20 Μαρ 2012

Κάτω από την παραλία υπάρχει άσφαλτος (λεξικό βασικών εννοιών ή μάθε παιδί μου γάματα)

Για τον Ψ και τον ΠΣ

Κλιματική αλλαγή: η παγκόσμια τάση να θεωρείται το κρύο ευνοϊκότερο της ζέστης, λες και είμαστε όλοι σκιέρ.

Ετοιμότητα: η πνευματική κατάσταση κατά την οποία απαγορεύεται να είσαι σαν Τεξανός.

Τεξανός: κάποιος που αναγκάζεται να σηκωθεί μία, άντε δύο φορές από τις ράγες του τρένου σε κάθε περιπέτεια του Λούκι Λουκ.

Λούκι Λουκ: α)ο γνωστός σε όλους Σκάιγουόκερ, όταν τα βρίσκει σκούρα.
Β) ήρωας της Άγριας Δύσης

Στάζει Λουκ: ήρωας της Άγριας Βρύσης.
β) συμπρωταγωνιστής πορνοταινίας μαζί με τον Παλούκι Λουκ.

Σοβαρότητα: αυτό που εκπέμπει η κατάσταση του Άγγλου ασθενή.

Θνητότητα: η κατάσταση κατά την οποία ονειρεύεσαι την αιωνιότητα
Β) κάτι που δεν γνωρίζει ο Χαιλάντερ.

Αιωνιότητα (μία): η κατάσταση κατά την οποία ο Θ. Αγγελόπουλος γυρίζει μόλις την δεύτερη σκηνή της ταινίας του.
Β) η ακριβής ηλικία του Θεού.

Αιωνιόπιτα (αργκό): σε θεϊκή διάλεκτο, η πράξη κατά την οποία κάτι ή κάποιος εξαναγκάζεται να κάνει κάτι συγκεκριμένο για μια αιωνιότητα. Πχ: επειδή το κομψό Σύμπαν ήταν αυτάρεσκο, έφαγε την αιωνιόπιτα που του αξίζει και τώρα είναι καταδικασμένο να παχαίνει για μια αιωνιότητα.

Αιωνιόπιπα: κατά πολλούς, μια δύσκολη αιωνιότητα, ΄΄ μια αιωνιότητα πίπα΄΄.

Αιωνιόφτυστα: κάποιοι, ή κάποια όντα ή πράγματα που μοιάζουν πάρα πολύ μεταξύ τους για μια αιωνιότητα.

Αιωνιόμπηχτα: τα αρχέγονα υλικά του Σύμπαντος που έχωσε στην άβυσσο ο Ουράνιος Μηχανικός για να φτιάξει τις βάσεις του κόσμου.

Οπαδικότητα: επίκτητη ιδιότητα της αγέλης.

Εκκρεμότητα(ες): κάτι που δεν έχουν οι καλές ταινίες όταν τελειώνουν.
Β) μονάδα μέτρησης των παλιών ρολογιών, εκείνα με την κουκουβάγια.

Διαπερατότητα: η υπερφυσική δύναμη της υγρασίας

Ορατότητα,μη: η υπερφυσική δύναμη της ομίχλης.

Ανικανότητα: η υπερφυσική δύναμη του βλάκα.

Νομιμότητα: η σουρεαλιστική εκείνη κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος υποκύπτει σε νόμους και κανόνες τους οποίους ο ίδιος δημιούργησε

Εγκληματικότητα: αυτό που πολεμάει ο Μίκυ Μάους/ κάτι που εκδηλώνεται κυματικά/ αυτό που πολεμάει και ο Σούπερ Γκούφυ/ κάτι που δεν θα συμβεί ποτέ στο αγρόκτημα της Γιαγιάς Ντακ.

Μπίμπι Μπο: η βασική ανταγωνίστρια της Μπάρμπι, μόνο που αυτή δεν είχε την κατάλληλη προώθηση/ μέρος της βασικής εκπαίδευσης ενός κοριτσιού σε νοικοκυρά.

Μύτη: όργανο το οποίο όταν κλείνει μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό.

Δέντρο: κάτι το οποίο δεν έχει πόδια. Συμπλ: κάτι το οποίο αν είχε μυαλό, θα το είχε βάλει στα πόδια. Έξτρα συμπλ: κάτι το οποίο αν είχε μυαλό και πόδια δεν θα έπαιρνε αυτοκίνητο. Έξτρα έξτρα συμπλ: κάτι το οποίο αν είχε μυαλό και πόδια και αυτοκίνητο, θα πήγαινε στην εξοχή να βρει τους φίλους του.

Κούτελο: κάτι που, όπως λένε, αξίζει να είναι καθαρό
Β) εκείνο που βαράς όταν θυμάσαι κάτι που ξέχασες.

Πονοκέφαλος: πόνος που δημιουργείται είτε χρησιμοποιείς το κεφάλι σου για να λύσεις τα μυστήρια του Σύμπαντος, είτε για καπέλα.

Πονοκούτελος: κάποιος που ξεχνάει συνέχεια.

