19 Ιουλ 2012

Οι Ταινίες της 19ης Ιουλίου 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τέσσερις ταινίες, χωρίς να ξεχωρίζει σαφώς καμία και να τραβάει την προσοχή σου. Εν γένει, έχουμε ένα μέτριο πρόγραμμα πρώτων προβολών. Σε επανέκδοση προβάλλεται η κλασική μαύρη κωμωδία του Φράνκ Κάπρα, με την αξεπέραστη ερμηνεία του Κάρι Γκραντ, “Αρσενικό και παλιά δαντέλα”. Στις παράλληλες εκδηλώσεις, να έχεις υπόψη σου και τις προβολές του 2ου Athens Open Air Film Festival. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι τα “17 Κορίτσια” των Μυριέλ & Ντελφίν Κουλέν (διαβάζεις συνέντευξη της πρώτης εδώ), που απέσπασαν Ειδική Μνεία στο φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Την κριτική γράφει η Σοφία Καλάγκα από την φεστιβαλική της ανταπόκριση. Αυτήν τη φορά δεν ενθουσιάζει η νέα ταινία του κάφρου κωμικού Σάσα Μπάρον Κοέν. “Ο Δικτάτορας” αποτελεί μια χοντροκομμένη αναφορά στις διάφορες “δημοκρατίες” των τρίτων χωρών, όμως η έξυπνη περσόνα που δομεί ο Κοέν δεν αποδίδει τα αναμενόμενα… γέλια. Χαλαρή και χλιαρή κομεντί, όπου περνάς ευχάριστα την ώρα σου ορέγοντας εδέσματα πάσης φύσεως, είναι η γαλλική ταινία “Ο Σεφ και ο σεφ του”, με την βαριά αλλά μεστή ερμηνεία του Ζαν Ρενό. Μια διασκεδαστική ταινία, εν ολίγοις. Καλοκαίρι χωρίς Τζέισον Στέιθαμ δεν γίνεται. Ο Στήβεν Σηγκάλ της νέας εποχής σκοτώνει όποιον βρίσκει μπροστά του, προκειμένου να εκδικηθεί αλλά και να προστατεύσει 12χρονη, στον “Προστάτη” με το άπειρο πιστολίδι. Το απολαυστικό one man show του Κάρι Γκραντ έχει κάνει την ταινία “Αρσενικό και παλιά δαντέλα” του Φρανκ Κάπρα, μια all time classic μαύρη κωμωδία που εξακολουθεί να προσφέρει γέλιο και διασκέδαση παρά την προχωρημένη “ηλικία” της. 

Ο Δικτάτορας (4/10) 

 Νομίζω ότι ο Σάσα Μπάρον Κοέν εξάντλησε τα χοντροκομμένα κωμικά μαγικά του στο promotion της ταινίας, παρουσιάζοντας τελικά μια πολύ μέτρια κωμωδία που ναι μεν αποτελεί ένα σατιρικό σχόλιο στις κατά καιρούς και τόπους, παλιές και νέες, δικτατορίες των τρίτων χωρών, όμως το χιούμορ είναι ξεπερασμένο και έχει χάσει τη φρεσκάδα των πρώτων ταινιών του. Η αλήθεια είναι ότι άπαντες μείναμε έκπληκτοι μπρος στον κεραυνό “Μπόρατ”. Εν συνεχεία, ξινίσαμε λίγο αλλά μας καλάρεσε ο “Μπρούνο”. Η κάθετη πτώση όμως του διδύμου Κοέν-Τσαρλς συνεχίστηκε με τον “Δικτάτορα”. Η ταινία διαθέτει αμέτρητες σεναριακές “κοιλιές”, καθόλου ευφάνταστα σκηνοθετικά ευρήματα, και με μόνο στήριγμα της το μετέωρο χιούμορ του Κοέν προσπαθεί φυσικά να προκαλέσει δυτικούς και λοιπούς για την πολιτική, και την ανοχή της, των προύχοντων του κόσμου. Είτε είναι ο Χουσείν είτε ο Καντάφι είτε κάποιος Αφρικανός δικτάτορας το πρότυπο του, ο Σάσα Μπάρον Κοέν πέτυχε μια έξυπνη ιδέα, η οποία θα είχε πολύ “ψωμί” για κουβέντα, γέλιο και αστείρευτο κουτσομπολιό, αν δεν έπεφτε στις ευκολίες της καφρίλας, του χοντροκομμένου και του παγερού αστείου. Η ταινία σε προβληματίζει, σε μετεωρίζει και εντέλει σου αφήνει την πικρή αίσθηση μιας καλοφροντισμένης κωμωδίας που δεν πετυχαίνει όμως τον κύριο στόχο της: να την απολαύσεις ανενδοίαστα. 

