20 Απρ 2012

Ταινίες 19ης Απριλίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες, ενώ σε επανέκδοση κυκλοφορεί η ταινία-ορόσημο του σοβιετικού φορμαλισμού από τα μακρινά ‘20s, “Ο Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή”. Σε μια βδομάδα που θυμίζει τις βαλτωμένες κινηματογραφικές μέρες του καλοκαιριού, σαφώς και τραβάει περισσότερο την προσοχή το 1ο Φεστιβάλ Ιταλικού Κινηματογράφου, που ξεκινά σήμερα στις αίθουσες της Αθήνας, Ιντεάλ και Έλλη. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι ο “Οίκος Ανοχής” του Μπερτράν Μπονελό, μια ατμοσφαιρική ταινία εποχής που προκάλεσε στο περυσινό Φεστιβάλ Καννών, όπου και την είδε ο (όχι και τόσο ενθουσιασμένος) Γωγάκης. Μια ταινία που είδε ο (όχι και τόσο ενθουσιασμένος) υπογράφων στο περυσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είναι το “Magic Hour” του Κώστα Καπάκα (του οποίου συνέντευξη διαβάζεις εδώ), μια –βαλκανικού στυλ- χαρμολύπη, στην οποία επικρατεί το ερμηνευτικό αλαλούμ του Ρένου –υποψήφιου βουλευτή με τη Νέα Δημοκρατία- Χαραλαμπίδη. Αλαλούμ επικρατεί και στην παρωδία-σάτιρα-χαβαλέ εκ Θεσσαλονίκης “Σούπερ Δημήτριος”, την οποία υπογράφει ο νεαρός Γιώργος Παπαϊωάννου (του οποίου συνέντευξη διαβάζεις εδώ). Μια ταινία που ενθουσίασε το κοινό και βραβεύτηκε από αυτό στο περυσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Από τη Νορβηγία, με διακρίσεις στα Φεστιβάλ Ρώμης και Τραιμπέκα, καταφτάνει στη χώρα μας η –αλά “American Pie”- κομεντί “Άναψέ με”, η οποία ήταν να βγει τη Μ. Εβδομάδα, όμως τελευταία στιγμή αποφεύχθηκε… θρησκευτικό σκάνδαλο. Κριτική αμφισβήτησης σου γράφει ο Γωγάκης. Στους ρυθμούς του χιπ χοπ κινείται το ντοκιμαντέρ “Ανοιχτά Μικρόφωνα”, που παίχτηκε στα Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας και Θεσσαλονίκης, και προβάλλεται σε περιορισμένες παραστάσεις στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, για να διαφωνήσει ριζικά με τη δομή του ο υπογράφων. Από άλλον πλανήτη έρχεται και σε άλλον πλανήτη πάει η –πέρα από κάθε φαντασία- “Ναυμαχία”, ένα κακό, πλην εφετζίδικο, ωστόσο φασαριόζικο μπλοκμπάστερ, που συμπληρώνει μια –από καιρό- κακή εμφάνιση του Λίαμ Νίσον στο εργοβιογραφικό του. Και η επανέκδοση, όχι σε ψηφιακά αποκαταστημένες κόπιες καταπώς φαίνεται, ακούει στον κλασικό τίτλο, δια χειρός Τζίγκα Βερτόφ, “Ο Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή”, για την οποία σου γράφει ο Πετιμεζάς από το… κλασικό –πια- αφιέρωμα του SevenArt “Βωβές ταινίες, η αρχή του κινηματογράφου”.