Συνάνθρωπος: υπό μία έννοια, ο χειρότερος φίλος του ανθρώπου.

Ιντριγκάρομαι (tv όρος): σπάνια κατάσταση κατά την οποία ένας άνθρωπος έρχεται σε ίντριγκα με τον εαυτό του.

Ρομπόουτ: πλοίο με τεχνητή νοημοσύνη.

Απορόκ: το γενικό αίσθημα μελαγχολίας και απορίας συγχρόνως που επικρατεί στις σκέψεις όλων όσων γεννήθηκαν έως τις αρχές του ’80.

Ιδιοφυΐα: καμένος τύπος.

IQ: ένας ακόμη τρόπος να νιώσεις χαζός, αφού στο τρίγωνο 18-Ζ, δεν είδες το υπερσυμπαντικό φαντασιακό είναι, αλλά τρεις απλές γωνίες.

180 μοίρες: τόσες κάνουμε κάθε φορά που ξεχνάμε τον θερμοσίφωνα/ ράδιο/ πτώμα στο σαλόνι/ πίτσα εκτός ψυγείου/ τον παππού στο μπαλκόνι/ τη γιαγιά στο γιογιό/ την αξιοπρέπειά μας.

Κόλλα: κάτι που δεν έχουν τα νεύρα και σπάνε.

Αποτέφρωση: λύση χωρίς να πολυλερώνει/ πατρίδα άθεων/ απολυτήριο-διαβατήριο προς το ‘δεν ξέρω τι’.

Oza: υλικό με το οποίο επικαλύπτονται περιοχές κερατίνης.
Β) ++spin εξελιγμένη (για την εποχή της) έκφραση του είναι, με δύο αντισωματίδια να εκτελούν αντιπαράλληλο spin γύρω από τα νύχια της λογικής.

Λούκι: πνευματική κατάσταση κατά την οποία σισσυφοκυκλώνεις το τετράγωνο.

Αυτοσυγκέντρωση (ιδεολογικά) η ιδανική εκείνη περίπτωση κατά την οποία το πλήθος, ως ιδιαίτερες μονάδες, ανακαλεί το αρνίσιο είναι και το προβατικό εγώ του και κατεβαίνει σε πορεία.

Αυτοσυγκέντρωση (ατομικά): ο τρόπος με τον οποίο μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου να ξυρίσει το κεφάλι του και να φύγει για το μακρινό Θιβέτ.

Θιβέτ: μέρος δύσκολο για να αυτοσυγκεντρωθείς.

Θλιβέτ (αργκό): το γνωστό Θιβέτ, επικαλούμενο από ελεύθερα πνεύματα που έκαναν το λάθος να πάνε να ζήσουν εκεί.

Θλιβερaxe: αποσμητικό που μυρίζει ωραία, αλλά δεν έχει τα αποτελέσματα των διαφημίσεων και σε καταντά αλήτη και πρεζόνι φορώντας το.
Β) Δυσλεκτική αργκό των Βίκινγκς πειρατών,πχ: Δωθ’μου το θίλβερ ακθ μου να θκοτώθω τα λυθαθμένα τέρατα!!!!!

Ειλικρίνεια: υπό την αιγίδα της πραγματικής υπεράσπισης του εαυτού μας, είναι εκείνος ο τρόπος να περνάμε στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας, χωρίς να ξέρουμε πόσο θα παραμείνουμε εκεί.

Ειλικρινά συγνώμη αλλά: ο τρόπος του υποσυνείδητου να ρωτάει πόσο καιρό θα παραμείνεις στη σκοτεινή πλευρά και γιατί.
β) αυτό που ακούς στη πύλη του Παραδείσου.

Ξημέρωμα: η προσπάθεια να εξημερώσεις τον χρόνο.

Σύννεφο, (συν-νεφ-ο(ου) ): μεσογειακά ούφο/ευκαιριακό μέσο τρομολαγνείας για:
Πλημμύρες
Καταποντισμούς
Νερολάγνους
Συννεφοκαμένους τύπους
Σκουληκανθρώπους
Όλα του κόσμου δύσκολα, όλα του νερού τα απόνερα.

Κατσαρίδα: σιχαμένη ύπαρξη που θα υπάρξει μέχρις και ωσότου και όποτε και αν και εφόσον δύναται της Τελικής Κρίσεως, όπου και θα μας καταδυναστεύσουν.

Κατσαρίδια: μια κατσαρίδα που μοιάζει με όλες τις άλλες.

Κατσαρό-λα: ένα πρόσωπο, μια προσωπικότητα, που θέλει να είναι σαν τη Λόλα του Κιούμπρικ, αλλά έχει κατσαρά μαλλιά.

Κιου-Μπρικ,(Q-break): φοβερά απίστευτος σκηνοθέτης/ αυτός που έσπασε το Q/ αυτός που πιστεύει στα τείχη του Κιου, βλ. Κιουτειχιανή αρχιτεκτονική 21ος αιώνας

Ανάσταση: η τελευταία στάση του βιολογικού μετρό, που σε αφήνει ξανά στην αρχή του δρομολογίου.