Ο Σεφ και ο Σεφ του (4/10) 

Σε αντίθεση με άλλες γαλλικές κωμωδίες, αυτή η ταινία του Κοέν δεν στηρίζεται στην τετριμμένη και εσωστρεφή γαλλικότητα της γι’ αυτό και βλέπεται ευχάριστα παρά την απουσία πρωτοτυπίας, την έντονη παρουσία κλισέ αλλά και την καθόλου έξυπνη σεναριακή ιδέα της. Εν ολίγοις, το θέμα της μπορεί και να μην σε ιντριγκάρει παρολαυτά είναι μια αισιόδοξη κομεντί που πετυχαίνει το στόχο της: να σε διασκεδάσει χαλαρά, όμορφα και κάπως αποστασιοποιημένα. Δεν διεκδικεί ούτε δάφνες ποιότητας ούτε εξαιρετικές ερμηνείες. Τόσο ο βαρύς Ρενό όσο και ο αστειούλης Γιουν απλώς δένουν αρμονικά ως οι δυο σεφ που απ’ το πουθενά συγκρούονται για το ποιος από τους δυο μαγειρεύει καλύτερα και πιο ευφάνταστα. Η κατάληξη της σχέσης και της κόντρας είναι κάτι παραπάνω από προβλεπόμενες πάντοτε υπό τη σκιά του Πύργου του Άιφελ. Για να καταλάβεις, είναι μια χαλαρή (και χλιαρή) κομεντί αμερικανικού τύπου. Το πρώτο μισό και οι ποικίλες ανατροπές του σε αποζημιώνουν (το πώς ο ελαιοχρωματιστής γίνεται σεφ), όμως το δεύτερο μισό και ειδικώς το happy end που ήξερες από την αρχή της ιστορίας δεν σε απογειώνουν, εντούτοις σε αφήνουν με μια γλυκιά γεύση να τρέξεις μετά την προβολή να φας κάποιο υπέροχο έδεσμα. 

Ο Προστάτης (3/10) 

Το 'χω ξαναγράψει στο παρελθόν, ο Στέιθαμ έχει εξελιχθεί σε έναν Στήβεν Σιγκάλ του σύγχρονου σινεμά: είναι απλώς ένας καλός ηθοποιός, που βγήκε από τη μεγάλη του Ρίτσι σχολή, και έχει μανιεριστεί πια σε έναν ερμηνευτή πιστολέρο, που περισσότερο θόρυβο κάνει το πιστόλι του παρά ο ίδιος. Έχει και τις καλές εξάρσεις του (π.χ. “Blitz”), όμως ταινίες σαν τον “Προστάτη” στα σίγουρα δεν εξελίσσουν την καριέρα του. Ο Στέιθαμ ερμηνεύει τον πρώην μποξέρ που έχει βρεθεί στον άσσο, μια και δεν κατάφερε να στήσει έναν αγώνα που του υποδείξανε, ενώ θέλει και εκδίκηση αφού η ρωσική μαφία του σκότωσε την γυναίκα. Με όλα αυτά, μπαίνει στο κόλπο και η 12χρονη Μέι, που κι αυτή καταδιώκεται από την ίδια μαφία αλλά και αποτελεί συμπάθεια του εκδικητή-προστάτη. Το μίσος του πια είναι διπλό και αποδεικνύεται φονικό… …αφού ο Στέιθαμ με ύφος Σηγκάλ παίρνει το όπλο και καθαρίζει κόσμο. Στο ενδιάμεσο, κλωτσιές, μπουνιές και τα συναφή τον βοηθούν ώστε να καθαρίσει περισσότερο κόσμο. Εν ολίγοις αυτή η ταινία καταστροφής αποδεικνύεται σκέτη καταστροφή: απ’ το σινεμά βγαίνεις με ένα μόνιμο βουητό στ’ αυτιά σου. Είναι ταινία για χαλαρό καλοκαιρινό βράδυ που θες να σκοτώσεις την ώρα σου, αλλά όπως γράφει και συνάδελφος, και στο dvd βλέπεται καλύτερα. 

Αρσενικό και παλιά δαντέλα (6/10) 

Από τις κλασικές αμερικανικές κωμωδίες της δεκαετίας του 1940, όπου τα γκαγκ και τα ερμηνευτικά τερτίπια, ειδικώς του αξέχαστου Κάρι Γκραντ, προσφέρουν γέλιο, γέλιο, γέλιο. Η ταινία του Φρανκ Κάπρα είναι μια ευφάνταστη μαύρη κωμωδία, που μπορεί να μην εκτιμήθηκε από την Ακαδημία των Όσκαρ, εντούτοις έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου για την ερμηνεία του Γκραντ. Αλλά και για την ευρηματικότητα του σεναρίου. Ο γόης Μόρτιμερ επισκέπτεται τις θείες του για να τους ανακοινώσει τον γάμο και τη νέα του ζωή. Βρίσκεται όμως προ εκπλήξεως. Οι αξιαγάπητες θείες του, με τη βοήθεια του θεότρελου “Στρατηγού” αδερφού τους, σκοτώνουν γέρους που δεν έχουν στη ζωή τίποτα, ούτε στήριγμα, ούτε σπίτι, ούτε κάποιον να τους αγαπά και να τους φροντίζει. Έτσι, εκείνες θεωρούν ότι επιτελούν έργο, θάβοντας τους στο υπόγειο του σπιτιού τους! Το σενάριο είναι έξυπνο, οι διάλογοι γρήγοροι και το όλο κόνσεπτ αποτέλεσε πρότυπο για μια ολόκληρη σχολή κινηματογραφικής κωμωδίας στο μέλλον. Στα σίγουρα είναι μια ταινία που βλέπεται ευχάριστα και διασκεδαστικά παρά το αχρείαστο κατά τα άλλο δίωρο της. Μια όντως εγγυημένη επανέκδοση του φετινού καλοκαιριού. 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-7-12).