9 Ιουν 2012

Οι Ταινίες της 7ης Ιουνίου 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τέσσερις ταινίες, που όλες τους κινούνται σε καλά επίπεδα. Αν μη τι άλλο, τέτοια εβδομάδα πρώτων προβολών έχουμε να δούμε καιρό. Σαφώς ξεχωρίζει το νέο μπλοκμπάστερ του Ρίντλει Σκοτ. Σε επανέκδοση βγαίνει Χίτσκοκ του 1956. Την ίδια στιγμή, την τέταρτη εβδομάδα του διανύει το Ταινιόραμα 2012: Οι Αναμνήσεις Ενός Κινηματογραφιστή, που συνεχίζει τις προβολές του (τρεις κάθε μέρα) στο Άστυ της Πλατείας Κοραή. Ταινία της εβδομάδας είναι ο “Προμηθέας”, το ιδιότυπο πρίκουελ του κλασικού -πια- “Άλιεν” (1979). Μια εντυπωσιακή ταινία από άποψη ατμόσφαιρας και εφέ, που κοντράρει στα ίσια το “Αvatar”, και με τη στιβαρή ερμηνεία του Μάικλ Φασμπέντερ αναγεννά το μύθο της εξωγήινης ζωής. Στο “Βαθύ Μπλε του Έρωτα” θα παρακολουθήσεις την τραγική ιστορία της ατιμασμένης και εγκαταλελειμμένης Έστερ στην Αγγλία των ‘50s. Μια θαυμάσια πλην αθόρυβη ερμηνεία της Ρέιτσελ Γουάιζ σ’ αυτή την ατμοσφαιρική μεν απρόσιτη και ιδιαιτέρως βαριά δε ταινία του Τέρενς Ντέιβις. Ανάλαφρη κομεντί που προσπαθεί να εξερευνήσει τις σχέσεις των δυο φύλων με αλενική διάθεση, είναι ο γαλλικός “Έρωτας κρατάει 3 χρόνια”. Χιούμορ έχει, όπως και διάθεση ευχάριστη αλλά δυστυχώς μένει σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης του έρωτα και αναλώνεται γρήγορα σε ατάκες της σειράς και μπαναλιτέ αντιδράσεις. Παραγωγή διετίας το μοκιουμένταρι “Ο Χίτλερ στο Χόλιγουντ”, προέλευσης βελγικής, εξερευνά την τρικλοποδιά που έβαλε το αμερικανικό σινεμά με τη συνεργασία του Χίτλερ στο ευρωπαϊκό σινεμά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με βραβεία από το Φεστιβάλ Καρλόβι Βάρι στις αποσκευές του, προβάλλεται από σήμερα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Την κριτική σου γράφει η Φύτρου από την ανταπόκριση της στις Νύχτες Πρεμιέρας 2010! Η επανέκδοση της εβδομάδας είναι “O Άνθρωπος που Γνώριζε Πολλά” του Άλφρεντ Χίτσκοκ, στην εκδοχή του 1956, μια και ο Εγγλέζος σκηνοθέτης έκανε ριμέικ σε δική του ταινία! Με τους Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι, η ιστορία παραμένει εξαιρετική αν και κάπως διαφορετική από την πρώτη εκδοχή του 1934 που προσωπικά προτιμώ. 

Προμηθέας (6/10) 

