27 Μαρ 2012

Συνέντευξη του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Με τα “Δεσμά Αίματος”, την 15η ταινία του, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος δοκιμάζεται στην ψηφιακή κινηματογράφηση και στη low budget παραγωγή. Ένας εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών του ελληνικού σινεμά, που έφερε τον αέρα του γαλλικού κινηματογράφου και της Νουβέλ Βαγκ στο ντόπιο καλλιτεχνικό τοπίο της δεκαετίας του 1970, δεν διστάζει να πειραματιστεί με την κάμερα, και ως Έλληνας Γκοντάρ, να προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής μη αποστρεφόμενος, φυσικά, τις αρχές και τις ιδέες του.

Στα 71 του χρόνια, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος παραμένει ακούραστος και δημιουργικότατος. Ο ίδιος, άλλωστε, δηλώνει επιμένων παραγωγικός και γι’ αυτό συνεχίζει να υλοποιεί αδιάκοπα τις εικόνες που έχει στο μυαλό του και τα σχέδια που κάνει στο χαρτί. Μάλιστα, στο τέλος της χειμαρρώδους συνέντευξης που παραχώρησε στο SevenArt.gr, μας αποχαιρέτησε λέγοντας “καλή συνέχεια και θα τα ξαναπούμε. Έχω να γυρίσω ακόμη πολλές ταινίες”.

Τα “Δεσμά Αίματος” θα προβάλλονται στο Αθήναιον από αυτήν την Πέμπτη, σε ανεξάρτητη διανομή.

Για τα “Δεσμά Αίματος”…

Οι δεσμοί αίματος γίνονται δεσμά αίματος. Η γυναίκα της διπλανής πόρτας, μια αεροσυνοδός, που έχει μια δύσκολη σχέση με τον πατέρα της, και νιώθει τύψεις γι’ αυτόν αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δοκιμάζεται καθημερινά. Ουσιαστικά ζει σε ένα μόνιμο συναισθηματικό εκβιασμό. Ίσως και να εύχεται να πεθάνει ο πατέρας της για να λυτρωθεί… Βέβαια, όταν αυτό γίνεται, στενοχωριέται πολύ. Στη συνέχεια, ψάχνει μια σχέση που καταλήγει ολέθρια, και βασικά της θυμίζει τον πατέρα της. Τα δεσμά αίματος που σου είπα και προηγουμένως.

Για τους σκοτεινούς ήρωες…

Όλες οι υπάρξεις έχουν μια σκοτεινή πλευρά, που θα πρέπει να εξερευνήσεις. Στην ταινία μου, η αεροσυνοδός είναι μια μοναχική γυναίκα που ζει μια ζωή που δεν είναι δίκη της, σα να ανήκει σε κάποιον άλλον. Αντιμετωπίζει με μια ψυχρότητα τα πράγματα γύρω της, με έναν κυνισμό τις σχέσεις της. Ζει σε μια κοινωνία αποξένωσης, που οι αξίες έχουν αλλάξει, και το χρήμα κυριαρχεί. Κι όπου αξία είναι μόνο το χρήμα όλα επιτρέπονται. Είναι ένας σκοτεινός ήρωας, υπαρκτός, όχι εξωπραγματικός. Όπου κι αν κοιτάξεις γύρω σου, θα δεις τέτοιους ανθρώπους, τις ψυχές των οποίων αξίζει να τις ανακαλύψεις.

Για το βιβλίο της Μαρίας Πάουελ…

Το ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Πάουελ με συγκίνησε γιατί, για πρώτη φορά, διάβαζα μια γυναίκα να γράφει έτσι για τις γυναίκες. Ψυχρά και κυνικά. Συνήθως οι αφηγήσεις τους βρίθουν ρομαντισμό. Ενώ σε αυτήν την ιστορία διαβάζεις για πράγματα, τα οποία είτε τα φοβάσαι είτε τα ντρέπεσαι. Για μένα αυτή είναι καλή λογοτεχνία. Ο αποστασιοποιημένος λόγος της Πάουελ μου έκανε εντύπωση. Κι έτσι γύρισα μια πολύ ιδιαίτερη γυναικεία ταινία, που δεν έχει να κάνει βέβαια με τον όρο “γυναικεία” όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα.