Παραμυθάς: εθισμένος ηρωινομανής.

Εκκλησία:εκεί που μαζεύεται ο κόσμος για να αγοράσει σωτηρία.

Εκκλη(παρι)σια: εκεί που μαζεύεται ο κόσμος για να αγοράσει σωτηρία εκλιπαρώντας για αυτήν.

Εκκλη(κυπαρι)σια: εκεί που μαζεύεται ο κόσμος έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς σωτηρία.

Σερβιτώρα: η ώρα στα σέρβικα.

Σερβιτόρος: σερβικό βουνό.

Σερβικομπινεδώρος: ένας Σέρβος μπινές που ντύνεται Άγιος Βασίλης.

Αγγελιοφόρος: ειδικός φόρος πνευματικής κατανάλωσης των αγγέλων. Είναι ισόβιος, είναι αιώνιος και των πληρώνουν όλοι οι άγγελοι, εκτός φυσικά από τον έκπτωτο άγγελο, τον Βελζεβούλη.

Έκπτωτος άγγελος: ένας άγγελος πολύ φτηνός, Πχ: βρήκα χθες έναν άγγελο στα μιντιαμαρκτ, πολύ, πολύ φτηνά, θα πρέπει να ήταν έκπτωτος!

Εκπτώσεις: η τάση των αγγέλων να γίνουν άνθρωποι.
Β) κατά Ζιγκμουντ Φλόυντ: η κακή σχέση (εις των αιώνα των αιώνων) των αγγέλων με τον πατέρα τους ,σε συνδυασμό με την ψυχεδελική μουσική οδηγεί στη μαζική αυτοκτονία των, πέφτοντας από το πιο ψηλό κτίριο του κόσμου, το οποίο φυσικά είναι ο Παράδεισος.

Παράδεισος: ένα μέρος, πιθανολογείται πράσινο, που έτσι όπως πάει το πράγμα, σε κάνα δυο αιωνιότητες ακόμα και θα θεωρείται άγονη γραμμή/ δυσμενής μετάθεση αγίων/ υπέροχη μετάθεση για τους αγοραφοβικούς..

Αγοραφοβικός: κάποιος που αγοράζει κάτι και μετά φοβάται.

Αγοραφοβερός: κάποιος που κάνει φοβερές αγορές.

Litlle Alien: παλιό καλό κομμάτι.

Lidl Alien: εξωγήινος, που τον βρίσκεις στα Lidl πολύ φτηνά, αλλά με ληγμένες τις υπερφυσικές του δυνάμεις.

Λυπηρίδης: λυπηρός καλαθοσφαιριστής.

Μυτούνωφ: καλαθοσφαιριστής με μεγάλη μύτη.

Αντονέν Αρτοστ: γαλλικό intellectual αρτοσκεύασμα.

Τοκετός: ο τρόπος με τον οποίο έρχεσαι στη ζωή, μην ξέροντας γιατί.

Τοκτοκετός: έμβρυο που βιάζεται να έρθει στη ζωή.

Ρουκετός: έμβρυο που βιάζεται πάρα πολύ να έρθει στη ζωή.

Σπιρτόκουτο: ένα κουτό σπίρτο.

Πλωταμός: ο πλωτός ποταμός.

Ποτομός: ένα τεράστιο, τεράστιο ποτό.

Παρfena: στάδιο ύπαρξης κατά το οποίο ξοδεύεις τα λεφτά για να είσαι ωραία αποκλειστικά και μόνο για τις φίλες σου.
Β)

Μανikea: η νίλα που τρως με το γαμημένο έπιπλο καθώς προσπαθείς να στρίψεις την 146543ή βίδα.

Μαλikea: η νίλα που τρως με το γαμημένο έπιπλο που μόλις τελείωσες βλέποντας πως α) δεν κολλάει πουθενά και β)δεν είναι ωραίο.

Βίδα: κάτι που στρίβει και μας τρελαίνει.

Βούδας: τύπος χωρίς βίδες να στρίβουνε , τύπος χωρίς πάθη να γιάνουμε, τύπος χωρίς τύπο να κρίνουμε, τύπος χωρίς καφκικές αναζητήσεις.

Καφκικές αναζητήσεις: ο τρόπος του υποσυνείδητου να σου λέει προχώρα εκεί που βλέπεις τοίχο.

Κάφρικες αναζητήσεις: τρόπος του υποσυνείδητου να σου λέει προχώρα εκεί που βλέπεις 15χρονο.

15χρονος: κάποιος που έχει στα ακουστικά του μόνο το υποσυνείδητο/ κάποιος που δεν έχει διαβάσει Κάφκα.

Κάφκα: Ούγγρος εφευρέτης της καθημερινής , ρεαλιστικής παράνοιας.

Κάφσκα: κάτι το οποίο δεν χρειάζεται να κουβαλάς μαζί σου σε Πύργο/ κάτι το οποίο απαγορεύεται να φοράς σε Δίκη/ κάτι το οποίο αν είσαι κατσαρίδα σου είναι περιττό, εκτός και αν πρωταγωνιστείς στη Μεταμόρφωση.