Είναι μια επική ταινία, ένα μπλοκμπάστερ για μεγάλο κοινό και πολλά εισιτήρια. Ο “Προμηθέας”, είτε του 2D είτε του 3D, αποτελεί μεν το άτυπο πρίκουελ του ιστορικού πια “Άλιεν” του Ρίντλει Σκοτ (μην ξεχνάμε και τις αξιόλογες συνέχειες του από τους Τζέιμς Κάμερον, Ντέιβιντ Φίντσερ και Ζαν Πιερ Ζενέ), είναι όμως δε και μια αναγέννηση του μύθου ή των ιστοριών συνομωσίας περί εξωγήινων. Λίγα τα στοιχεία και το εμβρόντητο τέλος του είναι αυτά που συνδέουν τον “Προμηθεά” με το πρώτο “Άλιεν” του 1979, τότε που ο σερ –πια- Σκοτ έγινε πασίγνωστος στα πέρατα της Γης. Φυσικά και το θέμα του. Ο άνθρωπος θέλει να μάθει ποιος τον έφτιαξε, από πού προήλθε. Εν ολίγοις ποιος είναι ο δημιουργός του. Ο άνθρωπος είτε από ματαιοδοξία ή θράσος είτε από απλή περιέργεια θέλει να μάθει αν υπάρχουν κι άλλοι “άνθρωποι” στο σύμπαν. Η ταινία είναι η αποθέωση των εφέ, της υψηλής τεχνολογίας, των ευφάνταστων γραφικών και των εντυπωσιακών χρωμάτων. Η δουλειά είναι άψογη, υποβλητική. Ο “Προμηθέας” είναι το νέο “Avatar”. Κοντράρει την ταινία του Κάμερον στα ίσια ο Σκοτ και καταφέρνει να υψώσει ανάστημα και να γίνει αντιληπτός. Το νέο έπος του άνισου κατά τα άλλα Ρίντλει Σκοτ είναι καθόλα εντυπωσιακό. Παρολαυτά διαθέτει και δυο αρνητικά, τουλάχιστον αξιοπρόσεχτα: αφενός τους χαρακτήρες του, και δεν εννοώ τους εξωγήινους αλλά τους ανθρώπους. Ο μοναδικός που ξεχωρίζει σαφώς είναι ο Μάικλ Φασμπέντερ ως άνθρωπος-ρομπότ, σε μια ακόμη ερμηνεία καριέρας, αυτή τη φορά σε μπλοκμπάστερ και όχι σε arthouse δράμα. Άξια κοντά του στέκονται, στα όρια όμως, η εξαίσια ομορφιά της Σαρλίζ Θερόν ως κακομαθημένη που εποφθαλμιά την αμύθητη πατρική περιουσία και η Νούμι Ράπας ως παθιασμένη ερευνήτρια. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι άνευροι, χωρίς ανάστημα, χωρίς δομή, εντελώς αδιάφοροι. Αφετέρου, η δράση στον “Προμηθέα” είναι άνιση, σε αρκετές στιγμές του ανύπαρκτη. Ο Σκοτ θέλει μεν να φτιάξει ένα συμβολιστικό sci-fi έπος, εντούτοις ξεχνάει και την περιπέτεια της ιστορίας και τη δράση που αυτή ενέχει. Αν είχε στο μυαλό του μια άλλη “Οδύσσεια του Διαστήματος” προφανώς και κάποια στιγμή έχασε τη μπάλα στη σκηνοθεσία του. Εν ολίγοις η ταινία του έχει έλλειψη ρυθμού, κάτι που φαίνεται και σε επηρεάζει κιόλας σε πολλά σημεία της. Εν κατακλείδι: ένα μπλοκμπάστερ που από τη μια μεριά προσφέρει διασκέδαση και από την άλλη μεριά ενισχύει τον μύθο των Άλιεν. Είναι πρόταση ψυχαγωγίας και σίγουρα με τον καιρό θα μπει και στο πάνθεον των sci-fi ταινιών που έχουν μείνει με την αξία τους στην ιστορία του σινεμά. 

Το Βαθύ Μπλε του Έρωτα (5/10) 

Μια τραγική ερωτική ιστορία, άκρως χειμωνιάτικη είναι η αλήθεια, στη μεταπολεμική Αγγλία των ‘50s είναι αυτή η ταινία του ανεξάρτητου σκηνοθέτη Τέρενς Ντέιβις, ο οποίος έχει συνθέσει προσεχτικά όλα αυτά τα χρόνια τη δική του σκηνοθετική υπογραφή με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι το αγαπημένο παιδί των φεστιβάλ μια και το σινεμά του εξαιρετικά σινεφίλ το χαρακτηρίζεις. Βαθιά και υποβλητική είναι η ερμηνεία της Ρέιτσελ Γουάιζ η οποία χωρίς να πιάνει υψηλά στάνταρντς υποδύεται θαυμάσια την ατιμασμένη και εγκαταλελειμμένη Έστερ, μια γυναίκα που τολμά να διαλύσει τον πλούσιο γάμο της για τα μάτια ενός νεαρού και γόη πρώην αεροπόρου της RAF, εξαιρετικά φτωχού, επίσης αδιάφορου και τυχοδιώκτη συνάμα. Μια αλήθεια για την ταινία είναι ότι δεν μπορεί να αποτινάξει τη θεατρική καταγωγή της ιστορίας του Τέρενς Ράτιγκαν, ο οποίος θεωρείται σημαντικό κεφάλαιο στα θεατρικά της Αγγλίας. Αυτό κάνει την ταινία του Ντέιβις δύσκολη και βαριά, σχεδόν βαρετή, παρά το ουσιαστικό δράμα που περιγράφει με τα πλέον μουντά και σκοτεινά χρώματα (εξαιρετική η φωτογραφία) και τη μουσική που σου γδέρνει το μυαλό. Πρόκειται για μια χαμηλότονη, ουσιαστική σινεφίλ πρόταση. 