Για το βιβλίο στην οθόνη…

Δεν είναι άρρηκτη η σχέση λογοτεχνίας-κινηματογράφου. Και να μην υπήρχε το βιβλίο το σινεμά θα εξακολουθούσε. Τι θέλω να πω: Όταν σχεδιάζεις να μεταφέρεις ένα βιβλίο στην οθόνη, αποζητάς να κάνεις κάτι ανάμεσα στα δύο. Δεν είμαι δηλαδή υπέρ της πιστής μεταφοράς, γιατί έτσι τι νόημα θα είχε η ταινία; Κανένα. Υπάρχει το βιβλίο και αρκεί. Για μένα το βιβλίο είναι το ερέθισμα για να γυρίσω την ταινία. Θέλω να κάνω ένα τρίτο πράγμα, γι’ αυτό και δεν συμφωνώ με την ανάμειξη του συγγραφέα στο σενάριο της ταινίας. Όσον αφορά το βιβλίο της Πάουελ, θεωρώ ότι όσο αυτό “φώτισε” πράγματα σε εμένα τόσο κι εγώ “φώτισα” πράγματα του βιβλίου, που δεν υπήρχαν στη συγγραφέα.

Για το “κανονικό” σινεμά…

Πάντοτε κάνω αυτό που μπορώ, και φυσικά αυτό που έχω μέσα μου. Θα ήθελα πολύ να κάνω μια κανονική ταινία, ένα κανονικό θρίλερ, αλλά δεν γίνεται. Στα χέρια ενός Αμερικανού σκηνοθέτη, τα “Δεσμά Αίματος” θα ήταν ένα ερωτικό θρίλερ. Εγώ γύρισα κάτι εντελώς δικό μου. Δεν κάνω κανονικές ταινίες. Κατά κάποιο τρόπο απεχθάνομαι τις κανονικές ταινίες. Παραγωγές που έχουν κανόνες δεν μπορώ να τις ακολουθήσω. Κάνω πάντα το δικό μου, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Αυτό μου βγαίνει, έτσι τη βλέπω εγώ την κάθε ιστορία. Παλιότερα έλεγα ό,τι “πρέπει επιτέλους να κάνω μια κανονική ταινία”. Αλλά…

Για το πολιτικό σινεμά…

Κάνω πάντοτε προσωπικό σινεμά. Στη γενιά μου κυριάρχησε το πολιτικό, το στρατευμένο, το έντονα κοινωνικό σινεμά. Από τη μεριά μου, γύριζα αυτό που δεν κάνανε οι περισσότεροι. Διαφοροποιήθηκα. Και φυσικά ο δρόμος δείχνει ότι αυτό το σινεμά κυριαρχεί στις μέρες μας. Το πολιτικό σινεμά είναι παρωχημένο, και εξαφανίστηκε. Η τέχνη έχει να κάνει με πράγματα πιο βαθιά, πιο ουσιαστικά. Το σκάνδαλο του θανάτου είναι πιο σπουδαίο από την οικονομική κρίση, για παράδειγμα. Κι, ακόμη, η “Μήδεια”, ένα έργο ερωτικού πάθους, γράφτηκε εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το σινεμά είναι κάτι άλλο από το επίκαιρο. Το τελευταίο είναι για τη δημοσιογραφία, την τηλεόραση… Ταινίες καταγγελίας ή έτοιμες συνταγές, τι νόημα έχουν; Υπάρχουν είδη σινεμά με διαφορετικούς παραλήπτες. Εγώ θέλω να κάνω ένα σινεμά που να αρέσει σε εμένα και στους φίλους μου.