Μεταμόρφωση: η post μόρφωση, η μόρφωση εκ των υστέρων, a posteriori ,η μόρφωση του ύφους: δεν θα έπρεπε να κάνω τόσα πολλά σουβλάκια, ποιος θα τα φάει , ή τι την τηλεφώνησα πάλι ο μαλάκας, ή , ο τρόπος να κοιτάς το παρελθόν ζηλοτυπικά και αθώα λες και δεν ήσουν εσύ που σερνόσουν στα πατώματα του κάθε παρόντος ξεφτιλίζοντας εαυτό και νου, γονείς και συντρόφους, τραγούδια και ποιήματα, τον κόσμο όλο και στο τέλος τέλος, αφού κατούρησες μέχρι και τις γωνίες του, ωρίμασες και ήρθε η γνώση, η μεταμόρφωση. Κάπως έτσι.

ΚοτσΑννα: η Άννα με κοτσίδα τα μαλλιά της.

Κοτσάνα: κάτι που λέει η Άννα με κοτσίδα τα μυαλά της.

Κοτσάντα: τσάντα γεμάτη Κότσιρες.

Κοτσάναγουάμπα: ένα μάπα τραγούδι από ένα μέτριο συγκρότημα.

Συγκρότημα: σχήμα μπάντας με επίμονο αλβανό κηπουρό/ σχήμα πολλών ίδιων κτιρίων.

Διορατικός: κάποιος που βλέπει με δύο μάτια.

Διουρητικός: κάποιος που κατουράει με δύο πουλιά.

Αναποφάσιστος: ένας φασίστας, γυρισμένος το μέσα έξω.

Αναπαφάσιστος: ένας φασίστας που κάνει συνεχώς αναπάντητες κλήσεις.

Επιστροφή: ο τρόπος να στρέφεσαι, πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα.

Ανάγκι:η ανάγκη του εργένη που τον οδηγεί να ξανακάτσει κάτω από το γκι μπας και τον φιλήσουν.

Συνηθίζω: ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητα για να μην τινάζουμε τα μυαλά μας στον αέρα.

Συνηθούζο: το ίδιο.

Μασσαλία: πόλη της Γαλλίας/ εύκολη λεία για πολλές μάσες/ η Λία των Μαζών

Κορδώνομαι: κατάσταση κατά την οποία παριστάνεις το κορδόνι.

Ατμόσφαιρα: μια σφαίρα από ατμό.

Ύπουλος: κακεντρεχής τύπος που λέει πράγματα πίσω από την πλάτη σου, μιλάει πίσω από τα ούλα του.

Ξεροκόμματος: πολύ όμορφη γυναίκα που κάνει μπάνια σε εντελώς ερημικά νησιά.

Ξερωκόμματος: πολύ όμορφη γυναίκα που γνωρίζει το πόσο όμορφη είναι.

Ξερνοκόμματος: πολύ όμορφη γυναίκα σε κατάσταση μέθης.

Μέθη: η κατάσταση κατά την οποία συχνά, καμία φορά, παίρνεις μια γεύση, ένα κόκαλο, της απόλυτης ευτυχίας.

Μέθιμα: ο τρόπος μιας παρέας, μιας γενιάς ή κάτι άλλο, να αναπαράγει τις ίδιες γιορτές με το κατεστημένο, αλλά όντας μεθυσμένη.

Δύσκωλος: ο κώλος, ως έχει, δηλαδή με δύο κωλόφυλλα.

Εύκωλος: ο κώλος που έχει ευκοίλια.

Προσανατολισμός: η έμφυτη (;) ,σύγχρονη(;) τάση του ανθρώπου να ρέπει προς την ανατολική κουλτούρα.

Κουλτώρα: η σύγχρονη κουλτούρα/ μια κουλ ώρα.

Ντουκουμέντο: ένα ντοκουμέντο που σου μιλάει στα ίσια.

Βίκτωρ Ουγκ. : Ινδιάνος συγγραφέας.

Βίκτωρ Εγκώ :εγωπαθής συγγραφέας.

Δοκιμασία: σε ελεύθερη μετάφραση, τα δοκίμια που γράφονται για την Ασία.
Β) κάποιος που δοκιμάζει την Ασία, Πχ η φτώχια.

Μέτρηση:: ο Μετρ της Ρήσης.

Οροσινά: μια θεϊκή οροσειρά.

Οικουμενισμός: ο τρόπος κατά τον οποίο φταίμε όλοι για τα χάλια των λίγων.

Οικουμουνισμός: κάτι που θα ήθελε πάρα πολύ ο κουμουνισμός και όχι μόνο.

Μεγαλούπολη: μια πόλη για μεγάλους ανθρώπους.

Φαντάρος: κινητό παράπτωμα.

Απροσδιόριστος: κάποιος που δεν ξέρει πότε θα διοριστεί.