 Ο Έρωτας Κρατάει 3 Χρόνια (5/10) 

Όταν μια γαλλική ταινία ξεκινά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι τότε πιθανότατα θα δεις κάτι αχταρματζίδικο. “Ο έρωτας κρατάει 3 χρόνια” είναι μια τέτοια ταινία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν αξίζει της προσοχής σου και ακόμη ότι δεν ενδείκνυται για ένα χαλαρό καλοκαιρινό σου βράδυ. Η αυτοαναφορική ταινία του Μπειγκμπεντέρ που βασίζεται σε βιβλίο του ίδιου, προσπαθεί να συνδυάσει την απλότητα και τη γλυκύτητα του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά με την γλαφυρότητα του σινεφίλ ευρωπαϊκού και την έξυπνη σάτιρα του γαλλικού. Πολλές οι φιλμικές αναφορές της, έντονος ο αλενικός αέρας που προσπαθεί να πιάσει μέσα από τις διαδοχικές ατάκες. Εν ολίγοις, η γαλλική αυτή ταινία στα σίγουρα δεν θα σε απογοητεύσει. Έχει τις θετικές στιγμές της, για παράδειγμα η ερμηνεία του Προυστ είναι αξιοπρόσεχτη και η ομορφιά της Μπουργκουάν εκθαμβωτική. Χιούμορ υπάρχει αλλά γίνεται και μπανάλ. Ατμόσφαιρα υφίσταται αλλά σε πολλές στιγμές πλαταίνει και σε αναγκάζει ν' αδιαφορήσεις. Για να καταλάβεις πρόκειται για την ταινία του ναι μεν, αλλά… 

Ο Άνθρωπος που Γνώριζε Πολλά (6/10) 

 Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ την πρώτη ταινία του 1934. Εξπρεσιονιστική, σκοτεινή, με τον αθάνατο Πήτερ Λόρε. Πιο θρίλερ, περισσότερη αγωνία, και όλη αυτή η άρρωστη ατμόσφαιρα πολέμου στην Ευρώπη του… Μεσοπολέμου να πλανάται πάνω από το τουριστικό θέρετρο της Ελβετίας. Όπως και να ‘χει, ο Χίτσκοκ ήταν ένας αξεπέραστος, ανυπέρβλητος δημιουργός. Και είχε την πυγμή να ξανακάνει την ταινία του, να της αλλάξει τη μορφή και να της προσδώσει χολιγουντιανή απόχρωση. Το θέρετρο είναι πια το Μαρόκο, οι τουρίστες είναι Αμερικανοί. Πολύ καλές οι ερμηνείες των Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι, άλλωστε με την παρουσία τους στο Χόλιγουντ της εποχής εκείνης δήλωναν στήριξη και στην ποιοτική πλευρά του εμπορικού σινεμά. Το σκοτεινό και εξπρεσιονιστικό έχει αντικατασταθεί από το τεχνικολόρ. Ζωντανά, φωτεινά χρώματα. Ταινία δράσης κομ ιλ φο, που η κομεντί εναλλάσσεται με το δράμα και το ρομάντζο με την αγωνία και την περιπέτεια. Για περισσότερα από 30 χρόνια αυτό το στυλ κινηματογράφησης που καθιέρωσε ο Χίτσκοκ στο αμερικανικό σινεμά κοπιαρίστηκε από τους πάντες συνεχώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, και μάλιστα κοντινό μας, είναι το σινεμά του Ζυλ Ντασέν (θυμήσου το “Τοπ-Καπί”, τη “Φαίδρα” κ.ά). Για να σου ολοκληρώσω, τη νέα ταινία του Χίτσκοκ μπορώ να τη “διαβάσω” μόνο ως ριμέικ, το οποίο κατά τη γνώμη μου χάνει στα σημεία από την πρωτότυπη ταινία. Ο Χίτσκοκ ορμώμενος από το σινεμά που έκανε στην Αμερική “άνοιξε” την ταινία. Την ελάφρυνε, τη διάνθισε με το πασίγνωστο πια τραγούδι Que Sera (κέρδισε το Όσκαρ), έβαλε στους κύριους ρόλους αστέρες της εποχής και διαμόρφωσε τη δράση σε πιο… εύπεπτη. Πέρα από ταινία ψυχαγωγίας, ειδικώς για θερινό σινεμά, αποτελεί και ένα νέο ανάγνωσμα της κλασικής ιστορίας του Χίτσκοκ. Η μαγιά της δεν χάνεται. Τα υλικά έχουν αλλάξει και γι’ αυτά μπορούμε μόνο να συζητάμε. 

 *Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (7-6-12).