Για τις ταινίες που θέλω να κάνω…

Λατρεύω τα road movies. Θέλω πολύ να κάνω μια αμιγώς ταινία δρόμου. Γι’ αυτό και έχω βάλει σε πολλές ταινίες μου στοιχεία road movie. Θεωρώ ότι είναι καταπληκτικό να παίρνεις την κάμερα και να γυρίζεις μια ταινία δρόμου, στην οποία μπορείς να βάλεις ότι σου κινήσει το ενδιαφέρον, κάτι άσχετο δηλαδή, εκτός σεναρίου, που θα συναντήσεις στη διάρκεια της διαδρομής σου. Όμως είναι πανάκριβες στην παραγωγή τους. Δεν συμφέρουν. Άλλο όνειρο μου είναι να γυρίσω μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Την παιδεύω πάνω από 25 χρόνια. Τελικά θα την κάνω γιατί βρήκα τη λύση αναφορικά με το μεγάλο μπάτζετ. Η Ελλάδα του 4000 μ.Χ. θα είναι η Ελλάδα του σήμερα, με διαφορετική νοοτροπία… Θα ονομάζεται “Η Κοιλάδα των Ρόδων”, από ένα βιβλίο που έχει βγει στις Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, και ξεκινάω τον Οκτώβριο γυρίσματα, σε παραγωγή της Feelgood Entertainment. Το ονομάζω φιλμ ημι-επιστημονικής φαντασίας, γιατί το πρώτο μέρος εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του 1910.

Για τη διανομή…

Όποιος ξέρει τι κινηματογράφο κάνει, πρέπει να γνωρίζει και ποια διανομή χρειάζεται για την ταινία του. Το σινεμά που κάνω εγώ θέλει μόνο μια αίθουσα. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για έναν κινηματογράφο πολυτελείας, που απευθύνεται σε λίγους, και δεν έχει ανάγκη την πλατιά διανομή. Μια αίθουσα μόνο και καλή φτάνει, για να συγκεντρωθεί και να πάει εκεί ο κόσμος που ξέρει τι θέλει να δει. Γι’ αυτό λοιπόν επέλεξα να κινηθώ ανεξάρτητα με τα “Δεσμά Αίματος”. Εδώ, για παράδειγμα, οι βραβευμένες ταινίες στις Κάννες ή στο Βερολίνο παίζονται μόνο στο Άστυ. Και, μάλιστα, πηγαίνουν και πολύ καλά.

Για την ψηφιακή κινηματογράφηση…

Η εποχή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου δημιούργησε πανομοιότυπες ταινίες. Ίδιες επιχορηγήσεις, με τα ίδια συνεργεία, και τους ίδιους, πάνω-κάτω, ηθοποιούς. Ένας κομφορμισμός δηλαδή. Πως είναι δυνατόν να διαφέρουν αυτές οι ταινίες μεταξύ τους; Πλέον, με το ΕΚΚ στον πάγο και τις νέες τεχνολογίες στο προσκήνιο, το σινεμά ζωογονείται. Έχει άλλον αέρα, σκέφτεται λύσεις, δεν μένει άπραγο. Τώρα, με την ψηφιακή κινηματογράφηση λύθηκαν τα χέρια πολλών σκηνοθετών. Η νέα τεχνολογία σου επιτρέπει να κάνεις μια low budget ταινία, χωρίς να περιμένεις τίποτα από κανέναν και από πουθενά.