Αμετάκλητος: αυτός που δεν μπορείς να τον ξαναπάρεις τηλέφωνο.

Ιδανικοί αυτόχειρες: εκείνοι οι οποίοι σε ωθούν να παίξεις playstation, αντί να αυτοκτονείς πέρα δώθε.

Παλιννοστούνταπ: στημένοι μετανάστες

Φίλος Φίλου: Κύπριος φοιτητής.

Έμφυτο: φυτό που από νωρίς ήξερε το ταλέντο του.

Κοράνι: είναι σαν το κοράλλι, αλλά λίγο πιο σκληρό.

Κοράλλη: αλλουνού κόρη,η κόρη κάπου άλλου.

Καράβι: ένα μαύρο πλεούμενο.

Καραβιτάμ: ένα μαύρο πλεούμενο που μεταφέρει βούτυρο.

Καραβιτάμταμ: ένα μαύρο πλεούμενο που αντί για μηχανή έχει σκλάβους.

Καραβιταμταμταμκαιτουμπανκαιτεπετεπεταμταμκαιτουμπανκαιπε: ένα τέκνο καράβι.

Μπασκετβολίστας: ο παίχτης μπάσκετ με 100% στις βολές.

Μπασκετβόλεϊμπολίστας: ο παίχτης μπάσκετ με ταλέντο στο βόλεϊ.

Στριμόκολλο (ίντερνετ): ένα πρωτόκολλο που δεν σε αφήνει να κατεβάσεις τραγούδια και ταινίες.

Ομοχομπυκοί: αυτοί που έχουν το ίδιο χόμπυ και φοβούνται.

Εύξυπνος πόντος ο πόντος που βάζεις στο μπάσκετ όταν πρέπει, κυρίως στα τελευταία δευτερόλεπτα.

Αδικούνταιρα: συγγραφέας που γράφει για τους αδικημένους.

Μετάνιωσα: κυριολεκτικά, εκείνο το αίσθημα που δρομολογεί τον από μέσω τέτοιον, προς τον έξω τέτοιον να ξανασκεφτεί χωρίς ένστικτο, χωρίς συναίσθημα, χωρίς νόημα τα όσα ένιωσε λίγο πριν.

Πσάθα: όπλο δυσλεκτικού Βίκινγκ.

Έντομο: φοβισμένο πλάσμα της φύσης που δε λέει το «ρ».

Πατέρας: ένα τέρας από παπαδοσόι.

Πεπερασμένο: κάτι περασμένο, από λόγια τραυλού.

Προκοπή: αυτό που κόβεται πριν την ώρα του.

Ταλμηρή (σνθ μακαρονάδα): φαγητό με θαρραλέα δόση αλατιού.

Ναυτώνεια (σνθ φυσική) εκείνη οι νόμοι περί μήλων και ελευθέρων πτώσεων που σε κάνουν να νιώθεις ναυτία. Άσε που , όταν ακούς για μήλο και πτώση, θυμάσαι πάλι πως έφυγαν οι πρώτοι δύο από τον παράδεισο και αναγκαζόμαστε όλοι να ζούμε εδώ στα χάλια μας και σε πιάνει και το παράπονο.

Προκατάληψη: η διεργασία κατά την οποία ερευνάται η πιθανή κατάληψη ενός κτηρίου.

Χαρακτηριστικό: εργαλείο ενός χαράκτη.

Πύραμα: όταν παίζεις με τη φωτιά.

Σωματίδιο: ένα σώμα, συνήθως στο χώρο της τηλεπρααγματικότητας, που μοιάζει με κάποιο άλλο.

Βάσιμη υποψία: μια υποψία που πέρασε τις εξετάσεις με το ζόρι.

Μέθοδος: δρόμος για σουρωμένους.

Περίπτωση: ο τρόπος που έχουμε όλοι να μη πέφτουμε στην απόλυτη άβυσσο και να σαβουριαζόμαστε κάπου από δίπλα, στα πέριξ του σκοτεινού μαύρου τίποτα.

Κορυφαιά ουσία: κάποιος τύπος με πολύ, πάρα πολύ μυαλό.

Σωστόστ: η περίπτωση εκείνη κατά την οποία είσαι σωστός, όσο ένα τοστ

Παλια Διαθήκη: η διαθήκη η οποία δεν ισχύει πια, είναι παλια.

Κενή διαθήκη: η διαθήκη κατά την οποία κάποιος, ή κάτι, δεν σου αφήνει τίποτα το ουσιαστικό, σου αφήνει κενό.

Μετάφραση Κενής Διαθήκης: είναι η φράση που θα ειπωθεί μετά τη διαθήκη, συνήθως δια στόματος θεού.

Τα ράσα δεν κάνουν τον παπα: γιατί πάχυνε.

Θα γίνει του κλώνου: του χρόνου θα έχουμε κλώνους.

ΚΤΕΛ: Κάποια Ταξίδια Είναι Λάθος.

Κτελευταίος: κάποιος που χάνει το λεωφορείο.

Κτελλάδα: τα κτελ που σε ταξιδεύουν στην Ελλάδα.

