20 Μαΐ 2012

Συνέντευξη της Σόφης Θεοδωρίδου


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Προσφυγικά Σαλονίκης• την ορφάνια του μικρού Θεμιστοκλή απαλύνουν ξένα, ευλογημένα χέρια, όμως αγκάθι απομένει μέσα του η άγνωστη καταγωγή του. Εμφύλιος, Σκρα• τα μελλούμενα απ’ τα χείλη μιας γυναίκας τον οδηγούν στην Τήνο, στον μεγάλο έρωτα και στον μεγάλο πόνο. Ο Θεμιστοκλής, με τον νεογέννητο γιο του, Άλκη, ψάχνει τρόπο και τόπο να στεγάσει τη δυστυχία τους. Θα τους υποδεχτεί η ταραγμένη Αθήνα του’50 κι αργότερα μια παράξενη επαρχιακή κωμόπολη, η Επίκληρος. 

Από το σπίτι της φιλόξενης Μικρασιάτισσας Λένας θα βρεθούν σ’ εκείνο της μελαγχολικής Ελένης, και από την άδολη προσφορά θα οδηγηθούν στον τόπο όπου ένας ιδιότυπος ρατσισμός θα τους πληγώσει, δημιουργώντας δυνατές φιλίες και αβυσσαλέα μίση. Καθώς τα χρόνια κυλούν, ο Θεμιστοκλής και ο συγκλονιστικός Άλκης, η Ελένη, η Ερατώ και η Θάλεια θα βρεθούν μπλεγμένοι στο γαϊτανάκι του πόνου, του έρωτα και του μίσους, και θα βιώσουν τα όρια της προσφοράς και της θυσίας. 

"Τ' αχνάρια των ξυπόλητων ποδιών" είναι το τελευταίο μυθιστόρημα της Σόφης Θεοδωρίδου και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Η συγγραφέας μιλάει στο VakxikonBlog για τη νέα της συγγραφική δουλειά. Για απευθείας επικοινωνία με τη συγγραφέα επισκεφθείτε το blog της. 

Γιατί, πιστεύετε ό,τι ακόμη και σήμερα σιγοκαίει μέσα μας εκείνη η εσωτερική προσφυγιά που προκάλεσαν ο Εμφύλιος Πόλεμος και η ταραγμένη μεταπολεμική Ελλάδα; 

Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν ήρθαμε από το πουθενά. Μας γέννησαν γονείς, μας ντάντεψαν παππούδες και γιαγιάδες. Έτσι, εμπειρίες και βιώματα αυτών έχτισαν εν πολλοίς το χαρακτήρα μας, πέρασαν στο αίμα, στα γονίδιά μας, θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει. Πατάμε, λοιπόν, στο παρελθόν μας. αυτό είναι οι ρίζες μας, απ’ αυτές τρέφεται το δέντρο της ζωής μας και οι χυμοί του μας καθορίζουν συνειδητά ή υποσυνείδητα. 

Ο πόνος, οι στερήσεις, τα μίση, οι διωγμοί, ο εσωτερικός ρατσισμός, η κοινωνική κατακραυγή κυριάρχησαν σε μια ολόκληρη γενιά, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Στην περίοδο που διανύουμε ποια πιστεύετε ότι είναι αυτά που μας κυριαρχούν; 

Το έλλειμμα Δημοκρατίας, σύγχρονου κράτους και παιδείας. Όλα τα υπόλοιπα πιθανολογώ πως είναι παρεπόμενα αυτού του τραγικού ελλείμματος. Ανεργία, ύφεση, διαφθορά, συθέμελος κλονισμός του οικοδομήματος της αμέριμνης υλικής ευζωίας που οικοδομήσαμε και απολαμβάναμε πέρα ίσως από τις δυνατότητές μας, κρίση στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, όλα. Γνωρίζουμε ότι η Δημοκρατία στον κλασικό ορισμό της εμπεριέχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: εξουσία στην πλειοψηφία, ισονομία και αξιοκρατία. Με εξαίρεση τις εκλογές του 1974 την Ελλάδα μέχρι σήμερα κυβερνούν μειοψηφίες με δόλιους εκλογικούς νόμους. Όσο για ισονομία και αξιοκρατία… Βρίσκετε ότι ίσχυσαν ποτέ αυτά στη χώρα μας; Το σύγχρονο κράτος και σωστή παιδεία, αγαθά υπαρκτά σε χώρες της Ευρώπης, ήταν η απόληξη μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας μερικών αιώνων Αναγέννησης και Διαφωτισμού που η χώρα μας δε βίωσε. Το εγχείρημα γεφύρωσης αυτού του χάσματος από τα χρόνια του Καποδίστρια εμφανώς απέτυχε. Γιατί; Εδώ το λόγο έχουν οι ιστορικοί. 

