι πολύ σπάνιο να συμβεί για πρακτικούς λόγους και όχι από έλλειψη πάθους, μένουμε στην πρώτη περίπτωση η οποία όμως κι αυτή είναι αρκετά σπάνια. Μην ξεχνάμε, επίσης, πως και οι κινηματογραφιστές είναι άνθρωποι που πιέζονται πολύ από τις οικονομικές συνθήκες της χώρας και είναι λογικό τα θέματα τους πια να στηρίζονται περισσότερο στην επικαιρότητα, στην κοινωνική αλλά κυρίως στη συναισθηματική. Γιατί και το συναίσθημα έχει πια επικαιροποιηθεί.

Πριν τη συμμετοχή σου στην “Δεμένη Κόκκινη Κλωστή”, είχες καταπιαστεί με τον ελληνικό εμφύλιο; Σε είχε απασχολήσει αυτό το κομμάτι της Ιστορίας μας που ακόμη συζητιέται;

Όχι, και λυπάμαι που δεν γνώριζα σε βάθος αυτήν την πλευρά της ελληνικής ιστορίας. Αλλά για εμάς, κάθε νέα δουλειά στο θέατρο ή τον κινηματογράφο είναι μεγάλη εμπειρία και αυτή ήταν και με το παραπάνω, αφού με έφερε κοντά στην Ιστορία μου ως Ελληνίδα και μπορώ να πω ό,τι μου λύθηκαν πολλές απορίες που είχα για το λαό μας. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά.

Μπορεί να λειτουργήσει συμβολιστικά η ταινία του Κώστα Χαραλάμπους με αυτά που βιώνουμε σήμερα; Υπάρχει δηλαδή κάποιου είδους “εμφύλιος” στις μέρες μας;

Φυσικά και υπάρχει αλλά, πια, δεν μάχεται ο λαός στο εσωτερικό του. Μάχεται μ’ έναν αόρατο εχθρό που ονομάζεται σύστημα. Και, φυσικά, είναι άνθρωποι αυτοί που το δημιούργησαν αλλά τώρα πια αποποιούνται όλοι των ευθυνών τους και, έτσι, δεν ξέρεις πια ποιον να “χτυπήσεις”. Νομίζω ότι είναι ο πιο ύπουλος πόλεμος που έχει βιώσει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα. Όχι ο πιο σκληρός, αλλά σίγουρα ο πιο ύπουλος.

Οι επιθέσεις και τα γιουχαΐσματα όλο κι εντείνονται πλέον και σε καλλιτέχνες. Σε τι φταίει η τέχνη, κατά τη γνώμη σου, γι’ αυτά που βιώνουμε; Συμφωνείς μ’ αυτήν την “οργή της μάζας”; Θεωρείς ότι είναι “τυφλή” ή γίνεται στοχευμένα;

Όπως σου είπα και πριν, αυτός ο πόλεμος είναι “ύπουλος”. Ο κόσμος έχει ευνουχιστεί και έχει αναγκαστεί να κλειστεί στα σπίτια του διότι δεν γνωρίζει τον εχθρό του. Όμως η οργή της μάζας φουντώνει γι’ αυτόν το λόγο, πρόκειται για ένα φυσικό φαινόμενο όπως η βροχή και η καταιγίδα, και κάπου πρέπει να ξεσπάσει. Εύκολοι αποδέκτες είναι οι καλλιτέχνες. Όμως δε νομίζω πώς η μάζα έχει πάντα άδικο, ούτε πως χτυπάει χωρίς νόημα όπου βρει. Έχει στόχο και ξέρει γιατί το κάνει.

Παρακολουθείς τις αλλαγές, θεματικές, στυλιστικές και σκηνοθετικές, στον ελληνικό κινηματογράφο τα τελευταία χρόνια; Πιστεύεις ότι μπορεί να ξανακερδίσει το ντόπιο κοινό, το οποίο όλο και λιγότερο βλέπει ελληνικό σινεμά;

Ναι παρακολουθώ τις αλλαγές. Το πρόβλημα με το ελληνικό σινεμά και ο λόγος που κάποιος δεν μπορεί να το παρακολουθήσει σε βάθος είναι, πολύ φοβάμαι, το σενάριο. Όταν αυτό το κομμάτι δουλευτεί λίγο περισσότερο και αποκτήσει τη δική του ακεραιότητα, τότε το ελληνικό σινεμά θα ξανακερδίσει το κοινό του. Αυτή είναι η δική μου γνώμη τουλάχιστον. Για να γράψεις ένα καλό σενάριο δεν θες πολλά λεφτά, μα φυσικά δεν αφορά όλους τους κινηματογραφιστές αυτό που λέω.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (14-3-12).