Κτελιά: το κτελ που σε πηγαίνει στην Ελιά.

Κτέλουρος: κάποιος που κινείται πάρα πολύ γρήγορα και διακριτικά με υπεραστικό λεωφορείο.

Soundracksssssssch…. Τα soundtracks εκείνα που συνοδεύονται με άνοιγμα μπύρας.

Ήποτης: η τίποτα.

Τέλος: όταν πλησιάζεις το έλος και πρέπει αναγκαστικά να σταματήσεις.

Δικαιοβύνη, δικαιολυκίσκος και Δικαιομαγιά: μια μπύρα την οποία την δικαιούσαι, μια δίκαια μπύρα.

Προέμβλημα:

Βρωμός: μέρος όπου κάποιος θυσιάζεται σε ιεροτελεστία, αλλά βρωμάει κιόλας.

Παραβιάζω: όταν βιάζεις κάτι , ή κάποιον πάρα πολύ.

Πιστοί: οι ιστοί που πιστεύουν σε κάτι.

Θροίνος: το κονιάκ.

Καταιγίδα: το πρόγραμμα εκείνο που δεν τυγχάνει υπερ η υπό μιας αιγίδας, αλλά κατά της.

Κατατάσσω: όπως τα είπε ο Τάσως.

Γενοικεία:

Συνφωνώ: όταν φωνάζεις: «++++++++++++++»

Πλάτινουμ: τα έργα του Πλάτωνα μετά χριστών. (Εκαστως)

Καλατραβατονε: φύσα τόνε και όλα καλά.

Γαστρα,γατα,ραστα:

Αλίμουνο: είναι από εκείνες τις γκόμενες που, αλίμονο, δε θα γαμούσες ποτέ.

Μουσείο ασύγχρονης τέχνης: μουσείο το οποίο επιδεικνύει το γεγονός πως η τέχνη και η πραγματικότητα δεν συγχρονίζονται.

Γκαστρονόμος: το νέο περιοδικό των μέσων εξημέρωσης με όλα τα δυνατά (και αδύνατα) μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια μεσαία νοικοκυράτσα για να μείνει έγκυος.

Οικολόγερος: αν σας πλησιάσει κάποιος που θέλει να σας δείξει κάτι…και σηκώσει ξαφνικά το τεράστιο παλτό του…και δείτε ένα έλατο, τότε να είστε σίγουροι πως πέσατε πάνω στον οικολόγερο της γειτονιάς. Προσπεράστε τον, δώστε του λίγο κοκκινόχωμα, σαν ευχή, καλή αναδάσωση και ελαφρύ να’ναι, θα καταλάβει αυτός.

Σκανδαλουσία: ένα κράτος που μοιάζει με την πατρίδα μας, μόνο που εμείς λέμε και το σίγμα.

Τρελοκομείο: εκεί που πάνε όλοι και μάλλον και μόνο, οι τρελοί και κουρεύονται.

Τράπεζα πίστεως: πιστοληπτικό ταμείο αφαίμαξης ελπίδας

Βρα-βία: κάθε τέλος σεζόν βραβεύεται ο βιαιότερος αστυνομικός

Παπαρηγορια: αυτά που σου λένε όταν πεθαίνει κάποιος

Ελλας/ελλήνων/βρυξελων: πολύ καλό ελληνικό προϊόν, που το τυλίγεις με μια μολότοφ γύρω από το λαιμό σου, σφίγκωντας περισσότερο την πέτρα που έχεις δέσει στο πόδι σου. Προσοχή, καθώς κάνεις τον σταυρό σου, μην μπερδευτείς με το κρεμόσκοινο και χάσεις τη σωτηρία για δεύτερη παρτίδα μαλάκυνσης στη παραφύση.

από τη γέννηση στο θάνατο: πάρτι του Κ. Χρόνου, με μοναδικό καλεσμένο την Κ. Εντροπία.

Από την κούνια στο τάφο: Α) στίχος του Τσάρς Μπουκόφσκι
Β) αδάμαστη δαιμονισμένη εκτροχιασμένη κούνια που στέλνει τα παιδάκια στο φεγγάρι

ΜΑΤωσα: κατέβηκα στη πορεία

Κορεσμένος: ο κομπλέ

Ακόρεστος: ο κόμπλεξ

Προ-ιστορία: η προφέσιοναλ ιστορία

Γένοβα 2001: κάτι που δεν θα δείξει ποτέ η νόβα

Ατζένγκα: μια ατζέντα σκέτη καταστροφή

Οικονο-μια: ανεπιτυχες πλάνο. Καλύτερο θα ήταν η οικονο-δύο. Ή , η οικονοτρεις.

christmas dictionary

Βοσκοί υμνούν τον Θεάνθρωπο: η (σουρεαλιστική) εικόνα μιλάει από μόνη της. Σπάνιες βουκολικές στιγμές του χριστιανικού κινηματογράφου.

Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τον Ιωσήφ και τον ενημέρωσε για την Θεία Γέννηση του Θεανθρώπου εκ της Παρθένου Μαρίας (Ματθαίος Α’ 20): ίσως πρόκειται για το πρώτο καταγεγραμμένο ρουφιανιλίκι της ανθρωπότητας.

Μεσσίας: ούτε αριστερός, ούτε δεξιος, μάλλον (εξου και το όνομα του) κεντρώος.

Στολίδια: πράγματα που βάζεις πάνω στο έλατο. Παλιότερα οι άνθρωποι έβαζαν μόνο ένα αστέρι στη κορφή του δέντρου, το οποίο το ονόμαζαν στολίδι. Τώρα βάζουν πολλά περισσότερα πράγματα που είναι ίδια μεταξύ τους, εξ’ ου και η ονομασία τους.

Καλικάντζαρος: ένας χριστουγεννιάτικος κάγκουρας.

Καλικάγκουρας: ευκαιριακός κάγκουρας που δράττεται της ευκαιρίας για να τρομοκρατήσει κόσμο.

Καλλικράτης: ευκαιριακός κάγκουρας που δράττεται της ευκαιρίας για να τρομοκρατήσει κόσμο

Κράτα το σόου μαϊμού: σύνθημα με το οποίο η μαϊμού (η κοινωνία) προστάζεται να διατηρήσει τα χριστά ήθη και τα χρήσιμα έθιμα της.

Αι-Βασίλης: έτσι θα γίνεις αν συνεχίσεις να πίνεις τόση πολλή κόκα κόλα

Χριστούγεννα: αργία,γενέθλια,αυτά. Κατά το: Χριστός και γέννα, οπότε αν σας λένε π, έχουμε πήγεννα, αν σας λένε Πέτρο, έχουμε Πετρούγεννα και αν σας λένε Μπάμπη, έχουμε Μπαμπούγεννα. Ειδικά αν σας λένε Άννα –Μαρία Παπαχαραλάμπους, έχουμε Αννουμαρουπαπαπαρούγεννα και πάει λέγοντας.

Β) είναι σαν το Πάσχα, αλλά όχι τόσο γκόθικ. Παράδοξο που δημιουργείται από τη λάθος ανάγνωση και μίξη της brutal και της super show διαθήκης.
Γ) γιορτάζει ο Χρήστος, δηλαδή ο Χρήσιμος, μαζί με τον Χρισμένο. Μπορεί επειδή τα λατινικά ποτέ δεν είχαν τόνους.

Αχρηστούγεννα: η αλήθεια πίσω από τη γενική μαλάκυνση που πλήττει τον κόσμο.

Το πνεύμα των Χριστουγέννων: συνήθως οινόπνευμα.

Κάτι σαν Σαρκ: μπόμπα ουίσκι

Φάτνη: κάτι που συναντάς σε πλατείες και σε στάβλους. Τα φτιάχνουν ξυλοκόποι για να γεννιούνται τα παιδιά τους. Κι ας μην είναι δικά τους.

Διάφανα Κρίνα: Ροκ Πατέρες του Χριστού.

Μελομακάρονα: αν τα αφήσεις λίγο καιρό παραπάνω έξω, τα παίρνεις μετά μαζί σου στη πορεία, στο γήπεδο, στη πεθερά σου.

Κουραμπιέδες: αν τα αφήσεις λίγο καιρό παραπάνω, χρησιμοποιούνται και σαν βρισιά. Αλλά συνήθως , μόνο στο γήπεδο.

Έλατο: φυτό χωρίς ρίζες, με ένα ξύλινο σταυρό για βάση. Τυχαίο;

Γαλοπούλα: πτηνό με γεύση βατραχοπέδιλου.

Γέμιση: κάτι που βάζεις στο κώλο του πτηνού με τη λογική πως θα το μαγειρέψεις και θα είναι εύγεστο. Έθιμο του δυτικού πολιτισμού, για να μην ξεχνιόμαστε.

Αλλαγή χρόνου: όταν βλέπεις πως στον αγώνα, ο χρόνος τα έχει παίξει τελείως και πια δε μπορεί άλλο, τον αλλάζεις με έναν καινούργιο από τον πάγκο, νέο και πολλά υποσχόμενο.

Με το δεξί: αφού έκλεισαν οι πληγές του εμφυλίου και δεν υπάρχουν πια ανοιχτά τραύματα, ούτε αριστερόχειρες, ούτε αριστερόποδες, ούτε αφηρημένοι, ούτε άνθρωποι που τα βρίσκουν αυτά ένα κάρο μαλακίας και σκοταδισμού, μπαίνεις με το δεξί στο σπίτι σου για να πάνε ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ.

Το Έλατο του Μαλάκα: όμορφα καρβουνί δέντρο που στολίζει την καθωσπρεπεικη κοινωνία.

Ντάμπλ Ντοτ: παρεξηγημένη έννοια που θέλει πελάτες και εργαζόμενους να αρέσκονται ανταλλάσοντας μεταξύ τους, δύο ευρώ παραπάνω. Αυτό το κατιτίς παραπάνω που μας κάνει ανθρώπους βρε αδερφέ.

