16 Ιουν 2012

ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Ακόμη και αν δεν είναι η Βαρκελώνη αλλά η Λισσαβόνα. Ακόμη και αν το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας βροχερός στα παραθαλάσσια του Ατλαντικού. Ακόμη κι αν η συζυγική συγχώρεση δεν έρχεται ποτέ παρά σταματάει το love story κάπου στο κέντρο της Πορτογαλίας. Τι κι αν το Κουκάκι, η Αίγινα ή η Αθήνα εν γένει της δεκαετίας του 1980 θα αντιπαραβάλλεται πάντοτε με τη βαρετή ζωή στο Παρίσι. Για όλα αυτά υπάρχει η κοινή συνισταμένη. To τρένο Talgo που ενώνει το Παρίσι με την Ιβηρική Χερσόνησο. Το μαξιλάρι Talgo που θα το έχεις για να ξαποστάσεις πάλι μία στιγμή, για να μυρίσεις το άρωμα του έρωτα, για να χαϊδέψεις τις αναμνήσεις σου. Το βιβλίο Talgo του Βασίλη Αλεξάκη, αυτό το ερωτικό παραλήρημα που ζει ή ονειρεύεται να ζήσει ο καθένας από εμάς. Το κραγιόν που γράφει Talgo στον καθρέφτη του μπάνιου… Κάτι σου θυμίζει; Εκείνη, όμορφη, γοητευτική, με έναν άντρα στήριγμα κοντά της (σύντομος αλλά περιεκτικός ο ρόλος του Νικήτα Τσακίρογλου), με δυο γάμους και ένα γιο στην εφηβεία, ζει τη συζυγική ζωή της στο κέντρο της Αθήνας, και προσπαθεί και ονειρεύεται ώστε να επανέλθει στο χορό ως δασκάλα πια. Έξοχη η ερμηνεία της Μπέτυς Λιβανού. Εκείνος, όμορφος, γοητευτικός, με μια γλυκιά Γαλλίδα παντρεμένος και δυο παιδιά, ζει μόνιμα στο Παρίσι, Έλληνας του εξωτερικού γαρ, σημαντικό στέλεχος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στα οικονομικά) και υπεύθυνος, μαζί με μια ομάδα ανθρώπων, για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ εκείνη την εποχή. Ο ρόλος της καριέρας του Αντώνη Θεοδωρακόπουλου. Συναντήθηκαν στο κέντρο της Αθήνας, αισθανθήκανε στην Αίγινα, και ερωτευτήκανε παράφορα στη Λισσαβόνα. Ήταν ένας ξαφνικός έρωτας. Από το πουθενά. Από το τίποτα. Ούτε σχεδιασμένο ήταν, ούτε προξενιό, ούτε διαμεσολάβηση. Τυχαίο ήταν. Και στην ιστορία βλέπεις πως αλλάζουνε τα σχέδια. Από Κέρκυρα, Αίγινα. Οι πρώτες αισθήσεις υπάρχουν. Το αλκοόλ ρέει στην ταβέρνα. Στο τσιφτετέλι σηκώνεται η Ελένη. Και ο Γρηγόρης το αποφασίζει… το προαποφασισμένο. Στο συνέδριο της ΕΟΚ στη Λισαβόνα η συνάντηση τους. Η μοναδική. Η τελευταία. Το ταξίδι στο Παρίσι ακυρώνεται. Κάποιος αισθάνεται περισσότερα. Έτσι είναι το παιχνίδι πάντοτε. Κι εκεί, στην Πορτογαλία, στη μικρή σοφίτα του ξενοδοχείου, που βλέπει την τρικυμισμένη θάλασσα, κι ακούγεται το κύμα και οι φωνές των ψαράδων της περιοχής. Είναι εκεί που το δάκρυ γίνεται θάλασσα και τούμπαλιν. Εκεί που η βροχή γίνεται δάκρυ. Τελεία. Τέλος. Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος διασκεύασε ελεύθερα το μόλις 168 σελίδων μυθιστόρημα “Τάλγκο” του Βασίλη Αλεξάκη, ένα από τα πλέον ερωτικά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Και πράγματι έκανε κι εκείνος μια πολύ έντονη ερωτική ταινία, από τις σημαντικότερες του ελληνικού κινηματογράφου. Ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του 1984, κέρδισε βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πολλά εισιτήρια στις αίθουσες. Η απλή, αέρινη και κοφτή σκηνοθεσία του Τσεμπερόπουλου συνδυάστηκε με τις έξοχες ερμηνείες των Λιβανού και Θεοδωρακόπουλου, την φροντισμένη καλλιτεχνική επιμέλεια του Νίκου Περάκη, την χαρακτηριστική ερωτική φωτογραφία του Γιώργου Πανουσόπουλου, τη μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη και το αθάνατο τραγούδι της Ελένης Βιτάλη. Αυτή θα πρέπει να είναι η επανέκδοση κάθε καλοκαιριού στα θερινά σινεμά της χώρας. 

“Κοίταξα ψηλά στον ουρανό που ήταν ακόμη φωτεινός. Είδα τα πουλιά που κάθονταν στα σύρματα του ηλεκτρικού. Τόσες και τόσες φορές έχω δει τα πουλιά στα σύρματα του ηλεκτρικού, πρώτη φορά πρόσεξα ότι τα σύρματα ήταν πέντε κι ότι τα πουλιά έμοιαζαν με νότες μουσικής.” 
(απ’ το βιβλίο “Τάλγκο”, Εκδόσεις Εξάντας, 1980)