Για τα φεστιβάλ κινηματογράφου…

Απεχθάνομαι τα φεστιβάλ. Και δεν μπορώ και τις ταινίες που φτιάχνονται για τους διευθυντές των φεστιβάλ. Για τα “Δεσμά αίματος” δεν έκανα μετάφραση, υποτιτλισμό, τίποτα απολύτως. Δεν θα τη στείλω πουθενά. Μου φτάνει το ελληνικό κοινό και μου περισσεύει. Είμαι αρκετά μεγάλος για να λαμβάνω μέρος σε “καλλιστεία”. Η τέχνη, η ποίηση, το σινεμά, δεν είναι για “καλλιστεία”. Δεν υπάρχει το καλύτερο ποίημα του κόσμου, η καλύτερη ταινία του κόσμου… Οι ταινίες είναι διαφορετικά πράγματα. Πες ό,τι πάνε σε ένα φεστιβάλ, μια ταινία του Μπάστερ Κήτον, μια ταινία του Ζακ Τατί, και μια ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Τι σχέση έχουν μεταξύ τους; Ποια είναι η καλύτερη; Δηλαδή, μιλάμε αν είναι καλύτερα τα μπαρμπούνια από τα μήλα; Τα φεστιβάλ ποτέ δεν μου άρεσαν, σπάνια πήγαινα. Θεωρώ ότι φτιάχνουν σχέσεις ταπεινωτικές. Στην αρχή της καριέρας μου πήγαινα γιατί ήταν η φυσική ροή των πραγμάτων. Θυμάμαι όταν ανέβηκα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, για πρώτη φορά, με “Τα Χρώματα της Ίριδος”, είπα “αυτό δεν θα το κάνω ποτέ ξανά στη ζωή μου”. Ένας ανταγωνισμός, ένα ανθρωποφαγικό κλίμα... Και βρίσκω ταπεινωτικό να βάζω τον εαυτό μου στη διαδικασία να με κρίνουν. Τι να σου πω, ας κρίνω εγώ τους άλλους…

Για τους κριτικούς κινηματογράφου…

Δεν τους αντέχω τους κριτικούς κινηματογράφου. Απεχθάνομαι την κριτική ταινίας. Όμως, να ξέρεις, υπάρχει ένα πρόβλημα: αν φύγουν οι κριτικοί θα έρθει κάτι πολύ χειρότερο. Η διαφήμιση!

Για τη νέα γενιά ελλήνων κινηματογραφιστών…

Όπως το 1970 ήμασταν μια παρέα κινηματογραφιστών που είχαμε την ανάγκη να διώξουμε το παλιό σινεμά, κι όχι τόσο να βάλουμε ένα καινούριο, γιατί ακριβώς δεν μας άρεσαν οι ταινίες της Φίνος Φιλμς, έτσι κι αυτή η νέα γενιά που έχει προκύψει, φαντάζομαι, ότι θέλει να διώξει εμάς. Και είναι λογικό. Η πάλη των γενεών υπάρχει, είναι αναπόφευκτη. Οι νέοι θέλουν να “κατεδαφίσουν” τους παλιούς. Και η “κατεδάφιση” αφήνει χώρο για κάτι καινούριο. Εγώ ό,τι και να κάνω θα απευθύνομαι στη γενιά μου. Όχι απαραίτητα, αλλά κυρίως. Κατανοώ, φυσικά, τους νέους. Κι εγώ το έκανα στην εποχή μου. Όμως τα πράγματα, μετά από καιρό, αποκαθίστανται. Για να καταλάβεις, όταν ήρθε η Νουβέλ Βαγκ στη Γαλλία έφερε έναν καινούριο αέρα δροσιάς. Όμως έκανε και καλό και κακό. Γιατί υπέροχοι δημιουργοί της περιόδου δεν μπορούσαν να γυρίσουν ταινία, αφού δεν τους δίνανε λεφτά. Όπως για παράδειγμα συνέβη στον Μπεκέρ ή στον Ρενουάρ. Καθότι το νέο λατρεύεται ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο. Έκανε πιο εύκολα ταινία ένας, τέταρτης διαλογής, σκηνοθέτης της Νουβέλ Βαγκ παρά οι δημιουργοί που σου προανέφερα. Όμως, με τον καιρό, ο Ρενουάρ αποδείχτηκε ότι είναι ο πατέρας του γαλλικού σινεμά.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-3-12).