Νταμπλ Ντιμπλ: ακριβό ουίσκι, ακριβότερο τα Χριστούγεννα.

Ντάμπλ Ντριπλ: αυτός είναι περίπου, ο τρόπος που γυρνάς σπίτι σου την πρωτοχρονιά.

Ρεβεγιον: κυριλέ δραστηριότητα κατανάλωσης κρεάτων και κονσερβοσκέψεων.

Καλή διάθεση: συνηθίζεται να χρησιμοποιείται αυτός ο όρος για το γενικό κλίμα των Χριστουγέννων, ενώ όλοι μας ξέρουμε, πλην των γκέι, πως είναι η πιο καταθλιπτική και ασεξουαλική γιορτή εβερ.

Έβερτ: πολίτικος που , ας το παραδεχτούμε, μοιάζει με τον Άγιο Βασίλη.

Άγιος: κάποιος μίζερος που εσκεμμένα δεν έζησε τίποτα στη ζωή του.

Καρνάγιος: πολύ γαμάτο μέρος για να περάσεις τα Χριστούγεννα.

Φιλανθρωπία: σταθερή γιορτή, όπου δίνεις λεφτά και αισθάνεσαι χαρούμενος.

Μαριάννα: η Αγία των Λεφτών.

Μέγκα: μέγκα χορηγός της Μαριάννας.

Πρωτοχρονιά: κατά τα φαινόμενα, παρά την χριστιανική δικτατορία που έχει επιβληθεί, χρωστάμε ακόμη και την τήρηση των αρχέγονων εθίμων, το τέλος του χειμώνα ας πούμε, ντυμένο κατάλληλα για να πάει να κάνει την Εύα της καινούργιας χρονιάς.

Βασιλόπιτα: τζόγος παράνομα εκνομημένος, που σκοπό έχει να κερδίσει το κακομαθημένο της οικογένειας ένα φλουρί.

B) ένας Βασίλης ανήμερα της γιορτής του, έφαγε χυλόπιτα.

Φλουρί: πολύ φλου κέρμα.

Φλουριντ: τραγουδιστής με επιρροές από Pink Floyd και Lou Reed.

Μάγοι: κάτι τύποι εντελώς αργόσχολοι που ακολουθούσαν ένα αστέρι. Κανείς δεν ξέρει τις μαγικές τους δυνάμεις.

Σταυρός του Νότου: κατά πάσα πιθανότητα, αυτό άκουγαν οι τρεις μάγοι πορευμένοι σε προναπαλμιακά εδάφη.

31: αυτό βγήκε κατά λάθος. Κανονικά εκείνα τα χρόνια οι μάγοι και οι προφήτες παίζανε 33.

Γκυ: συντηρητική και συνάμα οικολογική παράδοση που για να πηδήξεις, πρέπει να βρεις ένα δέντρο.

Αστέρια: έναν τόνο διαφορά και τα βλέπεις ανάποδα

Και κάτι (σχεδόν) όμορφο:

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά , ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος ,
εκκλησιά με τ΄ άγιος θρόνος. Άγιος Βασίλης έρχεται από τον κάβο Πάπα, βαστάει και
στην πλάτη του μια μαλλιαρή θυλάκα, να βάλει μέσα τα ψωμιά , τις τηγανίτες , τα
λεφτά.- Εσένα , αφέντη , πρέπει σου καρέκλα καρυδένια , για ν ακουμπάς τη μέση
σου τη μαργαριταρένια.- Και πάλι ξανά πρέπει σου , βάλε στραβά το φέσι σου και
δίπλα το βρακί σου για να σκάσουν οι εχθροί σου.- Πολλά είπαμε τ΄ αφέντη μας ας
πούμε της κυράς μας.- Κυρά ψηλή , κυρά λιγνή , κυρά ταπανοφρύδα που έχεις τον
ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος, και του κοράκου τα φτερά τα ΄χεις
ταπανοφρύδια που όταν λουστείς και χτενιστείς και πας στην εκκλησιά σου η στράτα
ρόδα γέμισε απ΄ την περπατησιά σου. -Πολλά ΄παμε και της κυράς , ας πούμε και
της κόρης. -Έχεις και κόρη όμορφη ,που δεν έχει ιστορία, ούτε στην Πόλη
βρίσκεται , ούτε στη Βενετία. -Έχεις και κόρη όμορφη , βάλ΄ τηνε στο ζεμπίλι και
κρέμασέ τηνε ψηλά , να μη τη φάν΄ οι ψύλλοι.- Πολλά ΄παμε , πολλά ΄παμε , μα δε
μας εκεράσατε, κι αν ακόμα θε να πούμε, βάλτε μας κρασί να πιούμε.- Εφάγαμε τον
πετεινό , να φάμε και την κότα και δώστε μας το φλουράκι μας, να πάμε σ΄ άλλη
πόρτα.

Κωστής Αργυριάδης, 2009
(Ελευθερούπολη/Κορχικό/Λαγκαδάς/Θεσσαλονίκη)