Magic Hour (5/10)

Δια πυρός και σιδήρου πέρασε ο σκηνοθέτης του “Peppermint” και του "Uranya" προκειμένου να ολοκληρώσει την τρίτη του αγγλόφωνη (στον τίτλο) ταινία. Στην οποία μπορεί να μην ξεχωρίζουν οι ερμηνείες (έχει τυποποιηθεί για τα καλά ο Χαραλαμπίδης) μα το καθαρά βαλκανικό σενάριο του σου προσφέρει μια όμορφη, γλυκιά, αισιόδοξη ιστορία φιλίας που θα σε διασκεδάσει. Η ιστορία του Καπάκα διακατέχεται από μια έντονη κριτική διάθεση πάνω σε θεσμούς κοινωνικούς και (κυρίως) κινηματογραφικούς. Όπου ένας απατημένος σύζυγος συναντά έναν νεκροθάφτη/ ρεσιεψιονίστ “ερωτικού” ξενοδοχείου/ σκηνοθέτη και ξεκινούν, μετά από κάποιες αναποδιές, για ένα road trip αυτογνωσίας. Από κει και ύστερα βλέπεις φιλοσοφίες και σκέψεις ζωής και του ενός και του άλλου loser. Ο Καπάκας κάνει μια ταινία πολύ οικεία στις βαλκανικές κινηματογραφίες (μου θύμισε το βουλγάρικο "O κόσμος είναι μεγάλος και η σωτηρία της ψυχής βρίσκεται στη γωνία" με τον Μίκι Μανόλοβιτς), μια και προσεγγίζει την κουλτούρα και την ψυχοσύνθεση ενός κόσμου συντριμμένου από πολέμους, κακουχίες, χούντες, και κρίσεις πάσης φύσεως, που αμέσως περνούν στον εσωτερικό του κόσμο. Με φωτεινή φωτογραφία, και πολλά τραγούδια, εντέλει σου προσφέρει τη νότα αισιοδοξίας που μπορεί και να χρειάζεσαι. Βέβαια, τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά παρατήρησα ένα αλαλούμ. Υπάρχουν και στιγμές που νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις δεν έχει κάποιο νόημα, δεν καταλήγει πουθενά.

Σούπερ Δημήτριος (5/10)

Μια ταινία για τη Θεσσαλονίκη από τη Θεσσαλονίκη. Με τον Λευκό Πύργο να γίνεται φραπέ, το κτίριο τη Δ.Ε.Θ. να μετατρέπεται σε γύρος χοιρινό, και συνθήματα τύπου “ΠΑ.Ο.Κ. κι ας μη γαμήσω ποτέ”, μια κολεκτίβα νέων με παντιέρα το handmade/ homemade/ d.i.y. (η ταινία στοίχισε 2 χιλιάδες ευρώ), σατιρίζουν, κάνουν πλάκα, καυτηριάζουν, κριτικάρουν όλα εκείνα τα στοιχεία που πλέον αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι και χαρακτηριστικά της πόλης τους. Από τον άκρατο συντηρητισμό (για δεκαετίες δεξιοί δήμαρχοι) και τον φανατικό θρησκευτισμό (μητροπολίτης Άνθιμος), τη σαλονικιώτικη μαγκιά, την εθνικοφροσύνη και το τοπικιστικό αίσθημα (περιφερειάρχης Ψωμιάδης), η πιτσιρικαρία του "Σούπερ Δημήτριου" τα βάζει με όλους και με όλα. Ασχολείται και με την ονομασία Μακεδονία ή F.Y.R.O.M. βάζοντας για κακό τον Κάπταιν Φ.ΡΟΜ, και με τις διατροφικές συνήθειες, και τα ποδοσφαιρικά οπαδιλίκια. Εξιλαστήριος… ήρωας όλων αυτών είναι ο Σούπερ Δημήτριος, που προφανώς προέρχεται από τον πολιούχο της πόλης (Άγιος Δημήτριος) και τον… Σούπερμαν. Με ελάχιστα μέσα, μια digi κάμερα, και hype διάθεση οι πιτσιρικάδες έκαναν μια απολαυστική ταινία, η οποία έχει ως μόνο αρνητικό τη διάρκεια της. Οι σχεδόν δύο ώρες δεν δικαιολογούνται, μια και πολλές σκηνές θα μπορούσαν να αφαιρεθούν.