Ο Έλληνας πρέπει να συμφιλιωθεί με την Ιστορία του ή θα πρέπει συνεχώς να την ανασκαλίζει, να την ψάχνει, να την αμφισβητεί, να τη σχολιάζει; 

Αν με τον όρο συμφιλίωση εννοείτε να την αποδεχτεί μουσειακά, φολκλορικά, η γνώμη μου είναι όχι. Η Ιστορία είναι αποταμιευμένη εμπειρία, συλλογική μνήμη. Μας προσφέρει τη δυνατότητα να ζήσουμε για μια στιγμή στο παρελθόν. Και η ενατένιση του παρόντος από το παρελθόν είναι ανάλογη με τη δυνατότητα που έχουμε μένοντας σε μια άλλη χώρα. Η παραμονή μας σ’ αυτήν για ένα χρονικό διάστημα δεν αρκεί, για να τη γνωρίσουμε καλά, η απόσταση όμως μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα τη δική μας χώρα, να συλλογιστούμε τι πήγε στραβά και τι όχι, να διδαχθούμε από τα λάθη μας. Πρώτα, βέβαια, οι Έλληνες πρέπει να μάθουν την ιστορία τους, και να τη μάθουν σωστά, όχι πλαστογραφημένη. Και, καθώς κάθε γενιά φωτίζει το παρελθόν (και φωτίζεται) από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ναι, πρέπει ο Έλληνας συνεχώς να “ανασκαλίζει”, να “ψάχνει”, να “σχολιάζει” την ιστορία του. 

Εντέλει, ο έρωτας είναι ο μόνος “γιατρός” όλων των βάσανων μας; 

Και βέβαια όχι. Ο έρωτας, ωστόσο, που με αξεπέραστο τρόπο ύμνησε ο Σοφοκλής στην ‘Αντιγόνη’ του, είναι ένα πολύ σοβαρό κεφάλαιο στη ζωή μας. Και είναι μεγάλη παρηγοριά και αποκούμπι για τον τυχερό που θα συναντήσει στη ζωή του τον αληθινό έρωτα, την αδερφή ψυχή, και θα πορευτούν μαζί σ’ αυτό το όμορφο μα δύσκολο πολλές φορές ταξίδι που λέγεται ζωή. 

Πως “χτίσατε” τους ήρωες τους βιβλίου σας “Τ’ αχνάρια των ξυπόλητων ποδιών”; Από διηγήσεις και μαρτυρίες μήπως; Ή είναι εντελώς φανταστικοί; 

Οι ήρωές μου είναι δημιούργημα της φαντασίας μου. Κάποιες φορές μια διήγηση ή η γνωριμία μου με άλλους ανθρώπους ίσως μου δώσει το έναυσμα να μπω στη διαδικασία της συγγραφής και να ξεκινήσει το ζωντάνεμά τους με βάση κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Άλλες φορές πάλι ξεφυτρώνουν αναπάντεχα και πράττουν κατά το δοκούν. Τότε δε μου απομένει παρά να ακολουθήσω τ’ αχνάρια τους, εξιστορώντας τις περιπέτειές τους, τις σκέψεις, τις πράξεις τους. Θα έλεγα, λοιπόν, πως ακόμα κι όταν “πατούν” σε υπαρκτά πρόσωπα, “χτίζονται” μονάχοι στη διάρκεια της συγγραφής. Τo ίδιο συνέβη και στο “Τ’ αχνάρια των ξυπόλυτων ποδιών”. 

Το θέμα του βιβλίου σας, η ιστορία σας, προέρχεται από βιώματα σας;  

Όχι, πηγαίνει αρκετά στο βάθος του χρόνου, για να προέρχεται από δικά μου βιώματα και εμπειρίες. Εμπεριέχει, όμως, κατά διαστήματα κάποια σκηνικά που παραπέμπουν σε αληθινά περιστατικά που μου έχουν διηγηθεί. 

Εσείς πιστεύετε ότι η σχέση πατέρα-γιου είναι πολύ δυνατή; Από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η πάντοτε τόσο έντονη σχέση; Από ποιο αρχέτυπο δηλαδή; 

Επέλεξα να είναι αυτή η ισχυρή σχέση (αμφίδρομη στην περίπτωσή μας) βασικό δομικό στοιχείο στο βιβλίο μου, πάνω στο οποίο χτίζεται όλος ο μύθος. Πιστεύω γενικά ότι οι σχέσεις γονιών – παιδιών είναι πολύ δυνατές, ίσως γιατί μεγάλωσα σε μια τέτοια οικογένεια. Η σχέση πάντως πατέρα – γιου, σίγουρα εξαιρετικά δυνατή απ’ την πλευρά του πατέρα, πιθανολογώ ότι ανάγεται σε ενστικτώδη λειτουργία για την επιβίωση του είδους και στη γνώση ότι μέσω του γιου και του εγγονού (‘του παιδιού μου το παιδί δυο φορές είναι παιδί μου’) εξασφαλίζεται η αθανασία.