Ανοιχτά Μικρόφωνα (3/10)

Το ντοκιμαντέρ του Σκαρέντζου με άφησε άφωνο. Είχα ακούσει (δεν έχω δει) ότι το προηγούμενο ντοκιμαντέρ του, “Ρυθμοί & Ρίμες”, ήταν μια έντιμη προσπάθεια που σε εισήγαγε στον (όχι και τόσο δημοφιλή) κόσμο του ελληνικού χιπ χοπ και της ελληνικής ραπ. Πήγα, λοιπόν, στην προβολή του τωρινού ντοκιμαντέρ, σχετικά, προετοιμασμένος για το τι θα δω. Κι όμως. Το χιπ χοπ ή η ραπ είναι μια πρόφαση. Αν εξαιρέσεις τα ίδια τα συγκροτήματα που μιλάνε, ένας σκασμός “δημόσια” πρόσωπα, άγνωστο γιατί, διατυπώνουν την άποψη τους γι’ αυτό το μουσικό είδος. Δηλαδή, κι εντελώς προσωπικά, και χωρίς να είμαι “εραστής” της μουσικής αυτής, γιατί να με ενδιαφέρει τι πιστεύουν για το χιπ χοπ η θεατράλε Καραμπέτη, ο φλου Τζούμας, ο αριστερός Τσακνής, η προβοκατόρισσα Τριανταφύλλου, ο οργισμένος Τσεμπερόπουλος, και μια ψυχολόγος (;)… Δεν έχω κάτι με τα παραπάνω πρόσωπα. Ούτε κρίνω τη δημόσια εικόνα τους. Οι παραπάνω χαρακτηρισμοί έχουν να κάνουν με την παρουσία τους στο ντοκιμαντέρ του Σκαρέντζου. Και βασικά η απουσία τους, ομολογώ, ότι θα μου έκανε περισσότερο. Ας μιλήσει μουσική. Ας μιλήσουν οι δημιουργοί. Και μόνο αυτοί. Δεν λέω ό,τι δεν πρέπει να έχουν άποψη τα "δημόσια" πρόσωπα. Λέω ότι δε με ενδιαφέρει, ως θεατή του ντοκιμαντέρ, η άποψη τους. Από κει και ύστερα, ο Σκαρέντζος προφανώς θέλησε να διερευνήσει τον πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο του χιπ χοπ στην Ελλάδα. Και κυρίως τη σχέση του με την παιδεία, τα ναρκωτικά, την οικογένεια, κτλ. Ως ιδέα μου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Ως αποτέλεσμα όμως διαφωνώ ριζικά.

Ναυμαχία (2/10)

Από τις ταινίες που ξεπερνούν και την ίδια τη φαντασία. Πέρα από το γεγονός ότι βασίζεται σε παιχνίδι και ως εκ τούτου παίρνει διαστάσεις… μύθου, η βιομηχανία του Χόλυγουντ βάζει όλη την τέχνη της για να σε μπουμπουνίσει και να σε θορυβήσει μια και απόντος σεναρίου, όλα επιτρέπονται. Μπλοκμπάστερ ολκής, που τα εφέ κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τους ηθοποιούς και τα λοιπά… αντικείμενα να λαμβάνουν θέση αμπαζούρ, αφού ούτε μια –έστω- συμπαθητική ιστορία δεν βλέπεις. Οι ερμηνείες είναι για τα σκουπίδια, και εντέλει η διασκέδαση, το ζητούμενο δηλαδή για τα αποκαΐδια-ταινίες του Χόλυγουντ, μάλλον σου προκαλεί πονοκέφαλο παρά σε χαλαρώνει. Εν ολίγοις, θα δεις μια άνευρη περιπέτεια χωρίς ουσία, ούτε αρχή, μέση και τέλος. Ακόμη και το όποιο μήνυμα, που μπορεί να φέρει μια τέτοια παραγωγή, εδώ απλώς δεν υπάρχει. Μόνο ένας θόρυβος τριγυρίζει στ’ αφτιά σου μετά την προβολή. Για να καταλάβεις, δεν βρίσκω λόγο ύπαρξης της. Και ως σημείωση: Ο Λίαμ Νίσον επανέρχεται στις κακές ερμηνείες του.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-4-12).